Ολβία Παπαηλίου, Βυζαντινό [επιστολή Έβδομη]

Αρχείο 14/08/2015

fav-3

Αγαπημένε μου και Οικουμενικέ μου Πατριάρχη,
Mιλώντας από χώρο σχίσματος, βρέθηκα σ΄ένα Σεπτέμβριο του Βυζαντίου, όλο μετάξια – λαιμός, καρπός και με δυο ψάρια των δακρύων για ενώτια, διατελώ αχάιδευτο μετάξι αδρόθαμπης λαμπράδας: για τη σημερινή δοκιμασία φόρεσα δύο είδη έναστρων ουρανών – τις δυο ζωές μου. Η εύνοιά σας με μετέθεσε πέραν ακριτικών περιοχών ή δικαιοδοσίας, γυναίκα ισχυρής εμπιστοσύνης και βαθύτατου λυγίσματος. Φροντίζετε με την αβρότητα αρρεβωνιστικού όποια λιγάκι ματαιοδοξία βλέπετε να αχνοφέγγει μες στο στήθος μου, ώστε να με κρατάτε επί γης να γίνομαι γυναίκα σας δοσμένη. Ας πούμε, καταλαβαίνετε μικρές ανάγκες που χρειάζεται κι αυτές να ακουστούν προτού περάσουμε σε άλλη εγκατάσταση: εδώ, που το νερό είναι ακόμα κρύο, πηγαδίσιο – λούστηκα στο κλειστό δωματιάκι που χτίσαμε γύρω απ΄το πηγάδι μας. Και πώς θυμάμαι κάποια άλλη σκήτη, που έμπαινε το φως του φεγγαριού απ΄το φεγγίτη και μόνο το νερό μου είχε δώσει το σχήμα του κορμιού, γιατί τα μάτια ήταν σφαλιστά στο θαύμα (μόνη μου και στα σκοτεινά ένοιωθα την ανάσα νέρινη της ασημένιας ερωμένης που με έπαιρνε συθέμελη όπως γελούσε από το στερέωμα – Σεμέλη και Θυώνη). Ήτανε τότε άραγε που μ’ είδατε, να προσπαθώ να ξεπλυθώ από τα αίματα του ταύρου της λατρείας;

Ε, ως και τώρα μου τα κάνεις τα χατήρια μου, αητέ δικέφαλε και χρυσοφτερουγάτε! Σήμερα, φερ’ ειπείν: στο δρόμο μου, έτυχα μάρτυρας του κυκλικού χορού των ασημοπαρθένων – δέκα βουνοσημύδες λιγερές χωριατοπούλες-νύμφες των βουνών ως και ακόμα σε μια δεντροεφηβεία (Betula Pubescens), όπως χορεύουν τη ζωή σε κυκλικό κόμβο κυκλοφορίας έξω από Βιβλιοθήκην Πασών Επιστημών. Αγαπημένε μου, σας έχω για παλάτι και για σύντροφό μου στην ονειροπόληση, όμορφος κήπος και πλακάκι απ΄τη Σμύρνη, με τις εικόνες θαλερά ζωγραφισμένο. Όλες οι λέξεις μου λιβανωτό για να τις καίγεσαι – ήρθες και ποθοπλάνταξες ως και τα άλογά μας, όλοι οι αισθησιασμοί μας σε αναγνωρίσανε – και πάσα αισθητική αισθαντικά σε φέρνει να με επισκέπτεσαι απ΄όποια θέλεις πόρτα, μ’ όποιο ένδυμα: Ρούχα της Κυριακής, ρούχα δουλειάς και σχόλης, ρούχα γιορτής, πανηγυριού και εξορίας, των δεύτερων χεριών και απ΄τα δευτεροχεράδικα που στέλνετε με τόση σας φροντίδα σε μας (που πλέον είμαστε, πες οι εταίρες, που βαδίζουν στο θεό περνώντας από όπου κι αν πρέπει να περάσουν – τα μαύρα μου τα ρούχα, σας φορώ επί της πονεμένης σάρκας).

Από το σόι Κομνηνών όταν με πέμψατε προς Βογομίλους – ξέρατε πως και σας είχα μιαν αδυναμία, ότι θα πήγαινα σ΄άκρες του κόσμου για τα μελένια μάτια σας και για τη δόξα της Τριάδας – και το ωραίο δόλωμα: ότι εκείνοι δεν εδίνανε σεβαστικά στην ΠαναγίαΜητέρα, και είπατε – να πας εσύ Ματρώνα, να τους ανοίξεις την κλεισμένη τους καρδιά, να πας Πριγκίπισσα τον κόσμο αρνημένη – να δούμε τότε τί θα έχουνε να πούνε για τα λευκά σου ποδαράκια όπου οι πέτρες θα ξεσκίζουνε, Κυρούλα Μοναχή του Περπατήματος – και να πατάς ξεκαβαλικεμένη, πιο χαμηλή από τους χαμηλούς κι ας φόραγες κορώνα. Έφυγα μια Τετράδη, να πάω σ’ αυτούς που ήταν φίλοι του Θεού και του Θεού Διαβόλου του. Με είχατε για κούκλα σας, με παίζατε σα δύναμη – πότε να με τραβάτε και πότε να με διώχνετε στα πέρατα, και κάποτε, πολλές ζωές μας πριν και πάλι αργότερα – θα με μαθαίνατε ως ήμουν μαθημένη να σας ενέχω, μέσα στα φύλλα της καρδιάς και τ’ άλλα φύλα – με δάχτυλα τρεμάμενα ν’ αγγίζω την πιο δική μου ειδωλολατρεία και την εικόνα σας, σαν κούκλα ήταν που σας είχα και εγώ, μέσα στο σελοφάν σας τυλιγμένο, τριζάτο σελοφάν άνοιγε η πατρίδα του κορμιού μου και σας δεχότανε σαν την ανάμνηση φωτός του Ιλαρού, άνοιγα σαν το ώριμο το σύκο μελωμένο, με τρώγαν τα σκουλήκια στην υγειά σας, ντυμένη τα ενδύματα του γέλιου σε σοβαρούς καιρούς, ερχόνταν οι διωγμοί.
Δεν έχω βούλα, ούτε βουλοκέρι να κοκκινήσω τούτο γράμμα – και δε φορώ κραγιόνι, μήπως στο δρόμο μου σας βρω, να σας φιλήσω μόνο ένα φιλί. Πρώην Ματρόνα, λέγατε για μένα πως είμαι ρόδο δίχως αγκάθι, περιστερά δίχως χολή – Τώρα, με το ποιό όνομα ίσως με ονειρεύεστε; Θα παραμείνω πάντοτε δική σας, έστω ανώνυμη και Μπέτουλα Πιουμπέσενς και Βίλια, Αμαδρυάδα.

*

© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Οι προηγούμενες επιστολές: