Χαρά Πρεβεδώρου, “Τα μικρόφωνα καγχάζανε βουλώνοντας τ’ αυτιά τους” -ποίηση

Αρχείο 10/05/2015

fav-3

Εκδήλωση ΙΙ

Πρόλογος: ομιλητές κι ακροατές βγαίνουν
στο προσκήνιο.
Τα χειροκροτήματα κρεμιούνται στα δοκάρια
της οροφής ανάποδα
σαν νυχτερίδες.
Σκηνή Α: ο πρώτος ομιλητής, πριν αρχίσει,
προβάρει τη φωνή του και
βγάζει το χειρόγραφο.
Μετά βουβαίνεται μπρος στους αδικοχαμένους.
Όλοι ακούνε πολύ προσεκτικά,
ιδίως οι βαρήκοοι με τα χρυσά κουμπιά.
Η χρωματιστή δημοσιογράφος των εδεσμάτων
υποτάσσει το ποσοστό του αιθέρα
που της αναλογεί.
Ο ποιητής κάνει τον ποιητή.
Τα νεαρά κεφάλια των Αρχών μετεωρίζονται από
— μόνα τους
σαν τα αποκεφαλισμένα σκυλάκια των παρμπρίζ.
Οι αδικοχαμένοι, si οι αδικοχαμένοι.
Κάποιος τραβάει φωτογραφίες τα πτώματα
που πλέουν ανάμεσα σε παχιά ψάρια στον Κούταβο.
Σκηνή Β: ο ποιητής κάνει τον ποιητή.
Η ομιλήτρια με τα κοντά παντελονάκια σκοντάφτει
— -επίτηδες;- στις εύκολες λέξεις της γλώσσας της,
όπως αποτροπιασμός, διαχρονικότητα
– ο μεταφραστής δεν έχει πρόβλημα, κάνει έτσι με
– το χέρι και τις μεταποιεί:
σκουληκαντέρες, νεροσκούληκα, ξέρεις,
αυτά της λάσπης του βυθού·
τα ανασύρουν οι ψαράδες της γέφυρας από τις τρύπες
— των κρανίων.
Σκώληξ: ο Κύριος του Κυρίου της Γνώσης.
Φαίνονται τα ξέφτια.
Ακούγεται σύρσιμο: οι καρέκλες έβαλαν
σε ανάπαυση το τέταρτο πόδι τους.
Ο πρώτος τη τάξει κοιτάει τους τοίχους
μήπως ανοίξουν.
Ακριβώς στη λέξη “Σκοτεινή”, οι πυροβολισμοί
κατρακυλάνε στον γκρεμό και
πετυχαίνουν τ’ άσπρα κουφάρια των μουλαριών.
Κάποιος παλινδρόμησε στα κρυφά.
Η ρεύση ακούστηκε δυνατά,
ώστε στην αίθουσα ψιχάλισε κόκκινο νερό για λίγο.
Ακόμη η παρέλαση των νεκρών;
Σκηνή Γ: αυτή άρχισε ψιθυριστά, ανέβαινε, ανέβαινε,
— στρίγγλιζε
μια στριγγλιά “Λέρος”, άλλη στριγγλιά “Ιράκ”.
Τα μικρόφωνα καγχάζανε βουλώνοντας τ’ αυτιά τους.
Ύστερα τη σκοτώσανε οι αστυνόμοι.
Κάποιος από μέσα του διαμαρτυρήθηκε:
σκοτώνονται οι παρελάσεις;
Δεν έλαβε απάντηση κανείς ποτέ.
Ο τελευταίος έσπρωξε τη σκοτωμένη κάτω,
έπιασε την καρέκλα της.
Παράσταινε τη νύχτα με αστείους μορφασμούς και
χειρονομίες: πως πέφτανε σωρός τ’ αστέρια
και τα κυκλώνανε
κι οι κύκλοι αγκαθωτοί και πύρινοι
κι εγώ ήμουν μικρό παιδί τότε
και παραμέρισε τη γραβάτα
και άνοιξε το πουκάμισο
και έδειξε γελώντας τον κύκλο γύρω απ’ το στέρνο του.
Αγανακτήσαμε:
έτσι εύκολα ανατρέπεται η τάξη του κόσμου;
Δεν έλαβε απάντηση ποτέ κανείς.

*
©Χαρά Πρεβεδώρου, από την ποιητική συλλογή “Σήματα”, εκδ. Γαβριηλίδη, 2007
φωτο©Στράτος Φουντούλης -agrimologos.com “Waterloo brocante” 2013

*

Η Χαρά Πρεβεδώρου γεννήθηκε στο Αργοστόλι Κεφαλλονιάς και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υπηρέτησε ως καθηγήτρια στη μέση εκπαίδευση.