Σπινόζα, Ηθική

Αρχείο 01/12/2011

ΣΠΙΝΟΖΑ ΗΘΙΚΗ, Μτφρ.: Ευάγγελος Βανταράκης, Εισαγωγή: Βασιλική Γρηγοροπούλου, Εκδόσεις Εκκρεμές

Το έργο ζωής του Σπινόζα περιέχει τα θεμέλια, την ουσία και το μεγαλύτερο μέρος της σκέψης του σπουδαίου Ολλανδού φιλοσόφου.

Ηθική

Κριτική του Κωστή Παπαγιώργη

ΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΟΔΕΧΘΟΥΜΕτην έκδοση κάθε διάσημου βιβλίου οφείλουμε να σηκώνουμε σημαία, τότε η έκδοση της Ηθικής δικαιούται αυτή την τιμή. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που μεταφράζεται· προηγήθηκε η απόδοση του Ν. Κουντουριώτη (Φέξης 1913), κατόπιν εκείνη της Μίνας Ζωγράφου και του Κωστή Μεραναίου (Δαρεμάς, 1956), για να ολοκληρωθεί η άξια τελική προσπάθεια διά χειρός Βανταράκη. Η παρουσία του Σπινόζα έχει κάτι το χαρισματικά ευδιάκριτο μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας, καθότι λατρεύτηκε παραδειγματικά (και) απο δημιουργούς που δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με τα φιλοσοφικά κιτάπια. O Μπέρξονας για παράδειγμα -που δεν ήταν εύκολος στους επαίνους- απεφάνθη ότι «κάθε φιλόσοφος έχει δύο φιλοσοφίες, τη δική του και του Σπινόζα». Όσο για τον Πιέρ Μπάιλ, θα γράψει στο Λεξικό του ότι «ο σπινοζισμός είναι η πλέον τερατώδης υπόθεση που μπορεί κανείς να φανταστεί» και ο Χιουμ δεν θα διστάσει να μιλήσει για την «αποτρόπαια υπόθεση» του Σπινόζα.

Γεννημένος στο Άμστερναμ το 1632, ο Βαρούχ ανήκε σε οικογένεια Πορτογάλων (και κρυπτο-Εβραίων, απο την εποχή που η Ιερά Εξέταση τους ανάγκασε να μεταστραφούν στον χριστιανισμό). Οι Σπινόζα ηταν εύποροι έμποροι και διακεκριμένα μέλη της εβραϊκής κοινότητας· ο Βαρούχ θα μάθει τα πρώτα γράμματα σε εβραϊκό σχολείο, κατόπιν τα γερμανικά, τα λατινικά, τα ολλανδικά, τα πορτογαλέζικα, τα ισπανικά και παραταύτα θεωρείται απ’ τους μελετητές «άγλωσσος». Αυτή η εντυπωσιακή ιδιοτυπία σχετίζεται άμεσα με τις συνθήκες της εποχής και ειδικότερα με τα ήθη της Ολλανδίας, όπου «η απιστία των Ολλανδών» εμπόρων ηταν πασιφανής, όσο και της Γαλλίας, βέβαια, που αριθμούσε «ενα εκατομμύριο απωλεσθέντα πνεύματα», ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε το πνεύμα του Καρτέσιου, που είχε βρει καταφύγιο στις Κάτω Χώρες.

