Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μαβιές νύχτες

Blueberry nights που θα πει δικές μας, απόλυτες νύχτες
Με την φωνή της Νόρα Τζόουνς

από την σειρά των σινεμασκόπ

[… Η Νόρα τραγουδά απόψε στους εκατόν δώδεκα δρόμους. Όλα τα καλά παιδιά που σέβονται τον εαυτό τους θα φθάσουν απόψε εδώ. Θα πάρουν την οδό Φράνκλιν και έπειται θα παλέψουν με τα κατακόκκινα κορίτσια, όχι, όχι από ντροπή, μα ξέρετε, κύριε. Κάποτε αυτά τα κορίτσια έσπασαν και έτσι ζουν από τότε. Ξέρετε, κύριε;

Η Νόρα διαθέτει μια αγγελική φωνή. Ένα μικρό δράμα παίζεται στον λαιμό της, οι νότες της χαρακτηρίζονται από μια απροσδιόριστη πίκρα και λίγο ηρωισμό. Αποκαλεί τους βετεράνους αγόρια της, με κανά δυο από αυτούς πίνει και ένα ποτό. Μα τίποτε περισσότερο, όλα της τα μυστικά ανήκουν στον εαυτό της. Ζει μόνη όπως το διάλεξε χρόνια πριν όταν ακόμη η ζωή της φάνταζε διάφανο, λυρικό έργο. Η Νόρα βγαίνει πρώτα ψηλά, επάνω στο παράξενο υπερρώο. Διαθέτει την πόζα κάποιου απροσδιόριστου σχήματος, τραγουδά με σπασμένα υαλικά βαθιά στον λαιμό της. Κυρίες και κύριοι, η Νόρα Τζόουνς στα σκαλιά του δημαρχείου με την ορχήστρα των αγοριών της σε κάθε σκαλοπάτι και ένα όργανο, μια παρτιτούρα κύριε. Μια όμορφη καστ πορτάλ με αυτό το θέμα θα στολίζει για πάντα κάθε αμερικάνικη καρδιά. Μα πρέπει να την δει κανείς, πώς γίνεται εκείνη το πιάνο και η φωνή και τα χαμηλωμένα φώτα ακόμη. Τριγυρνά ανάμεσα στα τραπέζια με ένα κατακόκκινο φως πάνω της και το κόντρα μπάσο σε αυστηρή, ρυθμική πειθαρχία. Κάπου κάπου στέκει και κοιτώντας τ΄άστρα λέει ένα τραγούδι. Ο κόσμος χάνεται γύρω της, σε κάθε κατεύθυνση, σε κάθε σκοπό, σε κάθε τροχιά. Μωρό μου Νόρα, μην τρέμεις, σε χίλια χρόνια Νόρα σε μια αμερικάνικη ερημιά, ενδοχώρα και δέρμα φιδιού, θα βρεθούμε Νόρα. Σκονισμένες παμπ, ο κύριος στο βάθος που θυμίζει ένα μονότονο αγριοπούλι. Σε λίγο η Νόρα θα του απαλύνει τον πόνο. Ίσως σταθεί στο τραπέζι του, ίσως τον ρωτήσει το ονομά του. Ως το τέλος αυτής της νύχτας θα τον έχει αγαπήσει.

Η Νόρα δεν πίνει ποτέ. Όμως απόψε χρειάζεται λίγη αυτοσυγκέντρωση, λίγο χρόνο με τον εαυτό της. Ο φροντιστής φωνάζει το ονομά της στους διαδρόμους, σε λίγο Νόρα, μια στιγμή μονάχα, έρχεται η σειρά σου Νόρα, η Νόρα στον προθάλαμο της σκηνής, εμπρός, δεν πρέπει να υπάρξει η παραμικρή καθυστέρηση. Η Νόρα μακιγιάρει το πρόσωπό της. Η Νόρα καταστρέφει το πρόσωπό της. Η Νόρα μεθυσμένη, στο μέσον της λεωφόρου, κομμάτια μα με την ζωή της αποφασισμένη, την θέλησή της αφοσιωμένη σε έναν σκοπό. Η Νόρα που πνίγεται μες στον παλιό καθρέφτη, υδράργυρος και αιχμηρά, μικρά κρύσταλλα επάνω στα χείλη της, διάφανα καλοκαίρια στην Μπρέσια, χρόνια πριν γίνει παρανάλωμα. Η Νόρα όλο γωνίες και γύρω γύρω φώτα πορείας, νωθρά, νικημένα, κάτωχρα φώτα, όλο ντροπή για την Νόρα με την αγγελική φωνή που απόψε χάνεται…]

