Δημήτρης Ραυτόπουλος, Η Επιθεώρηση Τέχνης και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός

[…]

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Επιθεώρηση Τέχνης πρωτοβγαίνοντας τα Χριστούγεννα του 1954, πριν από το «λιώσιμο των πάγων», αποφεύγει την ένταξη στο δόγμα.

Ας εξηγηθώ από τώρα, προλαβαίνοντας ένα εύλογο ερώτημα: Μήπως τότε, το 1954-55, εμείς, η συντακτική ομάδα του περιοδικού, είχαμε απορριπτική θέση ή, έστω, κάποια συγκεκριμένη κριτική στάση απέναντι στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό; Νομίζω ότι μπορώ ν’ απαντήσω για λογαριασμό όλων μας αρνητικά. Ελλιπή πληροφόρηση, πλαστογραφημένη πληροφόρηση, πελώρια πίστη και καλή πίστη, ακόμα και σύγχυση είχαμε. Και πώς να μην είχαμε! Συσκότιση, μυθοποίηση, ακτιβισμός, δεοντολογία πολεμικού κομμουνισμού (μέσα στις συνθήκες του ψυχρού πολέμου και του εμφύλιου) μας είχαν αναθρέψει. Μα κάτι δεν πήγαινε καλά. Η σοβιετική λογοτεχνία και η τέχνη δεν μας έπειθαν για την ποιότητα τους. Βέβαια, οι νέοι πολιτισμοί, μας έλεγαν και λέγαμε, δε δίνουν τα ώριμα φρούτα τους μέσα σε 40 χρόνια, και τέτοια χρόνια. Μα τα φρούτα αυτά δεν ήταν στυφά, ξινά, ήτανε νερόβραστα… Γιατί το ’18, το ’25 είχαμε έκρηξη της επαναστατικής τέχνης και το ’55 είχαμε ροχαλητό; Και αφού ο προλεταριακός πολιτισμός είναι νόμιμος κληρονόμος των καλύτερων επιτευγμάτων του αστικού πολιτισμού, όπως βεβαίωνε και το τελευταίο αρθρίδιο περί σοβιετικής κουλτούρας… Κι από τα μικρά ανοίγματα κι από τα μικρά ρήγματα φυσούσαν σφοδροί άνεμοι αμφιβολίας. Ήταν ένας καιρός συνειδησιακών διλημμάτων και αμηχανίας για την αριστερή διανόηση στα πρόθυρα του αναθεωρητισμού. Και όχι μόνο βέβαια στο χώρο της κουλτούρας. Ας περιοριστούμε όμως σ’ αυτόν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Ραυτόπουλος, Η Επιθεώρηση Τέχνης και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός»

Απόστολος Θηβαίος, Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου

 
«Η ΠΡΟΤΟΜΗ»
Μια συμβολιστική προσέγγιση στο αναμνησιακό έργο
Του Τάκη Σινόπουλου,
«Νεκρόδειπνος»
Ξύπνησε κατατρομαγμένος. Έτσι, λοιπόν ξυπνούν οι φονιάδες και οι φταίχτες, συλλογίστηκε. Κοίταξε το λίγο φως που έμπαινε από το κλειστό παράθυρο και τεμαχιζόταν και εσκόρπαγε στα αναρίθμητα μάτια του ήλιου. Συλλογίστηκε το λιοπύρι που θα έδερνε σήμερα την πόλη, συλλογίστηκε τη λύπη του, θυμήθηκε ακόμα έναν εγκάρδιο φίλο που εχάθη προσφάτως και ετάφη προχείρως, δίχως τιμές. Στην Κόρινθο, εκεί ετάφη, στο κοιμητήριο που είναι πάνω ψηλά, κοντά στο στρατόπεδο. Δεν μπόρεσε να παρευρεθεί, έτσι γέρος και μονάχος που είναι, δεν μπόρεσε και πικράθηκε πολύ. Που δεν τίμησε την εγκαρδιότητα, που δεν τον αποχαιρέτησε, όλοι οι φίλοι είναι πια σκισμένες σημαίες σε εδάφη κυριευμένα. Τίποτε άλλο.
    Ξοδεύτηκε μες στη μέρα σε ανώφελες υποχρεώσεις. Πέρασε και από τα καφενείο, στάθηκε απόμερα, έξω πυρκαγιές και λίγοι άνθρωποι. Γεννιόταν, έλεγαν πάντα τέτοια εποχή το καλοκαίρι. Είδε τις γυναίκες που βιάζονταν για τις λειτουργίες, τα πρόσφορα, τη φροντίδα της μνήμης των νεκρών που κοιμούνται στα χώματα, καθώς οι εργάτες στα υπαίθρια λιοτρύβια. Ετοίμασε μάλιστα και ένα δέμα και το δωσε στο παιδί για τα θελήματα. Να το πάει λέει στον Μαδριλένο Φιντέλ που γερνά στις φυλακές, επειδή δεν άντεξε και έκοψε τρυφερά και ήσυχα το λαιμό της άτυχης Ευδοξίας με την τσαγκαράδικη φαλτσέτα του και τώρα μετανιώνει και δίδει ονόματα ισπανικών δρόμων στους συγκρατούμενους και όλοι μαζί στην αρχή της εποχής των ναυαγίων που θα σταθεί αδιάκοπη και αμίλητη. Με άλλα λόγια, μια πολύ οδυνηρή τρυφερότητα τον έκαμε να νοιαστεί για τον Φιντέλ και να τακτοποιεί εδώ και χρόνια, στις αρχές του εκάστου μήνα, τις ανάγκες του δύστυχου άνδρα για καπνό, χαρτί, γραφίδα και άνθρωπο. Αργά το απόγευμα, ανάμεσα σε πιστούς, γυναίκες με θεσπέσιο, εφηβικό φύλλο, αγόρια που σε λίγο καιρό θα στρατευθούν εις την αδηφάγα υπηρεσία της πατρίδος, πήρε να περπατά. Ήμερα, με το πρόσωπό του ασκητικό, μες στο λιγοστό φως ήταν όλος μία άσκηση. Προσπέρασε τα ανθοπωλεία με τις πολύχρωμες φρέζιες, τα ζαχαροπλαστεία που κλείναν το ένα μετά το άλλο, γιατί μια τέτοια μέρα όλος ο τόπος μυρίζει θλίψη και ντροπή.
     Ανέβαινε αργά και σε όλο το μήκος της οδού τον εντυπωσίαζαν τα διάσπαρτα συντρίμμια, ολοένα και περισσότερα και τα μάτια του θολά και ένα θάμπος απρόσμενο από το ύψωμα και τα σύρματα και τα σχοινιά τεντωμένα. Εκείνα που κρατούν τον κόσμο και ξεχωρίζουν τη γη από τις πελώριες, νεφελώδεις πεδιάδες. Αισθάνθηκε μια διάθεση λυρική και έτσι τρυφερά ανασηκώθηκε από τη θέση του, όλος ο κόσμος χτυπούσε σαν καρδιά. Στην πλατεία γύρω από την προτομή είχαν κρεμάσει πετονιές με βυζαντινές σημαίες και τα μικρά παιδιά, ντυμένα για κάποιο δράμα, ταπεινότερο, συνοικιακό πάσχιζαν να εννοήσουν τη λύπη του κόσμου. Ανάψαν οι φωτισμοί στους εξώστες, οι δημοτικοί στύλοι γυρτοί, με το βλέμμα τους κατά το χώμα έσταζαν ωραίο, κάτωχρο φως. Στάθηκε εμπρός από τη μισόκτιστη οικοδομή που έχει σίδερα όρθια σαν κεραίες, άλλοτε μοιάζουν με σταυρούς και εκεί χτίζουν πάντα τα παιδιά το τρομερό οχυρό, σαν να είναι ο δρόμος ένας δύσκολος ποταμός και οι δυο του όχθες που θα πλημμυρίσουν καταμεσίς του χειμώνα με τώρα κρατούν τις ανάσες τους. Ένα παράξενο θέαμα, μια παράδοξη όψη στυλώθηκε εμπρός του. Ένα ξαφνικό, ανθρώπινο κοπάδι από τους παλαιούς φίλους, τους αγωνιστές, τα κορίτσια με τα κοντά κρινολίνα, με τις θεσπέσιες φωνές που σπάσαν στα τσιμέντα εδώ και χρόνια πια, κατηφόριζαν νεύοντας με τα ισχνά τους χέρια. Μα ήταν πριγκηπικοί και αποφασισμένοι, σαν εκείνους που τίποτε δεν έχουν να χάσουν μια και ξεμπέρδεψαν με ζητήματα όπως η ζωή και η επιβίωση. Ο Μάρκος, ο Γεράσιμος, η Νανά, η Λίτσα, η Φανή, ο Ελεμίνογλου, ο Τζανής, παιδιά μεγαλωμένα μες στη φρίκη, άνδρες σκοτωμένοι τα σκοτεινά χρόνια, άλλοι που τους αφήσαμε καρφωμένους στο κατώι και εμπρός σφάδαζε σφαγμένο ζώο η μάνα και οι πυροβολισμοί πέρα στα χωράφια δεν είναι παρά ο σκοτωμένος γιος που επλήρωσε επιτέλους τα κρίματά μας. Θυμήθηκε τους αγώνες, τους οπλισμούς, τα σκληρά νύχια που καρφωμένα μες στα χώματα μας οδηγούσαν πάνω στα υψώματα, τους αρρώστους, όσους εγκαταλείψαμε με κατάμαυρους επιδέσμους, ανεμίζοντες από τις άθρεφτες πληγές τους.
    Ταράχτηκε και είπε πως τούτο είναι ένα σημάδι. Πείστηκε πια πως η ιστορία δεν είναι πια χρόνος, μήτε εξέλιξη, μα κατάσταση, πως εκτείνεται κάποτε καθέτως, σαν τα βουνά που αντικρίζεις εμπρός σου στις αγαπημένες επαρχίες. Έπειτα, έφερε στο νου του πως έτσι πια βιώνεται το τέλος του προσωπικού μύθου, με πράξεις και επαναλήψεις να αγγίζουν τα όρια της επιθυμίας. Η στοργική λύπη για την Νανά, την Λίτσα, τον Μάρκο δεν συνιστούν παρά μια επιβεβαίωση της παραπάνω υποψίας. Έτσι λοιπόν γίνεται, με τον ποιητή και τον άνθρωπο να ζητούν την απεικόνιση των φαντασμαγοριών που τους περιστοιχίζουν, ως να ήταν στέρεα πράγματα, υπαρκτά, πρακτικά. Λέγοντας τούτα, ανακάλεσε,-με τι θλίψη ενθυμήθηκε το φίλο ποιητή-, εκείνον που μεριμνούσε πάντοτε για «τη λησμονημένη», εκείνον που μεγάλωσε, έζησε και σκοτώθηκε μες στα χτιστά ποτάμια. Τώρα έκλαιγε και γύρω του ένα κορίτσι με βραχιόλια από χρυσάφι, εξωφρενικά γελούσε και χόρευε. Ίσως ήταν η Κατερίνα, ή η Αργώ ή πάλι μια κάποια άλλη που ποτέ δεν θα θυμηθεί, διότι έτσι επιβάλλει η μοίρα των ερώτων. Χόρευε και γελούσε παθιασμένο το κορίτσι και οι φίλοι χειροκροτούσαν. Κάποιος είπε, μες σε εκείνο το χαμό, κάποιος από τους πεθαμένους είπε πως αγαπά πολύ την ποίηση και εξηγήθηκε. Είπε πως πάντα υφίσταται μια στιγμή που ολόκληρο το σκοτάδι του κόσμου αποκαλύπτεται μες σε ανυπόφορα, δηλητηριώδη φώτα και τότε δεν υπάρχει καμιά διαφυγή, μήτε μπορεί κανείς να επιβιβαστεί στα μεγάλα φορτηγά πλοία που τραβούν κατά την Αίγυπτο.Είπε πως είναι μέτρο και στιγμή, ικανή να διαρκέσει για πάντα, ας πούμε ένα είδος σήμανσης, ουσιώδους. Η θέα μες στη νύχτα είναι το μέτρο και αν τελικά εκείνος είδε τους φίλους και τις αγαπημένες ερωμένες, τότε λοιπόν τέτοιο είναι το σκοτάδι που θρέφει εντός του και έσφιξε τα χέρια του, τον αγκάλιασε, η ανάσα του μύριζε σαν κήπος, είχε υγρασία πολύ και ίσως φταίει το χώμα, ξερνούσε χώμα σε κάθε του λυγμό. Έκλαιγε, γιατί θυμήθηκε τον Ρουμάνο φίλο Εμίλ που μιλούσε για μια νοσταλγία άγρια, μια νοσταλγία για εκείνη την πρώτη, τη βάρβαρη, τελευταία λέξη κάθε πολιτισμού που είναι ο πόλεμος. Πόσοι από τούτα τα παιδιά χαθήκαν μες στις πυρκαγιές, πόσοι φίλοι λησμονήθηκαν για πάντα όταν κάποτε έφτασε το γράμμα από το μέτωπο και η σημαία και η ευχαριστήρια, εγκωμιαστική επιστολή. Μπήκε μες στο σπίτι, έξω κρατούσε ο χορός του νεαρού κοριτσιού και οι άλλοι, σαν κένταυροι μέσα από τα νερά ανδύονταν και καταπατούσαν και την ιστορία και τη βιολογία του ανθρώπου. Εκείνος έγραψε, με μεγάλα, βρόχινα γράμματα.
    «Η ποίηση οφείλει να είναι αφηγηματική. Παραστατική, σχεδόν θεατρική. Μα με μια αίσθηση ολοφάνερη της αρχικής της υπόστασης, του χώρου ας πούμε, τον οποίο καταλαμβάνει.Όσον αφορά το ζήτημα της θεατρικότητας, επικροτείται η απεικόνιση του ίδιου του θεατρικού μηχανισμού. Έπειτα, με την αφηγηματικότητα, υπάρχει πάντοτε ζωντανή και ακμαία η πιθανότης να προβούμε σε μία αντιστροφή του κλίματος, ακυρώνοντας όλες τις δυστυχίες, με τις οποίες μας προίκισε το παρελθόν. Βεβαίως, είναι παρήγορο αν συλλογιστούμε πως το βίωμα της δυστυχίας συνιστά αναπόσπαστο ζήτημα του βίου και είναι αδύνατον να αναπαρασταθεί σε πληρότητα και επάρκεια η ζωή ενός ανθρώπου. Και άρα να μετουσιωθεί σε τέχνη.Όμως μπορεί το ιστορικό παρελθόν να ακυρωθεί ή να το θέσουμε αποδεκτό, να το αναγνωρίσουμε.
    Ίσως εξαιτίας ετούτου του γεγονότος, μιας τελείωσης συναισθηματικής, ενός υπερβολικού σκοπού επανέρχονται ενώπιόν μου σήμερα οι πιο καλοί φίλοι, οι πιο αδικημένοι νεκροί, σήματα από σταθμούς που κάποτε επισκεφτήκαμε και κατά την αποχώρησή μας, ευτυχήσαμε να επιζήσουμε των τραυμάτων, των κακκουχιών. Η μονάδα στην ποίηση, επισημαίνει ο Γεώργιος Σεφέρης είναι η ίδια η λέξη, το όνομα, η ιδιότητα που προσδιορίζει ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός και έτσι θεσπίζεται το σύμβολο με τις ευφάνταστες αναγωγές και την ηθελημένη ελλειπτικότητα. Η ποίηση είναι η βροχή που πέφτει ανάμεσα στα σπίτια και γεμίζει τα διακριτικά κενά, τους κοινόχρηστους χώρους, έτσι ώστε να μην τεθεί ποτέ θέμα και αν πάλι αυτό συμβεί, ένα τόσο στέρεο υλικό είναι αδύνατον να επιτρέψει μια αμφισβήτηση της μονιμότητάς του.Ο Στέφαν Σπέντερ πάντοτε υποστήριζε πως η αφήγηση αποκρυσταλλώνει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται αληθινό κάτι το οποίο εμείς νιώσαμε.Και είναι ακριβώς σε τούτες τις συνθήκες όπου πάλλεται η τρομερή μας ύπαρξη, ασύμβατη και δίχως δυνατότητα υποβλητική. Και είναι πάλι μια ένδειξη λατρευτική της ίδιας της ζωής η ποίηση, καθώς θα επιτρέψει να κοινωνηθεί η πιο καίρια ουσία της, σε όλους τους κόσμους, εκπληρώνοντας ένα ζητούμενο μεταφυσικής φύσεως.Η πρόταση ενός ποιητή, για όσους αμφισβητούν τέτοια πράγματα, στέκει πάντα πέρα και έξω από τα ανθρώπινα. Με μια γλώσσα καταδικασμένη να κοπιάζει να εξηγήσει τη δική της ερημιά, πλάι στο θάνατο του σώματος, σε χαιρετώ μαινόμενε φίλε μου, Νίκο Καρούζο.
    Μην απορρήσετε λοιπόν για το ειδικό βάρος των λέξεων, για την αδράνεια που θηρεύεται,για τη μνήμη που στήνει ξανά το αρχαίο θέατρο, για τους σκοπούς που σαν αδέξιοι αργοναύτες γυρεύουν να φτάσουν όπου οι άλλοι αρνήθηκαν. Εμπρός σε τέτοια ζητήματα, καμιά κατηγορία να μην ευσταθεί.»
    Άφησε το γράμμα έτσι, μισάνοιχτο πάνω στο τραπέζι του γραφείου και βάδισε προς το φως. Έξω οι φίλοι χειροκροτούσαν, υπήρξε μία αίσθηση εορταστική, το πλήθος παραληρούσε και όλοι υπήρχαμε πολύ τότε. Ύστερα αποχώρησαν όλοι μαζί. Τη σωρό του ποιητή τη βρήκαν το επόμενο πρωινό. Είχε στα χέρια του το δέμα του Φιντέλ. Είπαν πως ότι κατάφερε, το έπραξε δίχως χρυσάφι, μα με δάκρυα, αίματα και ακαθαρσίες, υλικά εξαιρετικά ανθρώπινα. Επιβεβαίωσαν τούτο και οι γλωσσολόγοι τονίζοντας την εκφραστική λιτότητα. Εκείνο δε που με ευθύτητα αναγνωρίστηκε ήταν η προσήλωση της τέχνης του προς έναν σκοπό συμμετρικό με εκείνον του βίου του.
    Το σπίτι του αποτέλεσε δωρεά του δήμου εις τις προσεχείς γενιές. Το γράμμα επιδεικνύεται ακόμη στους επισκέπτες. Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου διατηρεί ακέραια την αρετή των αγαλμάτων. Μήτε αράχνες ή επιδέσμους θα δεις στην προσωπογραφία του. Μονάχα μέρες που είναι ήδη γερασμένες, την παύση του χρόνου, ό,τι κληροδότησε ο θάνατος, ότι αντιμάχεται η ποίηση. Τέτοια πράγματα.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Μάνος Χαριτάτος


Φραγκίσκη ΑμπατζοπούλουΈνας εθνικός ευεργέτης

Πολλές φορές σκέφτομαι ότι οι περισσότερες και καλύτερες εργασίες στον τομέα των νεοελληνικών σπουδών εξαρτήθηκαν από ένα εύρημα στη βιβλιοθήκη ή στο αρχείο ενός συγγραφέα, και ακόμη πιο συχνά σκέφτομαι τις εργασίες που δεν έγιναν, που σταμάτησαν μπροστά στην αδυναμία εύρεσης υλικού, κυρίως από τον περιοδικό Τύπο, λόγω της ανεπάρκειας των βιβλιοθηκών μας. Όμως τέτοιες δυσκολίες έχουν περισσότερη σχέση με το απώτερο παρελθόν. Γιατί εδώ και τρεις δεκαετίες, ο νεοελληνιστής γνωρίζει ότι υπάρχει σε μέρος γνωστό και φιλόξενο ένας θησαυρός που τον περιμένει. Και υπάρχει χάρη στον Μάνο Χαριτάτο.
   Οι νεότεροι συνάδελφοι φιλόλογοι και ιστορικοί δεν μπορούν να αντιληφθούν τι σήμαινε να προσπαθείς να κάνεις μια ολοκληρωμένη έρευνα στις δημόσιες βιβλιοθήκες, ειδικά στον Τύπο του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, κάτω από τις συνθήκες της δεκαετίας του ’60 και ’70. Όλα αυτά άλλαξαν όταν ο Χαριτάτος αποφάσισε να ιδρύσει το ΕΛΙΑ. Θυμάμαι ότι συχνά, όταν έφτανε ένα αρχείο στα χέρια του, ο ίδιος τηλεφωνούσε σε πιθανούς ενδιαφερόμενους για να τους προτείνει να το μελετήσουν.
   Ο Μάνος Χαριτάτος ήταν ουσιαστικά ο άνθρωπος που ανέτρεψε την παλαιότερη λογική ότι ο λόγιος στηρίζεται στη «βιβλιοφιλία» του, στα σπάνια ευρήματα, βιβλία και αρχειακό υλικό της προσωπικής του βιβλιοθήκης. Τα «σπάνια», τα πανάκριβα δυσεύρετα βιβλία, τέθηκαν στη διάθεση του φιλέρευνου κοινού, και το τεράστιο αυτό σχέδιο του Χαριτάτου ολοκληρώθηκε με τη συγκρότηση ειδικών συλλογών και το μεγαλόπνοο σχέδιο της ψηφιοποίησης των λογοτεχνικών και άλλων περιοδικών, που πραγματοποιήθηκε χάρη στην πρωτοβουλία και τη φροντίδα του.
   Συχνά αναρωτιέμαι πόσες εργασίες έχουν γίνει και πόσοι νεότεροι ελληνιστές χρωστούν την πορεία της σταδιοδρομίας τους στο υλικό που συγκέντρωσε γι’ αυτούς και έθεσε στη διάθεσή τους ο Μάνος Χαριτάτος. Και δεν ξέρω αν ευχαρίστησαν αρκετά τον ίδιο και τους συνεργάτες του, και αν το δήλωσαν δημόσια. Εμένα προσωπικά οι επισκέψεις μου στο ΕΛΙΑ συνοδεύονται πάντα από ένα αίσθημα ευφροσύνης και ευγνωμοσύνης γι’ αυτόν τον άνθρωπο ο οποίος, χωρίς να είναι ο ίδιος ένας διαμορφωμένος «λόγιος», επέλεξε να αφιερώσει τη ζωή του, τον χρόνο του και την περιουσία του σ’ αυτή την ανυπολόγιστη προσφορά στα γράμματα, ανοιχτή σε ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα, χωρίς συντεχνιακές διαδικασίες και περιορισμούς. Συχνά έφυγα από το ΕΛΙΑ με την αίσθηση ότι κρατώ στα χέρια μου έναν θησαυρό, και μου είναι δύσκολο να απαριθμήσω τις εκπλήξεις που μου επεφύλασσε η κάθε επίσκεψή μου.
   Τώρα που μας έφυγε ο Μάνος Χαριτάτος, δεν μπορώ να τον σκεφτώ διαφορετικά από ό,τι πραγματικά ήταν: ένας εθνικός ευεργέτης. Θέλω, κυρίως, να υπογραμμίσω ότι η αφιλόκερδη και γενναία προσφορά του δεν ήταν αυτονόητη. Οι επιλογές του υπήρξαν καθοριστικές για την πολιτιστική ζωή του τόπου μας, και ο τρόπος που τις σχεδίασε και τις πραγματοποίησε γεννά μόνο τον απόλυτο θαυμασμό, την ηθική υποχρέωση, την συγκίνηση μπροστά στην απαράμιλλη γενναιοδωρία του, σε έναν κλάδο κατά κανόνα υποτιμημένο γιατί δεν έχει αντίκρισμα στην προβολή του τόπου μας εκτός Ελλάδος ή στον τουρισμό, όπως τα μουσεία ή άλλα πνευματικά ιδρύματα. Και αυτό έχει τεράστια σημασία για τη σύγχρονη και τόσο μίζερη νεοελληνική πραγματικότητα, που κατά κανόνα στηρίζεται στους νόμους του συμφέροντος, της δημόσιας προβολής και της ιδιοτέλειας.
   Γνωρίζω πόσο επώδυνη είναι η απουσία του για τους στενούς συνεργάτες του, αλλά και για μας, που υπήρξαμε αποδέκτες της μεγάλης, και εκ του αφανούς, ευεργεσίας του.

