Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ἐγκόλπιο πονοψυχιᾶς


κόμα κι οἱ ψυχὲς πούχουν στῆθια τρικυμισμένα γυρεύουν νὰ βροῦν κάποτε ἀναπαημὸ ἀπ’ τὸ ἀέναο, καὶ γιαυτὸ ὀδυνηρό, στριφογύρισμά τους. Κανείς, ὅμως, δὲν μπορεῖ νὰ πῇ μὲ βεβαιότητα ἐὰν ἐπιδιώκουν νὰ ζοῦν κυνηγημένες ἀπ’ τὴ ζωὴ καὶ περιπλανώμενες στὶς ἀπεραντοσύνες τῶν ἀνοιχτῶν ὁριζόντων ἢ ἴδια ἡ μοίρα τους τὶς ἔχει ταγμένες στανικὰ σ’ ἕνα τέτοιο κυνήγι. Ἄκομα κι ἂν κάποιος τὶς ῥωτήσῃ τί ἀπ’ αὐτὰ ἰσχύει, θὰ διαπιστώσῃ ὅτι καταφεύγουν συνέχεια σὲ διχογνωμίες. Ὅπως καὶ νάχῃ, ἡ ἔντονη ἀνάγκη γιὰ ξαπόσταμα νεκρώνεται σ’ αὐτὲς τὶς ψυχὲς καθὼς ἡ φοβερὴ ἀγωνία τους τὶς μαστιγώνει μέρα-νύχτα.

Ἡ Ζωὴ ἀνῆκε δικαιωματικὰ στὶς τάξεις αὐτῶν τῶν ψυχῶν· θάλεγε κανεὶς ὅτι τὸ ἴδιο της τ’ ὄνομα καθόρισε μ’ ἕναν τρόπο περίεργο, ἀπὸ νωρὶς κιόλας, τὴ στάση της ἀπέναντι στὴν πραγματικότητα: Πρὶν ἀκόμα πάῃ σχολεῖο, ξυπόλητη μ’ ἕνα σώβρακο λερωμένο, κυκλοφοροῦσε ὁλημερίς, σὰν χαμίνι, στὸ βρώμικο λιμάνι τῆς Ἀλχανίας ἐξερευνῶντας κάθε στενοσόκακο, πειράζοντας τοὺς ταβερνιάρηδες (ἀπ’ ὅπου ἔκλεβε φαῒ) καὶ βρίζοντας τοὺς κακορίζικους ψαράδες κι ἐργάτες ποὺ ζοῦσαν ἐκεῖ. Μὲ λίγα λόγια, ἀπολαμβάνε μία ἐλευθερία ἀπολύτη, ἔτσι ὅπως τὴν εἶχε ὁρίσει ἡ ἴδια της ἡ φύσῃ, καὶ μία ἀνεξαρτησία ἀνεκδιηγήτη κι ἀσυνήθιστη. Ἤξερε ἀπὸ τότε ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφιέρωσῃ κάθε ἰκμάδα δύναμης καὶ κάθε ρανίδα αἷματος στὴν δύσκολη ὑπόθεση ποὺ λέγεται κυριαρχία πάνω στὴ ζωή.

Μεγάλωσε σ’ ἕνα σπίτι ὅπου ἔκανε ὅ,τι ἤθελε, ἀκριβῶς γιατὶ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ὁ πατρικὸς ἢ ὁ μητρικὸς ἔλεγχος. Αὐτό, ὅμως, ποὺ ἐνίσχυσε μέσα της τὴν αἴσθηση τῆς ἀπόλυτης αὐτενέργειας ἦταν ἡ συναναστροφή της, ἀπ’ τα μικράτα της, μὲ τὶς πολυάριθμες γάτες ποὺ εἶχαν κυριεύσει τὸ σπίτι καὶ τὴν γειτονιά. Τ’ ἀθῶα τετράποδα ἦταν οἱ καλύτεροι δάσκαλοι πού, μέσ’ ἀπ’ τὸ παράδειγμά τους, τῆς δίδαξαν αὐτὴ τὴν αἴσθηση τῆς ἄνευ ὅρων ἐλευθερίας καὶ τὴν ἀνυπακοὴ πρὸς ὁτιδήποτε προσκυνοῦσαν νυχθήμερον τὰ φερέφωνα κι οἱ μαριονέττες τῆς Ἀλχανίας! Ἡ Ζωὴ διατήρησε μέσα της, μέχρι τέλους, τὸ θράσος καὶ τὴν ἀνεξαρτησία τῶν οἰκόσιτων αἰλουροειδῶν.

