
Έργο βασισμένο σε
μια παλιά
ιστορία
(Μικρό επίνειο, ένα φανάρι για το καλό ταξίδι των πλοίων. Και ένας άνδρας, ψαρά τα μαλλιά του, κοιτάζει πέρα. Κάποιος παίζει στα πόδια του με τα δίχτυα, σιγοτραγουδά, μα σταματά όταν ο ψαριανός μιλά. Είναι ο Φιλοίτιος, ο αρχιβοσκός, γέρος πια.)
Ψαριανός: Δεν έπρεπε να ‘χω επιστρέψει.
Φιλοίτιος: Δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς. Υπήρχε ένα παιδί εδώ, μια γυναίκα, μια ζωή. Όλος αυτός ο πλούτος, πώς να τα ξεχάσεις όλα αυτά. Και έπειτα, ήταν πάντα η ομορφιά, κοίτα, γύρω. (ο γέρος ατενίζει το πέλαγο, ο ήλιος δύει)
Ψαριανός: Ποτέ δεν θα ‘ναι το ίδιο. Ποτέ, όπως τότε, φίλε μου (γυρίζει τον κοιτάζει με νόημα) Το δέντρο μας ξεράθηκε πια, δεν βγάζουν τίποτε τα κλαδιά του. Καμιά φορά θαρρώ πως δεν είναι πια ο εαυτός της. (εμπιστευτικά) Υπάρχουν νύχτες που μου λέει πως θα δουλέψει στον αργαλειό το υφαντό της, μήπως και γυρίσει ο αγαπημένος της. Το βλέπω πως λείπει πια από τη ζωή μας, πως ξεμακραίνει.
Φιλοίτιος: Πληγώθηκε, ήταν τα χρόνια, το σώμα της που έκαιγε νύχτες ολόκληρες.
Ψαριανός: Εγώ δεν είμαι πια ο ίδιος. Όχι μετά από εκείνη, όχι πάνω από είκοσι χρονών, καλέ μου βοσκέ, με τα μαλλιά της παραδομένα στον άνεμο, πώς έβγαινε από τις σκιές για να πιάσει το παιχνίδι της. Πώς με έκανε δικό της με ένα της νεύμα μόνο, με το απλωμένο της χεράκι, πώς θα μπορούσα να σου πω για εκείνο το θαύμα που άφησα να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια μου. Εσύ πρωτομίλησες για την ομορφιά. (κοιτάζει πέρα)
Φιλοίτιος: Πρέπει να ξεχάσεις, πρέπει.
Ψαριανός: (σκύβει πλάι του, τον κρατά από τους ώμους) Πρέπει να βρω το παλιό εκείνο ανεμολόγιο, πρέπει να γυρίσω, το σκάφος είναι έτοιμο, έχω μαζέψει κάποια πράγματα λιγοστά, μα φτάνουν. Και αν όλα πάνε καλά, τότε σε λίγο καιρό θα κρατώ στα χέρια μου έναν άγγελο.
Φιλοίτιος: Τα χρόνια θα τα ‘χουν σβήσει όλα, ακόμη και την ομορφιά της.
Ψαριανός: Είναι κάτι περισσότερο, καλέ μου φίλε, είναι βαθιά που θαύμαζε κανείς να βλέπει, βαθιά ως την απόγνωση των οριζόντων. Απόψε κιόλας. Απόψε φεύγω, ο άνεμος είναι με το μέρος μου, παλιόφιλε.
Φιλοίτιος: Τι θα απογίνει εκείνη; (δείχνει το κάστρο, τ’αναμμένο καντήλι)
Ψαριανός: Σε λίγο θα ‘χει ξεχάσει τα πάντα, ακόμη και σένα φίλε μου. (ο Φιλοίτιος σκουπίζει τα μάτια του) Σε χίλια χρόνια, Φιλοίτιε, σε χίλια χρόνια κάπου εκεί έξω, θα ανταμώσουμε, για πάντα νέοι, φίλοι αδελφικοί. Όλα σου τα χρωστώ, όλα. (ακουμπάει το μέτωπό του στη ράχη του γέρου, πηδάει στην καρίνα, λύνει σχοινιά, σηκώνει πανιά, παίρνει να ξεμακραίνει, σε λίγο δεν φαίνεται τίποτε από εκείνον, μόνο ένα σημάδι, κάτι ελάχιστο και αποφασιστικό όπως στις θαλασσογραφίες του Τέρνερ που σου κόβουν την ανάσα. Λίγο ακόμη και θα ξεχάσω πως όλα ετούτα είναι μονάχα σκηνικές οδηγίες, για αυτό σταματώ.)
