Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα ― από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα, εκδόσεις Το Ροδακιό

Από τον ατμό στον ορίζοντα

Σώμα, μνήμη και ο μέλλοντας της αφήγησης στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα του Αντώνη Νικολή

Εισαγωγή: Μνήμη, αφήγηση και επιστροφή

Το πλοίο ρίχνει άγκυρα την ώρα που ξημερώνει και ο Μιχάλης, ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια απουσίας, κοιτάζει από το κατάστρωμα το νησί της εφηβείας του. Οι γραμμές του τοπίου διαφεύγουν, η πόλη μοιάζει περισσότερο χτισμένη, οι πλαγιές του Δίκαιου περισσότερο μαντεύονται παρά φαίνονται, ενώ λίγα σταθερά σημεία, οι επάλξεις του κάστρου των Ιπποτών, ο βραχίονας του παλιού λιμανιού, επιμένουν ως βεβαιότητες ενός τόπου που έχει μετακινηθεί μέσα στον χρόνο. Στην πρώτη αυτή εικόνα υπάρχει ήδη, σε μικρογραφία, ολόκληρη η νουβέλα. Ο άνθρωπος που επιστρέφει θα αναζητήσει έναν τόπο και έναν εαυτό που διατηρούνται μέσα του με την ίδια αβέβαιη καθαρότητα, και η χαρακτηριστική διατύπωση «περισσότερο τις μάντευα παρά τις έβλεπα» υπερβαίνει γρήγορα την περιγραφή μιας πρωινής άφιξης για να προαναγγείλει μια αφήγηση όπου η όραση συναντά διαρκώς τη μαντεψιά, το πραγματικό ίχνος τη μνημονική ανασύνθεση, το γεγονός την εικόνα που εξακολουθεί, δεκαετίες αργότερα, να γεννά.

Η επίσημη αιτία του ταξιδιού διαθέτει όλη την πεζότητα της ώριμης ζωής. Ένα οικόπεδο εξ αδιαιρέτου, μια συμβολαιογραφική πράξη, η επικείμενη πώληση, τα χρήματα που αναλογούν στον Μιχάλη. Ο άνδρας που επιστρέφει πλησιάζει τα πενήντα, έχει οικογένεια, εργασία, δύο γιους, εξοχικό, ταξίδια, μια ζωή που έχει αποκτήσει τη δική της γεωγραφία και τη δική της τάξη. Κάτω από αυτή την τακτοποιημένη βιογραφία κινείται ωστόσο μια άλλη ανάγκη, για την οποία ο ίδιος αρχικά μιλά με υπεκφυγές, καθώς θέλει να «ξεμπλέξει κάτι ξεφτίδια από μνήμες» της εφηβείας του. Η λέξη είναι ακριβής. Η μνήμη εμφανίζεται σαν ύφασμα φθαρμένο, με χαμένη την αρχική συνοχή του και με αρκετά ακόμη νήματα για να οδηγήσουν εκείνον που τα αγγίζει προς την παλιά ύφανση.

Η πρώτη κίνηση προς εκείνη την ηλικία έχει άλλωστε αρχίσει πριν από το ταξίδι. Ο δεύτερος γιος του, ο Ιορδάνης, έχει κλείσει τα δεκαοχτώ και η εφηβεία των παιδιών έχει γεμίσει το σπίτι με ιδρώτα, αθλητικά παπούτσια, πεταμένα ρούχα, με εκείνη την υπερβολή νεανικής ενέργειας που ο αφηγητής αποκαλεί με χαρακτηριστικό αυτοσαρκασμό «άτσαλα περιχυμένη τεστοστερόνη». Ο ώριμος άνδρας ξαναβρίσκει τη δική του εφηβεία μέσα από την υλική παρουσία της εφηβείας των γιων του. Πριν αποκτήσει μορφή σκέψης, η μνήμη επιστρέφει ως οσμή.

Το ίδιο συμβαίνει μόλις ο Μιχάλης φτάσει στο ξενοδοχείο. Τα κυπαρισσόμηλα και οι πευκοβελόνες, νοτισμένα από την υγρασία της νύχτας, μπαίνουν στα ρουθούνια και τον ακολουθούν ως το δωμάτιο. Ένας γνώριμος βηματισμός θα επαναφέρει αργότερα τον Τάσο, η αφή μιας σκονισμένης σόλας, ο μεταλλικός κρότος ενός τσίγκινου κανατιού, η μυρωδιά και η υγρασία του χαμάμ θα ανοίξουν διαδοχικά διόδους προς τον παλιό χρόνο. Οι αισθήσεις λειτουργούν ως πραγματικές χρονικές πύλες του έργου. Εκεί όπου μια συμβατικότερη αφήγηση θα χρειαζόταν μια ημερομηνία ή μια ρητή δήλωση αναδρομής, στον Νικολή αρκεί μια μυρωδιά, μια υφή, ένας ήχος, μια ανεπαίσθητη μεταβολή της αναπνοής. Το σώμα θυμάται πριν ακόμη ο νους οργανώσει αυτό που θυμάται.

