Σκηνή τέλους
(Ελληνική επαρχία. Κυριακάτικο τραπέζι, ωραίο ειδυλλιακό τοπίο ελληνικής φύσεως. Με όλη της τη δόξα, με όλη τη μεγαλοπρέπεια του βασιλικού και με πήλινους αγγέλους διάσπαρτους στον εκτενή κήπο. Φανταστείτε το Μυστικό Δείπνο, θυμηθείτε το φόντο πολύ πέρα από τους Απόστολους και τον μάρτυρα Χριστό.
Στο τραπέζι υπάρχουν οι άνδρες , καθισμένοι απέναντι στις κεφαλές. Εκ δεξιών τα τέκνα, πρώτα οι κόρες. Και από την άλλη, εξ αριστερών οι σύζυγοι. Εφόσον ευδοκιμεί γηραιότερη, η μήτηρ αυτή δικαιωματικώς κάθεται πρώτη πλησίον του μονάκριβου της, ευδόκιμου και αυτού, ένεκα της λαμπράς περιουσίας που κληροδοτήθηκε διά φιρμανίου αδιαμφισβήτητου. Τα ονόματά τους δεν έχουν σημασία.)
Πέτρος (αγρότης): (τρώει με ρυθμό, κάθε τόσο ανασηκώνει το πρόσωπό του. Μοιάζει με παράξενο ψάρι, σκίτσο σε θαυμαστή ιστορία. Καλοκαιρινό πουκαμισάκι, ανοιχτό, με ολόχρυσο σταυρό και με δαχτυλίδια.) Πάρτε από τ’αρνάκι, πάρτε! Νικολάκη; Ρε, πού είναι ο Νικολάκης; Βάφεται; (γελάει τρανταχτά δίχως να σταματήσει το φαγητό του)
Κυρία Έρση (σύζυγος Αντώνη και μητέρα του Νικολάκη): Δεν είναι ωραία αυτά τα αστεία Πέτρο. Ή να πω Πετράκη καλύτερα;
(Ο Πέτρος σταματάει, κοιτάζει με ενοχή και θυμό)
Πέτρος: Τι θες να πεις; Ώρα είναι τώρα…
Ιρίνα (επίσημη ερωμένη του Πέτρου): Θέλεις λίγες πατάτες καλέ μου; Είναι νόστιμες και έχουν ψηθεί, τι ωραία! Έτσι τις κάνουμε στο Χάρκοβο!
Κυρία Έρση : (ειρωνικά) Όλα τα ξέρετε εσείς από ‘κει πέρα! Έχετε έρθει για προκοπή!
Ιρίνα: (πίνει λίγο από το κρασί της) Ακριβώς!
Κυρία Έρση: (αλλάζει ύφος) Καλύτερα να λες πως είστε οι πρώτες πουτάνες! Αυτό μάλιστα!
Ιρίνα: Και αυτό δεν είναι κάτι;
Αντώνης: Έρση, μου δίνεις τη σαλάτα; Φώναξε τον Νίκο. Πες του, τρώμε. (συγκρατημένα)
Έρση: (σηκώνεται, πηγαίνει κοντά στην πόρτα) Νίκο, Νίκο! Κρυώνει το φαγητό, είναι εδώ και ο Πέτρος με την Ιρίνα! Είναι ντροπή, Νίκο! (ουρλιάζει βαθμιαία, διαρκώς ουρλιάζει ώσπου η φωνή της σπάει. Οι άλλοι παραμένουν ακίνητοι, ανέκφραστοι)
Ιρίνα: Γιατί δεν του ‘πες πως είναι εδώ η πουτάνα;
Έρση: Αν θέλεις μπορώ να του το πω μόλις έρθει.
(αρχίζουν και τρώνε όλοι μαζί, πιο γρήγορα, αρπάζοντας με τα πιρούνια τους ότι μπορούν)
Αντώνης: Έρση, ας σταματήσει εδώ αυτό το αστείο. Είναι ώρα που έχεις ξεπεράσει τα όρια.
Έρση: Α , ναι! Τα όρια! Πώς το λησμόνησα καλέ μου; Δεν θα το ξανακάνω, αλήθεια στο λέω, δεν θα το ξανακάνω (πλησιάζει τον Αντώνη, με ύφος αισθησιακό, σχεδόν αρπακτικό, αυτή μια καθώς πρέπει κυρία της τάξης που μεσουρανεί) Και αν χρειαστεί, μπορείς να με αναγκάσεις να υποστώ μια δίκαιη τιμωρία, εσύ ξέρεις από αυτά, καλέ μου, εσύ, με τη ζώνη σου όταν ξεπερνώ τα όρια. Μπορείς να με σκοτώσεις, αν το θες. Αρκεί να είναι αυτό που θέλεις, (κάθεται στα πόδια του, η Ιρίνα τραβάει απότομα το χέρι της από το πόδι του Αντώνη. Όλοι ξεχύνονται πάλι στο φαγητό)
Πέτρος: Άλλο μοσχάρι δεν έχει; Γλύκισμα είναι το άτιμο! Άντε αγάπη μου, βάλε μου λίγο μοσχάρι. Μπρος! (χτυπάει την Ιρίνα με τρόπο)
Έρση: Νίκο, Νίκο, Νίκο! (ουρλιάζει πάλι ώσπου να σπάσει η φωνή της, όλοι σταματούν μια στιγμή, έπειτα το έργο ξεκινάει και πάλι)
Πέτρος: Μπράβο κορίτσι μου, μπράβο! Ξέρεις (προς τον Αντώνη) τις μαθαίνουν από μικρές να ‘ναι δούλες. Έπειτα λίγο ο χορός, λίγο τ’άσχημο φέρσιμο, στρώνουν μια ώρα αρχύτερα. Σε πληροφορώ, έπρεπε να πάρεις μια τέτοια. Μόνο το μοσχαράκι είναι καλύτερο! Μόνον αυτό φίλε μου!