*

Στο αφιέρωμα του Athens Review of Books,για τον Μάνο Χαριτάτο γράφουν ακόμη:
Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Ο φίλος που έφυγε για τ’ ανοιχτά»
Γιάννης Στεφανίδης, Ο δικός μας Πρόεδρος
Αλεξάνδρα Σαμουήλ,Ένας ιδιότυπος ευεργέτης
Λάμπρος Βαρελάς, Ερευνητική μέριμνα και θαλπωρή
Μανώλης Βασιλάκης, Εωθινός και ανιδιοτελής

*
Οι Στάχτες ευχαριστούν τον κ. Μανώλη Βασιλάκη, διευθυντή τηςAthens Review of Books, για την ευγενή παραχώρηση.

Ερευνάτε τας Γραφάς

«Η προδοσία του Ιούδα», Ξυλογραφία, 17 Χ 22,5 εκ. Αγγλία, 1850

Του Παντελή Μπουκάλα

Ο Ιούδας παραμένει, αν όχι σημείον αμφιλεγόμενον όπως ο Ιησούς, πάντως σημείο προσφερόμενο για πολλές αναγνώσεις. Γι’ αυτό και δεν έπαψε να ερεθίζει τη σκέψη θρησκειολόγων και φιλοσόφων, τη ρητορική των κληρικών, τη φαντασία των λαϊκών και την όρεξη των λογοτεχνών· μια καλή εικόνα λ.χ. για τη μορφή του στην ελληνική μεσοπολεμική δραματουργία παρέχει η πανεπιστημιακός Αρετή Βασιλείου στο φρέσκο βιβλίο της «“Επί ξυρού ακμής”: Ιστορία νεοελληνικού θεάτρου» (εκδ. Παπαζήση). Xονδρικώς, τα αενάως επανερχόμενα ερωτήματα είναι τα εξής: Εφόσον ο Ισκαριώτης ήταν τμήμα του θεϊκού σχεδίου, που προέβλεπε τον κατόπιν προδοσίας σταυρικό θάνατο του Χριστού, πόσο προδότης ήταν, πόση ελεύθερη ήταν η βούλησή του; Δεύτερον, ο Ιούδας ήταν δόλιος επειδή έτσι είχε αποφασίσει η ειμαρμένη ή η θεϊκή πρόνοια, επειδή άλλα ήθελε να δει να γίνονται κι άλλα έβλεπε ή επειδή ήταν Εβραίος, όπως πιστεύουν όλοι οι αντισημίτες που κρυμμένοι υπό το όνομα του αντισιωνισμού κηρύσσουν ότι για όλα τα δεινά του κόσμου, και ιδίως των Ελλήνων, φταίνε οι όπου γης και οποιασδήποτε εποχής Εβραίοι; Ανάμεσα στους φυλετικά «κακούς», ο Φρόιντ, ο Μαρξ, το «εβραιοκινούμενο Χόλιγουντ», οι εβραιοτραπεζίτες, η Μακάμπι κ.ο.κ.

Αν η δολιότητα του Ιούδα ήταν σύμφυτη της εβραϊκότητάς του, όπως θα βεβαίωναν όσοι ασπάζονται τα συνωμοσιολογικά δόγματα της Χ.Α., του ΛΑΟΣ και σε μεγάλο βαθμό των ΑΝΕΛ (της ηγεσίας τους οπωσδήποτε) καθώς και τα τηλεκηρύγματα διαφόρων εβραιοφάγων· αν η εβραϊκότητα είναι συνώνυμη της πονηρίας· αν, απλούστερα, ο Ιούδας πρόδωσε όχι επειδή ήταν κακός άνθρωπος (ή βιαστικός επαναστάτης ή αναγκαίο όργανο της θεϊκής θέλησης), αλλά μόνο και μόνο επειδή ήταν Εβραίος, τότε εγείρεται και πάλι το αφελές ερώτημα: Μα και ο Χριστός, ο άνθρωπος Χριστός, Εβραίος δεν ήταν; Κι αν η εβραϊκότητα του Ιησού ήταν περιστασιακή ή τυχαία και άφηνε άθικτη την οικουμενικότητά του, η Παναγία δεν ήταν καθαρόαιμη Εβραία; Και οι Απόστολοι; Δεν προσέγγισαν τον Χριστό και δεν οικοδόμησαν τον χριστιανισμό μέσα από τη μακρά ιουδαϊκή τους παράδοση και με τα ιουδαϊκά γονίδιά τους παρόντα; Και οι οπαδοί επίσης, τουλάχιστον ώσπου να αποταθούν στον Φίλιππο μερικοί Ελληνες για να δουν τον Ιησού, που είπε τότε το γνωστό «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου»;
Για να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου ήταν αναγκαία η σταύρωσή του, άρα και η προδοσία του. Ισως γι’ αυτό ο Χριστός, στο απόκρυφο ευαγγέλιο που αποδίδεται στον Ιούδα (εκδ. National Geographic), σχεδόν παροτρύνει τον μαθητή του να τον προδώσει, για να περαιωθεί το σχέδιο, λέγοντάς του: «Εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς [όσους είχαν βαπτιστεί στο όνομα του Χριστού]. Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει». Αυτά όμως μοιάζουν υποθέσεις ενός άλλου κόσμου. Λιγότερο δογματικού και περισσότερο ερευνητικού – ή «ελληνικού», όπως ίσως θα έλεγαν τον καιρό του Χριστού

Γιώργος Χρονάς, Στο μάθημα των αισθημάτων του Γιάννη Ρίτσου

Σαν σήμερα γεννήθηκε o Γιάννης Ρίτσος. Θυμάμαι την επίσκεψη στο σπίτι του

Στο μάθημα των αισθημάτων του Γιάννη Ρίτσου
Γράφει ο Γιώργος Χρονάς

Στο διάλειμμα ενός μαθήματος λατινικών, το 1962, στον Πειραιά, πρωτοδιάβασα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου. Το τετράδιο, που τα είχαν αντιγράψει, ήταν ανοιχτό και η ανάγνωσή τους με άλλαξε. Οι λέξεις του σχημάτιζαν εικόνες. Οι εικόνες στοιχεία της φύσεως. Κίνηση. Αναπνοές. Ιδρώτας. Πέρασαν χρόνια και τον συνάντησα στο σπίτι του στον Άγιο Νικόλαο, στην Αχαρνών. Δίπλα στον ομώνυμο ηλεκτρικό σταθμό. Περάσαμε στο σαλόνι. Η φωνή του θερμή. Μιλούσε σαν να συνέθετε μουσική. Τα χέρια του όπως σε έργο του Γκρέκο. Μου πρόσφερε καφέ και νερό. Γλυκό του κουταλιού. Τον έβλεπα να με φροντίζει σαν μπάτλερ. Με τρόμαξε. Με κινήσεις αυστηρές. Όλοι οι ρυθμοί εντός του. Εδώ κάθομαι το βράδυ. Είπε. Ακούω Μπαχ στο πικ-απ. Και γράφω. Μέχρι αργά. Είδα τη σκηνή. Νύχτα. Η κουρτίνα να γέρνει. Η υγρασία να ανεβαίνει. Θα μπορούσατε να είσαστε ο Τέννεση Ουίλιαμς, της Μεσογείου, μ’ όσα έχετε γράψει, του είπα. Δεν απάντησε. Ήταν ο Ρίτσος του Κόσμου. Τον ξαναείδα άλλη μια φορά. Είχαμε πάει με τον Τσαρούχη. Του έδωσε έναν πρόλογο για τις Τρωάδες του Ευριπίδη, που ανέβαζε• για το βιβλίο που προήλθε από την μετάφραση του ζωγράφου. Εφαίνοντο πόσο φίλοι ήσαν και αγαπιόνταν με λόγια και σιωπές. Κάτι μεγαλειώδες. Τελευταία φορά τον είδα να βγαίνει από τον ηλεκτρικό, στο Μοναστηράκι – από τους ελάχιστους διανοούμενους στην Ελλάδα, που κινούνταν με δημόσια μέσα – και πήγαινε στην Μητρόπολη όπου γινότανε μια διάσημη κηδεία, το όνομα του νεκρού ήταν τυπωμένο στον Τύπο της ημέρας. Έκανε κρύο. Φορούσε γούνα. Άναψε τσιγάρο βγαίνοντας και προχώρησε. Ο Βισκόντι, είπα, από την Μονεμβάσια – η πατρίδα του Ρίτσου. Κάθε φορά που διαβάζω ποιήματά του – δεν τον ένοιαζε που ήταν πολυγραφότατος – ξαναμπαίνω στο μάθημα των αισθημάτων. Άρρωστα ή υγιή έρχονται και με απαλύνουν. Μια σάλπιγγα ακούγεται, ένα παιδί ψηλά κοιτά πάνω από την Πύλη των Λεόντων, στην είσοδο του Κάστρου της Μονεμβάσιας, το σπίτι που γεννήθηκε ο ποιητής. Πιο κάτω, ο τάφος του, μες στη νύχτα φέγγει. Έχει πανσέληνο απόψε. Ο Ξένος, από την ομώνυμη συλλογή του, με υποδέχεται – προηγήθηκε ο Ρίτσος και ακολούθησε ο Παζολίνι με το Θεώρημά του, έχουν το ίδιο θέμα. Κάποιο ραδιόφωνο παίζει. Ένα παράθυρο ανοίγει. Ο Γιάννης Ρίτσος είναι εδώ. Πάντα μένει εδώ.
Δεν έχει φύγει.
*
Οι Στάχτες ευχαριστούν προσωπικά τον κ. Χρονά για την παραχώρηση του κειμένου.

*

από το βιβλίο, 
Γιώργος Χρονάς: Σάββατο, 
Εκδόσεις Οδός Πανός, 2011

T.S.Eliot, Οι φωνές της ποίησης

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2013

Τίτλος πρωτοτύπου:
Τα δοκίμια προέρχονται από τις εκδόσεις: «Selected Essays», Faber and Faber, 1932 – «On Poetry and Poets», Faber and Faber, 1957 – «To Critisize the Critic and other writings», Faber and Faber, 1965

Περιγραφή

Θεωρούμενος ως ένας από τους κορυφαίους ποιητές του 20ού αιώνα, ο Τόμας Στερνς Έλιοτ είναι αναμφισβήτητα και ο σημαντικότερος λογοτεχνικός κριτικός. Οι απόψεις του για τη λογοτεχνία και τη λογοτεχνική κριτική αποτέλεσαν τη βάση της αγγλοσαξονικής Νέας Κριτικής και διαμόρφωσαν καθοριστικά, και διεθνώς, τη μοντερνιστική προσέγγιση της λογοτεχνίας. Η βασική θέση του Έλιοτ περιέχεται στην πεποίθησή του ότι η λογοτεχνική κριτική θα πρέπει να συμπληρώνεται από μιαν ηθική και οντολογική οπτική. Επιμένοντας, εις πείσμα των εστέτ, ότι η μεγάλη ποίηση δεν θα έπρεπε να αξιολογείται μόνο με λογοτεχνικά κριτήρια, ο Έλιοτ υπογράμμιζε ταυτόχρονα ότι αν ένα κείμενο είναι λογοτεχνικό ή όχι θα μπορούσε να κριθεί μόνο με λογοτεχνικά κριτήρια.
Η φιλοσοφία της σειράς «Οι ποιητές μιλούν για την ποίηση»
Σκοπός της νέας αυτής σειράς είναι να προσφέρει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, σε υπεύθυνες μεταφράσεις, δοκιμιακά κείμενα κορυφαίων ξένων ποιητών για την τέχνη της ποίησης και τη σχέση της με τα πολιτισμικά και κοινωνικά συμφραζόμενα της εποχής. Η επίσκεψη στο εργαστήρι αυτών των ποιητών, οι οποίοι γνωρίζουν εκ των έσω τη φύση και τη λειτουργία του ποιητικού κειμένου, παρέχει μιαν εισαγωγή στην έννοια του λογοτεχνικού λόγου ουσιαστικότερη και αναγνωστικά πιο ευχάριστη από εκείνη των θεωρητικών της λογοτεχνίας.
***
Κριτική-παρουσίαση
Του Κωστή Παπαγιώργη στη Lifo
 
Tα μοτίβα του Έλιοτ. Ο Κωστής Παπαγιώργης ανθολογεί παραγράφους του Έλιοτ περί ποίησης.
Γεννημένος στο Σαιντ Λούις της πολιτείας του Μισούρι (1888), από πατέρα επιχειρηματία και μητέρα πολυγράφο ποιήτρια, ο Έλιοτ φοίτησε στο Μίλτοντης Μασαχουσέτης και κατόπιν στο Χάρβαρντ, όπου επηρεάστηκε από τον φιλόσοφο Σανταγιάνα. Το 1910 παρακολούθησε τις διαλέξεις του Μπερξόν στη Σορβόννη και έγινε κάτοχος της γαλλικής και της ποίησης του Μπωντλαίρ και του Στεφάν Μαλαρμέ. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν επανήλθε στην Αμερική ούτε και στο Χάρβαρντ. Μεγάλο ρόλο στη ζωή του έπαιξε ο Έζρα Πάουντ, μαζί με τον οποίο αποτέλεσαν ένα δίδυμο Αμερικανών που εγκατέλειψαν τη Νέα Αγγλία για να ζήσουν στην Ευρώπη.
Ο κομψός τόμος των δοκιμίων του (σε περισπούδαστη μετάφραση και κομψότατη έκδοση) αναφέρεται στο ζήτημα της ποίησης, είτε πρόκειται για τον ελεύθερο στίχο, τον Σαίξπηρ, το κλασικό έργο και την ελάσσονα ποίηση, είτε για τη μουσική της ποίησης, τη θρησκεία σε σχέση με τη λογοτεχνία και άλλα παράλληλα μοτίβα που αναδεικνύουν τον Έλιοτ σε έναν βαθυνούστατο -αν όχι τον κορυφαίο- κριτικό της εποχής του. Προφανώς, παρόμοια έργα δεν κρίνονται. Άρα, το μόνο που απομένει είναι να ανθολογήσουμε εδώ κι εκεί κάποιες παραγράφους που αναδεικνύουν τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του.
Γίνεται, τάχα, σταυροφορία εναντίον της ομοιοκαταληξίας; 
«Είναι πιθανόν η υπερβολική έκθεση στην ομοιοκαταληξία να σκλήρυνε το σύγχρονο αυτί. Η απόρριψη της ομοιοκαταληξίας δεν είναι φυγή προς την ευκολία. Αντιθέτως, επιβάλλει μια μεγαλύτερη δοκιμασία στη γλώσσα. Όταν η καθησυχαστική ηχώ της ομοιοκαταληξίας εκλείψει, η επιτυχία ή αποτυχία στην εκλογή των λέξεων γίνεται αμέσως πιο αισθητή. Όταν εκλείψει η ομοιοκαταληξία, πολλή αιθέρια μουσική ακούγεται ξαφνικά από τη λέξη, μια μουσική που ως τότε τιτίβιζε απαρατήρητη στο αναπεπταμένο πεδίο του πεζού λόγου. Και αν απαγορευτεί η ομοιοκαταληξία, πολλοί βασιλιάδες θα μείνουν χωρίς γένια» (σ. 24).
 Άραγε ο «Άμλετ» είναι το αριστούργημα του Σαίξπηρ; 
«Ως προς το “απείθαρχο υλικό” δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Άμλετ όχι μόνο δεν είναι το αριστούργημα του Σαίξπηρ αλλά είναι βεβαιότατα καλλιτεχνική αποτυχία. Είναι το εκτενέστερο και πιθανότατα το έργο για το οποίο ο Σαίξπηρ κατέβαλε τη μεγαλύτερη προσπάθεια. Ωστόσο, του άφησε σκηνές περιττές και χωρίς συνοχή, που θα είχαν γίνει αντιληπτές ακόμα και σε μια βιαστική αναθεώρηση» (σ. 32).
Τι είναι το κλασικό έργο; Η ωρίμανση του ποιητή;
Η περιρρέουσα κοινωνία; «Παρατηρούμε ότι μερικά πνεύματα ωριμάζουν νωρίτερα από άλλα και ότι εκείνα που ωριμάζουν πολύ γρήγορα δεν έχουν πάντα μεγάλη εξέλιξη. Θίγω αυτό το θέμα για να επισημάνω, πρώτον, ότι η αξία της ωρίμανσης εξαρτάται από την αξία αυτού που ωριμάζει, και δεύτερον, ότι πρέπει να γνωρίζουμε πότε αυτό που μας απασχολεί είναι η ωρίμανση συγκεκριμένων συγγραφέων και πότε η ανάλογη ωρίμανση λογοτεχνικών περιόδων. Η ωριμότητα της λογοτεχνίας καθρεφτίζει την ωριμότητα της κοινωνίας εντός της οποίας παράγεται» (σ. 47).
   «Στη ζωή, αυτός που αρνείται να θυσιάσει οτιδήποτε για να κερδίσει κάτι άλλο, καταλήγει στη μετριότητα ή στην αποτυχία. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ο ειδικός που έχει θυσιάσει πάρα πολλά για πολύ λίγα ή που είναι εκ φύσεως τόσο ειδικός ώστε δεν έχει τίποτα να θυσιάσει. Αλλά έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι στον αγγλικό δέκατο όγδοο αιώνα αποκλείστηκαν πάρα πολλά. Η ώριμη σκέψη υπήρξε, αλλά ήταν στενή. Η αγγλική κοινωνία και τα αγγλικά γράμματα δεν ήταν επαρχιώτικα, με την έννοια ότι δεν ήταν αποκομμένα ούτε έμειναν πίσω από τις εξελίξεις στις καλύτερες ευρωπαϊκές κοινωνίες και στα ευρωπαϊκά γράμματα. Ωστόσο, η ίδια η εποχή ήταν, τρόπος του λέγειν, επαρχιώτικη» (σ. 58).
Διαβάστε το υπόλοιπο στη LIFO
 

Απόστολος Θηβαίος, «Ο άνθρωπος των ρεμβασμών»

Αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καβάφη,
Τον Οικουμενικό και τον Ερωτικό.

Τον αναγνώρισα με κάποια δυσκολία, καθώς στεκόταν σε μια μακρινή πια απόσταση. Έφερε απλά σημάδια γήρατος, ο χρόνος είχε διανύσει ήδη ολόκληρες εποχές. Ήταν καλοντυμένος, με ένα από εκείνα τα βρετανικά κοστούμια τύπου london cut που τόση εντύπωση προξενούν με την κομψότητά τους. Κάθε τόσο, με έναν εκλεπτυσμένο τρόπο που δεν θα μαρτυρούσε ποτέ την ενόχλησή του από την τόση θερμή ημέρα, εκκινούσε το καπέλο του, τύπου παναμά, κίτρινου, ανοιχτού χρώματος. Φανέρωνε την εντύπωση ενός πολύ αριστοκρατικού ανθρώπου με ανάλογες καταβολές. Δεν θα μπορούσες με τίποτα να φανταστείς ένα τέτοιο τύπο μες σε τούτα τα καφενεία με τους ύποπτους νεαρούς, τους χαρτοπαίκτες, τις ύποπτες συναλλαγές. Ετούτα τα μέρη προσελκύουν μονάχα την έξαψη και την αισχρότητα παράξενων ανδρών, πλάι στο λιμένα με τα παλιά, πορφυρά συντρίμμια ενός φάρου που λέγεται πως κάποτε ανεγέρθηκε σε αυτόν τον τόπο υπάρχουν παραπήγματα με μια απρόσμενη κοσμοσυρροή. Ο ηλικιωμένος, κομψός άνδρας τους παρατηρούσε, κάποτε το ενδιαφέρον του διέγειρε κάποιο από τα νεανικά αγόρια που πουλούν μαστίχα ή τάχα εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες στις ανυπόφορες, θερμές αναμονές τους.

 

    Έπειτα ανασηκώθηκε από τη θέση του. Ήταν μεσημέρι, αργά πολύ, οι εργαζόμενοι της εταιρείας υδρεύσεως τέτοια ώρα περπατούν νωθροί στην προκυμαία, ψωνίζουν καπνό και έπειτα χάνονται σε δρόμους με σιδηρουργεία και ταβέρνες κλειστές. Ανασηκώθηκε, άφησε το αντίτιμο της παραγγελίας του και πλησίασε αργά, αιώνιο το βήμα του ανθρώπου εκείνου καθώς περιφερόταν τάχα άσκοπα μα εποφθαλμιούσε πια με έκδηλο τρόπο εκείνο το αγόρι στη μέσα σάλα. Ήταν ένα αγόρι, σχεδόν ποιητικό, με πρόσχημα και πόζα ακαδημαϊκή. Μα σε τέτοια μέρη δεν συχνάζουν παρά διψασμένοι και φορτισμένοι άνθρωποι και το αγόρι ετούτο φέρει όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά που είναι της νεότητος. Με τι ανεπαίσθητο και διακριτικό τρόπο ο άνδρας εκείνος πλησιάζει το αγόρι, πώς του μιλά, με τι τρυφερότητα περιεργάζεται τα βιβλία του, τα ακουμπά με δύναμη γιατί είναι πριν πιασμένα από τα σφιχτά, τα παρθένα χέρια του παιδιού. Έπειτα η σιωπή και ο καπνός που τους κρύβει καθώς καίγονται και λιώνουν τα κάδρα, οι φωτογραφίες στους τοίχους, πέφτει βαριά, υπέροχη σκιά, καθώς πεθαίνει το μεσημέρι στην Αλεξάνδρεια. Τώρα οι Αγριάνες τοξότες, παιδιά από τα βουνά του Άτλαντα, με τατουάζ και εκδορές εγκαταλείπουν το χαμαιτυπείο και έτσι ο άνδρας με το παιδί μιλούν χαμηλόφωνα, εκείνος του υποδεικνύει τα βρώμικα δωμάτια πάνω από την ταβέρνα και ύστερα αποχωρούν και οι δυο, με τόση, Θε μου ενοχή! Και είναι λησμονημένα πια τα βιβλία και η σχολή και ο τόσος ακαδημαϊσμός, είναι λησμονημένος και αυτός και εξαντλημένος και όλες του κόσμου οι ελπίδες, διαψευσμένες και αυτές και να βρέχει τώρα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και εκείνοι οι δυο πώς δένονται και αφήνονται και τα σημάδια, τα δυνατά χέρια, λείο, γλυπτό της νεότητος το σώμα. Τους είδα που φύγαν, αραιά, σαν να μην γνωρίζονται και να ’ναι τυχαίο το συναπάντημά τους. Οι εργάτες τους κοίταξαν βέβαια με υποψίες, μα και εκείνων τα σώματα ποιος ξέρει σε τι κλίνες έχουν κυλησθεί. Δίστασε να φύγει. Ξυπνούσε η πόλη τώρα, ξανά οι ίδιες, τρωικές μορφές, οι βάρβαροι ξανά στα σύνορα, τώρα που ο έρωτας σκοτώθηκε σε εκείνα τα δωμάτια, τώρα τίποτε, κανένα σημάδι από το μυστικό, εκείνο θίασο που μας μεθά. Τίποτε. Ο κομψός, ηλικιωμένος άνδρας συνέχισε αργά το βήμα του. Απομακρύνθηκε και έπειτα με τον πιο διακριτικό τρόπο, καθώς, ας πούμε μια καταιγίδα που έχει ένα αδιάφορο ξεκίνημα, πέρασε μες στην ιστορία, έγινε ορίζοντας. Το καπέλο τύπου παναμά τώρα πετά ψηλότερα, η κορδέλα του πώς ανοίγει και εκείνο το όνομα του ένδοξου πλοίου που πιάνεται στα πιο ψηλά σημεία, φτάνει σε εξώστες και τελικά αποκαλύπτεται για πάντα. Μιλώ για εκείνο το στίχο που σημαίνει ταξίδι και ανήκει στις τάξεις των ιδεών. Ο κομψός, εκείνος άνδρας έγραψε, λένε με όλο του το σώμα, με τα δάκρυα και τις ακαθαρσίες και τα αμαρτήματά του. Ο άνδρας εκείνος, μες στον κοσμοπολιτισμό και την πλούσια αύρα της πόλεως του αρνήθηκε το χρυσάφι και έτσι σοφός και πικραμένος αντίκρισε τον κόσμο, ευρύτερο από τις πιο πλατιές φυλακές. Της ψυχής και της ανθρώπινης ιστορίας σκληρά δεσμά. «Έτσι, πολύ ατένισε…» ο άνθρωπος αυτός.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Τάκης Σινόπουλος ἤ ἡ νέκυια τῶν ἀφανῶν