Αυτή η σωματική λειτουργία της μνήμης συνδέεται οργανικά με την αφηγηματική θέση του Μιχάλη, ο οποίος είναι συγχρόνως ο άνδρας που αφηγείται και ο έφηβος που έζησε όσα αφηγείται. Ανάμεσα στους δύο μεσολαβούν τρεις δεκαετίες, μια ολόκληρη ενήλικη ζωή και μια παράδοξη αντιστροφή γνώσης. Ο σημερινός Μιχάλης καταλαβαίνει περισσότερα από τον δεκαεπτάχρονο και θυμάται λιγότερα. Διαθέτει τη γλώσσα που τότε του έλειπε και έχει χάσει την ακρίβεια της άμεσης εμπειρίας. Η διπλή αυτή θέση χαρίζει στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση το ιδιαίτερο βάθος της, αφού το εφηβικό βλέμμα και η ώριμη ερμηνεία του συνυπάρχουν μέσα στην ίδια φωνή. Ο αφηγητής διορθώνει τον εαυτό του, προσθέτει επιφυλάξεις, αναγνωρίζει εκ των υστέρων νοήματα που ο έφηβος μονάχα διαισθανόταν, έτσι ώστε η αφήγηση να μοιάζει συχνά να σκέφτεται την ίδια στιγμή που ξετυλίγεται.

Η ιδιοτυπία αυτή γίνεται σχεδόν αυτοσχολιασμός όταν ο Μιχάλης φτάνει στα Σάββατα του χαμάμ. Διστάζει ως προς τον ακριβή αριθμό τους και επιλέγει τελικά μια σαφή εκδοχή, έχοντας ήδη εξηγήσει στον αναγνώστη ότι προσδίδει στην παλιά εμπειρία την ακρίβεια πρόσφατου συμβάντος, ενώ λίγο αργότερα ομολογεί πως οι εικόνες επιστρέφουν ανάκατες, μισές, αποσπασματικές, πως το «υφάδι μπλέκει» και πως η διαδοχή χρειάζεται σύνθεση. Η μνήμη προσφέρει τις ύλες και η αφήγηση αναλαμβάνει την τάξη τους. Η αβεβαιότητα μετατρέπεται έτσι σε συστατικό της αφηγηματικής αλήθειας, καθώς ο Μιχάλης εκθέτει τα όρια της πρόσβασής του στο παρελθόν και οικοδομεί τη φωνή του επάνω στην επίγνωση αυτών ακριβώς των ορίων.

Γι’ αυτό οι μικρολεπτομέρειες αποκτούν τόσο μεγάλη δύναμη. Η μνήμη χάνει τη σειρά και φυλάσσει μια οσμή, ξεθωριάζει ένα πρόσωπο και κρατά ένα σημάδι στο δέρμα, αφήνει μια συνομιλία να διαλυθεί και σώζει τον ήχο των ξύλινων τσόκαρων. Η αλήθεια της βρίσκεται στην εντυπωσιακή αντοχή ορισμένων ιχνών, και ο αφηγηματικός χρόνος ακολουθεί την ίδια αρχή, αφού τρεις δεκαετίες μπορούν να χωρέσουν σε μερικές παραγράφους ενώ ένα απόγευμα της τρίτης Λυκείου απλώνεται σε σελίδες ολόκληρες. Η βιογραφία μετρά χρόνια, η μνήμη πυκνότητες, και εκεί όπου η εμπειρία υπήρξε πυκνή η αφήγηση επιβραδύνει, επιστρέφει στις λεπτομέρειες, κυκλώνει μια χειρονομία και επιτρέπει σε ένα χαμένο σώμα να ξαναποκτήσει όγκο.

