Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Μελωδίες βάθους

αποσπάσματα 

Το κάρο

Θα’ταν πριν το ξημέρωμα σαν ακούστηκε ένας ήχος απροσδιόριστος. Σαν τάχα ένα κάρο να σερνόταν στον κακοτράχαλο δρόμο. Εσάστισε και στάθηκε πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Προσπάθησε να διακρίνει την αιτία του ξαφνικού θορύβου. Και είδε μέσα από τις γρίλιες, το κατάμαυρο κάρο με το ολομόναχο άλογο. Έπεφτε η νύχτα στο τρίστρατο, μια νύχτα πλατιά σαν γογγυσμός. Και τότε ήταν που κατάλαβε πως το κάρο είχε έρθει για εκείνον.

“Είναι η ώρα”, είπε μονάχος του και άνοιξε δίχως φόβο το παράθυρο. Το άλογο χλιμίντρισε μια φορά και έπειτα σώπασε για πάντα. Ο αμαξάς τον χαιρέτησε διακριτικά, με μια βαθιά υπόκλιση. Έβγαλε το ημίψηλο και έγνεψε στον άνθρωπο του παραθυριού.

Και έτσι δίχως κανείς να τους δει, οι δυο τους, ο αμαξάς και ο άγνωστος εκείνος χαρακτήρας πήρανε το δρόμο που βγάζει στην Αχερουσία.

Μες στην κάμαρη φύσηξε ένας άνεμος νυχτερινός και ανεξήγητος. Και ο άνδρας που επέστρεφε τώρα από το όνειρό του, ξύπνησε ταραγμένος. Ένας Θεός ξέρει πώς τάχα μες σε εκείνο το χαμό βρήκε το γεφύρι της σωτηρίας, ένας Θεός.

Λάσπη

Σε τούτα τα παραπήγματα η ζωή προχωρεί δίχως να ρωτά. Άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν και οι μέρες σκληρές σαν πέτρες στα πόδια σου. Μα την Μπεά δεν την νοιάζει γιατί έχει τα όνειρά της και την καρδιά της γεμάτη μ’αγάπη. Τι και αν ζουν βυθισμένοι μες στις λάσπες , η ζωή τους μοιάζει με αγάπη ταπεινή και πλατιά, μια απέραντη και περήφανη αγάπη. Μες στις λάσπες μεγαλώνουν το όνειρό τους και όταν πονάνε, ακουμπάνε τρυφερά το κρυμμένο τους τραύμα.

Η Μπεά παίζει με κάτι σπασμένες κούκλες πλάι στην ξυλόσομπα του φτωχικού. Είναι μόλις δέκα χρονών και δεν μπορεί ακόμη να φανταστεί πως όλα ετούτα τα πράγματα δεν συνιστούν παρά το σκληρό πρόσωπο του Θεού.

Μια μέρα, όταν θα μεγαλώσει η Μπεά, θα βρει τρόπο να ξεφύγει από τούτη τη μιζέρια. Θα βρει, λέει τον τρόπο να ταξιδέψει ως τη μεγάλη πολιτεία, εκεί που οι ατρόμητοι τσιγγάνοι παρουσιάζουν νούμερα με εκπαιδευμένα, άγρια ζώα. Μια μέρα. Κάποτε.

Φαγιούμ

Κάθε πρωί, το πορτραίτο εκείνου του άνδρα σταλάζει μια παράξενη υγρασία. Και ποιον δεν έφεραν οι αρχές της Πινακοθήκης για να δώσει μια κάποια λύση στο παράδοξο. Κανείς δεν μπόρεσε.

Ίσως επειδή ετούτο το πορτραίτο κάθε νύχτα λυπάται, λυπάται τόσο πολύ με μια φίνα, ανδρική μελαγχολία. Ίσως επειδή υπάρχουν άνθρωποι που θρηνούν μες στους αιώνες, άνθρωποι με τις φωνές τους σπασμένες, βουβές.  Η επιστήμη θεωρεί αυθαίρετες αυτές τις κρίσεις και τις προσπερνά.

Η διεύθυνση αποφάσισε να παρατηρήσει το φαινόμενο. Για αυτό ανέθεσε σε μια ομάδα συντηρητών να παραμείνουν στο εσωτερικό του μουσείου. Όλοι προσμένανε το αποτέλεσμα της αυτοψίας μα εκείνο που τελικά συνέβη τους άφησε όλους έκπληκτους. Δεν θα μπορούσε καμιά στοχαστική προσαρμογή να εξηγήσει τούτη τη μαρτυρία.

Περί την τρίτη πρωινή, το πορτραίτο φωτίστηκε παράξενα. Τα χρώματα αλλοιώθηκαν τόσο και όλες οι γραμμές εχάθηκαν για να φανερωθεί το μυστήριο με τα μέσα που χαρίζει το φως. Ο νεαρός άνδρας έπιασε το τραγούδι σε μια άγνωστη γλώσσα. Πίσω του ανθίσανε ωραία σπίτια με αετώματα, θριγκούς κορινθιακούς, αγάλματα και περιστύλια και αυλές με φοίνικες. Και ο άνδρας τραγουδούσε και οι λέξεις της μουσικής του έρχονταν έτσι όπως φτάνουν πάντα τα δάκρυα. Σε μια συμφωνία δίχως κάθαρση ή λύση μουσική.

Το άλλο πρωί τίποτε δεν θύμιζε τα φαινόμενα. Τίποτε δεν θύμιζε ο άνδρας μες στο πορτραίτο του, ακίνητος όπως γλυπτό σε μετόπη. Μες στην ηγεμονία της τέχνης του επέθαινε και γεννιόταν.

Τυφλό κορίτσι

Είναι κάτι μέρες όμορφες που την κάνουν να λησμονά τα πάντα. Τις άγριες νύχτες, τις φωνές και τη μοναξιά με τα άγρια δόντια της που κατασπαράζει όνειρα και ελπίδες. Πίνει, λέει τότε τη νύχτα σαν το ζαχαρόνεοο το τυφλό κορίτσι. Και έπειτα ως να αποκοιμηθεί προσφέρει στον άγγελο της μια στάλα νερό από το μαραμένο της χεράκι. Εκείνη, το τυφλό κορίτσι της γειτονιάς, ένας μικρός Χριστός μες στη φτώχεια του κόσμου, πλάι στις κλειστές τις πότες, την ησυχία της σκάλας και της κάμαρης τη βαριά σιωπή.

Αύριο θα βγει στο δρόμο. Θα πάει ως τον καφενέ και εκεί ίσως να της γυρέψουν να πει κανένα απλοϊκό τραγουδάκι, από εκείνα που συγκινούν τους μπεκρήδες του καπηλειού. Αύριο όμως, γιατί απόψε μπορεί από τον καημό της να πεθάνει, κρατώντας κλειδωμένες στο λαιμό όλες αυτές τις σπάνιες λέξεις.

Αύριο όμως, αύριο, επειδή απόψε ένα τυφλό κορίτσι καίγεται μες στον κακό πυρετό. Και είναι ζήτημα αν θα κατορθώσει να διαβεί μέσα από τη νύχτα, το τυφλό κορίτσι που φορεί κατάσαρκα το φως. Η ομορφιά της παραμένει η αρχή του τρομερού[i].

[i]     Ράινερ Μαρία Ρίλκε

✳︎

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→φωτ

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Δημοσιεύτηκε στο various