Μαζὶ ὅμως μὲ τὸ θράσος καὶ τὴν ἀνεξαρτησία, ἀνέπτυξε σιγά-σιγὰ ὅλα τὰ μὴ ἐγωιστικὰ ἔνστικτα ποὺ μπορεῖ νὰ διαθέτῃ τ’ ἀνθρώπινο εἶδος, μ’ ἐπικρατέστερο τὸν οἶκτο. Οἱ πρῶτες εἰκόνες π’ ἀντίκρυσε, ἀφότου ἦρθε στὸν κόσμο, καὶ θυμόταν καλὰ γιὰ μία ζωή, ἦταν ἡ χεῖρα βοηθείας ποὺ ἔτειναν ἀνιδιοτελῶς ὅλα τὰ μέλη τοῦ στενοῦ ἢ εὐρύτερου οἰκογενειακοῦ περιβάλλοντός της πρὸς κάθε ἀδύναμο πλάσμα. Τοῦτο συνέτεινε, ἐν πολλοῖς, στὴν μεταμόρφωση ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξής της σ’ ἕνα ὄργανο ὑπέρτατης καλοσύνης κι αὐταπάρνησης.

Ἔτσι, μεγαλώνοντας ἄρχισε ν’ ἀναπτύσσῃ τὴν ἰδέα ὅτι ὁ ἐρχομός της στὴ ζωὴ ἔγινε βάσει κάποιου σχεδίου, ἐκπονημένο ἀπὸ μία θεία πρόνοια, γιὰ τὴν θεραπεία τῆς ἀδικίας, τοῦ πόνου καὶ τῆς ἐκμετάλλευσης. Κι ὅταν γιγαντώθηκε τούτη ἡ ἰδέα μέσα της, ἀποφάσισε νὰ διοχετεύσῃ τὸν οἶκτο της σ’ ὀργανωμένες μορφὲς φιλαλληλίας κι ἀνθρωπισμοῦ. Ξεκίνησε τὰ ταξίδια πρὸς τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα, σὲ μέρη ἀπόμακρα κι ἐπικίνδυνα, μὲ σκοπὸ νὰ συντρέξῃ ἀδύναμους καὶ στερημένους ἀπ’ ἀγάπη καὶ βοήθεια ἀνθρώπους, χτίζοντας, μαζὶ μ’ ἄλλους, πρόχειρους καταυλισμοὺς ἢ βοηθῶντας τους στὴν καλλιέργεια τῆς γῆς τους. Ὡστόσο, σπάνια βοήθαγε τοὺς ταλαίπωρους καὶ κουρελῆδες τοῦ ἴδιου τοῦ τόπου της ποὺ εἶχαν παρόμοιες ἀνάγκες μ’ αὐτὲς τῶν κατοίκων τῶν μακρυνὼν ἐκείνων περιοχῶν· γιατὶ βέβαια τὰ ὑπερπόντια ταξίδια της συνοδεύονταν καὶ μ’ ἄλλου εἴδους ἀπολαύσεις κι ἐξωτικὲς ἐμπειρίες ποὺ δὲν προσέφερε τὸ πληκτικὸ ἐπίνειο τῆς Ἀλχανίας. Ἑπομένως, εἶναι ν’ ἀμφιβάλλῃ κανεὶς ἐὰν ἡ Ζωή, ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι ποὺ ἔκαναν τὰ ἴδια ταξίδια, θὰ παρεῖχε τὶς φιλάνθρωπες ὑπηρεσίες της στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ κόσμου χωρὶς αὐτὸ τ’ ἀντάλλαγμα τῶν μοναδικῶν ἐμπειριῶν κι ἐντυπώσεων!