SpinozaEthics_EkkremesΟι Ολλανδοί είχαν κατακτήσει την αυτονομία τους από την Ισπανία και περηφανευόταν για την πρωτοφανή τους οικονομική ανάπτυξη. Ευνόητο ήταν ότι, παρότι καλβινιστική, η Ολλανδία, λόγω του εμπορίου που έφτανε ως την Ασία, είχε χαλαρώσει τους θρησκευτικούς φραγμούς. Χαρακτηριστικό είναι ότι για να επιτύχουν έγγραφη άδεια εμπορίου στην Ιαπωνία, οι Ολλανδοί έμποροι δήλωναν «Ολλανδοί, οχι χριστιανοί», αποφεύγοντας πάσα θρησκευτική πρακτική. Στην ίδια την Ολλανδία όμως, που είχε καταστεί καταφύγιο ξένων κοινοτήτων, τα πράγματα πιθανώς ήταν διαφορετικά για έναν Εβραίο. Οι Σπινόζα ανήκαν στους Μαράνους (την πορτογαλική κοινότητα που εγκαταστάθηκε στο Άμστερνταμ), τους κρυπτο-εβραίους, με άλλα λόγια, που μετεστράφησαν στον χριστιανισμό. Γράφει ο Γιόβελ: «Ο Σπινόζα εμφανίζεται σαν ένας Μαράνος του Λόγου, κατείχε κι αυτός, όπως οι παλαιοί ιουδαΐζοντες Μαράνοι, μια κρυφή μεταφυσική αλήθεια, το αληθινό κλειδί της σωτηρίας και της αληθινής ζωής, εκείνο που το πλήθος περιφρονούσε και αδυνατούσε να βρει. Χρειάστηκε, λοιπόν, όπως οι Μαράνοι, ν’ αποκρύψει τις σκέψεις του από το μέγα πλήθος και μέχρι ενός σημείου κι από τους φίλους και τους μαθητές του. Γίνεται, λοιπόν, κατανοητό τι έκανε τον Σπινόζα μοναχικό στοχαστή».

Ο Βαρούχ όχι μόνο δέχτηκε δολοφονική επίθεση, αλλά τελικά αφορίστηκε από την Ιερά Εξέταση: «Διά διατάγματος των Αγγέλων και των Αγίων, αποπέμπουμε, αποκλείουμε, καταριόμαστε και αναθεματίζουμε τον Βαρούχ Σπινόζα με όλες τις κατάρες που αναφέρει ο Νόμος. Καταραμένος να είναι τη νύχτα και τη μέρα, καταραμένος στον ύπνο και στον ξύπνιο, καταραμένος όταν εξέρχεται και όταν εισέρχεται. Ο Κύριος δεν θέλει να τον συγχωρήσει, κι έτσι θα εκπέσει εναντίον του ο κεραυνός και η οργή Του… Προειδοποιούμε οτι κανείς δεν επιτρέπεται να του μιλήσει διά ζώσης ή διά της γραφής, μήτε να τον ευεργετήσει, μήτε να μείνει κάτω από την ίδια στέγη, μήτε και ν’ αναγνώσει κάποιο γραπτό του». Σημειωτέον ότι τη χρονιά που δέχεται την καταδίκη του είναι μόλις 24 ετών! Έτσι μόνο μπορούμε να υποψιαστούμε τους λόγους για τους οποίους όλα τα έργα του (εκτός από ένα: Αρχές της καρτεσιανής φιλοσοφίας) εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Ο νεαρός αποσυνάγωγος καταδικάζεται σε άθλιο βίο, γίνεται κόφτης γυαλιών για τα προς το ζην και ειδικεύεται στην επεξεργασία φακών για τηλεσκόπια και μικροσκόπια (εξού και οι μελέτες του για την Οπτική). Η άλλη άποψη για κείνα τα χρόνια παρουσιάζει αλλιώς τα πράγματα. Ο Βαρούχ δεν εξαθλιώθηκε ούτε περιθωριοποιήθηκε. Παρότι εκτός θρησκείας, είχε κοινωνικές σχέσεις, φίλους, θαυμαστές και απολαύσεις βέβαια, καθότι περιφρονούσε το ασκητικό ιδεώδες. Μάλιστα, ο Εκλέκτορας του Παλατινάτου στα 1673 θα του προσφέρει την έδρα Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και ο Βαρούχ θ’ αρνηθεί λέγοντας: «Ουδέποτε με έθελξε η δημόσια διδασκαλία!».