Του ΧΡΙΣΤΟΥ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗ

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ἤ ἡ νέκυια τῶν ἀφανῶν
Ο ποιητής, λέει ὁ Ρίλκε, δέν ἔχει βιογραφία· βιογραφία εἶναι τά ποιήματά του. Ὁ ποιητής, λέει ἐπίσης ὁ Ρίλκε, γιά νά ἐλπίζει ὅτι μπορεῖ κάποτε νά φτάσει στό ποίημα, πρέπει νά ἔχει ἐμπειρίες. Γιατί οἱ στίχοι δέν εἶναι, καθώς νομίζουν οἱ ἄνθρωποι, αἰσθήματα, εἶναι ἐμπειρίες. Πρέπει ἑπομένως νά ἔχει δεῖ πολλές πόλεις, ἀνθρώπους καί πράγματα, πρέπει νά γνωρίζει τά ζῶα, πρέπει νά αἰσθάνεται πῶς πετᾶνε τά πουλιά καί νά ξέρει τήν κίνηση, μέ τήν ὁποία ἀνοίγουν τά μικρά λουλούδια τό πρωί. Ὡστόσο, προσθέτει, πρέπει νά ἔχει παρασταθεῖ καί σέ ἑτοιμοθάνατους, πρέπει νά ἔχει καθήσει κοντά σέ νεκρούς στό δωμάτιο μέ τ’ ἀνοιχτό παράθυρο καί τούς ἐναλλασόμενους θορύβους. Κι ἀκόμη, δέν ἀρκεῖ νά ἔχει ἀναμνήσεις, πρέπει νά μπορεῖ καί νά τίς λησμονά ὅταν εἶναι πολλές, καί πρέπει νά ἔχει τή μεγάλη ὑπομονή νά περιμένει νά ξανάρθουν. Μόνο ὅταν γίνουν αἷμα μέσα του, βλέμμα καί χειρονομία, δίχως ὄνομα καί δίχως νά ξεχωρίζουν ἀπό αὐτόν, τότε μόνο μπορεῖ νά συμβεῖ, σέ μιά πολύ σπάνια ὥρα, ἡ πρώτη λέξη ἓνός στίχου νά ὑψωθεῖ στή μέση τους καί νά βγεῖ ἀπ’ αὐτές.
Ὑπό τό φῶς αὐτῶν τῶν λόγων ἑνός ποιητή τελείως διαφορετικοῦ ἰδεολογικά, ἰδιοσυγκρασιακά καί τεχνοτροπικά ἀπό τόν Τάκη Σινόπουλο, εἶναι νομίζω χρήσιμο νά ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας σέ ὁρισμένα κρίσιμα βιογραφικά στοιχεῖα τοῦ ποιητῆ. Ὁ ἴδιος ἄλλωστε, συμπορευόμενος ἐν πολλοίς μέ τόν μεγάλο ὁμότεχνό του, ἔγραφε τά ἀκόλουθα: «Ὑπάρχουν ἔργα πού φαίνονται νά ζοῦν μία δική τους μυστική ζωή, πού δέν χρειάζονται τήν ἀναδρομή στήν ἰδιωτική ζωή τοῦ τεχνίτη γιά νά μελετηθοῦν, ταυτόχρονα ὅμως, τά ἔργα αὐτά εἶναι ἀναπόσπαστα δεμένα μέ τίς ἐξωτερικές περιπέτειες τοῦ δημιουργοῦ τους, ὥστε θ’ ἀποτελοῦσε βασικό σφάλμα ἄν θεωροῦνταν καί ἐξετάζονταν ἀνεξάρτητα ἀπό τίς συνθῆκες πού, κρυφά ἤ φανερά, τροφοδότησαν τή γέννηση καί τήν ὑπάρξη τους. Ἀνάμεσα στή ζωή καί τή δημιουργία ὑπάρχουν σχέσεις καί ἀνταποκρίσεις τέτοιες, πού, χωρίς κίνδυνο, θά μπορούσαμε νά συλλογιστοῦμε τά συγκοινωνοῦντα δοχεῖα ἤ νά ἀναφερθοῦμε στή συνάρτηση μήτρας καί ἐμβρύου».
Ο Τάκης Σινόπουλος, λοιπόν, γεννήθηκε στίς 17/30 Μαρτίου τοῦ 1917 στήν Ἀγουλινίτσα, χωριό τῆς Ἠλείας, πού ἀπέχει πέντε χιλιόμετρα ἀπό τόν Πύργο. Ἦταν πρωτότοκος γυιός τοῦ καθηγητῆ τῆς φιλολογίας Γιώργη Σινόπουλου, ἀπό τό χωριό Μούντριζα τῆς Ὀλυμπίας καί τῆς Ρούσας Βενέτας, τό γένος Ἀργυροπούλου, ἀπό τό χωριό Βυζίτσι (ἤ καί Βυζίκι) τῆς Γορτυνίας. Δίπλα στό χωριό του τό ποτάμι, πού, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος, τόν εἶχε διαποτίσει ὁλόκληρο. Καί ὁ μεγάλος Ἀλφειός, πού ἀποτελεῖ τό σμίξιμο τοῦ ἀρχικοῦ Ἀλφειοῦ, τοῦ Λάδωνα καί τοῦ Ἐρύμανθου (στό ἔργο του: Ντοάνα), πού κι αὐτός εἶναι, στό χωριό Τριπόταμα, συμβολή τριῶν ποταμῶν.
Ἂς κρατήσουμε τά ποτάμια αὐτά, γιατί θά τά συναντήσουμε πολλές φορές στό ἔργο του. Ἂς κρατήσουμε ἐπίσης τό ἔτος τῆς γεννήσεώς του, γιατί τό 1917, ὄχι τυχαία, εἶναι τό ἔτος πού ὁ Ἔσδρα Πάουντ, πρῶτος στά νεώτερα χρόνια, ἐπαναφέρει στή ζωή τόν Ἐλπήνορα, ἕνα δευτερεῦον πρόσωπο τῆς Ὀδύσσειας, πού θά παίξει καθοριστικό ρόλο στήν ποίηση τοῦ Σινόπουλου ὡς ἀναφορά καί ὡς βίωμα καί θά τό συναντήσουμε, ὄχι τυχαία ἐπίσης, καί στό ἔργο τοῦ Σεφέρη καί τοῦ Ρίτσου.
Ἂς ἀκούσουμε ἐπίσης πῶς περιγράφει ὁ ἴδιος τά παιδικά του χρόνια στόν Πύργο, ὅπου ἡ οἰκογένειά του θά ἐγκατασταθεῖ τό 1920: «Τό δημοτικό της φτώχειας –τῆς λαϊκῆς συνοικίας – ἡ εὐλογιά – ὁ δάσκαλος – τό ξύλο».
Ἂς κάνουμε ἕνα ἂλμα χρονικό καί, προσπερνώντας τό Ἑλληνικό Σχολεῖο καί τό Α΄ Γυμνάσιο τοῦ Πύργου, ἄς βρεθοῦμε στήν Ἀθήνα, ὅπου ὁ Σινόπουλος, τό 1935, εἶναι φοιτητής τῆς ἰατρικῆς. «Αἴσθημα ἐπαρχιωτισμοῦ – φτώχεια – αἴσθημα κατωτερότητας – ἀπομόνωση», σημειώνει ὁ ἴδιος. Ὅμως καί «οἱ συναυλίες τῆς Κρατικῆς Ὀρχήστρας στά “Ὀλύμπια” μέ τόν Μητρόπουλο, τά ὑπαίθρια παλιατζίδικα τῆς ὁδοῦ Ἱπποκράτους καί τῆς Ἀσκληπιοῦ, οἱ παραδόσεις τοῦ καθηγητῆ Τσάτσου στή Νομική Σχολή, ἡ ταραγμένη πολιτική ἀτμόσφαιρα κι ἡ σκιά τοῦ Βενιζέλου πάνω στήν Ἑλλάδα, ὁ Καρυωτάκης πού ἔδυε, ὁ Καβάφης πού μεσουρανοῦσε, ἡ γενιά τοῦ ‘30 κι ὁ Κοσμᾶς Πολίτης, ὁ ὑπερρεαλισμός καί τά κοινωνικά προβλήματα. […] Ὁ κόσμος δέν ἦταν καθόλου ἁπλός».
Ἑπόμενος σταθμός τοῦ ποιητῆ ὁ πόλεμος, ἡ Κατοχή καί, φυσικά, ὁ Ἐμφύλιος. Εἶναι ἡ ἐποχή ἡ πιό γόνιμη καί ἡ καθοριστική γιά τήν ποίησή του, ἀφοῦ σ’αὐτή μορφώθηκαν οἱ βουλές τῆς ποιήσεώς του, ὅπως ἀργότερα, πολύ ἀργότερα θά φανεῖ. Ἀπό τήν ἐποχή αὐτή θά κρατήσουμε ὁρισμένες στάσεις. Στίς 10 Ἰανουαρίου τοῦ 1941 στρατεύεται καί ὡς λοχίας ὑγειονομικοῦ τοποθετεῖται στό 6ο Στρατιωτικό Νοσοκομεῖο Λουτρακίου. Τόν Ἀπρίλιο, μετά τήν κατάρρευση τοῦ μετώπου, ἐπιστρέφει στήν Ἀθήνα, ὅπου καί προσπαθεῖ νά ἑτοιμασθεῖ γιά τίς διπλωματικές του ἐξετάσεις. Τό φθινόπωρο ἐγκαταλείπει τήν προσπάθειά του καί λόγω τῆς μεγάλης πείνας ἐπιστρέφει στόν Πύργο. Ἐκεῖ, τό καλοκαίρι τοῦ 1942, συλλαμβάνεται ἀπό τίς Ἰταλικές ἀρχές κατοχῆς καί φυλακίζεται ὡς ἀντιστασιακός. Μένει στίς φυλακές Δροσοπούλου ἐπί 40 μέρες, περνᾶ ἀπό στρατοδικεῖο στήν Τρίπολη καί ἀθωώνεται. Ἦταν ὄντως στήν Ἀντίσταση; Καί ποιά ἦταν ἡ στάση του ἔναντι τῆς Ἀντίστασης, πού σιγά σιγά ἄρχιζε νά ἁπλώνεται καί στήν Ἠλεία; Δέν τό ξέρουμε. Πάντως ὁ ἴδιος, πολλά χρόνια μετά, θά περιγράψει τή στάση του μέ τήν φράση Στήν Κατοχή λουφάξαμε καί ταυτόχρονα θά ἀναφέρει, ὅτι ἡ μόνη μέχρι τό 1967 ἀντιστασιακή πράξη τῆς ζωῆς του, ὑπῆρξε ἡ κατά τόν χρόνο αὐτό καί λόγω τῆς ἐπιβολῆς τῆς δικτατορίας παραίτησή του ἀπό τήν κρατική ραδιοφωνία, ὅπου εἶχε ἐπί ἕνα χρόνο μία ἐκπομπή γιά τήν ποίηση.
Στά χρόνια ἐκεῖνα ἀνάγονται οἱ μεταφράσεις τοῦ Προυστ καί τοῦ Βαλερύ, πού δημοσιεύονται στό περιοδικό «Ὀδυσσέας», πού ἐκδίδεται στόν Πύργο. Ἰδιαίτερα ἄς σημειώσουμε τή μετάφραση «Ἀπό τό ἡμερολόγιο τοῦ κ. Τέστ» τοῦ Βαλερύ, γιατί, τεχνοτροπικά τουλάχιστον, τόν κ. Τέστ θά τόν συναντήσουμε τό 1956 ὡς Μάξ στή συλλογή «Ἡ γνωριμία μέ τόν Μάξ».
Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1943 ἐπανέρχεται στήν Ἀθήνα καί ἀρχίζει νά προετοιμάζεται γιά τίς διπλωματικές του ἐξετάσεις. Τό πτυχίο του θά τό πάρει, τελικά, Μάρτιο τοῦ 1944. Ἔτσι ὡς γιατρό πλέον θά τόν βρεῖ ἡ ἀπελευθέρωση καί ἡ ἐκ νέου ἐπιστράτευσή του στίς 10 Ἰανουαρίου τοῦ 1945, ὅταν δηλαδή ἡ Μάχη τῆς Ἀθήνας συνεχίζεται ἀκόμη, καί ὡς γιατρός θά μετάσχει στόν Ἐμφύλιο ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἐθνικοῦ Στρατοῦ, μέχρι τό Μάιο τοῦ 1949, πού ἀπολύεται κλείνοντας συνολικά πέντε χρόνια θητείας.
Ἴσως θά πρέπει νά ἐπιμείνουμε περισσότερο στόν Ἐμφύλιο, ὅπου ὁ Σινόπουλος ἐθήτευσε, ὅπως εἴπαμε, ὡς στρατιωτικός γιατρός, (πολλές φορές στήν πρώτη γραμμή), μέχρι τόν Μάιο τοῦ 1949, καί ἡ Ἑλλάδα, ὡς κράτος καί ὡς κοινωνία, μέχρι τό Καλοκαίρι τοῦ 1974. Οἱ παλαιότεροι ἄς σκαλίσουμε τή μνήμη μας, οἱ νεώτεροι ἄς φροντίσουμε νά πληροφορηθοῦμε ἀπό τίς χιλιάδες σελίδες πού ἔχουν γραφτεῖ καί πού συνεχῶς γράφονται γι’ αὐτόν καί τίς συνέπειές του, οἱ λογιότεροι ἄς θυμηθοῦν τόν Θουκυδίδη καί ἄς ἀνατρέξουν πάλι στά «Κερκυραϊκά».Ὅλοι, τέλος, γιατί αὐτό ἔχει πολύ μεγάλη σημασία γιά τήν ἀφήγησή μας, ἂς θυμηθοῦμε τόν Ὁμηρικό Ἐλπήνορα. Ὁ Ὅμηρος τόν ἀναφέρει ὡς Κάποιος Ἐλπήνωρ καί περιγράφει τίς συνθῆκες ὑπό τίς ὁποῖες, καθώς προσπαθοῦσε νά ἀκολουθήσει τούς συντρόφους του στό ταξίδι τῆς διαφυγῆς ἀπό τό Νησί τῆς Κίρκης, ἔχασε τή ζωή του: Ἀπό τή στέγη πέφτοντας, γκρεμίστηκε μέ τό κεφάλι, σύντριψε τοῦ λαιμοῦ τούς ἀστραγάλους, εὐθύς κατέβηκε στόν Ἅδη ἡ ψυχή του.
Ἐκεῖ στόν Ἅδη, ὅταν κατεβαίνει, θά τόν συναντήσει ὁ Ὀδυσσέας. Ἐλπήνορα, πῶς ἔφτασες ἐδῶ, κάτω στό ζοφερό σκοτάδι; τόν ρωτάει. Καί ὁ Ἐλπήνωρ, ἀφοῦ τοῦ περιγράψει τόν τρόπο τοῦ θανάτου του, τόν ἱκετεύει, ὅταν θά φτάσει πάλι στό νησί τῆς Αἴας μέ τό καλόχτιστο καράβι του, νά φροντίσει γιά τήν ταφή του ἐκεῖ, στόν τόπο πού σκοτώθηκε: πρῶτα κάψε τό σῶμα μου, μαζί καί τ’ ἅρματά μου / τά δικά μου· ὕστερα σῆμα ἀνύψωσε γιά χάρη μου / στό περιγιάλι τῆς θαλάσσης – ἑνός πού ἡ δυστυχία τόν τσάκισε, / νά βλέπουν οἱ μελλούμενοι καί νά μέ μνημονεύουν. Κι ὅταν μ’ αὐτά τελειώσεις, στήριξε τό κουπί στόν τύμβο μου / αὐτό πού εἶχα ζωντανός ὅσο κωπηλατοῦσα μέ τούς ἄλλους μου συντρόφους.
Αὐτό πού ὁ νεκρός Ἐλπήνωρ ζητάει ἀπό τόν Ὀδυσσέα, νά τόν θάψει δηλαδή καί πάνω στόν τάφο του νά στήσει ἕνα σημάδι πού νά δείχνει τό ποιός καί τό γιατί, ἐπιχειρεῖ νά πράξει σ’ ὅλο τό μῆκος τῆς διαδρομῆς του ὁ Σινόπουλος.
Τό 1951 σέ ἡλικία 34 ἐτῶν ὁ ποιητής μετακομίζει ἀπό τήν πλατεία Ἀμερικῆς, πού μέχρι τότε ἔμενε, στήν ὁδόν Κολοκοτρώνη, στόν Περισσό, μιά συνοικία προσφυγική τοῡ Δήμου Νέας Ἰωνίας, Δήμου καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκείνη τήν ἐποχή προσφυγικοῦ. Εἶναι διορισμένος γιατρός στό ΙΚΑ τῆς περιοχῆς καί παράλληλα ἀσκεῖ τήν ἰατρική ὡς ἐλεύθερος ἐπαγγελματίας. Δύσκολη σχέση ἀλλά καί πηγή ἐμπειρίας πολύτιμης, ἀφοῦ, ὅπως γράφει, «Ὁ κόσμος δέν ἦταν τό ὅτι ἔχω αὐτό ἤ ἐκεῖνο καί πάρε αὐτό τό φάρμακο καί φύγε. Τό ἰατρεῖο τό ’παίρναν καί γιά ἐξομολογητήριο».
Στά τέλη τοῦ 1951 κυκλοφορεῖ τό πρῶτο του βιβλίο – ἔκδοση φυσικά ἰδιωτική καί σέ λίγα ἀντίτυπα. Ἔχει τόν τίτλο «Μεταίχμιο», περιέχει ποιήματα γραμμένα ἀπό τό 1944 ὡς τό 1950 καί εἶναι ἀφιερωμένο στόν ἀδελφό του Παῦλο. Ἡ ἔκδοση προκαλεῖ αἴσθηση στούς λογοτεχνικούς κύκλους καί γίνεται ἀντικείμενο τῆς κριτικῆς. Ὁ Κλέων Παράσχος στήν «Καθημερινή», ὁ Ἀνδρέας Καραντώνης στήν ἐφημερίδα «Ἑλλάς», ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος στά «Ἑλληνικά Χρονικά», ὁ Πέτρος Χάρης στήν «Ἐλευθερία», ὁ Αἰμίλιος Χουρμούζιος στή «Νέα Ἑστία», ὁ Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου στήν «Ἑλληνική Ἡμέρα», ὁ Ἀστέρης Κοβατζής στήν «Ἀπογευματινή» –συλλογή ἐντυπωσιακή γιά πρῶτο βιβλίο ἑνός νέου ποιητῆ. Βρίσκουν ὅλοι σαφεῖς ἐπιρροές ἀπό τόν Ἔλιοτ καί τόν Σεφέρη ἀλλά ταυτόχρονα ἀκοῦνε καί τήν δική του προσωπική φωνή. Παρά τίς ἐπιρροές «ὁ κ. Σινόπουλος ἐκφράζει δικά του ὁράματα, δικές του πεῖρες, χρησιμοποιεῖ δικά του σύμβολα, στά ποιήματά του ἀκοῦμε τή δική του φωνή», γράφει ὁ ἔμπειρος Κλέων Παράσχος.
Στέκομαι στήν παρατήρησή του γιά τά δικά του σύμβολα. Ὄντως γιά πρώτη φορὰ στήν ἑλληνική ποίηση ἀκούγεται τό ὄνομα «Ἐλπήνωρ». Εἶναι τίτλος τοῦ πρώτου ποιήματος στή συλλογῆς. Ἕνα τοπίο θανάτου, μιά ἔρημη, μιά καθημαγμένη χώρα, εἶναι τό ἐμβληματικό καί καλοχτισμένο αὐτό ποίημα, ὅπως καί ὅλα τά ποιήματα τῆς συλλογῆς. Καί κάπου ἐκεῖ ὁ Ἐλπήνωρ, ὁ ἐμβληματικός ἀντιήρωας τοῦ Ὁμήρου, πού τώρα ὅμως δέν εἶναι μέ σπασμένους τούς ἀστραγάλους τοῦ λαιμοῦ ἀλλά μέ τό μαῦρο σίδερο μπηγμένο στά πλευρά καί μέ τά δάκτυλα ἀκρωτηριασμένα. Ἀξίζει νά ἀκούσουμε ὁλόκληρο τό ποίημα, πού ἔχει ὡς μότο τήν ἐρώτηση τοῦ Ὀδυσσέα: «Ἐλπήνωρ, πῶς ἦλθες…» – ἐρώτηση πού στό ποίημα τουλάχιστον μένει χωρίς ἀπάντηση, ἀλλά πού ἀφήνεται νά ἐννοηθεῖ, ὅτι τόν ἔφερε ὁ χαλασμός τῶν χρόνων τοῦ ποιητῆ.