Τὸν ἴδιο ζῆλο, βέβαια, ἔδειξε καὶ μὲς στὰ στενὰ ὅρια τῆς Ἀλχανίας, συνασπιζόμενη μ’ ὁμάδες ποὺ ἐθελοντικὰ κι ἀφιλοκερδῶς παρεῖχαν ἀποκλειστικὰ πρῶτες βοήθειες ὄχι μόνον σ’ ἀνθρώπους ἀλλὰ καὶ σὲ ζῷα! Ἦταν μάλιστα παροιμοιῶδες τὸ ἐνδιαφέρον ποὺ ἔδειχνε πρὸς τὰ ταλαίπωρα τετράποδα: Κουβαλοῦσε πάντοτε μαζί της τροφὴ ψάχνοντας νὰ βρῇ πεινασμένα ζώα, ἐνῶ εἶχε υἱοθετήσει μία πλειάδα γατῶν ποὺ εἶχαν μετατρέψει τὸ σπίτι της σὲ κοτέτσι. Λέγεται ὅτι μία νύχτα ὁλόκληρη τριγύριζε στὸ ἐπίνειο γιὰ νὰ βρῇ ἕνα καναρίνι ποὺ τὸ ἔσκασε ἀπ’ τὴ γειτονιά της κι οἱ ἰδιοκτῆτες του εἶχαν ἀρρωστήσει ἀπ’ τὴ στεναχώρια. Κάποια ἄλλη φορὰ ὅρμηξε καὶ δάγκωσε στὸ λαιμὸ ἕναν κάτοικο ποὺ τόλμησε νὰ κλωτσήσῃ μία ἔγκυο γάτα (ἡ δίκη γιὰ τὴν ὑπόθεση τούτη ἄκομα ἐκκρεμεῖ). Παρόμοια περιστατικὰ εἶχαν κατακλύσει ὅλα τὰ εἰκοσιτετράωρα τῆς ζωῆς της σὲ βαθμὸ ποὺ ἡ ψυχή της εἶχε μόνιμα κατοικήσει στὸ στόμα πλέον.

Ὅλ’ αὐτὸ τ’ ἀέναο δόσιμο τράβαγε πάνω της ἀρκετὸ κόσμο ποὺ μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου αὐξανόταν. Ἡ Ζωὴ ἱκανοποιοῦσε τόσο τὶς μικρὲς ὅσο καὶ τὶς μεγάλες ἀνάγκες τοῦ καθενός. Κι ὅπως γίνεται σὲ τέτοιες περιπτώσεις, δύσκολα ξεχώριζε, ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ μετά, ποιὰ ἦταν ἡ εἰλικρινὴς προσέγγιση ἀπὸ πλευρᾶς τῶν ἄλλων καὶ ποιὰ ἡ ἰδιοτελής. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν τὸ ἐξέταζε ἡ Ζωή. Ἔτσι, περιφερόμενη ἀπὸ συναναστροφὴ σὲ συναναστροφή, δὲν ἔβρισκε οὔτε μία στιγμὴ γαλήνης!

