George Le Nonce, Περὶ τῆς μυθοπλασίας


Διήγημα

Πάντα τοῦ ἄρεσαν τὰ μυθιστορήματα. Ἰδίως ὅσα εἶχαν πλοκὴ πολυδαίδαλη καὶ χαρακτῆρες πολλοὺς καὶ ποικίλους· ἀπαραιτήτως, ἐπίσης, ἀφηγητὴ παντογνώστη, ποὺ κατέγραφε ὄχι ἁπλῶς αὐτὰ ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ δεῖ καὶ νὰ παρατηρήσει, ἀλλὰ καὶ ὅλες τὶς σκέψεις, τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ματαιώσεις τῶν χαρακτήρων. Καθὼς δὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ μυθιστορήματα δὲν γράφονταν πιά, καὶ ὅσα γράφονταν ἦσαν ἄθλια ἢ δὲν ἦσαν μυθιστορήματα, ὁ Τ. δὲν εἶχε κανένα λόγο νὰ παρακολουθεῖ τὴν σύγχρονη ἐκδοτικὴ κίνηση. Ὅσα ἀγόραζε εἶχαν ἐκδοθεῖ πρὶν πενήντα, ἑκατὸ ἢ καὶ περισσότερα χρόνια, ὁπότε ἡ ἀπόλαυση ἦταν διπλή, διότι τὰ παληὰ αὐτὰ βιβλία ἱκανοποιοῦσαν καὶ τὸν ἄλλο φετιχισμό του, τὸ φετιχισμὸ τῆς τυπογραφίας καὶ τῆς βιβλιοδεσίας: τὰ πιὸ ἀγαπημένα του μυθιστορήματα εἶχαν δερμάτινα ἐξώφυλλα, κόκκινους μεταξωτοὺς σελιδοδεῖχτες καὶ ἀνάγλυφα τυπογραφικὰ στοιχεῖα.

Συχνὰ ὀνειρευόταν ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἔγραφε τέτοια μυθιστορήματα, πολύτομα καὶ περίτεχνα, καὶ ὅτι χιλιάδες ἄνθρωποι σὲ ὅλον τὸν κόσμο τὰ διάβαζαν μὲ προσήλωση καὶ μὲ θαυμασμό, καθισμένοι κατὰ προτίμηση σὲ δωμάτια μὲ ξύλινη ἐπένδυση στοὺς τοίχους, μὲ δερμάτινες πολυθρόνες καὶ καναπέδες, μὲ τζάκια ἀπὸ μαντέμι. Ἄλλοτε πάλι, ὀνειρευόταν πώς, παρ᾽ὅλο ποὺ ἦταν ἀναμφίβολα ὁ συγγραφέας τῶν πολυτελῶν αὐτῶν μυθιστορημάτων, ἦταν ἐπίσης κατὰ κάποιο παράδοξο τρόπο καὶ ἕνας ἀνυποψίαστος ἀναγνώστης, ποὺ δὲν εἶχε ἰδέα τί θὰ συμβεῖ στὴν ἑπόμενη σελίδα καθὼς ξάπλωνε σὲ ἕνα βελούδινο ἀνάκλιντρο μὲ τὸ βιβλίο ἀγκαλιὰ καὶ ἕνα ποτήρι οὐίσκυ στὸ τραπεζάκι δίπλα του. Στὸ πιὸ ἀγαπημένο του ὄνειρο, ὅμως, καὶ τὸ πιὸ σπάνιο, δὲν ἔπαιζε οὔτε τὸν συγγραφέα οὔτε τὸν ἀναγνώστη, ἀλλὰ τὸν ἥρωα. Καὶ μάλιστα, ὄχι τὸν ἥρωα ἑνὸς μόνο μυθιστορήματος, ἀλλὰ μιᾶς σειρᾶς μυθιστορημάτων, καὶ διηγημάτων, καὶ ποιημάτων, κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποκάλυπτε νέες πτυχὲς τῆς συγκλονιστικῆς του προσωπικότητας.