 

ΕΛΠΗΝΩΡ

 

Ἐλπήνωρ πῶς ἦλθες…
ΌΜΗΡΟΣ

Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα τά μαῦρα κυπαρίσσια
τό χαμηλό ἀκρογιάλι ρημαγμένο ἀπό τ’ ἁλάτι καί τό φῶς
τά κούφια βράχια ὁ ἀδυσώπητος ἥλιος ἀπάνω
καί μήτε κύλισμα νεροῦ μήτε πουλιοῦ φτερούγα
μονάχα ἀπέραντη ἀρυτίδωτη πηχτή σιγή.

Ἦταν κάποιος ἀπό τή συνοδεία πού τόν ἀντίκρισε
ὄχι ὁ πιό γέροντας: Κοιτάχτε ὁ Ἐλπήνωρ πρέπει νάναι ἐκεῖνος.
Ἐστρέψαμε τά μάτια γρήγορα. Παράξενο πῶς θυμηθήκαμε
ἀφοῦ εἶχε ἡ μνήμη ξεραθεῖ σάν ποταμιά τό καλοκαίρι.
Ἦταν αὐτός ὁ Ἐλπήνωρ πράγματι στά μαῦρα κυπαρίσσια
τυφλός ἀπό τόν ἥλιο καί τούς στοχασμούς
σκαλίζοντας τήν ἄμμο μ’ ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα.
Καί τότε τόν ἐφώναξα μέ μία χαρούμενη φωνή: Ἐλπήνορα
Ἐλπήνορα πῶς βρέθηκες ξάφνου σ’ αὐτή τή χώρα;
εἶχες τελειώσει μέ τό μαῦρο σίδερο μπηγμένο στά πλευρά
τόν περσινό χειμώνα κι εἴδαμε στά χείλη σου τό αἷμα πηχτό
καθώς ἐστέγνωσε ἡ καρδιά σου δίπλα στοῦ σκαρμοῦ τό ξύλο.
Μ’ ἕνα κουπί σπασμένο σέ φυτέψαμε στήν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ
ν’ ἀκοῦς τ’ ἀνέμου τό μουρμούρισμα τό ρόχθο τῆς θαλάσσης.
Τώρα πῶς εἶσαι τόσο ζωντανός; πῶς βρέθηκες σ’ αὐτή τή χώρα
τυφλός ἀπό τήν πίκρα καί τούς στοχασμούς;

Δέ γύρισε νά ἰδεῖ. Δέν ἄκουσε. Καί τότε πάλι ἐφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Ἐλπήνορα ποῦχες λαγοῦ μαλλί
γιά φυλαχτάρι κεμασμένο στό λαιμό σου Ἐλπήνορα
χαμένε στίς ἀπέραντες παράγραφους τῆς ἱστορίας
ἐγώ σέ κράζω καί σά σπήλαιο ἀντιλαλοῦν τά στήθια μου
πῶς ἦρθες φίλε ἀλλοτινέ πῶς μπόρεσες
νά φτάσεις τό κατάμαυρο καράβι πού μᾶς φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω ἀπ’ τόν ἥλιον ἀποκρίσου
ἄν ἡ καρδιά σου ἐπιθυμεῖ μαζί μας νάρθεις ἀποκρίσου.