Το νησί ως παλίμψηστο, το χαμάμ ως αρχείο

Ανάλογη είναι και η λειτουργία του χώρου. Το νησί παρουσιάζεται ως πραγματική τοπογραφία και συγχρόνως ως παλίμψηστο ιστορικών χρόνων. Το κάστρο των Ιπποτών, η αρχαία αγορά, το τζαμί, τα κατάλοιπα του ρωμαϊκού υδραγωγείου, τα καινούργια σπίτια στα παλιά περβόλια, οι αλλοτινές εξοχές που έγιναν περίχωρα, όλα συνυπάρχουν μέσα στην ίδια διαδρομή. Μια αλάνα έχει γίνει αρχαιολογικός χώρος, ένα χωράφι οικόπεδο, ένας παιδικός δρόμος μέρος μιας πόλης περισσότερο χτισμένης, και η τοπογραφία του νησιού αρχίζει να λειτουργεί όπως ακριβώς η μνήμη του αφηγητή, με κάθε σημερινή επιφάνεια να φέρει κάτω της μια προηγούμενη χρήση και κάθε σώμα της μέσης ηλικίας να διατηρεί το ίχνος εκείνου που κάποτε υπήρξε.

Η συνάντηση του Μιχάλη με τον Τάσο και τον Γιώργο αποκτά γι’ αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο αφηγητής παρατηρεί τα σημερινά τους σώματα σχεδόν αρχειακά, αντιπαραβάλλοντας μαλλιά, βάρος, ρυτίδες, στάσεις και βηματισμούς με τα εφηβικά «σουλούπια» που διατηρεί μέσα του. Η λιτή διαπίστωση «ότι γεράσαμε, γεράσαμε» απομακρύνει κάθε μελοδραματική ευκολία και αφήνει καθαρό το ουσιώδες, πως ο χρόνος έχει γίνει σώμα. Η πρώτη νύξη στο χαμάμ αποκαλύπτει συγχρόνως ότι οι τρεις φίλοι πλησιάζουν τη μνήμη τους με τον ίδιο περίπου τρόπο που είχαν πλησιάσει κάποτε τον χώρο, με περιέργεια, συστολή και αμήχανη αναδίπλωση, και η παλιά κοινή εμπειρία αναδύεται μέσα από τις ώριμες υπεκφυγές τους σαν κάτι που εξακολουθεί να τους συνδέει ακριβώς επειδή έμεινε επί δεκαετίες άλεκτο.

Πριν από αυτή τη συνάντηση, το ίδιο το σώμα του Μιχάλη τον έχει ήδη οδηγήσει προς τα περβόλια. Τα πόδια επιταχύνουν ή επιβραδύνουν από μόνα τους, οι παλμοί αυξάνονται, η αναπνοή χρειάζεται συνειδητή ρύθμιση, σαν η φυσιολογία να γνωρίζει τον προορισμό πριν τον αποδεχθεί η σκέψη. Και όταν ο Μιχάλης φτάνει μπροστά στην παλιά αυλόπορτα, αντικρίζει σχεδόν την υλική μορφή της ίδιας του της μνήμης. Τα κτίσματα έχουν καταρρεύσει, οι σοβάδες έχουν πέσει, πόρτες και παράθυρα έχουν χαθεί, φυτά έχουν ριζώσει στους αρμούς, οι τρούλοι του χαμάμ κρύβονται πίσω από χόρτα, κάπαρες και αγριοσυκιές, ενώ μέσα σε αυτή τη γενική φθορά αντιστέκονται ο φοίνικας και κυρίως το αρσενικό κυπαρίσσι δίπλα στην είσοδο του λουτρού, ο παλιός «γιγαντόσωμος φρουρός της γύμνιας» των παιδιών. Μαζί με το δέντρο επιστρέφει η φωνή του Δανιήλ και η πρόβλεψη ότι, όταν όλοι θα έχουν φύγει, ο κυπάρισσος «θα ζγει και θα βασιλεύγει». Το δέντρο μετρά τη διαφορά ανάμεσα στον ανθρώπινο χρόνο και στον χρόνο του τόπου, επιμένοντας εκεί όπου άνθρωποι, χρήσεις και κτίσματα έχουν υποχωρήσει.

Μπροστά στα ερείπια οι εικόνες αρχίζουν να επιστρέφουν «σαν κομμάτια από σκισμένες καρτ ποστάλ», μια μισή κουβέντα, δόντια και χείλη χωρίς ολόκληρο πρόσωπο, τρίχες στην κορφή μιας μύτης, ηλικιωμένα δάχτυλα, μια τριχωτή πλάτη, ο Δανιήλ με τα βαριά ξύλινα τσόκαρα, η Μαριγώ που σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό της, ώσπου όλα διαλύονται «σαν οι ατμοί από το λουτρό». Εδώ βρίσκεται μία από τις ωραιότερες μορφολογικές συλλήψεις της νουβέλας. Το χαμάμ αποτελεί συγχρόνως αντικείμενο της μνήμης και εικόνα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η μνήμη. Ο ατμός κάνει τα σώματα παρόντα και τα περιγράμματά τους αβέβαια, επιτρέπει την εγγύτητα και θολώνει την όραση, όπως ακριβώς η εφηβεία επιστρέφει στον Μιχάλη, ζωντανή ως αίσθηση και ελλειπτική ως παράσταση.