     Παρ᾽ὅλα αὐτά, δὲν εἶχε ἔρθει στὸ νησὶ μὲ σκοπὸ νὰ ἀπομονωθεῖ σὲ ἕνα σπίτι στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ καὶ νὰ διαβάζει μυθιστορήματα, νὰ σχεδιάζει πλοκὲς ἢ νὰ πλάθει χαρακτῆρες. Στὸ νησὶ εἶχε ἔρθει, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς ἡλικίας του (δὲν ἦταν τότε οὔτε τριάντα ἐτῶν), γιὰ νὰ χαρεῖ τὴ θάλασσα καὶ τὸν ἔρωτα. Καὶ εἶχε ἐπιλέξει νὰ ἔρθει μόνος του, χωρὶς προκαταβολικὴ ἐρωτικὴ δέσμευση, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ κυνηγήσει εὐειδεῖς ὁμηλίκους καὶ νὰ χαρεῖ τὰ σώματά τους χωρὶς καμμιὰ τροχοπέδη.
     Γι᾽αὐτὸ ἀκριβῶς, δὲν εἶχε φέρει βιβλία μαζί του, παρὰ μόνο ἕνα φτηνὸ ἀστυνομικό, χαρτόδετο, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἔνοιαζε ἂν λερωνόταν ἀπὸ τὸ ἀντιηλιακό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἔνοιαζε οὔτε κἂν ἂν τὸ ξεχνοῦσε σὲ κάποια παραλία. Ἀντιθέτως, εἶχε φέρει ὅλα ὅσα ταιριάζουν στὴν ἰδέα τῶν ἀνέμελων διακοπῶν σὲ ἑλληνικὸ νησί: δυὸ ζευγάρια γυαλιὰ ἡλίου, βερμοῦδες, σόρτς, καναδυὸ λινὰ παντελόνια, πολλὰ ἀνάλαφρα πουκαμισάκια καὶ πολύχρωμα μακὸ μπλουζάκια, πάνινα παπούτσια˙ἀλλὰ καὶ μοδᾶτα ἐσώρουχα (ἐφαρμοστὰ μποξεράκια τὰ περισσότερα, ὅλα πάντως ὑπογεγραμμένα: calvin klein φυσικά, καὶ armani, καὶ dolce e gabbana), καὶ προφυλακτικὰ σὲ διάφορα σχέδια καὶ χρώματα καὶ ἀρώματα, καὶ κάποια ἄλλα ἐρωτικῆς χρήσεως ἀντικείμενα, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν μιλᾶ κανείς, ἁπλῶς τὰ ἀνασύρει τὴν κατάλληλη στιγμὴ καὶ τὰ θέτει στὴν ὑπηρεσία τοῦ ὀργασμοῦ.
     Τὸ σπίτι τὸ εἶχε βρεῖ στὸ ἴντερνετ. Δωμάτιο μὲ μπάνιο καὶ βεράντα σὲ παληὸ ἀρχοντικὸ κοντὰ στὴν παραλία, ἔλεγε ἡ ἀγγελία. Μὲ κουζίνα καὶ χώρους ὑποδοχῆς κοινῆς χρήσεως. Οἱ φωτογραφίες ἔδειχναν ὑπνοδωμάτια μὲ διπλὰ κρεββάτια μὲ οὐρανό, καὶ ἕναν κῆπο ποὺ ἁπλωνόταν κατάφυτος μπροστὰ στὴν παραλία. Ἡ τιμὴ ἦταν μόνο εἴκοσι εὐρὼ τὴ βραδιά, τιμὴ εὐκαιρίας, τιμὴ ἀπίστευτη γιὰ Αὔγουστο στὸ νησί. Προτιμοῦνται, ἔλεγε, νέοι ἄνδρες, μόνοι. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἦταν, ὁπωσδήποτε, ὕποπτο. Λόγῳ αὐτοῦ τοῦ προδοτικοῦ δέλτα, λόγῳ τῶν ἀνδρῶν δηλαδή, ποὺ δὲν ἦσαν ἄντρες, φαντάστηκε ὅτι ὁ σπιτονοικοκύρης θὰ ἦταν κάποιος διεφθαρμένος ὑπερῆλιξ ποὺ ἔμενε ἐπίσης σὲ αὐτὸ τὸ σπίτι, πιθανότατα ὅλο τὸ χρόνο˙ στὴν καλύτερη περίπτωση ἔπαιρνε μάτι τοὺς νεαρούς του νοικάρηδες τὴν ὥρα ποὺ κοιμοῦνταν ἢ ἔκαναν μπάνιο, στὴν χειρότερη τοὺς ἐπετίθετο μὲ ἄσεμνες χειρονομίες ὅταν ἐπέστρεφαν, ἡμίγυμνοι, ἀπὸ τὴ θάλασσα. Ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν ἦταν ἔτσι, τί εἶχε νὰ φοβηθεῖ; Εὔκολα θὰ μποροῦσε νὰ ἀπωθήσει, ἢ ἀκόμη καὶ νὰ περιπαίξει, ἕναν διεστραμμένο γέρο. Καὶ ἐπιπλέον, ὑπῆρχε ἕνα σημαντικὸ παράπλευρο ὄφελος: ἐφόσον ἔτσι ξεδιάντροπα ἡ ἀγγελία δήλωνε ὅτι θὰ προτιμοῦνταν νέοι ἄνδρες μόνοι, οἱ πιθανότητες τὰ ἄλλα τρία δωμάτια νὰ καταληφθοῦν ἀπὸ ἄνδρες τῆς δικῆς του συνομοταξίας (δηλαδὴ ὄχι ἁπλῶς νέους καὶ μόνους, ἀλλὰ ἐπίσης ἀνδρικῶν ἐρωτικῶν τάσεων) ἦσαν, ὁπωσδήποτε, αὐξημένες. Θὰ μποροῦσε νὰ συναντήσει στὸ σπίτι αὐτό, καὶ μάλιστα στὸ διπλανὸ δωμάτιο, καὶ ἕναν καὶ δύο καὶ τρεῖς ἄνδρες πρόθυμους νὰ ἐπιδοθοῦν σὲ διαχύσεις καὶ σὲ λαγνεῖες μαζί του˙μὲ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς ἄνδρες νὰ πηγαίνει γιὰ κολύμπι στὴ θάλασσα, μὲ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς ἄνδρες νὰ πηγαίνει στὰ μπὰρ τὰ βράδια, μὲ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς ἄνδρες νὰ περιγελάει τὸν ὑπέργηρο ἀρσενοκοίτη σπιτονοικοκύρη καὶ νὰ τὸν ἀπωθεῖ.
    Μόλις ὅμως ἔφθασε στὸ σπίτι, οἱ προσδοκίες του αὐτὲς διαψεύστηκαν. Καὶ οἱ φόβοι ἐξίσου: κανεὶς ἄλλος δὲν κατοικοῦσε αὐτὸ τὸ σπίτι· καὶ δὲν ὑπῆρχε ὑπέργηρος σπιτονοικοκύρης, τὸν ὑποδέχθηκε μιὰ μεσόκοπη τσεμπεροφοροῦσα, ὀνόματι Διαμάντω, ἡ ὁποία σαφῶς ἦταν ἁπλῶς ἡ καθαρίστρια. Ἡ Διαμάντω τοῦ ἔδωσε τὰ κλειδιά, τοῦ ἔδειξε τοὺς χώρους καὶ τοῦ εἶπε ὅτι καθαρίζει καὶ ἀλλάζει σεντόνια κάθε μεσημέρι. Τὸν ἄφησε ἐπίσης νὰ διαλέξει ποιό ἀπὸ τὰ τέσσερα διαθέσιμα ὑπνοδωμάτια ἤθελε, γιατὶ ἦσαν, τοῦ εἶπε, ὅλα ξενοίκιαστα, πρὸς τὸ παρὸν θὰ ἦταν μόνος του στὸ σπίτι, ἀλλὰ νὰ εἶχε ὑπόψη του ὅτι ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ μπορεῖ νὰ ἐμφανιζόταν καὶ ἄλλος νοικάρης.
     Τὸ σπίτι ἦταν πολὺ ὡραιότερο ἀπὸ ὅ,τι φαινόταν στὸ ἴντερνετ. Τὸ ὑπνοδωμάτιό του τεράστιο (εἶχε, βέβαια, ἐπιλέξει τὸ καλύτερο), μὲ κρεββάτι ὑπέρδιπλο, ἕνα σαλονάκι σὲ μιὰ γωνιά, καὶ μιὰ βεράντα μεγαλύτερη ἀπὸ τὸ δωμάτιο, μὲ θέα στὸν ἀχανὴ κῆπο. Τὸ μπάνιο μαρμάρινο, μὲ μπανιέρα στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν ἄνετα νὰ ξαπλώσουν τοὐλάχιστον δύο ἄνδρες. Οἱ δὲ «χῶροι ὑποδοχῆς κοινῆς χρήσεως» (ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅμως, ἀποκλειστικὰ δικῆς του χρήσεως), ποὺ τοὺς νόμιζε εὐφημισμὸ γιὰ κάποιο μικρὸ χώλ, ἦσαν μιὰ μοναστηριακοῦ τύπου τραπεζαρία γιὰ δώδεκα ἄτομα, μία μεγάλη σάλα ὅπου χωροῦσαν τέσσερεις καναπέδες καὶ ἕνα πιάνο μὲ οὐρά, καί, τὸ συγκλονιστικότερο, ἕνα ἀκόμη δωμάτιο, μεγαλύτερο ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴ σάλα, ἐπιπλωμένο μὲ δερμάτινα Chesterfield, τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ τοῖχοι καλύπτονταν ἀπὸ ξύλινες βιβλιοθῆκες μὲ τζάμια, γεμάτες βαρύτιμα παλαιὰ βιβλία σὲ διάφορες γλῶσσες.
     Πάντως, ἡ παραλία δὲν ἦταν κοντά. Ὀπτικὴ ἀπάτη ἦταν ἡ ἐγγύτητα τῆς θάλασσας στὶς φωτογραφίες στὸ ἴντερνετ: ὁ κῆπος κατέληγε σὲ ἕνα γκρεμὸ καὶ ἡ θάλασσα ἁπλωνόταν περίπου ἑκατὸ μέτρα πιὸ κάτω, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴ φθάσεις θὰ ἔπρεπε νὰ κατέβεις ἕνα μονοπάτι κυκλικό, καὶ θὰ ἔπαιρνε, ὑπολόγιζε, τοὐλάχιστον μισὴν ὥρα ἡ διαδρομή. Δὲ βαριέσαι, δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ τἄχει ὅλα. Καὶ αὐτὰ ποὺ εἶχε, μὲ εἴκοσι εὐρὼ τὴν ἡμέρα, ἦσαν ἤδη πάρα πολλά. Ἂν ἦταν τυχερός (καὶ ἤδη αἰσθανόταν ἰδιαίτερα τυχερός), σὲ μιὰ δυὸ μέρες τὸ πολὺ θὰ ἐμφανιζόταν καὶ ἄλλος ἔνοικος καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ διασκεδάζουν μαζὶ ποικιλοτρόπως.
      Ἡ Διαμάντω ἔφυγε καὶ τὸν ἄφησε νὰ τακτοποιηθεῖ. Ἡ ὥρα ἦταν ἤδη ὀχτὼ καὶ εἶχε ἀρχίσει νὰ βραδιάζει. Ἄδειασε τὸ σάκο του, τακτοποίησε τὰ ροῦχα στὶς ντουλάπες καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἀντικείμενα στὸ μπάνιο καὶ στὸ συρτάρι τοῦ κομοδίνου του, γδύθηκε, μπανιαρίστηκε, ἀρωματίστηκε καὶ πῆγε, ἔτσι γυμνός, νὰ ἐξερευνήσει λίγο τὴ βιβλιοθήκη πρὶν βγεῖ νὰ γευθεῖ τὴν νυχτερινὴ ἔκλυση τοῦ νησιοῦ. Ὑπῆρχαν χιλιάδες βιβλία ἐκεῖ μέσα, ὅλα δερματόδετα, ὅλα πολυτελῆ. Ἀκόμη καὶ κάποια (ποιητικὲς συλλογές, ἰδίως) ποὺ γνώριζε ὅτι εἶχαν ἐκδοθεῖ μόνο σὲ χαρτόδετη ἐκδοχή, ἦσαν δεμένα, μὲ σκοῦρα δερμάτινα ἐξώφυλλα καὶ βαθυκόκκινους σελιδοδεῖχτες – ὁ ἰδιοκτήτης προφανῶς ἔπασχε ἀπὸ τὸν ἴδιο φετιχισμὸ τῆς βιβλιοδεσίας, ἀλλὰ εἶχε ἐπίσης τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα νὰ δίνει τὰ βιβλία γιὰ δέσιμο σὲ καλλιτέχνες βιβλιοδέτες πρὶν τὰ τοποθετήσει ἀνάμεσα στὰ ἄλλα του κομψοτεχνήματα.