Δέ γύρισε νά ἰδεῖ. Δέν ἄκουσε. Ξανάδεσε ἡ σιωπή τριγύρω.
Τό φῶς σκάβοντας ἀκατάπαυστα βαθούλωνε τή γῆ.
Ἡ θάλασσα τά κυπαρίσσια τ’ ἀκρογιάλι πετρωμένα
σ’ ἀκινησία θανατερή. Καί μόνο αὐτός ὁ Ἐλπήνωρ
ποὺ τόν γυρεύαμε μέ τόση ἐπιμονή μές στά παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος ἀπ’ τήν πίκρα τῆς παντοτινῆς του μοναξιᾶς
μέ τόν ἥλιο νά πέφτει στά κενά τῶν στοχασμῶν του
σκαλίζοντας τυφλός τήν ἄμμο μ’ ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα
σάν ὅραμα ἔφευγε καί χάνονταν ἀργά
στόν ἄδειο χωρίς φτερά χωρίς ἠχῶ γαλάζιο αἰθέρα.

Τό ποίημα γράφτηκε τό καλοκαίρι τοῦ 1944 καί δημοσιεύθηκε γιά πρώτη φορά τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἴδιου χρόνου στό περιοδικό Φιλολογικά Χρονικά, δηλαδή περισσότερο ἀπό ἕνα χρόνο πρίν γίνει προσιτό στό ἑλληνικό κοινό τό ποίημα, ὅπου ὁ Σεφέρης ἐπικαλεῖται τό ὄνομα τοῦ Ἐλπήνορα. Ἡ προτεραιότητα αὐτή δέν θά εἶχε ἰδιαίτερη σημασία, ἄν ὁλόκληρο σχεδόν τό ποιητικό ἔργο τοῦ Σινόπουλου δέν ἦταν μία συνεχής «μελέτη θανάτου» «ἑνός ἐπιζῶντος», μιά «Νέκυια ἐν προόδῳ», μέ ζωτικό πυρήνα τόν Ἐλπήνορα ἤ μᾶλλον αὐτό πού συντομογραφικά μποροῦμε νά ὀνομάσουμε «ἐμπειρία τοῦ Ἐλπήνορα», γράφει ὁ καθηγητής Γ. Π. Σαββίδης. Καί ἔκτοτε, προσθέτει, τό φάσμα τοῦ Ἐλπήνορα, πρωτεϊκά στοιχειώνει καί συνέχει τίς κυριότερες ποιητικές συνθέσεις του, ὡς τό «Χρονικό».
Τό γεγονός αὐτό, ὅτι δηλαδή ὁ Ἐλπήνωρ ἀποτελεῖ τόν ζωτικό πυρήνα τῆς ποίησης τοῦ Σινόπουλου, τό ἐπιβεβαιώνει καί ὁ ἴδιος ὁ ποιητής σέ μία δημόσια ἐξομολόγησή του, τό 1965: « Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά σᾶς ἀφηγηθῶ τή μικρή ἱστορία τοῦ δικοῦ μου Ἐλπήνορα. Ἕνα μεσημέρι, καλοκαίρι τοῦ 1944, μέ φοβερό ἥλιο καί ζέστη, περνώντας ἀπό τό Πεδίο τοῦ Ἄρεως, κάθισα ἐξαντλημένος ἀπό τήν πείνα καί τήν κούραση τῆς κατοχῆς σ’ ἕνα παγκάκι. Πρέπει νά μέ εἶχε ζαλίσει πολύ ὁ ἥλιος καί ἡ ἐξάντληση. Ξαφνικά στόν ἄσπρο μικρό δρόμο, μές στό φῶς, πέρασε μπροστά μου ἡ φιγούρα ἑνός φίλου μου ποιητῆ, πού τόν σκότωσαν οἱ Γερμανοί ἔπειτα ἀπό φρικτά βασανιστήρια στήν Πάτρα, τό 1942. Ἦταν ὁ Φώτης Πασχαλινός (= Θοδωράκης Ζώρας). Γυρίζοντας στό σπίτι μου ἔγραψα τόν «Ἐλπήνορα». Ἀλλά ἐκεῖνο πού γιά μένα εἶχε σημασία εἶναι πώς τό ὅραμα αὐτό σφράγισε ἀποφασιστικά ἕνα μεγάλο μέρος, τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ποίησής μου».
Εἶναι λάθος (τό ἔχουμε διαπράξει πολλοί) νά βλέπουμε στήν ποίηση τοῦ Σινόπουλου σταθμούς – ἡ ἐποχή τοῦ Ἔλιοτ κλπ. Εἶναι μία ποίηση ἐν προόδῳ, «μιά Νέκυια ἐν προόδῳ». Τό ἕνα ποίημα περιέχει τό ἄλλο, τό ἑπόμενο προϋποθέτει τό προηγούμενο. Χωρίς τό «Μεταίχμιο» (1951) δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ὁ «Νεκρόδειπνος»(1972). Καί δέν εἶναι τυχαῖο, πού τό πρῶτο ποίημα στό «Μεταίχμιο» ἐπιγράφεται «Ἐλπήνωρ». Ὅπως δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ Ἐλπήνωρ τοῦ πρώτου αὐτοῦ ποιήματος εἶναι (ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής), ὁ Φίλιππος, πού τόν συναντοῦμε στά ἑπόμενα ποιήματά του νά ἔρχεται καί νά ἐπανέρχεται. Ὁ Φίλιππος, χαρακτηριστικό παράδειγμα καί ἐπιβεβαίωση αὐτῆς τῆς ἐκδοχῆς, ἐμφανίζεται πρώτη φορά στό «Μεταίχμιο» (1951), τόν ξανασυναντοῦμε στά «Ἄσματα» (1953) –στό τέταρτο καί στό ἑνδέκατο ἄσμα– τόν βασανίζει μέ ἕνα ἀκέραιο ποίημα στό «Μεταίχμιο Β’» (1957), ἐνῶ στό «Χρονικό» (1978) ἐμφανίζεται στό εἰσαγωγικό ποίημα «Καταγωγή».

Ἐρχόταν ἕνα φῶς.
κι ἀπό τό Μάρτη μήνα ἐρχόταν ἡ ἄνοιξη
στήν κάμαρα πού μίλαγε μέ πεῖσμα ὁ Φίλιππος.

[…]
Κοίτα νά καταλάβεις φώναξε. Τίποτα δέν εἴχαμε.
Μήτε κρεβάτι μήτε κάθισμα. Τό σπίτι ἕνα παλιό
σαράβαλο. Παντοῦ ὁ ἀέρας φύσαγε σέ θέριζε.

[…]
Ἐδῶ γεννήθηκα.
Ἐδῶ μεγάλωσα. Λοιπόν αὐτά μοῡ χρειάζονται
γιά τήν ὀργή μου καί τήν περηφάνειά μου.
Γιά νά κρατήσω καί νά κρατηθῶ.
Δέν ἔχω θεούς καί δέ φοβᾶμαι.

Ποιός ὅμως ἦταν ὁ Φίλιππος καί γιατί τόν βασάνισε; Ὁ Φίλιππος (σύγχρονο πρόσωπο, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής) ἦταν ἡ ἄλλη, ἡ ἐλλείπουσα συνιστώσα τῆς ζωῆς του. Ἡ παραπληρωματική. Αὐτή πού τήν ἀπώθησε στό ἀσυνείδητο καί πού ἐρχόταν στούς ἐφιάλτες του καί τόν βασάνιζε.

Δέν θά ξανάρθει ὁ Φίλιππος. Ἀμετανόητος πείσμωνε.
Οἱ σκοτεινές μέρες τούφταιγαν τά ἐρειπωμένα πρόσωπα.
Τό αἷμα του ἀκούγοντας ἀνέβηκε τά λαμπερά βουνά.
Κι ἀπόμεινα
μονάχος περπατώντας καί σφυρίζοντας
Μέσα στήν κούφια Λάρισα.

Τό ποιός ἦταν στήν πραγματικότητα ὁ Φίλιππος καί τό πῶς μπῆκε στήν ποίησή του, τό εἴδαμε ὅταν ἀναφερθήκαμε στό ὅραμά του στό Πεδίον τοῦ Ἄρεως. Περισσότερα πραγματολογικά στοιχεῖα μας δίνει ὁ Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου στήν «Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας».
«Ὁ Φῶτος Πασχαλινός (πραγματικό ὄνομα Θεοδωράκης Ζώρας) μέ ἀξιοπρόσεκτο ἔργο σκορπισμένο στά περιοδικά τοῦ Μεσοπολέμου, ἐκτός ἀπό τή συλλογή τοῦ “Ἐπαρχιακά” (1937). Γιά τήν ἀντιστασιακή του δράση τόν τουφέκισαν οἱ Γερμανοί τό Νοέμβριο τοῦ 1943»

 

Τό γιατί τόν βασάνισε θά τό καταλάβουμε, ἄν θυμηθοῦμε τήν ἐξομολόγηση τοῦ ἴδιου του ποιητῆ σέ μία συνέντευξή του στό περιοδικό «Διαβάζω» (λουφάξαμε στήν Κατοχή…) καί ἄν τό συνδυάσουμε μέ τόν μαρτυρικό θάνατο τοῦ Φώτου Πασχαλινοῦ ἀλλά καί μέ τούς στίχους του, πού ὁ Ἀναγνωστάκης ἔχει περιλάβει στήν προσωπική του ἀνθολογία.

Ἡ βροχή δέν εἶναι γιά παιδιά
κι οὔτε καί τό χιόνι γιά παιγνίδι.

Ὁ Φίλιππος, λοιπόν, τό αἷμα τοῦ ἀκούγοντας ἀνέβηκε τά λαμπερά βουνά. Ὁ Τάκης Σινόπουλος τό δικό του αἷμα ἀκούγοντας ἔμεινε μονάχος, περπατώντας καί σφυρίζοντας μέσα στήν κούφια Λάρισα.
Καί ποιά ἦταν ἡ κούφια Λάρισα; Ἴσως ἡ Λάρισα τοῦ Ἐμφυλίου, ἴσως ὁ Περισσός, ὅπου ἐγκαταστάθηκε ἀπό τό 1951, καί ὁπωσδήποτε ἡ ζωή ἑνός γιατροῦ τοῦ ΙΚΑ σέ μιά συνοικία καί ὅσα αὐτό συνεπάγεται γιά ἕνα εὐαίσθητο ἄνθρωπο.
Ἐκεῖ λοιπόν στήν κούφια Λάρισα τῆς ζωῆς του, γιατροπορεύει ὅλη τή μέρα τούς ἀσθενεῖς του, πού, ὅπως μαρτυρεῖται, τόν ἀγαποῦσαν, καί τά βράδια παλεύει μέ τούς νεκρούς του, πού ζητοῦν ἕνα σῆμα καί πάνω σ’ αὐτό τό κουπί, μέ τό ὁποῖο κωπηλάτησαν πρός τόν δικό τους θάνατο καί πού, τώρα, δέν ἔχουν τά ὀνόματα τοῦ Ἐλπήνορα οὔτε τοῦ Φίλιππου ἀλλά ὀνόματα πολύ πιό χρηστικά γιά τίς ἀνάγκες τῆς δουλειᾶς του, πού ἐντούτοις δέν ἀποτελοῦν παρά μεταμορφώσεις τοῦ Ἐλπήνορα, καί λέγονται Πόρπορας, Κονταξής, Μάρκος, Μπίλιας, Τορέρας ἀλλά καί ἡ Φανῆ καί ἡ Ὄρσα. Μερικούς ἀπό αὐτούς, ὅπως ὁ Μπίλιας, τούς ξέρουμε ἀπό τήν πρώτη του συλλογή, τό «Μετάιχμιο», ἀπό τό 1951.