Τελευταία φορά αντίκρισα την Νόρα σε ένα φιλμ που έχει κιόλας παλιώσει. Θυμάμαι μονάχα το χρώμα των πραγμάτων, βαθύ μωβ και αμερικάνικα ποτοπωλεία, στην καρδιά μιας απέραντης πολιτείας, Σικάγο, Νέα Υόρκη, Ρώμη, Βερόνα, δεν έχει σημασία. Τα ίδια μεθυσμένα μάτια στο τέλος της βραδιάς. Κάτι από τα ποιήματα του Ν. Καρύδη για να μιλήσουμε με όρους προσωπικούς. Η παραπάνω ιστορία συνιστά ό,τι σώθηκε από εκείνη.

Η ιστορία της Νόρα συνιστά την εισαγωγή στον ποιητικό κόσμο ενός φιλμ με παθιασμένους έρωτες και ζωές πνιγμένες σε οχτώ δάχτυλα καλό, αμερικάνικο ουίσκι. Στην ενδοχώρα, αρκετά μίλια στο βάθος κάθε μιας πολιτείας κατοικούν τα τραγούδια της τζαζ με τους στίχους, την πίκρα τους, το μεγαλείο τους. Στο ανέμισμα της ψυχής, στον πόνο και την πιο αστείρευτη χαρά, τα τραγούδια ξυπνούν, γεννούν στίχους που πετούν μες στα δωμάτια και

φτερουγίζουν πάνω από το προσκέφαλό σου. Η Νόρα Τζόουνς κάτω από το παράθυρο του προδομένου της έρωτα στηρίζει όλη της την λύπη στα τακούνια της. Εκεί θα περάσει το βράδυ η Νόρα πριν χαθεί στις ιστορίες των ωραίων ρίσκων και της βίας. Και της επιστροφής εκεί που ορίζει η καρδιά, στην παλιά παμπ με εκείνον που περιμένει, κάπως πιο γερασμένος και κάπως πιο διψασμένος, πάντα να περιμένει. Τέτοιες ιστορίες μπορούν μονάχα να αφηγούνται ένα παρανάλωμα και τίποτε. Χαμηλοί φωτισμοί, σβησμένα πρόσωπα, η Νόρα στην δίνη της Αμερικής του Ντε Λίλο και του Χόπερ, στην καρδιά της μεγάλης πολιτείας, φορώντας το πιο ωραίο της φουστάνι, την πιο τρυφερή της εκδοχή. Η ερωτευμένη Νόρα ένα βλέμμα νερένιο, πάει να πει από μέσα της περνούν κόσμοι, τροχοφόρα, διαβάτες, αργά σύννεφα, καμένα ελαστικά, εντός της να χωράει ο κόσμος. Τα λόγια της παραμένουν λιγοστά, όχι γιατί δεν το θέλησε, μα γιατί ολόκληρη την ημέρα η Νόρα Τζόουνς προσεύχεται στον καλό θεό της τζαζ, χτυπώντας τα πλήκτρα του πιάνου της, στην σκηνή, ενώπιον ενός εκστατικού πλήθους. Αν δεν ήταν φιλμ, τότε θα μιλούσαμε για ένα μικρό, αδέσποτο ποίημα, γαντζωμένο στα κάδρα της Αν Σέξτον, γυρεύοντας στίχους και νοήματα ανάμεσα σε τόσα ετερόκλητα πράγματα, όπως αυτά που συνοψίζουν την φθαρμένη USA , κάτι σπαρακτικό και εφιαλτικό, το χρονικό ανάλογο του Ντος Πάσος τότε και τώρα μες στην καρδιά του ονείρου Νόρα. Ένα αστέρι ανάμεσα σε εκείνα ενός περίφημου έθνους.