     Ἦταν, ἀναμφίβολα, παράδοξο ὅτι αὐτὸς ὁ θησαυρὸς εἶχε ἀφεθεῖ ἔτσι ξεκλείδωτος καὶ μποροῦσε νὰ γίνει βορὰ τῶν τυχάρπαστων ἐνοικιαστῶν τοῦ καλοκαιριοῦ˙ ἀκόμη καὶ ἂν δὲν ἦσαν βιβλιόφιλοι (καὶ οἱ περισσότεροι νέοι ἄνδρες, μόνοι ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἦσαν), κάποιοι θὰ ἀντιλαμβάνονταν ὅτι αὐτὰ τὰ βιβλία εἶχαν καὶ σημαντικὴ χρηματικὴ ἀξία καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ μποῦν στὸν πειρασμὸ νὰ τὰ ὑπεξαιρέσουν. Ἴσως, ὅμως, ὁ ἀόρατος ἰδιοκτήτης νὰ μὴν ἐνδιαφερόταν τελικὰ γιὰ τὰ βιβλία ποὺ θὰ ἔχανε, ἴσως νὰ τὸν ἐνδιέφερε περισσότερο ἡ θέα ἢ καὶ ἡ συντροφιὰ τῶν ἀνδρῶν ποὺ σχεδὸν φιλοξενοῦσε. Δὲν μποροῦσε νὰ ἀποκλεισθεῖ καὶ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ κρυβόταν κάπου μέσα στὸ σπίτι, νὰ καραδοκοῦσε μέσα σὲ κάποιο μυστικὸ δωμάτιο κρυμμένο πίσω ἀπὸ κάποια βιβλιοθήκη, νὰ παρακολουθοῦσε αὐτὴ τὴ στιγμὴ τὸν νεαρὸ ἄνδρα ποὺ ὁλόγυμνος περιεργαζόταν τὰ βιβλία καὶ νὰ περίμενε τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ νὰ κάνει τὴν ἐρωτική του ἐπίθεση.
     Ὁ T. ἀνατρίχιασε στιγμιαῖα στὴ σκέψη ὅτι μπορεῖ, πράγματι, ὁ μυστηριώδης ἰδιοκτήτης νὰ τὸν παρακολουθοῦσε καθὼς κατέβαζε ἀπὸ ἕνα ράφι τὸ ὁποῖο εἶχε τεντωθεῖ γιὰ νὰ φθάσει τὴν πρώτη ἔκδοση τῆς Δίκης τοῦ Κάφκα. Ἀπόδιωξε ὅμως τὴ σκέψη αὐτὴ ὡς μυθιστορηματική, ξάπλωσε σὲ ἕναν καναπὲ στὴ μέση τοῦ δωματίου καὶ ἄρχισε νὰ ξεφυλλίζει καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ διαβάζει. Μετὰ τὶς πρῶτες πενήντα σελίδες, ἀποφάσισε ὅτι δὲν ἤθελε τελικὰ νὰ βγεῖ ἔξω, καὶ ἐνῶ ὣς τότε ἔλεγε στὸν ἑαυτό του, μὲ κάποια ἐνοχή, ὅτι δυὸ τρεῖς σελίδες ἀκόμη θὰ διάβαζε καὶ θὰ ἔφευγε καὶ θὰ πήγαινε νὰ ἀναζητήσει ἕνα σῶμα πρόθυμο στὰ μπὰρ τῆς χώρας, τώρα ξάπλωσε μὲ μεγαλύτερη, ἀπρόσκοπτη νωχέλεια καὶ βυθίστηκε στὴν ἐξιστόρηση τῶν περιπετειῶν τοῦ Josef K.
    Ὅταν ξύπνησε ἦταν σχεδὸν μεσημέρι. Μὲ τὸν Κάφκα στὴν ἀγκαλιά του, πῆγε τρέχοντας στὸ δωμάτιό του, νὰ βάλει ἕνα ροῦχο πάνω του πρὶν ἔρθει ἡ Διαμάντω καὶ τὸν βρεῖ τσίτσιδο. Σκέφτηκε νὰ βάλει τὸ μαγιό του καὶ νὰ κατεβεῖ στὴν παραλία, ἀλλὰ δικαιολογήθηκε στὸν ἑαυτό του ὅτι ἦταν ἀκόμη κουρασμένος ἀπὸ τὸ ταξίδι καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μείνει ἕνα πρωινὸ μέσα νὰ ξεκουραστεῖ, ἄλλωστε ὁ ψυχαναγκασμὸς ὅτι πρέπει νὰ πηγαίνει κανεὶς γιὰ μπάνιο στὴ θάλασσα καθημερινῶς ἐφόσον βρισκόταν διακοπὲς σὲ νησὶ ἦταν μικροαστικὸς καὶ ὑπῆρχε ἐπίσης τὸ ἐνδεχόμενο ἡ Διαμάντω νὰ τοῦ ἔφερνε ἕναν καινούριο νοικάρη, ἀξιέραστο καὶ πρόθυμο, τὸν ὁποῖο καλὸ θὰ ἦταν νὰ ὑποδεχθεῖ καὶ νὰ κατακτήσει. Φόρεσε λοιπὸν ἕνα τζὴν καὶ ξυπόλητος καὶ γυμνὸς κατὰ τὰ ἄλλα (ἦταν, ἀκόμη, λεπτός, μὲ σῶμα ἀξιοθαύμαστο) πῆγε στὴν κουζίνα, ἔφτιαξε καφέ, ἄναψε τσιγάρο καὶ βολεύτηκε στὴ σάλα, σὲ μιὰ πολυθρόνα ποὺ ἔβλεπε τὴν εἴσοδο. Τὸν Κάφκα τὸν εἶχε βάλει στὴν τσάντα του, στὸ δωμάτιό του, διότι δὲν εἶχε, βέβαια, καμμιὰ πρόθεση νὰ τὸν ἐπιστρέψει.
    Μετὰ ἀπὸ λίγο ἀκούστηκε κλειδὶ στὴν πόρτα, ἀλλὰ ὄχι ὁμιλίες. Μὲ ἀδημονία προσήλωσε τὸ βλέμμα του, εἶδε ὅμως τὴ Διαμάντω μόνη, μὲ δύο πλαστικὲς σακοῦλες ἀπὸ τὸ σοῦπερ μάρκετ. Τὸν χαιρέτησε καὶ ἀποσύρθηκε στὴν κουζίνα, ὅπου τὴν ἀκολούθησε κι αὐτὸς γιὰ νὰ φτιάξει δεύτερο καφέ. «Πῶς καὶ δὲν πῆγες στὴ θάλασσα;» τὸν ρώτησε. Τῆς εἶπε ψέμματα πὼς ξενύχτησε, σηκώθηκε ἀργά, θὰ πήγαινε ἀργότερα, δὲν ὑπῆρχε πάντως λόγος νὰ τοῦ φτιάξει τὸ δωμάτιό του. Ἡ Διαμάντω χαμογέλασε χωρὶς νὰ πεῖ λέξη. Αὐτὸς πῆρε τὸν καφέ, κλείστηκε στὸ δωμάτιό του καὶ περίμενε πότε θὰ φύγει ἡ Διαμάντω νὰ τὸν ἀφήσει ἥσυχο. Εὐτυχῶς, δὲν ἄργησε, δὲν εἶχε ἄλλωστε καὶ πολλὰ νὰ κάνει, τὸ πολὺ μιὰ ὥρα ἀργότερα ἄκουσε τὴν πόρτα τῆς εἰσόδου νὰ κλείνει, περίμενε πέντε λεπτὰ ἀκόμη νὰ βεβαιωθεῖ, ἔβγαλε τὸ τζήν του καὶ ἐπέστρεψε γυμνὸς στὴν βιβλιοθήκη.
     Θὰ μείνω ἐδῶ, σκέφτηκε, δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὰ λόγος νὰ βγαίνω, ἴσως μόνο γιὰ τὰ ἀπαραίτητα, τρόφιμα καὶ τσιγάρα δηλαδή, θάλασσες θὰ βρῶ πολλὲς στὴ ζωή μου, καὶ διασκεδάσεις καὶ ἄνδρες πρόθυμους καὶ ἐρωτοπραξίες, ἀλλὰ τέτοια βιβλιοθήκη δὲν θὰ ξαναβρῶ ὁλόκληρη στὴ διάθεσή μου, θὰ μείνω ἐδῶ καὶ θὰ διαβάζω, καὶ θὰ χαϊδεύω τὶς ράχες τῶν βιβλίων καὶ θὰ εὐχαριστιέμαι ὅπως δὲν εἶναι πιθανὸ νὰ ξαναευχαριστηθῶ ποτέ.
     Στάθηκε μπροστὰ σὲ ἕνα τυχαῖο ράφι. Δὲν τὸ εἶχε παρατηρήσει τὸ προηγούμενο ἀπόγευμα, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καμμιὰ λογικὴ στὴν ταξινόμηση τῶν βιβλίων: βιογραφίες, ποιήματα, μυθιστορήματα, θεωρητικὰ βιβλία (ψυχανάλυση, κοινωνιολογία, κριτικὴ) ἦσαν ὅλα ἀνάκατα στὸ ἴδιο ράφι, σὲ διάφορες γλῶσσες, μὲ διάφορους συγγραφεῖς, ἀπὸ διάφορες χρονικὲς περιόδους. Δὲν πειράζει, σκέφτηκε, ἄλλωστε δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ψάξει κάτι συγκεκριμένο γιὰ νὰ διαβάσει, θὰ ἔπαιρνε κάτι στὴν τύχη, πῆγε σὲ ἕνα ἄλλο ράφι, ἔκλεισε τὰ μάτια, καὶ κατέβασε τὸ πρῶτο παχουλὸ βιβλίο ποὺ ἔπιασε, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἦταν μυθιστόρημα.
    Καὶ ἦταν. Γνωστὸ καὶ αὐτό, ὅπως ἡ Δίκη, τὸ εἶχε ξαναδιαβάσει πολλὲς φορές, ἀλλὰ δὲν τὸν ἔνοιαζε, ἡ ἀπόλαυση αὐτῶν τῶν μυθιστορημάτων δὲν μειωνόταν μὲ τὶς ἐπαναναγνώσεις, ὅπως δὲν μειωνόταν καὶ ἡ ἐρωτικὴ ἀπόλαυση ὅταν κανεὶς ξαναγαμοῦσε τὸν ἴδιο ἄνδρα. Ἡ προσμονὴ τῆς ἀπόλαυσης τοῦ συγκεκριμένου μυθιστορήματος εἶχε, μάλιστα, καὶ ὀφθαλμοφανεῖς συνέπειες στὸ σῶμα του: εἶχε ἀρχίσει νὰ καυλώνει.
    Ὄχι, δὲν ἐπρόκειτο γιὰ ἐρωτικὸ μυθιστόρημα, τοὐλάχιστον ὄχι μὲ τὴν κοινὴ ἔννοια τῆς λέξης. Ἐντούτοις, ὅταν ξεκίνησε νὰ τὸ διαβάζει ἀντιλήφθηκε πὼς ἡ στύση του δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑποχωρήσει, ἀντιθέτως, μὲ κάθε σελίδα μεγάλωνε καὶ σκλήραινε, καὶ ὅταν ἔφθασε στὴν τρίτη μέρα τοῦ ἡμερολογίου τοῦ Jonathan Harker, δὲν μπόρεσε ἄλλο νὰ συγκρατηθεῖ, ἦρθε σὲ ὀργασμὸ μεγαλειώδη καὶ ἐπίπονο, ἐνῶ πίσω ἀπὸ τὰ βιβλία, κρυμμένος στὸ μυστικό του τάφο, ὁ ὑπέργηρος πράγματι οἰκοδεσπότης τὸν παρακολουθοῦσε λιγωμένος καὶ περίμενε πότε θὰ ἔρθει ἡ νύχτα, πότε θὰ ἀπολαύσει ἐπιτέλους τὸ σῶμα αὐτὸ ποὺ μόνο ἀπὸ τὶς σχισμὲς τῶν μυθιστορημάτων μποροῦσε νὰ θαυμάσει.
Ἂν καὶ δὲν τὸ ἤξερε ἀκόμη, ὁ Τ. εἶχε ἤδη πραγματοποιήσει τὸ ὄνειρό του.
*
photo© Στράτος Φουντούλης, Αγκόνα 2008.