Αὐτὴ ἡ προσπάθεια νὰ διατηρήσῃ στὴ ζωὴ, μέσῳ τοῦ οἴκτου, τῆς συμπόνιας καὶ τῆς αὐταπάρνησης,  ὅ,τι ἦταν ἐκ τῶν πραγμάτων ὤριμο νὰ ἐξαφανιστῇ, λειτουργοῦσε ἀνασταλτικὰ ὄχι μόνον στὴν διατήρηση τῆς ἐσώτερης γαλήνης κι ἠρεμίας της, ἀλλὰ καὶ στὴν ἴδια τὴν ἐξέλιξή της ὡς ὕπαρξη. Γιατὶ τόσο τὰ μακρινὰ ταξίδια ποὺ ἔκανε, ὅσο κι ἡ συνεχὴς ἔγνοια γιὰ τὸν ἄλλο προϋπέθεταν μία τέτοια ψυχικὴ προετοιμασία καὶ καταβολὴ δυνάμεων, ποὺ σταδιακὰ ὄχι μόνον ἐξασθενοῦσαν τὴ ζωτικότητά της γιὰ διατήρηση κι ἀνέλιξη τοῦ ἴδιου της τοῦ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ συντελοῦσαν καὶ στὴν ἐγκατάλειψή του. Σχεδὸν ζοῦσε σὲ μία μονίμη ὀδύνη ποὺ προκαλοῦσε τόσο τὸ ἄγχος τῆς προετοιμασίας ὅσο καὶ τὸ θέαμα τῶν ἀδικημένων, πονεμένων καὶ κατατρεγμένων πλασμάτων. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἀπολάμβανε τοῦτον τὸν πόνο, κι ἴσως νὰ τὸν ἀποζητοῦσε κιόλας, γιατὶ δὲν διανοήθηκε ποτὲ νὰ σταματήσῃ νὰ ὠφελῇ τὰ πλάσματα ποὺ λυπόταν.

Ὡστόσο πάντα ὑπῆρχε ἡ ὑποψία ὅτι ὅλα τοῦτα γίνονταν γιὰ νὰ τονώσῃ τὸ δικό της ἐγώ, γιὰ νὰ νιώσῃ καλύτερα ἡ ἴδια, γιὰ νὰ ὑψώσῃ τὸ προσωπάκι της πάν’ ἀπ’ ὅλα, δείχνοντας ἔτσι τὴν ἀνωτερώτητά της, σὲ δύναμη καὶ σὲ θέληση, ἀπέναντι σ’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονταν σὲ θέση δεινότερη ἀπ’ τὴν δική της καὶ ζητοῦσαν ἀπεγνωσμένα βοήθεια. Ἡ ἴδια δὲν μποροῦσε νὰ τὸ δεχτῇ αὐτό, κι ὅταν κάποτε τέθηκε τὸ θέμα ἐπὶ τάπητος σὲ μία συζήτηση, χολώθηκε ἐκτοξεύοντας ἀπειλὲς κι ὕβρεις. Ἦταν πάντως γνωστὸ ὅτι λειτουργοῦσε ὅπως ὅλ’ οἱ  ἄνθρωποι: ἀπολύτως ἐγωιστικὰ ὅποτε τὸ σήκωνε ἡ περίσταση. Νὰ βλέπῃς ἀνθρώπους νὰ κρέμονται ἀπὸ σένα σὰ νάσαι θεός τους δὲν εἶν’ καὶ λίγο! Ἡ συναναστροφὴ μὲ τὴ Ζωὴ δεν ἔπεισε ποτὲ κανέναν ὅτι ὅσο μεγαλύτερη εἶν’ ἡ μεγαλοψυχία κάποιου, τόσο μικρότερος εἶν’ ὁ ἐγωισμός του.