Είναι καθρέφτες οι ταινίες και η φωνή της Νόρα Τζόουνς βραχνή βροχή πίσω από το σκηνικό αυτής της απέραντης, αμερικάνικης μοναξιάς. Σκελετοί αυτοκινήτων και η αρχιτεκτονική του φιλιού επάνω στο πρώτο ξύπνημα. Είναι κάτι φιλμ που γράφουν εντός μας, δικαιώνοντας όσες αναμνήσεις συγκρατούμε από αυτήν την τρυφερή, μυστική αυλή. Ανθρώπινες ιστορίες, μεγαλείο και πόνος και ανομολόγητα πάθη και απαντήσεις που φθάνουν με αντικατοπτρισμούς από μακρινά καθρεφτάκια Αυτή η ζωή ελίσσεται με υπαινιγμούς, με λίγα λόγια και ένα ατόφιο αίσθημα, έξω από τους ρυθμούς. Ο Κέρουακ και οι φίλοι του μες στην παραζάλη τους ψιθύρισαν μικρές, ωραίες αλήθειες.

Επειδή, λοιπόν αυτήν την ιστορία την έχουν ξαναπεί και επειδή όλα έχουν συμβεί δεν γνωρίζω πώς να αρχίσω αυτό το παραμύθι, για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν δεν μου μένει τίποτε άλλο από το τραγούδι Νόρα.

Και οι νύχτες μαβιές και ο χειμώνας εκκωφαντικός Νόρα, με το φιλί σου, σαν δοξαριά πάνω στο μαντεμένιο χείλος, ραγισμένοι τοίχοι, σταλαγματιές ποιήματα. Και η φωνή σου, παλιά εικόνα, ψυχή μου έγχορδη. Τα αρνητικά της ζωής μας προβάλλονται στους κινηματογράφους. Κάτι μαβιά απογεύματα, με συρμάτινες φωνές, και ψαλιδιές σε κάθε στροφή, σε κάθε άνεμο. Στις Μαβιές Νύχτες, σε αυτήν την ωραία μετάφραση της ποιητικής, αμερικανικής ενδοχώρας, βρίσκει εφαρμογή ο μεγαλειώδης στίχος του Γιάννη Σκαρίμπα. Οι σπουδαιότεροι ήρωες, παιδιά που κληρώθηκαν άθελά τους σε παράταιρους καιρούς κατοικούν το κούφιο των φτερών ενός γλάρου. Ω ναι Νόρα, αυτό το δικαίωμα το έχουν κατακτήσει. Η φωνή σου, τ΄άστρα, η πόλη που ετοιμάζεται για μία μάχη και ανασαίνει λεπτή ομίχλη στο βάθος της λεωφόρου. Οι καλύτεροί μας φίλοι, όπως ο Γιώργος Ιωάννου ζωγράφισαν και έσωσαν αυτά τα φαινόμενα. Όπως τον μικρό πρίγκηπα στην καρδιά της πολιτείας, τον ανυπεράσπιστο, ολομόναχο, ωραίο πρίγκιπα που γνωρίζει πόσο απατηλοί είναι οι βυθοί και αν τα μάτια γελιούνται.

Επειδή αυτό το σημείωμα δεν γνωρίζει πώς αλλιώς νιώθεται η τέχνη ή αν οι καθρέφτες δεν υπήρξαν παρά μόνο μια σταματημένη βροχή πίσω από τα φώτα του θεάτρου διαλέγει έναν άλλο δρόμο και κάνει την αίσθηση παραμύθι. Τρυφερά την ακουμπά μέσα στο όνειρο των πιο μεγάλων παιδιών. Αυτά φοβούνται μα δεν έχουν πια καμιά μητέρα για να τρέξουν κοντά της. Δεν τους απέμεινε παρά μια προσευχή, πάει να πει κάτω από τα σκεπάσματα, στην καρδιά του χειμώνα τα μεγάλα παιδιά τρέμουν. Αυτή η προσευχή θα γίνει τραγούδι,ένα πρόσωπο καρδιόσχημο, δικό τους. Η παρηγοριά τους θα γίνει, ίσως Νόρα, κάτι από την ομορφιά τους που παραμένει πάντα ίδια και βρίσκει τους κώδικες και τα αλφάβητα, μισά, φτωχά Νόρα. Όλα μωρό μου ουρλιάζουν την βιογραφία της αγάπης, θυμήσου.

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→