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «Ζήτημα Ευρύ»

Να συλλογιστούμε με τα τωρινά μέσα, τις παραστάσεις, τις ποικίλες, εξειδικευμένες συγκινήσεις, πόσο σπουδαιότερο και ευρύτερο θα είχε σταθεί το έργο του Κάφκα ή του Πορτογάλου Πεσσόα. Να αναλογιστούμε την ψυχολογική εμβάθυνση με την οποία θα προίκιζαν το έργο τους, λαμβάνοντας υπόψη τις επίκαιρες συνθήκες, τις καινούριες αγωνίες, το ανθρώπινο αδιέξοδο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «Ζήτημα Ευρύ»»

Δημήτρης Ραυτόπουλος, Η Επιθεώρηση Τέχνης και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός

[…]

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Επιθεώρηση Τέχνης πρωτοβγαίνοντας τα Χριστούγεννα του 1954, πριν από το «λιώσιμο των πάγων», αποφεύγει την ένταξη στο δόγμα.

Ας εξηγηθώ από τώρα, προλαβαίνοντας ένα εύλογο ερώτημα: Μήπως τότε, το 1954-55, εμείς, η συντακτική ομάδα του περιοδικού, είχαμε απορριπτική θέση ή, έστω, κάποια συγκεκριμένη κριτική στάση απέναντι στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό; Νομίζω ότι μπορώ ν’ απαντήσω για λογαριασμό όλων μας αρνητικά. Ελλιπή πληροφόρηση, πλαστογραφημένη πληροφόρηση, πελώρια πίστη και καλή πίστη, ακόμα και σύγχυση είχαμε. Και πώς να μην είχαμε! Συσκότιση, μυθοποίηση, ακτιβισμός, δεοντολογία πολεμικού κομμουνισμού (μέσα στις συνθήκες του ψυχρού πολέμου και του εμφύλιου) μας είχαν αναθρέψει. Μα κάτι δεν πήγαινε καλά. Η σοβιετική λογοτεχνία και η τέχνη δεν μας έπειθαν για την ποιότητα τους. Βέβαια, οι νέοι πολιτισμοί, μας έλεγαν και λέγαμε, δε δίνουν τα ώριμα φρούτα τους μέσα σε 40 χρόνια, και τέτοια χρόνια. Μα τα φρούτα αυτά δεν ήταν στυφά, ξινά, ήτανε νερόβραστα… Γιατί το ’18, το ’25 είχαμε έκρηξη της επαναστατικής τέχνης και το ’55 είχαμε ροχαλητό; Και αφού ο προλεταριακός πολιτισμός είναι νόμιμος κληρονόμος των καλύτερων επιτευγμάτων του αστικού πολιτισμού, όπως βεβαίωνε και το τελευταίο αρθρίδιο περί σοβιετικής κουλτούρας… Κι από τα μικρά ανοίγματα κι από τα μικρά ρήγματα φυσούσαν σφοδροί άνεμοι αμφιβολίας. Ήταν ένας καιρός συνειδησιακών διλημμάτων και αμηχανίας για την αριστερή διανόηση στα πρόθυρα του αναθεωρητισμού. Και όχι μόνο βέβαια στο χώρο της κουλτούρας. Ας περιοριστούμε όμως σ’ αυτόν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Ραυτόπουλος, Η Επιθεώρηση Τέχνης και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός»

Απόστολος Θηβαίος, Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου

 
«Η ΠΡΟΤΟΜΗ»
Μια συμβολιστική προσέγγιση στο αναμνησιακό έργο
Του Τάκη Σινόπουλου,
«Νεκρόδειπνος»
Ξύπνησε κατατρομαγμένος. Έτσι, λοιπόν ξυπνούν οι φονιάδες και οι φταίχτες, συλλογίστηκε. Κοίταξε το λίγο φως που έμπαινε από το κλειστό παράθυρο και τεμαχιζόταν και εσκόρπαγε στα αναρίθμητα μάτια του ήλιου. Συλλογίστηκε το λιοπύρι που θα έδερνε σήμερα την πόλη, συλλογίστηκε τη λύπη του, θυμήθηκε ακόμα έναν εγκάρδιο φίλο που εχάθη προσφάτως και ετάφη προχείρως, δίχως τιμές. Στην Κόρινθο, εκεί ετάφη, στο κοιμητήριο που είναι πάνω ψηλά, κοντά στο στρατόπεδο. Δεν μπόρεσε να παρευρεθεί, έτσι γέρος και μονάχος που είναι, δεν μπόρεσε και πικράθηκε πολύ. Που δεν τίμησε την εγκαρδιότητα, που δεν τον αποχαιρέτησε, όλοι οι φίλοι είναι πια σκισμένες σημαίες σε εδάφη κυριευμένα. Τίποτε άλλο.
    Ξοδεύτηκε μες στη μέρα σε ανώφελες υποχρεώσεις. Πέρασε και από τα καφενείο, στάθηκε απόμερα, έξω πυρκαγιές και λίγοι άνθρωποι. Γεννιόταν, έλεγαν πάντα τέτοια εποχή το καλοκαίρι. Είδε τις γυναίκες που βιάζονταν για τις λειτουργίες, τα πρόσφορα, τη φροντίδα της μνήμης των νεκρών που κοιμούνται στα χώματα, καθώς οι εργάτες στα υπαίθρια λιοτρύβια. Ετοίμασε μάλιστα και ένα δέμα και το δωσε στο παιδί για τα θελήματα. Να το πάει λέει στον Μαδριλένο Φιντέλ που γερνά στις φυλακές, επειδή δεν άντεξε και έκοψε τρυφερά και ήσυχα το λαιμό της άτυχης Ευδοξίας με την τσαγκαράδικη φαλτσέτα του και τώρα μετανιώνει και δίδει ονόματα ισπανικών δρόμων στους συγκρατούμενους και όλοι μαζί στην αρχή της εποχής των ναυαγίων που θα σταθεί αδιάκοπη και αμίλητη. Με άλλα λόγια, μια πολύ οδυνηρή τρυφερότητα τον έκαμε να νοιαστεί για τον Φιντέλ και να τακτοποιεί εδώ και χρόνια, στις αρχές του εκάστου μήνα, τις ανάγκες του δύστυχου άνδρα για καπνό, χαρτί, γραφίδα και άνθρωπο. Αργά το απόγευμα, ανάμεσα σε πιστούς, γυναίκες με θεσπέσιο, εφηβικό φύλλο, αγόρια που σε λίγο καιρό θα στρατευθούν εις την αδηφάγα υπηρεσία της πατρίδος, πήρε να περπατά. Ήμερα, με το πρόσωπό του ασκητικό, μες στο λιγοστό φως ήταν όλος μία άσκηση. Προσπέρασε τα ανθοπωλεία με τις πολύχρωμες φρέζιες, τα ζαχαροπλαστεία που κλείναν το ένα μετά το άλλο, γιατί μια τέτοια μέρα όλος ο τόπος μυρίζει θλίψη και ντροπή.
     Ανέβαινε αργά και σε όλο το μήκος της οδού τον εντυπωσίαζαν τα διάσπαρτα συντρίμμια, ολοένα και περισσότερα και τα μάτια του θολά και ένα θάμπος απρόσμενο από το ύψωμα και τα σύρματα και τα σχοινιά τεντωμένα. Εκείνα που κρατούν τον κόσμο και ξεχωρίζουν τη γη από τις πελώριες, νεφελώδεις πεδιάδες. Αισθάνθηκε μια διάθεση λυρική και έτσι τρυφερά ανασηκώθηκε από τη θέση του, όλος ο κόσμος χτυπούσε σαν καρδιά. Στην πλατεία γύρω από την προτομή είχαν κρεμάσει πετονιές με βυζαντινές σημαίες και τα μικρά παιδιά, ντυμένα για κάποιο δράμα, ταπεινότερο, συνοικιακό πάσχιζαν να εννοήσουν τη λύπη του κόσμου. Ανάψαν οι φωτισμοί στους εξώστες, οι δημοτικοί στύλοι γυρτοί, με το βλέμμα τους κατά το χώμα έσταζαν ωραίο, κάτωχρο φως. Στάθηκε εμπρός από τη μισόκτιστη οικοδομή που έχει σίδερα όρθια σαν κεραίες, άλλοτε μοιάζουν με σταυρούς και εκεί χτίζουν πάντα τα παιδιά το τρομερό οχυρό, σαν να είναι ο δρόμος ένας δύσκολος ποταμός και οι δυο του όχθες που θα πλημμυρίσουν καταμεσίς του χειμώνα με τώρα κρατούν τις ανάσες τους. Ένα παράξενο θέαμα, μια παράδοξη όψη στυλώθηκε εμπρός του. Ένα ξαφνικό, ανθρώπινο κοπάδι από τους παλαιούς φίλους, τους αγωνιστές, τα κορίτσια με τα κοντά κρινολίνα, με τις θεσπέσιες φωνές που σπάσαν στα τσιμέντα εδώ και χρόνια πια, κατηφόριζαν νεύοντας με τα ισχνά τους χέρια. Μα ήταν πριγκηπικοί και αποφασισμένοι, σαν εκείνους που τίποτε δεν έχουν να χάσουν μια και ξεμπέρδεψαν με ζητήματα όπως η ζωή και η επιβίωση. Ο Μάρκος, ο Γεράσιμος, η Νανά, η Λίτσα, η Φανή, ο Ελεμίνογλου, ο Τζανής, παιδιά μεγαλωμένα μες στη φρίκη, άνδρες σκοτωμένοι τα σκοτεινά χρόνια, άλλοι που τους αφήσαμε καρφωμένους στο κατώι και εμπρός σφάδαζε σφαγμένο ζώο η μάνα και οι πυροβολισμοί πέρα στα χωράφια δεν είναι παρά ο σκοτωμένος γιος που επλήρωσε επιτέλους τα κρίματά μας. Θυμήθηκε τους αγώνες, τους οπλισμούς, τα σκληρά νύχια που καρφωμένα μες στα χώματα μας οδηγούσαν πάνω στα υψώματα, τους αρρώστους, όσους εγκαταλείψαμε με κατάμαυρους επιδέσμους, ανεμίζοντες από τις άθρεφτες πληγές τους.
    Ταράχτηκε και είπε πως τούτο είναι ένα σημάδι. Πείστηκε πια πως η ιστορία δεν είναι πια χρόνος, μήτε εξέλιξη, μα κατάσταση, πως εκτείνεται κάποτε καθέτως, σαν τα βουνά που αντικρίζεις εμπρός σου στις αγαπημένες επαρχίες. Έπειτα, έφερε στο νου του πως έτσι πια βιώνεται το τέλος του προσωπικού μύθου, με πράξεις και επαναλήψεις να αγγίζουν τα όρια της επιθυμίας. Η στοργική λύπη για την Νανά, την Λίτσα, τον Μάρκο δεν συνιστούν παρά μια επιβεβαίωση της παραπάνω υποψίας. Έτσι λοιπόν γίνεται, με τον ποιητή και τον άνθρωπο να ζητούν την απεικόνιση των φαντασμαγοριών που τους περιστοιχίζουν, ως να ήταν στέρεα πράγματα, υπαρκτά, πρακτικά. Λέγοντας τούτα, ανακάλεσε,-με τι θλίψη ενθυμήθηκε το φίλο ποιητή-, εκείνον που μεριμνούσε πάντοτε για «τη λησμονημένη», εκείνον που μεγάλωσε, έζησε και σκοτώθηκε μες στα χτιστά ποτάμια. Τώρα έκλαιγε και γύρω του ένα κορίτσι με βραχιόλια από χρυσάφι, εξωφρενικά γελούσε και χόρευε. Ίσως ήταν η Κατερίνα, ή η Αργώ ή πάλι μια κάποια άλλη που ποτέ δεν θα θυμηθεί, διότι έτσι επιβάλλει η μοίρα των ερώτων. Χόρευε και γελούσε παθιασμένο το κορίτσι και οι φίλοι χειροκροτούσαν. Κάποιος είπε, μες σε εκείνο το χαμό, κάποιος από τους πεθαμένους είπε πως αγαπά πολύ την ποίηση και εξηγήθηκε. Είπε πως πάντα υφίσταται μια στιγμή που ολόκληρο το σκοτάδι του κόσμου αποκαλύπτεται μες σε ανυπόφορα, δηλητηριώδη φώτα και τότε δεν υπάρχει καμιά διαφυγή, μήτε μπορεί κανείς να επιβιβαστεί στα μεγάλα φορτηγά πλοία που τραβούν κατά την Αίγυπτο.Είπε πως είναι μέτρο και στιγμή, ικανή να διαρκέσει για πάντα, ας πούμε ένα είδος σήμανσης, ουσιώδους. Η θέα μες στη νύχτα είναι το μέτρο και αν τελικά εκείνος είδε τους φίλους και τις αγαπημένες ερωμένες, τότε λοιπόν τέτοιο είναι το σκοτάδι που θρέφει εντός του και έσφιξε τα χέρια του, τον αγκάλιασε, η ανάσα του μύριζε σαν κήπος, είχε υγρασία πολύ και ίσως φταίει το χώμα, ξερνούσε χώμα σε κάθε του λυγμό. Έκλαιγε, γιατί θυμήθηκε τον Ρουμάνο φίλο Εμίλ που μιλούσε για μια νοσταλγία άγρια, μια νοσταλγία για εκείνη την πρώτη, τη βάρβαρη, τελευταία λέξη κάθε πολιτισμού που είναι ο πόλεμος. Πόσοι από τούτα τα παιδιά χαθήκαν μες στις πυρκαγιές, πόσοι φίλοι λησμονήθηκαν για πάντα όταν κάποτε έφτασε το γράμμα από το μέτωπο και η σημαία και η ευχαριστήρια, εγκωμιαστική επιστολή. Μπήκε μες στο σπίτι, έξω κρατούσε ο χορός του νεαρού κοριτσιού και οι άλλοι, σαν κένταυροι μέσα από τα νερά ανδύονταν και καταπατούσαν και την ιστορία και τη βιολογία του ανθρώπου. Εκείνος έγραψε, με μεγάλα, βρόχινα γράμματα.
    «Η ποίηση οφείλει να είναι αφηγηματική. Παραστατική, σχεδόν θεατρική. Μα με μια αίσθηση ολοφάνερη της αρχικής της υπόστασης, του χώρου ας πούμε, τον οποίο καταλαμβάνει.Όσον αφορά το ζήτημα της θεατρικότητας, επικροτείται η απεικόνιση του ίδιου του θεατρικού μηχανισμού. Έπειτα, με την αφηγηματικότητα, υπάρχει πάντοτε ζωντανή και ακμαία η πιθανότης να προβούμε σε μία αντιστροφή του κλίματος, ακυρώνοντας όλες τις δυστυχίες, με τις οποίες μας προίκισε το παρελθόν. Βεβαίως, είναι παρήγορο αν συλλογιστούμε πως το βίωμα της δυστυχίας συνιστά αναπόσπαστο ζήτημα του βίου και είναι αδύνατον να αναπαρασταθεί σε πληρότητα και επάρκεια η ζωή ενός ανθρώπου. Και άρα να μετουσιωθεί σε τέχνη.Όμως μπορεί το ιστορικό παρελθόν να ακυρωθεί ή να το θέσουμε αποδεκτό, να το αναγνωρίσουμε.
    Ίσως εξαιτίας ετούτου του γεγονότος, μιας τελείωσης συναισθηματικής, ενός υπερβολικού σκοπού επανέρχονται ενώπιόν μου σήμερα οι πιο καλοί φίλοι, οι πιο αδικημένοι νεκροί, σήματα από σταθμούς που κάποτε επισκεφτήκαμε και κατά την αποχώρησή μας, ευτυχήσαμε να επιζήσουμε των τραυμάτων, των κακκουχιών. Η μονάδα στην ποίηση, επισημαίνει ο Γεώργιος Σεφέρης είναι η ίδια η λέξη, το όνομα, η ιδιότητα που προσδιορίζει ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός και έτσι θεσπίζεται το σύμβολο με τις ευφάνταστες αναγωγές και την ηθελημένη ελλειπτικότητα. Η ποίηση είναι η βροχή που πέφτει ανάμεσα στα σπίτια και γεμίζει τα διακριτικά κενά, τους κοινόχρηστους χώρους, έτσι ώστε να μην τεθεί ποτέ θέμα και αν πάλι αυτό συμβεί, ένα τόσο στέρεο υλικό είναι αδύνατον να επιτρέψει μια αμφισβήτηση της μονιμότητάς του.Ο Στέφαν Σπέντερ πάντοτε υποστήριζε πως η αφήγηση αποκρυσταλλώνει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται αληθινό κάτι το οποίο εμείς νιώσαμε.Και είναι ακριβώς σε τούτες τις συνθήκες όπου πάλλεται η τρομερή μας ύπαρξη, ασύμβατη και δίχως δυνατότητα υποβλητική. Και είναι πάλι μια ένδειξη λατρευτική της ίδιας της ζωής η ποίηση, καθώς θα επιτρέψει να κοινωνηθεί η πιο καίρια ουσία της, σε όλους τους κόσμους, εκπληρώνοντας ένα ζητούμενο μεταφυσικής φύσεως.Η πρόταση ενός ποιητή, για όσους αμφισβητούν τέτοια πράγματα, στέκει πάντα πέρα και έξω από τα ανθρώπινα. Με μια γλώσσα καταδικασμένη να κοπιάζει να εξηγήσει τη δική της ερημιά, πλάι στο θάνατο του σώματος, σε χαιρετώ μαινόμενε φίλε μου, Νίκο Καρούζο.
    Μην απορρήσετε λοιπόν για το ειδικό βάρος των λέξεων, για την αδράνεια που θηρεύεται,για τη μνήμη που στήνει ξανά το αρχαίο θέατρο, για τους σκοπούς που σαν αδέξιοι αργοναύτες γυρεύουν να φτάσουν όπου οι άλλοι αρνήθηκαν. Εμπρός σε τέτοια ζητήματα, καμιά κατηγορία να μην ευσταθεί.»
    Άφησε το γράμμα έτσι, μισάνοιχτο πάνω στο τραπέζι του γραφείου και βάδισε προς το φως. Έξω οι φίλοι χειροκροτούσαν, υπήρξε μία αίσθηση εορταστική, το πλήθος παραληρούσε και όλοι υπήρχαμε πολύ τότε. Ύστερα αποχώρησαν όλοι μαζί. Τη σωρό του ποιητή τη βρήκαν το επόμενο πρωινό. Είχε στα χέρια του το δέμα του Φιντέλ. Είπαν πως ότι κατάφερε, το έπραξε δίχως χρυσάφι, μα με δάκρυα, αίματα και ακαθαρσίες, υλικά εξαιρετικά ανθρώπινα. Επιβεβαίωσαν τούτο και οι γλωσσολόγοι τονίζοντας την εκφραστική λιτότητα. Εκείνο δε που με ευθύτητα αναγνωρίστηκε ήταν η προσήλωση της τέχνης του προς έναν σκοπό συμμετρικό με εκείνον του βίου του.
    Το σπίτι του αποτέλεσε δωρεά του δήμου εις τις προσεχείς γενιές. Το γράμμα επιδεικνύεται ακόμη στους επισκέπτες. Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου διατηρεί ακέραια την αρετή των αγαλμάτων. Μήτε αράχνες ή επιδέσμους θα δεις στην προσωπογραφία του. Μονάχα μέρες που είναι ήδη γερασμένες, την παύση του χρόνου, ό,τι κληροδότησε ο θάνατος, ότι αντιμάχεται η ποίηση. Τέτοια πράγματα.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Μάνος Χαριτάτος


