Charles Baudelaire, τρία ποιήματα -μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής

Αρχείο 20/08/2014

fav-3

ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ Η ΑΥΓΗ

Σαν η άσπρη και ροδάπαλη αυγή στο μεθυσμένο
Σινάφι μπει που ως τρωκτικό το Ιδεώδες βλέπει,
Μυστήριο βγαίνει εκδικητικό και μετατρέπει
Τον άγγελο σε κτήνος της κραιπάλης ναρκωμένο.

Στους ουρανούς τους έμπνους έν’ άφταστο γαλάζιο χάσμα
Γι’ αυτόν που ακόμα νείρεται με ρεμβασμό και οδύνη
Ανοίγεται και ως βάραθρο τερπνό τον καταπίνει.
Και ιδού, ερατή θεά μου, αγνό και πάμφωτο εσύ Πλάσμα,

Μες στα καπνίζοντα συντρίμμια ηλίθιων οργίων,
Οι πιο λαμπρές και ρόδινες και ελκυστικές μνήμες,
Στων ανοιχτών ματιών μου υπερίπτανται τις λίμνες.

Τη φλόγα έχει ο ήλιος κατασβέσει των κηρίων·
Μα να, το νικητήριο φάντασμά σου είναι πάντα
Όμοιο, ω ψυχή-αστραπή, με αθάνατο ήλιον αναστάντα.

fav-3

Ο ΕΧΘΡΟΣ

Μια μαύρη καταιγίδα υπήρξε η νιότη μου, ένα βράδυ
Διαρκές· καμμιά φορά τη σκίζαν ήλιοι λαμπεροί·
Βροχές-βροντές τη χάλασαν, την έκαναν ρημάδι·
Στον κήπο μου έχουν λίγοι μείνει πια ώριμοι καρποί.

Και να που το φθινόπωρο έχω των ιδεών αγγίξει·
Και να δουλέψει φτυάρι πρέπει και τσαπί γερά,
Αν είν’ της γης το χώμα γόνιμο να ξανασφίξει
Κι οι τρύπες να κλειστούν που ανοίξαν τάφους τα νερά.

Τα νέα τ’ άνθη που ονειρεύομαι ποιός ξέρει αν πάλι
Στο χώμα ετούτο, που ’ν’ σαν θαλασσόδαρτο ακρογιάλι,
Τη μυστική θα βρούνε την τροφή ναν τα ταΐζει

Με σφρίγος; Οϊμέ! Ο Χρόνος τη ζωή μας τρώει, σακατεύει·
Κι ο σκοτεινός Εχθρός, που τις καρδιές μας ροκανίζει,
Απ’ όσο χάνουμε αίμα πίνει και ρουφά και αντριεύει.

fav-3

Ο ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

Των τσούρμων οι άνθρωποι συχνά, σαν θεν να διασκεδάσουν,
Κάτι πουλιά θαλασσινά (: άλμπατρους τεράστιους) πιάνουν –
Αράθυμα πουλιά που πέτονται για να θαυμάσουν
Τα πλοία που πάνω από βυθούς πικρούς τσουλήθρα κάνουν.

Στην κουπαστή τούς έχουν δεν τούς έχουν ακουμπήσει,
Κι οι ρήγες τούτοι τ’ ουρανού, με αδέξια ντροπαλότη,
Αφήνουν τις λευκές φτερούγες τους με οικτρή μια κλίση
Να μπαινοβγαίνουν σαν κουπιά μες στων νερών τα σκότη.

Ο ιπτάμενος ταξιδευτής νωθρό έχει γίνει τσούκι
Κι η τόση του ασκημιά γελοίο σου θυμίζει κάτι!
Στο ράμφος ένας ναύτης μ’ ένα τον τσιγκλάει τσιμπούκι·
Κουτσαίνει ο άλλος δείχνοντάς τον φτερωτό σακάτη.

Στων νεφελών ο Ποιητής τον ηγεμόνα μοιάζει
Που θύελλες στοιχειώνει και τοξότες ξεφτελίζει·
Εξόριστον στη γη οι γιουχαϊστές τον κάνουν χάζι
Που απ’ τις γιγάντιες του φτερούγες ούτε καν βαδίζει.

Μετάφραση ©Γιώργος Κεντρωτής

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε