Από τις εκδόσεις Σμίλη

Παρουσίαση
Σ’ ένα χωριό λογοτεχνών και ανθρώπων της Τέχνης (εν μέσω της πανδημίας του Covid-19 και στο υπνωτιστικό περιβάλλον της λουσιφερίνης) θα συγκρουστούν δύο ομάδες: οι ντόπιοι θαμώνες στο Καφενείο του χωριού και οι ξένοι εισβολείς, που καταφθάνουν με άμαξες και δυναμίτες για να εκπολιτίσουν τους χωριάτες. Το διακύβευμα είναι το τρένο που επιτέλους πρέπει να περάσει από αυτά τα άγονα και εγκαταλειμμένα μέρη. Είναι μεσάνυχτα και πρέπει οπωσδήποτε να βάλουν τώρα δυναμίτη στην πλατεία. Ωστόσο, βρίσκονται αντιμέτωποι μ’ ένα ανυπέρβλητο, όπως φαίνεται, εμπόδιο: τον άνθρωπο που έχει καταλάβει το κέντρο της πλατείας και απαγγέλλει -ολημερίς, εκστατικά και ανενόχλητος- ποίηση και άλλα ακατανόητα. Κανείς δεν τολμά να τον αγγίξει. Είναι ο άνθρωπος-ταμπού! Ο Τομ και η κατοικίδια σαύρα του, ο Τζέρυ, ο Γάλλος συγγραφέας, ποιητής και μεταφραστής Ζεράρ ντε Νερβάλ και ο κατοικίδιος αστακός του θα βρεθούν εκεί μαζί με τον Χορό των γυναικών του χωριού και με πολλά άλλα πρόσωπα-μετόχους αυτής της αναμέτρησης, η οποία ακροβατεί ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο. Η συγγραφέας, με εργαλεία της μεταμοντέρνας αφήγησης και μια ευρεία οπτική, αφού δεν περιορίζεται μόνο στα εγχώρια, θα περιηγηθεί ανάμεσα σε πολλά κειμενικά ήδη, για να υπηρετήσει διαφορετικές πλευρές του κωμικού, κατασκευάζοντας ξεκαρδιστικά επεισόδια που ως στόχο τους έχουν να σχολιάσουν τη μεταμοντέρνα αφήγηση τόσο περί λογοτεχνίας, λογοτέχνη, λογοτεχνικότητας όσο και λογοκλοπής και πνευματικών δικαιωμάτων.
Απόσπασμα
[…] Νοτίως της πλατείας, επάνω σε πλακάκια βρώμικα και μισοσπασμένα ανά διαστήματα, και δίχως ίχνος βλάστησης τριγύρω, στεκόταν ένα κτίσμα που έφερε την πινακίδα «KΑΦΕΝΕΙΟ». Τετράγωνο κι ολόλευκο, ψυχρό και αψεγάδιαστο, επιβλητικό κι απρόσιτο, σαν μαυσωλείο, οικογενειακός τάφος ή κυβερνητικό κέντρο αποφάσεων, άφηνε την αίσθηση πως θα ’πρεπε να το αγγίξεις μόνον με χειρουργικά γάντια, όπως αυτά που ήταν πολύ της μόδας για τον Covid-19. Ο Τομ, τηρώντας τους κανόνες υγιεινής, έβαλε απολυμαντικό στα χέρια κι έσιαξε τη μάσκα χειρουργείου, γιατί αισθανόταν πως στην πορεία είχε φύγει απ’ τη θέση της –σαν να του μύριζε και κάτι, ίσως να ήταν και η ιδέα του–, έβαλε τα γάντια, πήρε (τρόπος του λέγειν) μια βαθιά ανάσα. Η σαύρα τράβηξε με νόημα το ασημί λουράκι απ’ όπου ήταν ο Τομ δεμένος, όταν στον μπροστινό τοίχο του κτίσματος εντόπισε μια μαύρη βούλα κι ένα άλλο σχέδιο απροσδιόριστης ταυτότητας, σαν μιαν επίφαση ρωγμής μάλλον που υποδύεται την τυχαιότητα στην τέχνη, αλλά που έφερνε πρόχειρα στον νου υπογραφή ή κουτσουλιά (μη διακριτό το στίγμα).
Μόλις καμιά τρακοσαριά σπίτια –χωρίς αρχιτεκτονική προσέγγιση ή άποψη τα περισσότερα απ’ αυτά–, μάλλον ατάκτως ερριμμένα πάνω στον μικρό λοφίσκο, διακρίνονταν από ένα επαναλαμβανόμενο στοιχείο: ένα μεγάλο στρογγυλό παράθυρο, πάνω από την πόρτα κάθε εισόδου, διακοσμημένο με λευκές δαντελωτές κουρτίνες κι ένα πλεκτό σπαθί στο κέντρο. Θα έλεγε κανείς πως η κατασκευή αυτή αποτελούσε το εμβληματικό οικόσημο ενός χωριού ανθρώπων των Γραμμάτων και της Τέχνης με σπάνια ευαισθησία προς την Ιδέα του Ωραίου, μιαν εύρυθμη ομοιοκαταληξία ομορφιάς, ας πούμε, αν ένα έμπειρο μάτι όπως της σαύρας δεν διαχώριζε αυθόρμητα το συνθετικό απ’ το μετάξι, την πλέξη μηχανής από τη χειροποίητη εργασία, την απομίμηση από την αυθεντικότητα, την πρωτοτυπία από την επανάληψη, τη γνώση από την άγνοια και την ημιμάθεια, την τσαπατσουλιά από την επιμελημένη ενασχόληση, την ανοησία απ’ την αγχίνοια. […]
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.