Φραγκίσκη ΑμπατζοπούλουΈνας εθνικός ευεργέτης

Πολλές φορές σκέφτομαι ότι οι περισσότερες και καλύτερες εργασίες στον τομέα των νεοελληνικών σπουδών εξαρτήθηκαν από ένα εύρημα στη βιβλιοθήκη ή στο αρχείο ενός συγγραφέα, και ακόμη πιο συχνά σκέφτομαι τις εργασίες που δεν έγιναν, που σταμάτησαν μπροστά στην αδυναμία εύρεσης υλικού, κυρίως από τον περιοδικό Τύπο, λόγω της ανεπάρκειας των βιβλιοθηκών μας. Όμως τέτοιες δυσκολίες έχουν περισσότερη σχέση με το απώτερο παρελθόν. Γιατί εδώ και τρεις δεκαετίες, ο νεοελληνιστής γνωρίζει ότι υπάρχει σε μέρος γνωστό και φιλόξενο ένας θησαυρός που τον περιμένει. Και υπάρχει χάρη στον Μάνο Χαριτάτο.
   Οι νεότεροι συνάδελφοι φιλόλογοι και ιστορικοί δεν μπορούν να αντιληφθούν τι σήμαινε να προσπαθείς να κάνεις μια ολοκληρωμένη έρευνα στις δημόσιες βιβλιοθήκες, ειδικά στον Τύπο του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, κάτω από τις συνθήκες της δεκαετίας του ’60 και ’70. Όλα αυτά άλλαξαν όταν ο Χαριτάτος αποφάσισε να ιδρύσει το ΕΛΙΑ. Θυμάμαι ότι συχνά, όταν έφτανε ένα αρχείο στα χέρια του, ο ίδιος τηλεφωνούσε σε πιθανούς ενδιαφερόμενους για να τους προτείνει να το μελετήσουν.
   Ο Μάνος Χαριτάτος ήταν ουσιαστικά ο άνθρωπος που ανέτρεψε την παλαιότερη λογική ότι ο λόγιος στηρίζεται στη «βιβλιοφιλία» του, στα σπάνια ευρήματα, βιβλία και αρχειακό υλικό της προσωπικής του βιβλιοθήκης. Τα «σπάνια», τα πανάκριβα δυσεύρετα βιβλία, τέθηκαν στη διάθεση του φιλέρευνου κοινού, και το τεράστιο αυτό σχέδιο του Χαριτάτου ολοκληρώθηκε με τη συγκρότηση ειδικών συλλογών και το μεγαλόπνοο σχέδιο της ψηφιοποίησης των λογοτεχνικών και άλλων περιοδικών, που πραγματοποιήθηκε χάρη στην πρωτοβουλία και τη φροντίδα του.
   Συχνά αναρωτιέμαι πόσες εργασίες έχουν γίνει και πόσοι νεότεροι ελληνιστές χρωστούν την πορεία της σταδιοδρομίας τους στο υλικό που συγκέντρωσε γι’ αυτούς και έθεσε στη διάθεσή τους ο Μάνος Χαριτάτος. Και δεν ξέρω αν ευχαρίστησαν αρκετά τον ίδιο και τους συνεργάτες του, και αν το δήλωσαν δημόσια. Εμένα προσωπικά οι επισκέψεις μου στο ΕΛΙΑ συνοδεύονται πάντα από ένα αίσθημα ευφροσύνης και ευγνωμοσύνης γι’ αυτόν τον άνθρωπο ο οποίος, χωρίς να είναι ο ίδιος ένας διαμορφωμένος «λόγιος», επέλεξε να αφιερώσει τη ζωή του, τον χρόνο του και την περιουσία του σ’ αυτή την ανυπολόγιστη προσφορά στα γράμματα, ανοιχτή σε ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα, χωρίς συντεχνιακές διαδικασίες και περιορισμούς. Συχνά έφυγα από το ΕΛΙΑ με την αίσθηση ότι κρατώ στα χέρια μου έναν θησαυρό, και μου είναι δύσκολο να απαριθμήσω τις εκπλήξεις που μου επεφύλασσε η κάθε επίσκεψή μου.
   Τώρα που μας έφυγε ο Μάνος Χαριτάτος, δεν μπορώ να τον σκεφτώ διαφορετικά από ό,τι πραγματικά ήταν: ένας εθνικός ευεργέτης. Θέλω, κυρίως, να υπογραμμίσω ότι η αφιλόκερδη και γενναία προσφορά του δεν ήταν αυτονόητη. Οι επιλογές του υπήρξαν καθοριστικές για την πολιτιστική ζωή του τόπου μας, και ο τρόπος που τις σχεδίασε και τις πραγματοποίησε γεννά μόνο τον απόλυτο θαυμασμό, την ηθική υποχρέωση, την συγκίνηση μπροστά στην απαράμιλλη γενναιοδωρία του, σε έναν κλάδο κατά κανόνα υποτιμημένο γιατί δεν έχει αντίκρισμα στην προβολή του τόπου μας εκτός Ελλάδος ή στον τουρισμό, όπως τα μουσεία ή άλλα πνευματικά ιδρύματα. Και αυτό έχει τεράστια σημασία για τη σύγχρονη και τόσο μίζερη νεοελληνική πραγματικότητα, που κατά κανόνα στηρίζεται στους νόμους του συμφέροντος, της δημόσιας προβολής και της ιδιοτέλειας.
   Γνωρίζω πόσο επώδυνη είναι η απουσία του για τους στενούς συνεργάτες του, αλλά και για μας, που υπήρξαμε αποδέκτες της μεγάλης, και εκ του αφανούς, ευεργεσίας του.