Ο εφιάλτης που ακολουθεί μεταφέρει αυτή την αστάθεια στο ίδιο το σώμα. Ο Μιχάλης σκύβει πάνω από το πηγάδι του Δανιήλ, τα παπούτσια του πέφτουν ματωμένα μέσα στο σκοτάδι και, όταν στρέφεται προς τον εαυτό του, το κεφάλι του βρίσκεται κάθε φορά πάνω σε διαφορετικό σώμα. Η φοβική αυτή διάλυση θα βρει αργότερα το αντίστροφό της στο πρωινό μετά τη μεγάλη νύχτα, όταν ο έφηβος αισθανθεί το σώμα του σαν να το είχαν λύσει μάστορες και τεχνίτες και να το είχαν συναρμολογήσει εκ νέου. Ανάμεσα στις δύο εικόνες εκτείνεται η μετάβαση από την αβεβαιότητα προς μια νέα κατοίκηση του σώματος.

Όταν τελικά ο Μιχάλης περνά την αυλόπορτα, η περιήγησή του στα ερείπια μοιάζει με ανασκαφή. Αγγίζει παλιά αντικείμενα, ανεβαίνει σε ετοιμόρροπες σκάλες, πιάνει ένα ξεχασμένο αντρικό παπούτσι, αισθάνεται τη σκόνη στην παλάμη του, ακούει ένα τσίγκινο κανάτι να χτυπά στον ξερό κορμό της μουριάς. Ένα ημερολόγιο έχει μείνει στον τοίχο σταματημένο στις 19 Αυγούστου 1981. Το σπίτι έχει μετατραπεί σε αρχείο χωρίς ταξινόμηση, όπου τα πράγματα επιβιώνουν αποκομμένα από τις ζωές και τις χρήσεις που κάποτε τα ένωναν. Κάπως έτσι υπάρχει και το παρελθόν μέσα στον αφηγητή, ως σύνολο υπολειμμάτων που περιμένουν μια νέα σύνδεση, μόνο που εδώ ο ανασκαφέας αποτελεί συγχρόνως τμήμα του ευρήματος.

Και από όλα τα κτίσματα το χαμάμ έχει κρατήσει καλύτερα. Η λεπτομέρεια μοιάζει σχεδόν να σχολιάζει τη λειτουργία της ίδιας της μνήμης, αφού ο χώρος της εντονότερης εμπειρίας αποδεικνύεται και ο πιο ανθεκτικός στη φθορά. Ο Μιχάλης μπαίνει «με λυμένα τα γόνατα», αναγνωρίζει το ταμείο, τα ερμάρια, τις βρύσες, τις αίθουσες, τις αναφωτίδες, το κουρασάνι, αναπνέει τη σκόνη και τον υγρό αέρα, ώσπου «όλα επέστρεφαν ολοζώντανα», μαζί με τη θέρμη και την υγρή λάμψη της σάρκας. Το ερείπιο ξαναγίνεται σώμα.

Η μύηση και η μορφή του Δανιήλ

Από εδώ αρχίζει η άλλη μεγάλη κίνηση της νουβέλας, η επιστροφή στη μύηση. Οι τρεις έφηβοι είχαν πρωτοπλησιάσει το χαμάμ μέσα σε μια ατμόσφαιρα φημών, περιέργειας και φόβου. Ο χώρος ανήκε σε μια ασαφή ζώνη της μικρής κοινωνίας, γνώριμη και συγχρόνως περιβεβλημένη από ψιθύρους. Τα αγόρια ήξεραν αρκετά ώστε να προσδοκούν και ελάχιστα ώστε να γνωρίζουν τι ακριβώς προσδοκούσαν. Η μύηση έχει αρχίσει ήδη με την είσοδό τους, με τη γύμνια, τα ξύλινα τσόκαρα, τα σώματα γύρω τους, την αλλαγή της θερμοκρασίας και της ακοής. Σε κάθε επόμενη επίσκεψη ο βηματισμός γίνεται βεβαιότερος και τα τσόκαρα ακούγονται δυνατότερα. Το σώμα μαθαίνει τον χώρο και ο χώρος εγγράφεται στο σώμα.

