Παυλίνα Ιωαννίδου, Το παράπονο του Φ., ή αλλιώς η μανία της απαριθμήσεως

Αρχείο 11/05/2015

fav-3

Ας ξεκινήσουμε από αυτό: το όνομά του ήταν Φέργκους Μπρέκενριτζ ,είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στο μέτρημα και κάθε ημέρα για πενήντα συνεχόμενα χρόνια διατηρούσε την ίδια ρουτίνα. Δεν μπορούσε κανείς να κάνει διαφορετικά άλλωστε στην παραθαλάσσια κωμόπολη Σκάλογουεϊ, δυτικά κατά 5,9 μίλια από το Λέργουϊκ, όπου κατοικούσε με τους συγχωριανούς του. Ήταν κυρίως ψαράδες και σφουγγαράδες, οι καλύτεροι των Νήσων Σέτλαντ, αν και τον τελευταίο καιρό τα ψάρια όλο και λιγόστευαν, σύμφωνα με τα λεγόμενα. Η αλιεία ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας τους και αναγκαία για τον βιοπορισμό. Είχε ενσωματωθεί τόσο στον χαρακτήρα των οκτακοσίων δώδεκα κατοίκων που πλέον μπορούσε κανείς να την ανιχνεύσει ακόμα και στην ατμόσφαιρα. Ο Φέργκους είχε την πεποίθηση πως για αυτό η ομίχλη ,η οποία περιέβαλλε εκ των έσω και έξω το Σκάλογουεϊ, ήταν συχνά δύσοσμη. Την είχε συνηθίσει όμως και αυτήν και την οσμή της και όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο πιο πυκνή έμοιαζε. Κάποιες μέρες νόμιζε ότι θα μπορούσε να την κόψει με το ψαλίδι βαρέων ψαριών, που είχε αγοράσει ο προπάππους του σε μια επίσκεψη του στο λιμάνι του Αμβούργου.Κανείς δεν ήξερε επακριβώς πόσα χρόνια είχαν παρέλθει από την τελευταία τους εξόρμηση σε πλησιέστερο χωριό, είτε με κάρο είτε οδοιπορικώς οι πιο νέοι, οι οποίοι επίσης λιγόστευαν σαν τα ψάρια. Του Φέργκους πάντως του άρεσε η μικρή του κοινότητα και δεν ένιωθε την ανάγκη να φύγει. Ήξερε και τους οκτακοσίους έντεκα κατοίκους αυτής κι αν και συμπαθούσε ελάχιστους, τους εμπιστευόταν και ζούσε ευτυχισμένος. Κάτι όμως κάπου-κάπου του προξενούσε μια ανακατωσούρα στα σωθικά, την οποία ακολουθούσε θολούρα και ζάλη, ιδίως όταν προσπαθούσε να σκεφτεί τις ημέρες που πέρασαν. Όταν προσπαθούσε να σκεφτεί γιατί ποτέ κανείς δεν έφευγε από το Σκάλογουεϊ ή δεν ερχόταν σε αυτό. Ή γιατί τόσα χρόνια η κυρία Μπρι του έλεγε καλημέρα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο καθώς του παρέδιδε φρεσκοζυμωμένο ψωμί, με τον ίδιο αριθμό σουσαμιών -μετρούσε εκατόν είκοσι και ένα. Και ενώ ποτέ δεν θυμόταν τον εαυτό του να κοιμάται, κάθε πρωί ξυπνούσε και ακολουθούσε  την ίδια ρουτίνα.Πιο περίεργο ακόμα, του φαινόταν που το μοναδικό σχολείο στο Σκάλογουεϊ είχε σφραγιστεί και παραμένει κλειστό από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που το μικρό χωριό εξυπηρετούσε ως βάση της αντίστασης των Νορβηγών απέναντι στους Ναζί.

Το φταίξιμο το είχε πάντα η Ομίχλη.

Όταν είχε τέτοιες σκέψεις, ο Φέργκους πάντα πήγαινε βόλτα στο ίδιο σημείο, στο αγαπημένο του ίδιο σημείο. Η ρουτίνα του άρεσε, δεν το έκρυβε, την ακολουθούσε πιστά τα τελευταία πενήντα χρόνια.Το Γκάλοου Χιλ, με υψόμετρο τριακοσίων εβδομήντα οκτώ μέτρων, όπως τα είχε μετρήσει, βρισκόταν νοτιοδυτικά του χωριού σε πολύ κοντινή απόσταση. Ήταν το μοναδικό ίσως σημείο της κομητείας του Όρκνεϊ που η ομίχλη αραίωνε ορατά. Για αυτό μετά από κάθε παρόμοιά του απόπειρα να συγκεντρωθεί σε ερωτήματα στα οποία αποζητούσε απαντήσεις, ανέβαινε το Γκάλοου Χιλ πάντα με έναν πυρσό. Ποτέ δεν θυμόταν γιατί εδώ και πενήντα χρόνια ένιωθε την ανάγκη να κουβαλάει αυτόν τον πυρσό.

Όταν ανέβαινε στην κορυφή μετρούσε οκτακόσια έντεκα πτώματα που κείτονταν δύσοσμα στις λάσπες ποτισμένα με πετρέλαιο.

*
©Παυλίνα Ιωαννίδου
φωτο©Στράτος Φουντούλης –agrimologos.com

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε