Ενθύμιο
Γιάννη Βαρβέρη
Ξέρω, δεν είναι της παρούσης. Μα τι πικρά και αληθινά ήσαν τα λόγια που είπε εκείνος ο πατέρας. Μια αλήθεια βαθιά, μια στέρνα να’ρθείς να πιεις του κόσμου το νεράκι και να μάθεις τι πράγμα άπιαστο είναι της ψυχής η σωτηρία. Μας την τάξανε τα τραγούδια μα δεν το καταφέρανε έξω από μια στιγμή. Και αν δεν μπορούν εκείνα, τότε ποιος;
Ο μικρός, όχι πάνω οκτώ χρονών, ως δέκα το πολύ, έσερνε ξοπίσω του έναν χαρταετό. Είναι παράξενο πώς μας αφοπλίζουν οι παιδικές επιθυμίες, πώς ανακατώνουν τη συνήθεια. Ποιος είδε χαρταετό καταμεσίς του καλοκαιριού, έλεγε η μητέρα που συνέδραμε τον μικρό με την ουρά και το τελάρο και τα λοιπά και τα λοιπά. Ο πατέρας τακτοποιούσε και εκείνος όσο ο μικρός τύλιγε προσεκτικά την καλούμπα. Η μητέρα έλεγε, “εμπρός Γιαννάκη, γρηγορότερα!” και βαρούσε παλαμάκια όπως στα κεντράκια των φιλμ, τη στιγμή που θέλουν οι εραστές να παραγγείλουν. Ο πατέρας έφερε έκδηλα σημάδια εκνευρισμού μα εκ φύσεως υπήρξε συγκαταβατικός. Είπε μόνο, “ας τελειώνουμε Γιαννάκη, τι λες;” και με τον τρόπο του έπεισε τον μικρό πως ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος του.
Μια και δυο τραβήξανε τον δρόμο του γυρισμού. Μα θες από αβλεψία, θες από μια αστοχία – τόσοι άνθρωποι και δεν το συλλογίστηκε κανείς; – ο χαρταετός ξεμύτισε από το παράθυρο της κούρσας. Ο Γιαννάκης αποκοιμήθηκε, παραζαλισμένος από τις στροφές του επαρχιακού δρόμου και αυτήν τη φοβερή εναλλαγή σκιάς και φωτός, σαν τάχα να περνάει κανείς από τα πράσινα του Βελάσκεθ στου Γκόγια το μαύρο, χαρακτικό του φόντο. Μόνον ο πατέρας είδε τον αετό που ανασηκώθηκε, εκμεταλλευόμενος την ταχύτητα της κούρσας. Συγκρούστηκε στο δρόμο και έπειτα με φόρα ανασηκώθηκε , στερεώθηκε και με τα ζύγια του υπολογισμένα μέχρι κεραίας κρατήθηκε στην πορεία. Λίγο λίγο ξετυλίχτηκε η καλούμπα του Γιαννάκη που ‘χε με τόση δεξιότητα μαζέψει. Λίγο ακόμη και ο αετός θα φτάσει ως το φεγγάρι. Για αυτό Γιαννάκη, εκεί που κοιμάσαι τώρα δα, μες στο όνειρό σου, συλλογίσου αν θες κάτι να ρωτήσεις το φεγγάρι. Ας πούμε πού πηγαίνει όταν χάνεται και αν ποτέ κρυώνει ή νιώθει μοναξιά σαν τον Κεμάλ των τραγουδιών; Σκέψου Γιαννάκη, μην πάει στράφι η προσπάθεια, εμπρός Γιαννάκη, όχι γρήγορα, μα βαθύτερα, να ανοίγεις την καρδιά σου στο σκοτάδι Γιαννάκη, εμπρός, μην δειλιάζεις. Θα δεις, πως μόλις βρεις την αγάπη ο κόσμος θα ριγήσει μες στα μάτια του τα καστανά.