Στο κέντρο του βρίσκεται ο Δανιήλ, μια μορφή που συγκροτείται κυρίως από μικρές, επίμονες λεπτομέρειες, ψηλόλιγνος, σκούρος, αυστηρός, «παλαιός άνθρωπος στις χειρονομίες και στην έκφραση», με καθαρά ρούχα, λιγοστές κουβέντες, τον ιδιαίτερο ρυθμό της ντοπιολαλιάς, τον σουγιά που λειαίνει ένα ξυλαράκι για να το κάνει οδοντογλυφίδα. Η δύναμη της παρουσίας του προέρχεται ακριβώς από αυτή την υλικότητα. Ο αφηγητής τού προσδίδει σταδιακά μυητικό κύρος, κρατώντας διαρκώς μέσα στην εικόνα το ανθρώπινο σώμα που το φέρει.

Το ίδιο αμφίσημη είναι και η θέση του στην κοινότητα. Ο Δανιήλ συνομιλεί με ιερείς και επαγγελματίες, κυκλοφορεί μέσα στον κοινωνικό ιστό, ενώ γύρω από το όνομά του σχηματίζεται μια περιοχή επιφυλάξεων, μισόλογων και κρυμμένων μορφασμών. Ο ώριμος Μιχάλης διαβάζει εκ των υστέρων σε αυτή την ατμόσφαιρα ένα κράμα σεβασμού και δέους. Ο Δανιήλ βρίσκεται μέσα στην κοινότητα και συγχρόνως λίγο έξω από τους ευκολότερους κανόνες της, ακριβώς στη θέση από όπου μπορεί να γίνει φορέας μιας διαφορετικής γνώσης του σώματος και της επιθυμίας.

Η γνώση αυτή συμπυκνώνεται στη φράση που θα ακολουθεί τον Μιχάλη σε ολόκληρη τη ζωή του. «Αυτός που δεν έχει το θάρρος των αισθημάτων του μένει σακάτης. Να το καταλάβεις μια μέρα αυτό», του λέει ο Δανιήλ, και ο ώριμος αφηγητής εξακολουθεί να σκύβει το κεφάλι όταν θυμάται τα λόγια του, ομολογώντας πως η πλήρης σημασία αυτού του «θάρρους των αισθημάτων» μένει ακόμη ανοιχτή γι’ αυτόν. Η φράση αποκτά τη δύναμη μιας αδρής ηθικής της επιθυμίας, όπου το συναίσθημα ζητά αναγνώριση και η αναγνώριση θάρρος, ενώ η διδασκαλία συνεχίζεται πολύ πέρα από τη στιγμή που εκφωνήθηκε, αφού ο έφηβος την ακούει και ο ώριμος άνδρας εξακολουθεί, τριάντα χρόνια αργότερα, να τη μαθαίνει.

Το «βράδυ των παιδιών» αποκτά κάτω από αυτό το φως μια σημασία πολύ ευρύτερη από μια ιστορία σεξουαλικής αφύπνισης. Η εμπειρία αφορά την επιθυμία και συγχρόνως τη γύμνια, την αμηχανία, τα διαφορετικά σώματα, την ηλικία, την τρυφερότητα, τη φροντίδα, τις ασυμμετρίες ανάμεσα στους μεγαλύτερους και στους νεότερους, το παιχνίδι και τη σιωπή, έτσι ώστε η μύηση να συντελείται μέσα σε ένα πυκνό πλέγμα αισθήσεων και σχέσεων. Ο Δανιήλ αποτελεί την κεντρική μορφή αυτού του κόσμου, με το κύρος του οικοδεσπότη, την ισχύ του μεγαλύτερου, τη γνώση εκείνου που έχει δει περισσότερα σώματα και ακούσει περισσότερες ιστορίες, και συγχρόνως με τη δική του ανθρώπινη συμμετοχή στην επιθυμία που κυκλοφορεί μέσα στον χώρο.

Παράλληλα, τον κρατά ριζωμένο στην καθημερινή ύλη. Η σοφία του μυρίζει σαπούνι, ιδρώτα, καφέ και υγρασία, φορά καθαρό πουκάμισο, σέρνει ξύλινα τσόκαρα, κάθεται κάτω από τη μουριά, θυμώνει, επιθυμεί, παρατηρεί. Το μυητικό και το καθημερινό μένουν αχώριστα, όπως αχώριστα παραμένουν και στην τελετουργικότητα του τελευταίου βραδιού, όπου οι φαλλόσχημοι άρτοι, το ζεστό γάλα, τα πειράγματα και οι γκριμάτσες φέρνουν το αρχαϊκό σύμβολο δίπλα στην παιδικότητα και στο γέλιο. Η αφήγηση επιτρέπει στο υψηλό και στο γελοίο να κατοικούν στην ίδια σκηνή, προστατεύοντας την εμπειρία από τη σοβαροφανή εξιδανίκευση.