Ο Σπινόζα μιλάει συχνά, πολύ συχνά για παραλήρημα (λήρος = βλακεία). Στο κέντρο των αρνητικών συλλογισμών του βρίσκονται ο προσωπικός Θεός και το ανθρωπομορφικό σύμπαν. Ουσιαστικά, πρόκειται για προφανώς απόλυτη απόρριψη της θεολογίας, του δόγματος και της υπέρβασης. Πού βρίσκεται, λοιπόν, το παραλήρημα; Οι έννοιες του καλού και του κακού (αμαρτήματος είναι απατηλές όσο και η επίκληση της βούλησης του Θεού (Θεού, τον οποίο αποκαλεί «άσυλο της άγνοιας»). Ενώ το άνθρωπινο ον θέλει να είναι «αυτοκρατορία μέσα σε μιαν αυτοκρατορία» με κατάληξη τον ανθρωποκεντρισμό και τον ανθρωπομορφισμό, η συλλογιστική του Σπινόζα αντιτάσσει τη φύση στη θέση του Θεού. Οι άνθρωποι, γράφει στην Ηθική, γεννιούνται, αγνοώντας τα πάντα για τις αιτίες των πραγμάτων . Άρα, εξ υπαρχής η ανθρώπινη σκέψη παραγνωρίζει τον εαυτό της. Η άμεση συνείδηση δεν μπορεί να κάνει τον γύρο των πραγμάτων, απεναντίας πιάνεται στα δίχτυα της ψευδαίσθησης. Αποτέλεσμα; Πρώτα και χειρότερα τα συναισθήματα τα οποία απορρίπτει ο Σπινόζα. Ο άνθρωπος παραληρεί, καθώς συλλαμβάνει την πραγματικότητα «σαν συμπεράσματα χωρίς προκείμενες».

Μπορεί η Εκκλησία ν’ αποδίδει θεϊκή σκοπιμότητα στην Ιστορία και στον κοσμο, μπορεί να προσεύχεται σ’ έναν προσωπικό Θεό; Ο Σπινόζα γράφει σε μιαν επιστολή του προς τον Μπόξελ: «Η ομορφιά, κύριε, δεν είναι ιδιότητα του παρατηρούμενου αντικειμένου, όσο μια εντύπωση αυτού που το παρατηρεί. Αν τα μάτια μας ήσαν πιο ισχυρά ή πιο ασθενή, αν η ιδιοσυστασία του σώματός μας ήταν διαφορετική, τότε τα πράγματα που τώρα μας φαίνονται όμορφα θα μας φαίνονταν άσχημα και τα άσχημα θα γίνονταν όμορφα. Το πιο όμορφο χέρι, ιδωμένο στο μικροσκόπιο, θα φανεί φρικιαστικό. Ορισμένα αντικείμενα, που απο μακριά είναι όμορφα, είναι άσχημα όταν τα κοιτάμε από κοντά, έτσι ώστε οσάκις τα πράγματα θεωρούνται από μόνα τους ή στη σχέση τους με τον Θεό, να μην είναι ούτε όμορφα ούτε άσχημα».

Εξάλλου, αν η φύση δεν διαπερνάται από τη θεϊκή παρουσία, πραγματώνοντας μιαν ανώτερη τάξη και βούληση, αλλά απλώς τα μέρη της συναρμόζονται μεταξύ τους επειδή είναι ομοιογενή, δηλαδή αντιφατικά. Γράφει και πάλι στον Όλντενμπουργκ: «Δεν αποδίδω στη φύση ούτε ομορφιά ούτε ασχήμια ούτε τάξη ούτε σύγχυση. Αληθώς τα πράγματα δεν μπορούν να ονομαστούν όμορφα ή άσχημα, διατεταγμένα ή συγκεχυμένα, παρά μόνο σε σχέση με τη φαντασία μας. Άρα, λέγοντας συνοχή των μερών, εννοώ απλώς ότι οι νόμοι ή η φύση κάθε μέρους συναρμόζονται με τέτοιο τρόπο με τους νόμους της φύσης ενός άλλου μέρους, ώστε δεν μπορεί να έρχονται σε αντίθεση». Τυχαία μήπως θεωρεί παραλογισμό την έννοια κάποιας κοσμικής αρμονίας; Αλλωστε, με το DEUS SIVE NATURA (ο Θεός ήτοι η φύση) κατονομάζει έναν πανθεϊσμό που κάλλιστα είναι απόλυτος Αθεϊσμός.