Πέρασαν ώρες, μέρες, χρόνια. Ο Γιαννάκης ξύπνησε στον καναπέ του σαλονιού. Κοίταξε το ρολόι του τοίχου, βραβείο παλαιού, τοπικού συλλόγου. Αρκαδία, πριν τριάντα χρόνια και είναι θαύμα πώς βρίσκει τον τρόπο ο χρόνος να τρυπώνει μες στα πράγματα. Σήμερα σε ετούτο το ρολόι, αύριο στη μεγάλη σου ρυτίδα, εκείνη που βγάζει ίσια στη χρυσή πολιτεία της νιότης σου, σφάλμα και πένθος σου πικρό. Ένιωθε κάπως βαρύ το κεφάλι του, μα δεν φταίγανε οι στροφές, αφού πάνε χρόνια που δεν ταξιδεύει. Θα ‘ταν που υπήρξε μεγάλος ποιητής, αυτό φταίει πάντα, οι στίχοι που σου ζητούν να ξαναδιαβάσεις, καθώς εσύ ανακαλείς εκείνες τις τρομερές στιγμές. Όταν έψαχνες μια θέση για τον εαυτό σου, μια θέση για να εκτελέσεις το Χαμένο σου Άλμα.
Τώρα σουρούπωσε Γιαννάκη, είπε καθώς είδε φευγαλέα μες στα βάθη του καθρέφτη κάποιον που του ‘μοιαζε πολύ. Τώρα πρέπει να μαζέψεις τον χαρταετό σου Γιαννάκη, επειδή τα χρόνια εκείνα σκορπίσανε μετά την εκπυρσοκρότηση των δεκαετιών. Πρέπει να τον κρύψεις για μια άλλη εποχή, τότε που ίσως ξανάρθεις, όχι μεγάλος ποιητής πια, μα με την ψυχή ενός γενναίου ρόδου, με τίποτε λιγότερο. Να τον κρύψεις, μην τύχει και χαθεί το παραμικρό και αύριο πώς θα σταθείς εσύ ποιητή, δίχως χέρια, δίχως καρδιά να μας πεις μια κουβέντα; Απελπισμένα να εξέλθει λέει μέσα από της ζωής τον Ευαγγελισμό, σαν άγγελος έκπτωτος, από εκείνους που κραδαίνουν δόρατα τρυφερότητος ο ποιητής δεν θα το μπορέσει.
Δεν είναι – μ’ ακούς; – που δεν πρέπει να χαλάσει το σχήμα και η ικανότητα του “ίπτασθαι”, δεν είναι που πρέπει κανείς να παλεύει για να βρει τη λέξη που λείπει από το ποίημα. Δεν είναι τίποτε από αυτά, μήτε το κλειδί και ο ανείπωτος όρθρος Γιαννάκη. Είναι η εφεύρεση ενός χρόνου που δεν σημαίνει μήτε τώρα μηδέ ποτέ, ενός βιβλίου που δεν είναι παρά το μεγάλο ερώτημα της ψυχής μας. Δίχως αυτό πού θα βρούμε τα κουπιά να διαβούμε όλη ετούτη της ζωής μας την ασύδοτη νοσταλγία. Είναι κάτι από υγρή ομίχλη, φθόγγοι μέσα από “νυκταγωγούς” του τίποτε, είναι ο άστεγος από το χρόνο ο ποιητής, ο ξενιτεμένος που χαράζει τους στίχους εσωτερικά σε βλέφαρα και σε καρδιές.
Είναι ο Γιάννης Βαρβέρης που “σουρούπωσε”, χρόνια τώρα. Λένε πως όσοι χάνονται ζουν έναν βίο μυστικό, τη ζωή ενός δωματίου γεμάτου από την ψυχή των άλλων και τ’αχνάρι του ονείρου. Έτσι λένε, μα δεν ξέρω τίποτε περισσότερο και ο Γιάννης Βαρβέρης πάει καιρός που λείπει σε βόλτα μακρινή. Ελεύθερος γράφει η ψυχή του, καθώς τριγυρίζει τις πιάτσες των λέξεων.
_____________
[1] Στίχος από το ποίημα “Καθαρή Δευτέρα”, συλλογή “Ο θάνατος το στρώνει”, Ύψιλον, Αθήνα, 1986
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.