*

Στο αφιέρωμα του Athens Review of Books,για τον Μάνο Χαριτάτο γράφουν ακόμη:
Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Ο φίλος που έφυγε για τ’ ανοιχτά»
Γιάννης Στεφανίδης, Ο δικός μας Πρόεδρος
Αλεξάνδρα Σαμουήλ,Ένας ιδιότυπος ευεργέτης
Λάμπρος Βαρελάς, Ερευνητική μέριμνα και θαλπωρή
Μανώλης Βασιλάκης, Εωθινός και ανιδιοτελής

*
Οι Στάχτες ευχαριστούν τον κ. Μανώλη Βασιλάκη, διευθυντή τηςAthens Review of Books, για την ευγενή παραχώρηση.

Ερευνάτε τας Γραφάς

«Η προδοσία του Ιούδα», Ξυλογραφία, 17 Χ 22,5 εκ. Αγγλία, 1850

Του Παντελή Μπουκάλα

Ο Ιούδας παραμένει, αν όχι σημείον αμφιλεγόμενον όπως ο Ιησούς, πάντως σημείο προσφερόμενο για πολλές αναγνώσεις. Γι’ αυτό και δεν έπαψε να ερεθίζει τη σκέψη θρησκειολόγων και φιλοσόφων, τη ρητορική των κληρικών, τη φαντασία των λαϊκών και την όρεξη των λογοτεχνών· μια καλή εικόνα λ.χ. για τη μορφή του στην ελληνική μεσοπολεμική δραματουργία παρέχει η πανεπιστημιακός Αρετή Βασιλείου στο φρέσκο βιβλίο της «“Επί ξυρού ακμής”: Ιστορία νεοελληνικού θεάτρου» (εκδ. Παπαζήση). Xονδρικώς, τα αενάως επανερχόμενα ερωτήματα είναι τα εξής: Εφόσον ο Ισκαριώτης ήταν τμήμα του θεϊκού σχεδίου, που προέβλεπε τον κατόπιν προδοσίας σταυρικό θάνατο του Χριστού, πόσο προδότης ήταν, πόση ελεύθερη ήταν η βούλησή του; Δεύτερον, ο Ιούδας ήταν δόλιος επειδή έτσι είχε αποφασίσει η ειμαρμένη ή η θεϊκή πρόνοια, επειδή άλλα ήθελε να δει να γίνονται κι άλλα έβλεπε ή επειδή ήταν Εβραίος, όπως πιστεύουν όλοι οι αντισημίτες που κρυμμένοι υπό το όνομα του αντισιωνισμού κηρύσσουν ότι για όλα τα δεινά του κόσμου, και ιδίως των Ελλήνων, φταίνε οι όπου γης και οποιασδήποτε εποχής Εβραίοι; Ανάμεσα στους φυλετικά «κακούς», ο Φρόιντ, ο Μαρξ, το «εβραιοκινούμενο Χόλιγουντ», οι εβραιοτραπεζίτες, η Μακάμπι κ.ο.κ.

Αν η δολιότητα του Ιούδα ήταν σύμφυτη της εβραϊκότητάς του, όπως θα βεβαίωναν όσοι ασπάζονται τα συνωμοσιολογικά δόγματα της Χ.Α., του ΛΑΟΣ και σε μεγάλο βαθμό των ΑΝΕΛ (της ηγεσίας τους οπωσδήποτε) καθώς και τα τηλεκηρύγματα διαφόρων εβραιοφάγων· αν η εβραϊκότητα είναι συνώνυμη της πονηρίας· αν, απλούστερα, ο Ιούδας πρόδωσε όχι επειδή ήταν κακός άνθρωπος (ή βιαστικός επαναστάτης ή αναγκαίο όργανο της θεϊκής θέλησης), αλλά μόνο και μόνο επειδή ήταν Εβραίος, τότε εγείρεται και πάλι το αφελές ερώτημα: Μα και ο Χριστός, ο άνθρωπος Χριστός, Εβραίος δεν ήταν; Κι αν η εβραϊκότητα του Ιησού ήταν περιστασιακή ή τυχαία και άφηνε άθικτη την οικουμενικότητά του, η Παναγία δεν ήταν καθαρόαιμη Εβραία; Και οι Απόστολοι; Δεν προσέγγισαν τον Χριστό και δεν οικοδόμησαν τον χριστιανισμό μέσα από τη μακρά ιουδαϊκή τους παράδοση και με τα ιουδαϊκά γονίδιά τους παρόντα; Και οι οπαδοί επίσης, τουλάχιστον ώσπου να αποταθούν στον Φίλιππο μερικοί Ελληνες για να δουν τον Ιησού, που είπε τότε το γνωστό «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου»;
Για να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου ήταν αναγκαία η σταύρωσή του, άρα και η προδοσία του. Ισως γι’ αυτό ο Χριστός, στο απόκρυφο ευαγγέλιο που αποδίδεται στον Ιούδα (εκδ. National Geographic), σχεδόν παροτρύνει τον μαθητή του να τον προδώσει, για να περαιωθεί το σχέδιο, λέγοντάς του: «Εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς [όσους είχαν βαπτιστεί στο όνομα του Χριστού]. Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει». Αυτά όμως μοιάζουν υποθέσεις ενός άλλου κόσμου. Λιγότερο δογματικού και περισσότερο ερευνητικού – ή «ελληνικού», όπως ίσως θα έλεγαν τον καιρό του Χριστού

Γιώργος Χρονάς, Στο μάθημα των αισθημάτων του Γιάννη Ρίτσου

Σαν σήμερα γεννήθηκε o Γιάννης Ρίτσος. Θυμάμαι την επίσκεψη στο σπίτι του

Στο μάθημα των αισθημάτων του Γιάννη Ρίτσου
Γράφει ο Γιώργος Χρονάς

Στο διάλειμμα ενός μαθήματος λατινικών, το 1962, στον Πειραιά, πρωτοδιάβασα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου. Το τετράδιο, που τα είχαν αντιγράψει, ήταν ανοιχτό και η ανάγνωσή τους με άλλαξε. Οι λέξεις του σχημάτιζαν εικόνες. Οι εικόνες στοιχεία της φύσεως. Κίνηση. Αναπνοές. Ιδρώτας. Πέρασαν χρόνια και τον συνάντησα στο σπίτι του στον Άγιο Νικόλαο, στην Αχαρνών. Δίπλα στον ομώνυμο ηλεκτρικό σταθμό. Περάσαμε στο σαλόνι. Η φωνή του θερμή. Μιλούσε σαν να συνέθετε μουσική. Τα χέρια του όπως σε έργο του Γκρέκο. Μου πρόσφερε καφέ και νερό. Γλυκό του κουταλιού. Τον έβλεπα να με φροντίζει σαν μπάτλερ. Με τρόμαξε. Με κινήσεις αυστηρές. Όλοι οι ρυθμοί εντός του. Εδώ κάθομαι το βράδυ. Είπε. Ακούω Μπαχ στο πικ-απ. Και γράφω. Μέχρι αργά. Είδα τη σκηνή. Νύχτα. Η κουρτίνα να γέρνει. Η υγρασία να ανεβαίνει. Θα μπορούσατε να είσαστε ο Τέννεση Ουίλιαμς, της Μεσογείου, μ’ όσα έχετε γράψει, του είπα. Δεν απάντησε. Ήταν ο Ρίτσος του Κόσμου. Τον ξαναείδα άλλη μια φορά. Είχαμε πάει με τον Τσαρούχη. Του έδωσε έναν πρόλογο για τις Τρωάδες του Ευριπίδη, που ανέβαζε• για το βιβλίο που προήλθε από την μετάφραση του ζωγράφου. Εφαίνοντο πόσο φίλοι ήσαν και αγαπιόνταν με λόγια και σιωπές. Κάτι μεγαλειώδες. Τελευταία φορά τον είδα να βγαίνει από τον ηλεκτρικό, στο Μοναστηράκι – από τους ελάχιστους διανοούμενους στην Ελλάδα, που κινούνταν με δημόσια μέσα – και πήγαινε στην Μητρόπολη όπου γινότανε μια διάσημη κηδεία, το όνομα του νεκρού ήταν τυπωμένο στον Τύπο της ημέρας. Έκανε κρύο. Φορούσε γούνα. Άναψε τσιγάρο βγαίνοντας και προχώρησε. Ο Βισκόντι, είπα, από την Μονεμβάσια – η πατρίδα του Ρίτσου. Κάθε φορά που διαβάζω ποιήματά του – δεν τον ένοιαζε που ήταν πολυγραφότατος – ξαναμπαίνω στο μάθημα των αισθημάτων. Άρρωστα ή υγιή έρχονται και με απαλύνουν. Μια σάλπιγγα ακούγεται, ένα παιδί ψηλά κοιτά πάνω από την Πύλη των Λεόντων, στην είσοδο του Κάστρου της Μονεμβάσιας, το σπίτι που γεννήθηκε ο ποιητής. Πιο κάτω, ο τάφος του, μες στη νύχτα φέγγει. Έχει πανσέληνο απόψε. Ο Ξένος, από την ομώνυμη συλλογή του, με υποδέχεται – προηγήθηκε ο Ρίτσος και ακολούθησε ο Παζολίνι με το Θεώρημά του, έχουν το ίδιο θέμα. Κάποιο ραδιόφωνο παίζει. Ένα παράθυρο ανοίγει. Ο Γιάννης Ρίτσος είναι εδώ. Πάντα μένει εδώ.
Δεν έχει φύγει.
*
Οι Στάχτες ευχαριστούν προσωπικά τον κ. Χρονά για την παραχώρηση του κειμένου.