Η καταφυγή του Σπινόζα στη μαθηματικο-γεωμετρική σκέψη, όπως καταλαβαίνουμε, έχει πολλές αιτιολογήσεις. Αν μιλούσε με τη γλώσσα της κατεστημένης μεσαιωνικής θεολογίας, θα βρισκόταν εξαρχής σε δεινό αδιέξοδο, ενώ, αν κατέφευγε στη γεωμετρία, αγνοώντας ακόμη και την έννοια του (καρτεσιανού) υποκειμένου, οι θέσεις του θα είχαν νεοφανή ισχύ και διακριτό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, τα μαθηματικά μας απαλλάσσουν από κάθε σκέψη για τους σκοπούς και από κάθε δεισιδαιμονία, μεριμνούν μόνο για τις ουσίες και τις ιδιότητες των σχημάτων. Η φύση δεν μπορεί να έχει προαποφασισμένο σκοπό, όσο για τις τελικές αιτίες, είναι απλές ανθρώπινες φαντασιώσεις. Συνάμα, η θεολογία και το Δόγμα αδυνατούν ν’ αντιμετωπίσουν τα γεωμετρικά επιχειρήματα τα οποία είτε αποκρούονται ως ακαταλαβίστικοι γρίφοι είτε κατακεραυνώνονταιως θέσεις ενός μεταμφιεσμένου αθεϊσμού.

Ένα παράδειγμα αντι-σπινοζιστή ήταν και ο Φίχτε (Διδασκαλία περλι επιστήμης, 1794): «Ο Σπινόζα δεν μπορεί να είχε πειστεί. Μπορούσε να σκέφτεται τη φιλοσοφία του, όχι να την πιστεύει, διότι αντέφασκε ευθέως με την πεποίθησή του για τη ζωή, χάρη στην οποία θεωρούσε τον εαυτό του ελεύθερο και ανεξάρτητο». Όντως, ένας φιλόσοφος που βάσιζε τα πάντα στο Εγώ (εγώ = εγώ) αδυνατούσε να συλλάβει τη σπινοζική έννοια του Θεού. Άλλωστε, και ο καρτεσιανός Φ. Αλκιέ δεν δεχόταν επ’ ουδενί την «ακέραια» έννοια περί Θεού. Κατά τη γνώμη του, ο Βαρούχ αποφεύγει την καρτεσιανή αμφιβολία και την ανάδυση του έγκο, αλλά τα προβλήματα που ανακύπτουν είναι μεγάλα. Δεν είναι ακατανόητο το γεγονός ότι πασχίζει να μειώσει την ανθρώπινη σκοπιά; Πώς κατορθώνεται αυτή η μείωση; Μάλιστα, αν δεχτούμε ότι έχουμε μιαν ακέραια ιδέα περί Θεού, όπως ισχυρίζεται ο Σπινόζα, και ότι, εξ αυτής ορμώμενοι, φτάνουμε παραγωγικά στη γνώση των πραγμάτων και της δικής μας ουσίας, απομένει να καταλάβουμε πώς αυτός ο Θεός-υπόσταση, την ιδέα του οποίου κατέχουμε νοητικά, εκφέρεται σε μια απειρία κατηγορημάτων, που δεν είναι ιδιότητες της φύσης Του ούτε καθαυτές υποστάσεις: πώς συμβαίνει να είναι ενότητα και συνάμα ολοποίηση μιας απειρίας; Η απάντηση του Ζιλ Ντελέζ είναι σαφής: το σπινοζικό σύμπαν δεν είναι ιεραρχημένο σύμπαν, όπου από την υπέρτατη πραγματικότητα θα απέρρεαν, με κλιμακούμενη οντολογική υποβάθμιση αρχικά τα κατηγορήματα, κατόπιν οι άπειροι τρόποι και τέλος οι περατοί τρόποι. Άρα, η σημασία του σπινοζισμού έγκειται στο γεγονός ότι αποδεσμεύεται από κάθε αναγωγή σε μια εμμενή ή παραδειγματική αιτία.