Το πρωινό έχει διαφορετικό τόνο. Ο Μιχάλης ξυπνά και αισθάνεται το σώμα του σαν καινούριο, σαν να είχε λυθεί και συναρμολογηθεί ξανά από τεχνίτες, και αυτή είναι ίσως η ουσιαστικότερη στιγμή της μύησης, επειδή το σώμα αποκτά γι’ αυτόν μεγαλύτερη αξία και κύρος. Το σώμα της αμηχανίας, της σύγκρισης, της εφηβικής επίδειξης και της περιέργειας γίνεται σώμα βιωμένο. Αμέσως έπειτα οι φίλοι πλένονται και μιλούν για ασήμαντα πράγματα, σαν η γλώσσα να επιστρέφει στην προστατευτική καθημερινότητά της τη στιγμή που η εμπειρία έχει ήδη ξεπεράσει τις δυνατότητές της.

Αυτή η σιωπή θα τους ακολουθήσει. Τριάντα χρόνια αργότερα, η αμηχανία απέναντι στο χαμάμ, η επιλεκτική λήθη και οι υπεκφυγές αποτελούν την ώριμη μορφή εκείνου του πρωινού, και η παλιά πρόβλεψη του Δανιήλ, «όλα θα τα ξεχάσετε», επαληθεύεται με έναν τρόπο που η ίδια η νουβέλα μετατρέπει σε ειρωνεία της μνήμης. Η σειρά των γεγονότων έχει θολώσει, πολλές εικόνες χάθηκαν, η ενήλικη ζωή σκέπασε τα παλιά συμβάντα, ενώ το σώμα εξακολουθεί να κρατά μια μυρωδιά, ένα σημάδι, μια κρεατοελιά, έναν ήχο. Η λήθη γίνεται έτσι το σκοτεινό περιβάλλον της μνήμης, εκείνο μέσα στο οποίο λίγα ίχνη αποκτούν παράδοξη αντοχή.

Το χαμάμ αποτελεί επομένως κάτι περισσότερο από τόπο ερωτικής μύησης. Είναι η αρχιτεκτονική μορφή αυτής της μνημονικής διαδικασίας, ένας κλειστός χώρος με διαδοχικά δωμάτια, θερμότητα, υγρασία, ατμό, γύμνια, εισόδους και εξόδους, όπου ο έφηβος αφήνει τα ρούχα του, εκτίθεται, βιώνει, πλένεται, ντύνεται και επιστρέφει στην πόλη κουβαλώντας μαζί του εκείνο που φαινομενικά άφησε πίσω. Τριάντα χρόνια αργότερα ο ώριμος Μιχάλης πραγματοποιεί την ίδια διαδρομή αντίστροφα, επιστρέφοντας από την πόλη στον εγκαταλελειμμένο χώρο για να συναντήσει όσα είχαν κάποτε μείνει μέσα στους ατμούς του. Η πρώτη είσοδος οδηγούσε προς την εμπειρία, η δεύτερη προς τη μνήμη της εμπειρίας, και ανάμεσά τους βρίσκεται μια ολόκληρη ζωή.

Από το χαμάμ στη θάλασσα

Ήδη όμως μέσα στην παλιά ζωή του χαμάμ έχει αρχίσει να εμφανίζεται η θάλασσα. Όταν εύχονται στον Δανιήλ να ζήσει αρκετά ώστε να «κάνει άντρες» και τα παιδιά τους, εκείνος προβλέπει πως το χαμάμ θα κρατήσει λίγα ακόμη χρόνια και πως «τα παιδιά σας θα πααίνουνε στις παραλίες, στη θάλασσα». Η παρατήρηση καταγράφει μια πραγματική αλλαγή συνηθειών και συγχρόνως προαναγγέλλει μια βαθύτερη μετατόπιση του βιβλίου, από τον κλειστό χώρο της σωματικής κοινωνικότητας στον ανοιχτό χώρο της ακτής, από την προστατευμένη γύμνια του ατμού στην έκθεση του σώματος στο φως. Ο Δανιήλ έχει ήδη προφέρει τη θάλασσα πριν η αφήγηση τον οδηγήσει εκεί.