*

από το βιβλίο, 
Γιώργος Χρονάς: Σάββατο, 
Εκδόσεις Οδός Πανός, 2011

T.S.Eliot, Οι φωνές της ποίησης

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2013

Τίτλος πρωτοτύπου:
Τα δοκίμια προέρχονται από τις εκδόσεις: «Selected Essays», Faber and Faber, 1932 – «On Poetry and Poets», Faber and Faber, 1957 – «To Critisize the Critic and other writings», Faber and Faber, 1965

Περιγραφή

Θεωρούμενος ως ένας από τους κορυφαίους ποιητές του 20ού αιώνα, ο Τόμας Στερνς Έλιοτ είναι αναμφισβήτητα και ο σημαντικότερος λογοτεχνικός κριτικός. Οι απόψεις του για τη λογοτεχνία και τη λογοτεχνική κριτική αποτέλεσαν τη βάση της αγγλοσαξονικής Νέας Κριτικής και διαμόρφωσαν καθοριστικά, και διεθνώς, τη μοντερνιστική προσέγγιση της λογοτεχνίας. Η βασική θέση του Έλιοτ περιέχεται στην πεποίθησή του ότι η λογοτεχνική κριτική θα πρέπει να συμπληρώνεται από μιαν ηθική και οντολογική οπτική. Επιμένοντας, εις πείσμα των εστέτ, ότι η μεγάλη ποίηση δεν θα έπρεπε να αξιολογείται μόνο με λογοτεχνικά κριτήρια, ο Έλιοτ υπογράμμιζε ταυτόχρονα ότι αν ένα κείμενο είναι λογοτεχνικό ή όχι θα μπορούσε να κριθεί μόνο με λογοτεχνικά κριτήρια.
Η φιλοσοφία της σειράς «Οι ποιητές μιλούν για την ποίηση»
Σκοπός της νέας αυτής σειράς είναι να προσφέρει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, σε υπεύθυνες μεταφράσεις, δοκιμιακά κείμενα κορυφαίων ξένων ποιητών για την τέχνη της ποίησης και τη σχέση της με τα πολιτισμικά και κοινωνικά συμφραζόμενα της εποχής. Η επίσκεψη στο εργαστήρι αυτών των ποιητών, οι οποίοι γνωρίζουν εκ των έσω τη φύση και τη λειτουργία του ποιητικού κειμένου, παρέχει μιαν εισαγωγή στην έννοια του λογοτεχνικού λόγου ουσιαστικότερη και αναγνωστικά πιο ευχάριστη από εκείνη των θεωρητικών της λογοτεχνίας.
***
Κριτική-παρουσίαση
Του Κωστή Παπαγιώργη στη Lifo
 
Tα μοτίβα του Έλιοτ. Ο Κωστής Παπαγιώργης ανθολογεί παραγράφους του Έλιοτ περί ποίησης.
Γεννημένος στο Σαιντ Λούις της πολιτείας του Μισούρι (1888), από πατέρα επιχειρηματία και μητέρα πολυγράφο ποιήτρια, ο Έλιοτ φοίτησε στο Μίλτοντης Μασαχουσέτης και κατόπιν στο Χάρβαρντ, όπου επηρεάστηκε από τον φιλόσοφο Σανταγιάνα. Το 1910 παρακολούθησε τις διαλέξεις του Μπερξόν στη Σορβόννη και έγινε κάτοχος της γαλλικής και της ποίησης του Μπωντλαίρ και του Στεφάν Μαλαρμέ. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν επανήλθε στην Αμερική ούτε και στο Χάρβαρντ. Μεγάλο ρόλο στη ζωή του έπαιξε ο Έζρα Πάουντ, μαζί με τον οποίο αποτέλεσαν ένα δίδυμο Αμερικανών που εγκατέλειψαν τη Νέα Αγγλία για να ζήσουν στην Ευρώπη.
Ο κομψός τόμος των δοκιμίων του (σε περισπούδαστη μετάφραση και κομψότατη έκδοση) αναφέρεται στο ζήτημα της ποίησης, είτε πρόκειται για τον ελεύθερο στίχο, τον Σαίξπηρ, το κλασικό έργο και την ελάσσονα ποίηση, είτε για τη μουσική της ποίησης, τη θρησκεία σε σχέση με τη λογοτεχνία και άλλα παράλληλα μοτίβα που αναδεικνύουν τον Έλιοτ σε έναν βαθυνούστατο -αν όχι τον κορυφαίο- κριτικό της εποχής του. Προφανώς, παρόμοια έργα δεν κρίνονται. Άρα, το μόνο που απομένει είναι να ανθολογήσουμε εδώ κι εκεί κάποιες παραγράφους που αναδεικνύουν τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του.
Γίνεται, τάχα, σταυροφορία εναντίον της ομοιοκαταληξίας; 
«Είναι πιθανόν η υπερβολική έκθεση στην ομοιοκαταληξία να σκλήρυνε το σύγχρονο αυτί. Η απόρριψη της ομοιοκαταληξίας δεν είναι φυγή προς την ευκολία. Αντιθέτως, επιβάλλει μια μεγαλύτερη δοκιμασία στη γλώσσα. Όταν η καθησυχαστική ηχώ της ομοιοκαταληξίας εκλείψει, η επιτυχία ή αποτυχία στην εκλογή των λέξεων γίνεται αμέσως πιο αισθητή. Όταν εκλείψει η ομοιοκαταληξία, πολλή αιθέρια μουσική ακούγεται ξαφνικά από τη λέξη, μια μουσική που ως τότε τιτίβιζε απαρατήρητη στο αναπεπταμένο πεδίο του πεζού λόγου. Και αν απαγορευτεί η ομοιοκαταληξία, πολλοί βασιλιάδες θα μείνουν χωρίς γένια» (σ. 24).
 Άραγε ο «Άμλετ» είναι το αριστούργημα του Σαίξπηρ; 
«Ως προς το “απείθαρχο υλικό” δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Άμλετ όχι μόνο δεν είναι το αριστούργημα του Σαίξπηρ αλλά είναι βεβαιότατα καλλιτεχνική αποτυχία. Είναι το εκτενέστερο και πιθανότατα το έργο για το οποίο ο Σαίξπηρ κατέβαλε τη μεγαλύτερη προσπάθεια. Ωστόσο, του άφησε σκηνές περιττές και χωρίς συνοχή, που θα είχαν γίνει αντιληπτές ακόμα και σε μια βιαστική αναθεώρηση» (σ. 32).
Τι είναι το κλασικό έργο; Η ωρίμανση του ποιητή;
Η περιρρέουσα κοινωνία; «Παρατηρούμε ότι μερικά πνεύματα ωριμάζουν νωρίτερα από άλλα και ότι εκείνα που ωριμάζουν πολύ γρήγορα δεν έχουν πάντα μεγάλη εξέλιξη. Θίγω αυτό το θέμα για να επισημάνω, πρώτον, ότι η αξία της ωρίμανσης εξαρτάται από την αξία αυτού που ωριμάζει, και δεύτερον, ότι πρέπει να γνωρίζουμε πότε αυτό που μας απασχολεί είναι η ωρίμανση συγκεκριμένων συγγραφέων και πότε η ανάλογη ωρίμανση λογοτεχνικών περιόδων. Η ωριμότητα της λογοτεχνίας καθρεφτίζει την ωριμότητα της κοινωνίας εντός της οποίας παράγεται» (σ. 47).
   «Στη ζωή, αυτός που αρνείται να θυσιάσει οτιδήποτε για να κερδίσει κάτι άλλο, καταλήγει στη μετριότητα ή στην αποτυχία. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ο ειδικός που έχει θυσιάσει πάρα πολλά για πολύ λίγα ή που είναι εκ φύσεως τόσο ειδικός ώστε δεν έχει τίποτα να θυσιάσει. Αλλά έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι στον αγγλικό δέκατο όγδοο αιώνα αποκλείστηκαν πάρα πολλά. Η ώριμη σκέψη υπήρξε, αλλά ήταν στενή. Η αγγλική κοινωνία και τα αγγλικά γράμματα δεν ήταν επαρχιώτικα, με την έννοια ότι δεν ήταν αποκομμένα ούτε έμειναν πίσω από τις εξελίξεις στις καλύτερες ευρωπαϊκές κοινωνίες και στα ευρωπαϊκά γράμματα. Ωστόσο, η ίδια η εποχή ήταν, τρόπος του λέγειν, επαρχιώτικη» (σ. 58).
Διαβάστε το υπόλοιπο στη LIFO