ΘΕΡΜΟΙ ΕΠΑΙΝΟΙ αρμόζουν τόσο στη Β. Γρηγοροπούλου που φιλοτέχνησε τη διαφωτιστική εισαγωγή όσο και στον Ευάγγελο Βανταράκη που έφερε σε πέρας την απόδοση. Ο Βανταράκης δεν μεταφράζει απλώς από τη λατινική γλώσσα· κατέχοντας ζηλευτή φιλοσοφική προπαιδεία κατορθώνει να παραδώσει ένα κείμενο που θα το επαινούσε ακόμη και ο Σπινόζα ο ίδιος. Τι άλλο μπορούμε να πούμε;

Ενδεικτικό παράθεμα: «Εδώ, καλώ ένα πράγμα παρελθοντικό ή μελλοντικό, καθόσον επηρεαστήκαμε ή θα επηρεαστούμε από αυτό. Π.χ. Καθόσον το είδαμε ή θα το δούμε, μας τόνωσε ή θα μας τονώσει, μας έβλαψε ή θα μας βλάψει, κ.λπ. Καθόσον, πράγματι, το φανταζόμαστε με αυτό τον τρόπο καταφάσκουμε την ύπαρξή του, τουτέστιν το Σώμα δεν επηρεάζεται από καμιά συναισθηματική επήρεια που αποκλείει την ύπαρξη τού πράγματος και ως εκ τούτου το Σώμα επηρεάζεται από την εικόνα αυτού του πράγματος με τον ίδιο τρόπο που θα επηρεαζόταν αν το ίδιο το πράγμα ήταν παρόν. Παρ’ όλα αυτά, επειδή τις περισσότερες φορές συμβαίνει, όσοι έχουν βιώσει περισσότερα πράγματα, να αμφιταλαντεύονται ενόσω ενατενίζουν ένα πράγμα ως μελλοντικό ή παρελθοντικό και ως επί το πλείστον ν’ αμφιβάλλουν για την επέλευσή του, οι συναισθηματικές επήρειες που προέρχονται από παρόμοιες εικόνες πραγμάτων δεν είναι τόσο σταθερές, αλλά τις περισσότερες φορές διαταράσσονται από εικόνες άλλων πραγμάτων, μέχρι οι άνθρωποι να βεβαιωθούν περισσότερο για την επέλευση του πράγματος» (σ. 259).

[Lifo]

***

Η απόκλιση του Σπινόζα

Κριτική του Φώτη Τερζάκη

Μια σύγχρονη, εξαιρετικά επιμελημένη μετάφραση της Ηθικής του Σπινόζα είναι προσφορά στην ελληνική γλώσσα, η οποία αξίζει να πανηγυριστεί – αν σκεφτεί κάποιος μάλιστα ότι η προηγούμενη αξιοπρεπής μετάφραση που διαθέταμε είναι του 1913 (από τον Ν. Κουντουριώτη, στην καθαρεύουσα, που επανακυκλοφορεί προσφάτως από τις εκδόσεις Δωδώνη). Οχι μόνον επειδή πρόκειται για ένα από τα κορυφαία έργα της παγκόσμιας φιλοσοφικής γραμματείας, αλλά κι επειδή παραμένει ένα έργο αναπάντεχα ζωντανό, πεδίο διασταύρωσης και δοκιμασίας πολλών ερμηνευτικών εγχειρημάτων στα οποία διακυβεύονται κρίσιμοι προσανατολισμοί του παρόντος. Το πρόβλημα μιας οριστικής απόδοσης της ορολογίας του Σπινόζα απέχει πολύ από να έχει επιλυθεί, δεδομένου ότι και η στοιχειωδέστερη μετάφραση τέτοιων έργων είναι ήδη ερμηνεία. Η συμβολή των συντελεστών αυτού του τόμου, προσεκτική και θεωρητικά έντιμη, εδραιώνει ασφαλώς ένα νέο κεκτημένο επί του οποίου μπορεί να συνεχιστεί παραγωγικά η συζήτηση.