Ο θάνατός του, αντίθετα, φτάνει στον Μιχάλη σαν παλιά πληροφορία, σχεδόν σαν κάτι που θα έπρεπε ήδη να γνωρίζει. Η αναζήτηση του τάφου οδηγεί στο οστεοφυλάκιο, όπου τα οστά πολλών ανθρώπων βρίσκονται ανακατεμένα, και ο αφηγητής διατυπώνει με το χαρακτηριστικό μακάβριο χιούμορ του τη σκέψη πως αυτή η στενή ανάμειξη θα μπορούσε να αποτελεί για τον Δανιήλ ένα είδος μεταθανάτιας δικαίωσης, μια οριστική ένταξη στην κοινωνία απαλλαγμένη από τις επιφυλάξεις που συνόδευαν την παρουσία του όσο ζούσε. Η εικόνα λειτουργεί συγχρόνως ως αντίστροφο του χαμάμ. Εκεί κάθε σώμα είχε μοναδικότητα, θερμοκρασία, μυρωδιά, τρίχες, πληγές, σημάδια και βάρος. Στο οστεοφυλάκιο τα σώματα έχουν γίνει κοινή, ανώνυμη ύλη. Η αφήγηση παραλαμβάνει τον Δανιήλ από αυτή την ανωνυμία και του δίνει μια διαφορετική μορφή επιβίωσης.

Όταν οι πρακτικές υποχρεώσεις στο νησί τελειώνουν, ο Μιχάλης αποφασίζει να ταξιδέψει στα Χανιά για να συναντήσει τον Ιορδάνη, και η επιθυμία του είναι η απλούστερη δυνατή, να σφίξει τον γιο του στην αγκαλιά και να του δώσει δυο-τρία φιλιά «στο άσχετο». Η εφηβεία του παιδιού είχε ανοίξει στον πατέρα τον δρόμο προς τη δική του εφηβεία, και η επιστροφή στη μνήμη εκείνου του σώματος γεννά τώρα μια νέα δυνατότητα τρυφερότητας. Η αναδρομή αποκτά έτσι φορά προς το παρόν και προς το μέλλον. Το ταξίδι μέσα στα ερείπια επιστρέφει στον ζωντανό χρόνο. Και ακριβώς τότε ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα.

Η τελευταία σκηνή απομακρύνεται από την πιθανή ανασύσταση ενός πραγματικού γεγονότος και αποκτά την ελευθερία του οράματος. Νέοι με θύρσους, κισσό, κοντάρια και βάγια, άντρες που σηκώνουν το φορείο του Δανιήλ, γυναίκες και γνώριμες μορφές του χαμένου κόσμου σχηματίζουν μια πομπή προς την ακτή, συνδέοντας μέσα στην ίδια εικόνα εορτή, λιτανεία, θρίαμβο και νεκρική εκφορά. Η αμφισημία αποτελεί την ουσία της σκηνής. Ο Δανιήλ μεταφέρεται σαν νεκρός και συγχρόνως βρίσκεται ολοζώντανος, φέρει το κύρος ενός γέροντα που τιμάται και οδηγείται σε μια παραλία όπου λίγο αργότερα όλοι θα τρώνε, θα μιλούν, θα γελούν και θα κάνουν, με την υπέροχα απομυθοποιητική ακρίβεια του αφηγητή, «ό,τι κάνουν δηλαδή οι άνθρωποι στις παραλίες».

Η καθημερινότητα σώζει έτσι την πομπή από τη βαρύτητα της αποθέωσης. Το μυθικό μέγεθος που προσφέρει η μνήμη στον Δανιήλ επιστρέφει στη σάρκα. Η ιδιωτική εμπειρία έχει μετατραπεί σε ανοιχτή εικόνα και η μνήμη, έχοντας αρχίσει από θραύσματα, αναλαμβάνει τώρα πλήρως τη δημιουργική της δύναμη.

Ο μέλλοντας της αφήγησης

Εδώ συναντούμε και την τολμηρότερη χρονική μετατόπιση της νουβέλας. Ο νεκρός Δανιήλ περνά στον μέλλοντα. «Δεν θα τους ακούει», «θα γυρίσει το κεφάλι προς τη δύση», «θα κλείσει τα μάτια», «θα τ’ ανοίξει πάλι». Η γραμματική αντιστρέφει τη φυσική φορά της ανάμνησης και παραχωρεί σε έναν άνθρωπο του παρελθόντος τον χρόνο του «θα». Ο πραγματικός Δανιήλ έχει πεθάνει και το όνομά του υποχωρεί από τη συλλογική μνήμη· μέσα στην αφήγηση όμως αποκτά μέλλον, αφού θα γυρίζει το κεφάλι προς τον ήλιο κάθε φορά που η ανάγνωση θα φτάνει σε εκείνη την τελευταία ακτή. Ο μέλλοντας γίνεται χρόνος λογοτεχνικής επιβίωσης.