Ἡ Ζωὴ συνήθιζε νὰ κατακρίνῃ ὅλο τὸν κόσμο ὅποτε διαπίστωνε καὶ τὴν παραμικρότερη παραφωνία στὴ συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων. Κι αὐτὸ προέκυπτε ἀπ’ τὴν μεγάλη ἰδέα ποὺ εἶχε καλλιεργήσει γιὰ τὸν ἑαυτό της ὡς σωτήρα κι ὡς διορθωτὴ τῆς ἀδικίας καὶ τὴς ἀσχήμιας τοῦ κόσμου. Ὅ,τι δὲν ἦταν σύμφωνο μὲ τὶς προσδοκίες της καὶ τὰ σχέδια της, ὅ,τι δεν γινόταν βάσει μιᾶς «πολιτισμένης» ἀντιμετώπισης τῶν πραγμάτων, ὅ,τι, ἐν γένει, δὲν ἦταν ἢ δὲν γινόταν ἀντανάκλαση τοῦ ἐσώτερου κόσμου της, τὴν ἔκανε ἔξω φρενῶν. Καὶ τότε πέταγε τέτοιο καὶ τόσο δηλητήριο ποὺ νόμιζες ὅτι ἀπολαμβάνε νὰ τὸ κάνῃ· κι ἦταν μία ἀπόλαυση ποὺ βιώνουν μόνον οἱ καταφρονεμένοι κι ὅσοι ἔχουν συναντήσει τὴν ἀδιαφορία πρὸς τὸ πρόσωπό τους. Γιατὶ ἡ Ζωὴ ποτὲ δὲν ἄκουσε ἕναν ἔπαινο καὶ μία καλὴ κουβέντα ἀπ’ τὴ μάνα της. Ὅσα κι ἂν πετύχαινε, πάντα τὴν ἴδια σιγὴ κι ἀδιαφορία διαπίστωνε μὲς στο σπίτι της. Σὰν νὰ ἤθελαν οἱ πιὸ κοντινοί της ἄνθρωποι, μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, νὰ τὴν τιμωρήσουν ποὺ ἡ ἴδια κατάφερε καὶ ξέφυγε ἀπ’ τὴ μιζέρια καὶ τὴν ἔνδεια τῆς οἰκογένειάς της.

Ἡ Ζωή, μία ὕπαρξη ποὺ ἐνῶ φύτρωσε στὰ πετρώδη χώματα τῆς Ἀλχανίας, δὲν θύμιζε τίποτα ἀπ’ τοὺς κατοίκους της· σὰν νάχε ἔρθει ἀπὸ μακριά, ἀπ’ ἄλλους τόπους· μία ὄμορφη καὶ βαθύζωνη σιλουέττα, μ’ ἀμυγδαλωτοὺς ὀφθαλμοὺς ποὺ συνθλίβονταν κάτ’ ἀπ’ τὰ πυκνὰ τόξα τῶν φρυδιῶν της, ἔτσι ὅπως συνθλιβόταν ὅλ’ ἡ ζωή της κάτ’ ἀπ’ τὸ ἀνελέητο βάρος τῆς ὀδύνης καὶ τῆς ἀγωνίας.

Ἡ Ζωὴ δὲν κατέκτησε ποτὲ ψηλὲς κορφὲς μὲς στὸν κόσμο, γιατὶ δὲν τὴν ἐνδιέφερε ἢ γιατὶ δὲν μποροῦσε. Τόχε κρυφὸ παράπονο ὅμως νὰ κατακτήσῃ μία ψηλὴ κορφὴ βουνοῦ, ὅπως εἶχαν κάνει ἄλλοι. Ἀγαποῦσε τέτοιου εἴδους ἀναβάσεις, ἴσως ὡς ἀντιστάθμισμα σ’ αὐτὴν τὴν ἀδυναμία της νὰ κατακτήσῃ ἐκεῖνες τὶς ἄλλες κορφές. Ἕνα πρωινὸ βρέθηκε τὸ κουφάρι της μὲ τσακισμένη τὴ ῥάχη σὲ μία χαράδρα, σὲ μία ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς σπάνιες ἐξορμήσεις στὴ φύση ποὺ ἔκανε γιὰ νὰ ξεχαστῇ καὶ νὰ ξεχάσῃ, γιὰ νὰ ξεφύγῃ ἀπὸ μία πραγματικότητα ποὺ τὴν κυνηγοῦσε, ἐπειδὴ νόμιζε ὅτι πάντα τῆς ὄφειλε κάτι.

*

©Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης

Φωτο: Στράτος Φουντούλης