Η γλώσσα της φιλοσοφίας του 17ου αιώνα είναι ακόμη η γλώσσα της Σχολαστικής, επιτεινόμενη εν μέρει από τις αδράνειες της λόγιας λατινικής. Κάτω από τη φαινομενική ορολογική συνέχεια όμως εισβάλλουν δύο τουλάχιστον εκρηκτικά νέα στοιχεία: η καινοφανής θεμελίωση του αυτοστοχαζόμενου υποκειμένου από τον Ντεκάρτ (το cogito) και η προβληματική των αναπτυσσόμενων φυσικομαθηματικών επιστημών. Το στοίχημα των μεγάλων φιλοσοφικών συστημάτων της εποχής είναι το πώς θα δεξιωθούν τούτα τα νέα δεδομένα και πώς θα συγκροτήσουν μια ολοκληρωμένη κοσμοαντίληψη συμβατή με την ιστορική εμπειρία της αναδυόμενης αστικής κοινωνίας που συνιστά ένα εντελώς διαφορετικό σύμπαν από την κοινωνία του Μεσαίωνα. Οι φιλοσοφίες του Χομπς, του Ντεκάρτ, του Σπινόζα και του Λάιμπνιτζ αντιπροσωπεύουν τις πιο ολοκληρωμένες αναμετρήσεις με αυτά τα καινούρια καθήκοντα και θέτουν τους νέους όρους με τους οποίους θα διεξαχθούν προσεχώς οι φιλοσοφικές αναμετρήσεις. Και κοινό υπόβαθρο στην κοσμοεικόνα όλων είναι, όπως αναδρομικά εμφανίζεται, η νέα φυσική που σχηματίζεται παράλληλα μαζί τους.

Δεν θα ήταν λάθος να πει κάποιος ότι τα μεγάλα, ορθολογικά λεγόμενα, συστήματα του 17ου αιώνα είναι ισάριθμες ερμηνείες του νέου μηχανιστικού κοσμοειδώλου, όπως αποκρυσταλλώθηκε τελικά στη νευτώνεια φυσική. Τα λέμε «ορθολογικά» επειδή βασίζονται σε μια υπεραισιόδοξη εκτίμηση των δυνατοτήτων του ανθρώπινου Λόγου, που εγγυάται (παρά τον σαρδόνιο μορφασμό του Πασκάλ) ότι η απόλυτη γνώση είναι εφικτή. Ποιος όμως την εγγυάται; Θα πρέπει να είναι ο ίδιος εκείνος που εντέλλεται το νέο φυσικοεπιστημονικό εγχείρημα του ανθρώπου να εξουσιάσει ολοκληρωτικά τη φύση, μία αρχή εκτός και υπεράνω της φύσης, που δεν είναι άλλη από τον παλαιό Θεό της Σχολαστικής. Αυτό είναι και το όριο της ανταρσίας του Ντεκάρτ και της νέας επιστήμης: κάτω από τις ριζικές ανατροπές που εισάγουν αναδύεται η χαλύβδινη πρόθεση να αναθεμελιώσουν την κλονισμένη μεταφυσική σε νέες βάσεις, να παράσχουν νέα ερείσματα στη χριστιανική ευσέβεια, να κάνουν τη μελέτη της φύσης νέα πηγή δόξας του Θεού ο οποίος τη δημιούργησε, του οποίου τη δημιουργική σκέψη εξιχνιάζουν μέσα στους ίδιους τους μαθηματικούς νόμους της φύσης.