(Αγγίζει άγαρμπα την Ιρίνα κάτω από το τραπέζι, η Έρση τους βλέπει, “πουτάνα είσαι!”, λέει και ξαναλέει καθώς σερβίρει τη σάλτσα στα πιάτα τους. Ο Πέτρος ερωτοτροπεί με την Ιρίνα, εκείνη δεν θέλει, τον διώχνει, εκείνος επιμένει, την χτυπά. Πληγωμένη εκείνη στέκει δίπλα του, ζητώντας συγνώμη, συγνώμη, συγνώμη. Ουρλιάζει, ώσπου σπάει η φωνή της και όλοι σταματούν για όσο διαρκεί η κραυγή της. Έπειτα το έργο ξαναρχίζει. Τώρα εντείνεται ο τρόπος που τρώνε.)
Έρση: (σταματά, σαν να άκουσε κάτι) Έρχεται ο Νίκος!
Αντώνης: Επιτέλους!
Έρση: Μην αρχίσεις!
Πέτρος: (προς την Ιρίνα) Άσε με να φάω τώρα! Αρκετά με τις κλάψες! Δεν έγινε δα και τίποτε. Εγώ, εγώ ακόμη σε αγαπώ μα δεν πρέπει να διαφωνείς μαζί μου. Μπορώ να σε τσαλακώσω μα δεν το θέλω. Εγώ σε αγαπάω πολύ (η Ιρίνα τρίβεται στο πλάι του, ευτυχισμένη με ολοφάνερους μώλωπες)
(Τρώνε όλοι ξέφρενα, το σπίτι τραντάζεται, η μουσική με τα λαϊκά δυναμώνει βαθμιαία, επικρατεί μια ταραχή, τα πιάτα πέφτουν χάμω, οι άγγελοι σπάνε, έξω στον κήπο, πανδαιμόνιο. Ο Νίκος κατεβαίνει. Είναι βαμμένος, όπως τα κορίτσια της ηλικίας του και φορά το μπλουτζίν και την φανέλα του. Τώρα όλα τραντάζονται περισσότερο. Ο Αντώνης σηκώνεται από τη θέση του, κάνει να ορμήσει στον νέο, η Έρση πέφτει πάνω του, παλεύουν, ο Πέτρος γελάει καθώς γύρω του όλα γκρεμίζονται. Λέει “ο Νίκος βάφτηκε, ο Νίκος βάφτηκε!” και γελάει. Συνεχίζει να τρώει, η Ιρίνα τρίβεται στο πλάι του. Ο Νίκος σερβίρει στο πιάτο του ένα κομμάτι κρέας. Κοιτάζει γύρω του. Ο πατέρας τιμωρεί την Έρση όπως το’χουν συνήθειο από τότε που ο Αντώνης θεωρήθηκε και με τη βούλα ως ατελούς στυτικής λειτουργίας. Ο Πέτρος τρώει δίχως σταματημό και η Ιρίνα τώρα κάτω από το τραπέζι ουρλιάζει κάτι ακατανόητο.)
Έρση: Πουτάνες είστε!
Αντώνης: (προς την Έρση) Όλα αυτά τα αξίζεις! Τα κέρδισες! (την χτυπά, στο πρόσωπό του φαίνεται πως το απολαμβάνει.)
Πέτρος: (ανασηκώνεται, κοιτάζει την Έρση κάτω στο πάτωμα που την τιμωρεί ο Αντώνης).Αν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου θα ‘παιρνα όλο το μοσχάρι. Είναι γλύκισμα Έρση μου! Πώς το λένε; Ραγού; Καλά το λέω; Θα ρωτήσω τον Νίκο που ξέρει από αυτά. Γυναίκα είναι! (γελάει και τρώει ακατάπαυστα, κάθε τόσο κλοτσάει την Ιρίνα που ‘χει μαζευτεί στα πόδια του. Φοβάται, σαν παιδί.)
Έρση: Ήρθατε εδώ για να μας κλέψετε τους άνδρες! Ξετσίπωτες, αυτό είστε! Δεν σας δικαιώνει τίποτε!
Ιρίνα: “παραμείνετε στα καταφύγια, προφυλαχτείτε, πυραυλική επίθεση, επαναλαμβάνω πυραυλική επίθεση σε εξέλιξη, μείνετε στα καταφύγια, προφυλάξτε την ανθρώπινη ζωή. Το Έθνος βάλλεται, καταφύγια, επίθεση, επίθεση, η ανθρώπινη ζωή (ξεσπά σε γέλια, όλο και πιο δυνατά, ώσπου όλοι σταματούν και έπειτα ξανά δίνονται στις ζωές τους. Ο Νίκος κοιτάζει έξω από το παράθυρο, μιλάει στην Έρση.)
Νίκος: Μητέρα, φεύγω!
Έρση : (προσπαθεί να φτιάξει τα ρούχα της, ο πατέρας την μαστιγώνει, πέφτουν τραγούδια του ´60) Να μην αργήσεις, ναι; Σε φιλώ γλυκέ μου. (πέφτει στα τέσσερα και συνεχίζει ο πατέρας. Ουρλιάζει.) Νίκο, Νίκο, Νίκο!
(Οι άλλοι σταματούν για όσο κρατάει το ουρλιαχτό.
Και έπειτα η ζωή δεν ξαναρχίζει.)
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.