Μικρό Λιμπρέτο
ή αλλιώς
εδώ που φύονται
τα όστρακα και
οι μουσικές
[Οι γοργόνες παίρνουν στο κατόπι το καράβι. Με τα όστρακα λένε παντού το μυστικό, “ο Οδυσσέας ρίχτηκε σαν πρώτα στο ταξίδι, νηρηίδες και ιππόκαμποι με σκαρφαλωμένα κορίτσια κυμάτια σκαρφαλώνουν και κορυφές, πώς ισορροπούν μες στην ταραχή, ράχες μεγαλόσωμων ψαριών, πήδακες και δίνες και βάθη απροσμέτρητα με την σιωπή των ναυαγίων εκκωφαντική, δελφίνια της Κνωσού με χαμογελαστά μάτια και ναυτικοί με βαμμένα μπράτσα, χορευτές του ανέμου όταν τριγύρω όλα λυσσομανούν και η σωτηρία κρέμεται από την ακοίμητη καντήλα στο κουβούκλιο του πλοιάρχου, ω, τότε πώς λογαριάζει κανείς τ’ανεκτίμητο της ζωής. Ο Οδυσσέας διαβαίνει τις στήλες αυτού εδώ του κόσμου, τώρα πια οι συμπληγάδες ανοίγουν μονάχα για εκείνον, ο σκοπός του αρχαίου νερού, η φαντασμαγορία του φεγγαριού δεν αφήνουν να ακουστούν οι σειρήνες, όσο εκείνος κουμαντάρει το πλοίο ώσπου να δέσει, σίγουρος πια και ειρηνεμένος με τον εαυτό του, στο νησί των Φαιάκων.
Τώρα στέκει θαλασσοδαρμένος στην αμμουδιά. Μονάχα οι σκιές του λιμανιού, μια δυο φωτιές, τα χαμίνια που ζητούν τα πάντα και παίρνουν ότι τους δώσεις, τα κορίτσια που ‘ναι κόκκινα σαν αίμα και ασκούν την τέχνη του έρωτα. Στο βάθος, το χαμαιτυπείο του ντοκ, ένα παράπηγμα, τίποτε περισσότερο. Θέλει να μάθει αν ζει ακόμη, αν υπάρχει. Ξέρετε για εκείνη; “Μα φυσικά, η Ναυσικά είναι η αγαπημένη μας βασίλισσα. Φορεί πάντα τα γιορτινά της και περπατά ανάμεσα στον κόσμο σαν να’ταν δικός μας άνθρωπος. Και είναι όμορφη, όταν γελά και όταν κάτω από τον ίσκιο την αντικρίζεις να μαθαίνει στον μικρό της το πώς και το γιατί του κόσμου. Την Ναυσικά την αγαπούμε πολύ και βαθιά. Μα ποιος είσαι, τι γυρεύεις εδώ, γιατί ρωτάς για εκείνη;” Τώρα ο κήρυκας ανακοινώνει την άφιξή της. Θα περάσει από την αμμουδιά με τη συνοδεία της. Τα μικρά παιδιά στέκουν γονατισμένα και την προσμένουν. Πότε θα ‘ρθει, πότε θα ‘ρθει και όλα τα πουλιά να λένε το όνομά της, “Ναυσικά”, “Ναυσικά”. Να την, έφτασε, φορεί τον βασιλικό της μανδύα, ο χρόνος δεν διάβηκε από πάνω της, είναι η Ναυσικά, το κορίτσι εκείνου του καιρού, που ‘ρθε να πάρει το τόπι της και κέρδισε τα πάντα. Ο Ψαριανός στέκει στο δρόμο της, η Ναυσικά μιλά με τον κόσμο του λιμανιού, χαρίζει στα παιδιά από μια δεκάρα, το χαμόγελό της στον κόσμο. Και τότε τον αντικρίζει, χρόνια μετά, σαν μες σε αγιογραφία προβάλλει εκείνος, φερμένος με το κύμα, την πιο αναπάντεχη στιγμή. “ένα προς ένα τα μικρά χαλίκια”, λέει μονάχη της. Και οι δυο τους ανταμώνουν μετά από χρόνια, κόντρα σε κάθε συμβατικότητα, σφίγγουν τα χέρια τους. Θα αρκούσε και μόνο αυτό, επειδή με μια τόσο απλή χειρονομία μπορούν να συμβούν τα πιο αξιοθαύμαστα πράγματα.
Μιλήσανε για ώρες ατέλειωτες, είπαν για τις ζωές τους, παραδέχτηκαν λάθη και σωστά και μες στη σιγαλιά ο έρωτας καθώς έριχνε όλα του τα πέπλα, θαρρείς πως τους γεννούσε από την αρχή. Την πιο κρίσιμη ώρα, καθώς έριχνε τον μανδύα της, σαν να ντράπηκε. Μα ήρθε κοντά της, εκείνος, ζεστό δέρμα, δικό της και δικό του.]
Ψαριανός: (ψηλάφισε τη ρυτίδα που συνέχιζε πιο κάτω από το λαιμό της, διάβασε όλη της την ιστορία, την ένιωσε.) Τώρα είναι η ώρα. Κάποτε είμαστε νέοι, ξέρω, μα τότε δεν γνωρίζαμε τίποτε. Τώρα πια, τι πολύτιμος που ‘ναι αυτός ο πυρετός στο αίμα, τώρα πια.
(Το φως αργά που σβήνει, πέρα φέγγουν ασημένια τα λέπια των πελώριων ψαριών. Και έχει ησυχία, ένας λεπτός φωτισμός η ευθύνη των ονείρων μας που φέγγει τη σκηνή. Ποτέ τέλος.)
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.