Αν αυτή ήταν η ιδεολογία της νέας επιστήμης και του ορθολογισμού του 17ου αιώνα, εκφρασμένη καθαρότερα στον Καρτέσιο, μένει να αναμετρήσουμε την απόκλιση του Σπινόζα, που ήταν ο στοχαστής ο οποίος τη θρυμμάτισε εν τη γενέσει της (πράγμα που δεν του συγχώρησαν ποτέ οι νέες εξουσίες). Με μία και μοναδική κίνηση ο Σπινόζα καταφάσκει και αίρει το απόλυτο πρωτείο του Λόγου, προσυπογράφει μέχρι κεραίας τις αξιώσεις του ορθολογισμού και ανατρέπει τις μεταφυσικές του προκείμενες. Πώς; Διατηρώντας μεν την αισιόδοξη βλέψη του Λόγου στην απόλυτη γνώση, αλλά διαβάζοντας αυτόν τον Λόγο ως εμμενή έκφραση της ίδιας τής φύσης, διά του οποίου κατά κάποιον τρόπο εκείνη γνωρίζει τον εαυτό της. Κάθε δυϊσμός αίρεται, και μαζί του η αυταπάτη ενός Θεού-δημιουργού. Δημιουργική δύναμη και δημιουργημένος κόσμος, Natura naturans και Natura naturata, είναι οι δύο στιγμές της αυτής, εμμενούς και μονοκατευθυνσιακής εκδίπλωσης του κόσμου σύμφωνα με κάθετες και οριζόντιες γραμμές αιτιότητας, όπου μία μοναδική και αυταίτια υπόσταση (causa sui) εκπλέκεται σε άπειρες δευτερεύουσες ουσίες ή διαστάσεις (κατηγορήματα) και άπειρες πεπερασμένες οντότητες (τρόπους) εντός κάθε κατηγορήματος. Δικαιολογημένα οι θεολόγοι τρόμαξαν: σε αυτή την ελάχιστα μηχανική κατά βάθος αντίληψη του κόσμου είδαν τη νεκρανάσταση παλαιών, απειλητικών για τη σύμβασή τους φαντασμάτων – του νεοπλατωνικού μονισμού και του καβαλιστικού πανθεϊσμού, του Αβικένα και του Αβερρόη, του αλύγιστου μάρτυρα Τζορντάνο Μπρούνο…

Ενα από τα μεγαλύτερα αινίγματα της Ηθικής είναι η μορφή της. Η αυστηρή γεωμετρική άρθρωση μιας διδασκαλίας η οποία δεν εκχωρεί την έσχατη γνωστική δικαιοδοσία στα μαθηματικά, και η τιτλοδοσία «Ηθική» σ’ ένα έργο που πλήττει ανεπανόρθωτα την αξίωση οιασδήποτε αυτόνομης ηθικής και του θεμελιωτικού της αξιώματος, της λεγόμενης «ελεύθερης βούλησης», γεννά επιτακτικά ερωτήματα που δεν έχουν πάψει να προβληματίζουν τους σχολιαστές. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, το πρακτικό περιεχόμενο αυτού του μεγάλου έργου (πέρα δηλαδή από το γνωσιολογικό/οντολογικό, που είναι εμφανώς το πρώτιστο ενδιαφέρον του) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο ως «ηθολογία» παρά ως ηθική με τη συμβατική έννοια του όρου. Η ιδιοφυής συμβολή του σε αυτό το πεδίο είναι ό,τι θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε «ιατρικοποίηση» των ηθικών αξιολογήσεων: καλό είναι ό,τι μου κάνει καλό, με τον τρόπο που χρησιμοποιούμε την έκφραση στην περίπτωση των βοτάνων. Και αυτό το μου κάνει καλό (δηλαδή, «αυξάνει τη δύναμή μου», όπως χαρακτηριστικά λέει ο Σπινόζα) επεκτείνεται σε όλο των πεδίο των σχέσεων και των συναντήσεων, με πρόσωπα, πράγματα ή ιδέες… Δικαιολογημένα αυτή η σύλληψη ενθουσίασε τον Νίτσε, στην οποία είδε την τελεσίδικη απόρριψη κάθε μονοθεϊστικής κατασκευής της ηθικότητας (που είναι απλή εσωτερίκευση του νόμου, ετερονομία…). Μια τέτοια αναθεμελίωση του ηθικοπρακτικού οδηγεί αβίαστα σε μία συγκεκριμένη πολιτική θέση, που είναι η ριζική αυτοδιεύθυνση της πολιτικής κοινότητας (άλλωστε ο Σπινόζα την έχει αναπτύξει πιο απερίφραστα στα πολιτικά του γραπτά, ιδίως στην πρώτη, αμετάφραστη στα ελληνικά, Θεολογικοπολιτική πραγματεία). Υπό αυτή την οπτική μπορούμε να τον διαβάσουμε ως, ταυτόχρονα, αντι-Καρτέσιο στο οντολογικό πεδίο και αντι-Χομπς στο πολιτικό πεδίο (πρόγονο των ρουσοϊκών αμεσοδημοκρατικών ενδιαφερόντων).