Και ύστερα από θύρσους, βάγια, φορεία και τελετουργικές εικόνες, η νουβέλα επιλέγει να κρατήσει τον Δανιήλ μέσα στην πιο μικρή και πιο υλική χειρονομία. Κοιτάζει τον ήλιο που γλιστρά πίσω από το μικρό σύννεφο των υδρατμών και απλώνει με τη γλώσσα «μία λεπτή επάλειψη σάλιου στα στεγνά χείλη του». Στόμα, γλώσσα, σάλιο, ξηρότητα, μια κίνηση σχεδόν αόρατη, και μέσα της ολόκληρη η επιμονή του έργου στο σώμα, σαν η αφήγηση να προφυλάσσει τον άνθρωπο από την αφαίρεση του συμβόλου σώζοντας εκείνο που φαίνεται ασήμαντο.

Το σώμα γίνεται αρχείο χρόνου, ενώ η γλώσσα αναλαμβάνει μια ανάλογη λειτουργία, καθώς η σημερινή, αστική, αυτοσαρκαστική φωνή του Μιχάλη συνυπάρχει με τη λαλιά του Δανιήλ, και το «θα ζγει και θα βασιλεύγει» ή το «θα πααίνουνε στις παραλίες» σώζει μαζί με το νόημα το άκουσμα μιας φωνής και μαζί της έναν κόσμο που έχει πάψει να υπάρχει με την παλιά του μορφή.

Επίλογος: Η δεύτερη μύηση

Υπό αυτό το φως αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και η συγγραφική σημείωση που προηγείται της έκδοσης και δηλώνει πως όλα τα πρόσωπα, μαζί και ο αφηγητής, είναι επινοημένα και συγχρόνως αυτοτελή απέναντι στον δημιουργό τους. Ο Μιχάλης ζητά να αντιμετωπιστεί ως αυτόνομη μυθοπλαστική συνείδηση, με τις δικές της μνήμες, υπεκφυγές, επιθυμίες και ανάγκες ανασύνθεσης, και το βαθύτερο ερώτημα του βιβλίου μετατοπίζεται έτσι από την εξωτερική βεβαιότητα του τι ακριβώς συνέβη προς την πολύ πιο γόνιμη περιοχή όπου ένας άνθρωπος, τρεις δεκαετίες αργότερα, επιχειρεί να δώσει μορφή σε όσα συνέβησαν μέσα του.

Η νουβέλα υπερβαίνει έτσι το γνώριμο σχήμα μιας αφήγησης ενηλικίωσης, αφού η πρώτη ενηλικίωση έχει ήδη συντελεστεί πολύ πριν αρχίσει το ταξίδι του Μιχάλη, και αυτό που διακυβεύεται τώρα είναι μια δεύτερη, αναδρομική μύηση, κατά την οποία ο ώριμος άνθρωπος επιστρέφει στη στιγμή της πρώτης σωματικής του γνώσης και ανακαλύπτει τη θέση που εκείνη εξακολουθεί να κατέχει μέσα στη σημερινή του ταυτότητα.

Εκεί ακριβώς, τη στιγμή που ο Μιχάλης μπορεί πια να εγκαταλείψει το νησί και να στραφεί προς τον γιο του, η αφήγηση οδηγεί τον Δανιήλ στη θάλασσα, από το χαμάμ που κράτησε μέσα στους ατμούς του τη μυστική θερμοκρασία των σωμάτων προς τον ανοιχτό ορίζοντα όπου το φως καταργεί τα τοιχώματα, ώστε η φράση Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα, με τη σχεδόν παιδική καθαρότητα της σύνταξής της, να χωρέσει τελικά ολόκληρη την απόσταση από το σώμα στη μνήμη, από τον ατμό στον ορίζοντα, από τη φθορά στην εικόνα και από το «ήταν» στο «θα είναι». Ο Μιχάλης, έχοντας αρχίσει το ταξίδι του μαντεύοντας περισσότερο παρά βλέποντας το νησί, φτάνει να μαντέψει με την ίδια βαθιά αισθητηριακή ακρίβεια τον νεκρό Δανιήλ και να δείξει πως κάποτε η λογοτεχνία αρχίζει ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία η μνήμη, έχοντας χάσει τη βεβαιότητα του γεγονότος, αποκτά τη λάμψη της μορφής.

*

©Δημήτριος Μποσνάκης

✳︎