Κάποιοι είδαν στην υιοθέτηση μιας σχεδόν κωδικοποιητικής μαθηματικής γλώσσας τη συνέπεια μιας έλλειψης πραγματικής μητρικής γλώσσας στον Σπινόζα. Στην οικογένειά του μιλούσε τα πορτογαλικά της καταγωγής τους, στον κοινωνικό του περίγυρο, τα ολλανδικά, στη Συναγωγή μελετούσε τα εβραϊκά και η ακαδημαϊκή επαφή του με τη σύγχρονη επιστήμη ήταν προπαντός στα λατινικά… Η υπόθεση είναι εύλογη, δεν πρέπει όμως να μας διαφύγουν οι ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις της γλωσσικής του εξορίας. Ο Σπινόζα έζησε τη ζωή του σαν πολλαπλά αποσυνάγωγος: καμία κοινότητα δεν ήθελε να αποδεχθεί αυτή τη βαθιά απελευθερωτική σκέψη, κανείς δεν του έτεινε την προστασία του, και με πλήρη επίγνωση της απόκλισής του ο ίδιος κινήθηκε πάντα με συνετή μυστικότητα. Μήπως αυτή η μυστικότητα είναι και το έσχατο κλειδί της ερμητικής μαθηματικής διατύπωσης της διδασκαλίας του;

Εν πάση περιπτώσει, η ελληνική μετάφραση που έχουμε στα χέρια μας συμβάλλει στη λύση πολλών ορολογικών προβλημάτων, ενώ γεννά μία γόνιμη συζήτηση πάνω σε άλλα. Οι όροι affectio και affectus, για να πάρω ένα παράδειγμα, που έχουν επί πολύ απασχολήσει τους μεταφραστές, εδώ αποδίδονται ως «επηρεασμός» και «συναισθηματική επήρεια». Το «επηρεασμός» είναι μια πολύ ικανοποιητική λύση (σαφώς επιτυχέστερη από τα δοκιμασμένα «διάθεση», «πάθηση», κ.ο.κ.), ενώ το «συναισθηματική επήρεια» ικανοποιεί λιγότερο, κυρίως λόγω της περιφραστικότητάς του. Θα μπορούσε κάποιος να συζητήσει και την απόδοση του conatus ως «προσπάθεια», διότι στα ελληνικά ο όρος δηλώνει κάτι πολύ πιο σχεδιασμένο και νοηματικά μεσολαβημένο απ’ ό,τι υπονοεί αυτή η θεμελιώδης έννοια του Σπινόζα (που αντιπροσωπεύει ό,τι περιφραστικά θα λέγαμε «ορμή αυτοκατάφασης», συναιρώντας μέσα της την cupiditas και τον appetitus). Η Β. Γρηγοροπούλου πάντως συζητάει πολλές από αυτές τις επιλογές στην εκτενή Εισαγωγή της και -καθόλου αμελητέο- διασταυρώνει, όπου αυτό αποδεικνύεται διαφωτιστικό, κάποιες διατυπώσεις της Ηθικής με παράλληλες πραγματεύσεις αντλημένες από τις Επιστολές του Σπινόζα.

[Ελευθεροτυπία]