 

Ἄν ἔπρεπε νά δώσω ἕνα χαρακτηρισμό τοῦ Σινόπουλου μέ ἱστορική ἀναφορά, θά ἔλεγα εὔκολα: ποιητής τοῦ Ἐμφυλίου. Ἡ νεώτερη ἱστορία μας εἶναι ποτισμένη ἀπό τό αἷμα γιά τή Λευτεριά ἀλλά καί τό χυμένο αἷμα, τό σπαταλημένο. Εἰδικότερα ἀπό τό 1940 καί μετά, τή φοβερή ἐποχή τῆς Κατοχῆς, τῆς Ἀντίστασης, τοῦ Ἐμφυλίου. Ὁ Σινόπουλος εἶναι μπλεγμένος στά βρόχια τῆς Ἱστορίας, εἶναι ὁ ποιητής τοῦ αἵματος, τοῦ ἀδελφικοῦ αἵματος, τοῦ Ἐμφυλίου.
Μπορεῖς νά διαβάσεις χιλιάδες σελίδες, ὅσες δηλαδή ἔχουν γραφτεῖ καί ὅσες θά γραφτοῦν, νά μελετήσεις τά αἴτια καί τίς ἀφορμές, τά γεγονότα καί τούς ἀριθμούς ἀλλά ποτέ δέν θά μπορέσεις νά καταλάβεις τή βαθύτερη οὐσία τῶν πραγμάτων, ἄν δέν σοῦ ἔχει δοθεῖ ἡ χάρη νά γνωρίσεις τή νεώτερη ποίησή μας. Ἐκεῖ, μόνον ἐκεῖ, βρίσκεται ἀτόφια ἡ φοβερή Ἐποχή.
Ὁ Ἀναγνωστάκης, ὁ Λειβαδίτης, ὁ Ἄρης Ἀλεξάνδρου δίνουν πτυχές τῆς φοβερῆς αὐτῆς ἐποχῆς. Τό ἴδιο καί οἱ ἄλλοι, ὅπως ὁ Δούκαρης, ὁ Μιχάλης Κατσαρός, ὁ Τίτος Πατρίκιος. Ἀπό τή σκοπιά τους καί ἀπό τή θέση του ὁ καθένας. Ἀπό τή σκοπιά τῆς ἐπικείμενης ἥττας, τῆς συντελεσμένης ἥττας, τῆς ἐσωτερικῆς ἥττας. Ὁ Σινόπουλος, μόνος αὐτός, βιώνει τόν Ἐμφύλιο ὡς καθολική ἥττα καί ὡς τραγωδία ἀμφίπλευρη. Μερικές φορές μάλιστα, τολμῶ νά πῶ, μέ μιά αἰσχύλεια τόλμη, ἔστω καί μέ κάποια ὑποχώρηση στόν ρερητορευμένο λόγο.
Ἕνα τοπίο θανάτου, μιά ἔρημη, μιά καθημαγμένη χώρα καί ὁ Ἐλπήνωρ μέ τίς διάφορες μεταμορφώσεις του, πού ζητᾶ δικαίωση. Ναί, ἀλλά μέ ποιό τρόπο (γιατί αὐτό ἔχει σημασία γιά τήν ποίηση καί τόν ποιητή) καί μέ ποιά μέσα; Περνώντας ἀπό τόν Ἔλιοτ καί τόν Σεφέρη, τά cantos τοῦ Πάουντ, τούς τρόπους τοῦ Pierre Jean Jouve, τούς γάλλους ποιητές πού μετέφρασε καί ἀπορροφώντας μέ ἄνεση, ὅπως γράφει ὁ Τάσος Γαλάτης, τίς ποικίλες αὐτές ἐπιδράσεις. Καί στό βάθος πάντοτε ἡ Ὀδύσσεια καί ἡ ἀφήγηση τοῦ Ὀδυσσέα στόν Ἀλκίνοο. Μέ στάση καί ἔμφαση στή Νέκυια.
Καί τό πετυχαίνει ὄχι μόνο χάρις στό ἰσχυρό ταλέντο του ἀλλά καί χάρις στή μελέτη καί τή γνώση τῆς ποιήσης καί τῆς ἱστορίας τῆς Τέχνης. Χάρις στόν ἀγώνα καί τήν ἀγωνία του νά κατακτήσει μία γλώσσα δική του, πού θά στοιχεῖται μέ τόν κόσμο του. Ἐξ οὗ καί οἱ «ἀντί-ποιητικές» λέξεις καί ἐκφράσεις πού συστηματικά χρησιμοποιεί. Ἤξερε ὁ Σινόπουλος πώς τό παιγνίδι, ἄν δέν εἶσαι ὁ Ρεμπῶ, τό κερδίζουν οἱ σοφοί ποιητές: ὁ Σολωμός, ὁ Καβάφης, ὁ Σεφέρης. Δέν ἦταν ὁ Ρεμπῶ, ἦταν ὅμως ἕνας σοφός ποιητής, ἕνας poeta doctus. Ἀπό τόν Ἔλιοτ ἀπέσπασε τήν τέχνη τῆς ὀργάνωσης τοῦ ποιήματος, ἀπό τόν ὑπερρεαλισμό τήν περιπέτεια τῶν συνειρμῶν, ἀπό τήν τέχνη τοῦ κινηματογράφου τήν τεχνική τοῡ φλάς-μπάκ. Ἔτσι μέ ἀγώνα καί ἀγωνία καί ἀνασκάπτοντας συνεχῶς τόν ἑαυτό του, τά βιώματα καί τίς ἐνοχές του, ἔφτασε ἐκεῖ πού ἔφτασε, στόν «Νεκρόδειπνο» δηλαδή καί τό «Χρονικό», ὁρόσημα στήν ποίηση καί στήν αὐτογνωσία μας.
Ἀλλ’ ἂς σταθοῦμε λίγο στόν «Νεκρόδειπνο», ἀφοῦ προηγουμένως περάσουμε πάλι ἀπό τήν Ὀδύσσεια καί τόν τρόπο πού ὁ Ὀδυσσέας καλεῖ τούς νεκρούς του, στή Νέκυια. Ἐκεῖ ὁ γυιός τοῡ Λαέρτη τραβώντας τό σπαθί τό μυτερό ἀπ’ τό μηρό του, σκάβει ἕνα λάκκο ὡς ἕνα πήχη –φάρδος πλάτος– καί χύνει γύρω ἀπό τά χείλη του σπονδές πρός ὅλους τους νεκρούς, παρακαλώντας τά ἀδύνατα κεφάλια τῶν νεκρῶν. Ὕστερα, μέ τό σπαθί τοῦ πάντοτε, κόβει τῶν προβάτων τό λαιμό –ἔτρεχε μαῦρο τό αἷμα τους. Κι εὐθύς στό ἄκουσμα τοῦ αἵματος, μαζεύτηκαν/ ἀπό τό ἔρεβος τοῦ κόσμου, ψυχές νεκρῶν πού ὁ θάνατος τούς βρῆκε./ […] πολλοί κι οἱ χτυπημένοι ἀπό κοντάρια χάλκινα,/ ἄντρες πού πολεμώντας ἔπεσαν, στό χέρι τους κρατώντας/ ματοβαμμένα τά ὅπλα τους.
Σπονδές γιά τό «Νεκρόδειπνο» πού ἀνασύρουν τούς νεκρούς του ἀπό τή λήθη καί τή σιωπή τοῡ Ἃδη δέν εἶναι βέβαια γιά τόν Σινόπουλο τά σφάγια οὔτε τό αἷμα, εἶναι τά δάκρυα πού φέρνει ὁ πόνος.

Δάκρυα πολλά μέ καίγανε, μονάχος κι ἔγραφα, τί
ἤμουν ἐγώ, μιλώντας ἔτσι μέ,
[…]
Βαστώντας τό ντουφέκι του σπασμένο ὁ Προσόρας,
ὁ Μακρυσιώρης, ὁ Ἀλαφοῦζος, ὁ Ζερβός
στή σύναξη ζυγώσανε. Κοιτάχτε, ἐφώναξα, κοιτάξαμε.
Τό φῶς πλημμύρα, ὁ καρποφόρος ἥλιος
Μνήμη τῶν ἀφανῶν. Τά χρόνια πέρασαν, ἀσπρίσαμε,
τούς ἔλεγα.
Ἦρθε ὁ Τζαπέτης, ὁ Ζαφόγλου, ὁ Μαρκουτσᾶς,
στρωθήκαμε στόν μπάγκο καί
στήν ἄκρη ὁ Κωνσταντῖνος ἔτσι νοσηλεύοντας τό πόδι του.
[…]
Ἦρθαν οἱ μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα
κι οἱ μέρες τοῦ σαράντα ὀχτῶ.
Κι ἀπό τήν Πελοπόννησο ὡς τή Λάρισα
βαθύτερα ὡς τήν Καστοριά,
πάνω στό χάρτη μαῦρο μόλεμα,
ἡ Ἑλλάδα σύντομη ἀνασαίνοντας –
Πάσχα στήν ἔρημη Κοζάνη μετρηθήκαμε,
πόσοι ἔμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν
πέτρα, κλαδί, κατήφορος,
τό σκοτεινό ποτάμι.
[…]
Σιγά σιγά οἱ φωνές γαλήνεψαν

Σιγά, σιγά, ὅπως ἤρθανε, χαθήκανε.
Πήρανε τό λαγκάδι, ἀέρας, χάθηκαν.

Τό ποίημα, γράφει ὁ Δ.Ν.Μαρωνίτης, εἶναι μία κυκλική ἀφήγηση μέ κέντρο της τήν ποιητική πράξη. Ὁ τροχός γυρίζει στόν ἄξονα τῆς μνήμης, σταματᾶ ὅταν αὐτή ἡ μνήμη ἔχει πιά ξοδευτεῖ καί ἀναρωτιέται γιά τό κύρος της. Τό ἀφηγηματικό ὑλικό σκορπᾶ σέ ἕξι ἀκτίνες: ἀναχώρηση – περιπέτεια πολεμική – νέκυια – νόστος – μοναξιά -νέα κατολίσθηση στόν ἐπίπεδο κόσμο. Ὁ πραγματικός χρόνος τοῦ ἔργου ὁρίζεται μέ κάθε ἀκρίβεια: Ἦρθαν οἱ μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα \ κι οἱ μέρες τοῦ σαράντα ὀχτῶ. Τό ἴδιο καί τά κρίσιμα γεγονότα: Κι ἀπό τήν Πελοπόννησο ὡς τή Λάρισα \ βαθύτερα ὡς τήν Καστοριά \ πάνω στό χάρτη μαῦρο μόλεμα…
Θά κλείσω τήν παρουσίαση τοῦ ἔργου τοῦ Σινόπουλου – ἀποσπασματική καί ὠχρή κατ’ ἀνάγκην – μέ μιά παρατήρηση: Ὁ Σινόπουλος πάλεψε χρόνια μέ τόν ἑαυτό του, μέ τά φαντάσματά του καί μέ τίς λέξεις καί τελικά κατάφερε νά περάσει ἀπό τήν ἀτομική στή συλλογική ἐμπειρία καί, χωρίς νά ἀρνηθεῖ τούς δασκάλους του, νά κατακτήσει τή δική του φωνή. Ἔδωσε ὄνομα στούς ἀφανεῖς νεκρούς μιᾶς τραγικῆς ἐποχῆς καί ἄγγιξε ὁλόσωμος τή μεγάλη ποίηση.
*
Γράφοντας αὐτά πού παραπάνω ἀνέφερα εἶχα τό φόβο ὅτι κάνω μία πολύ προσωπική ἀνάγνωση τοῦ ποιητῆ, ὅτι τόν φέρνω στά μέτρα μου. Ἀλλά παρηγορήθηκα καί ὁ φόβος μου διασκεδάστηκε, ὅταν, διαβάζοντας ἕνα δοκίμιο τοῦ Σινόπουλου γιά τόν Σεφέρη, εἶδα, ὅτι τόν ἴδιο φόβο εἶχε κι αὐτός γιά τή δική του ἀνάγνωση: «Τό ἔργο διαρκεῖ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἄξιο νά φαίνεται σέ μᾶς διαφορετικό ἀπ’ ὅ,τι τό θέλησε ὁ δημιουργός του», γράφει ὁ Βαλερύ καί τό υἱοθετεῖ ἀναφέροντας τό ὁ Σινόπουλος.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ
21 Δεκεμβρίου 2009

Σημείωση: Τό παρόν κείμενο ἀποτελεῖ ἀνακοίνωση, πού ἔγινε στίς 21-12-2009 στό σεμινάριο « Μιά σύγχρονη ματιά στήν ποιητική μας παράδοση – Μιά νέα μελέτη τοῦ δημοτικοῦ μας τραγουδιοῦ καί δεκαπέντε σημαντικῶν ποιητῶν μας», πού ὀργάνωσε τό Πανεπιστήμιο Πατρών ἀπό 9 Μαρτίου ὡς 21 Δεκεμβρίου 2009.

[πηγή:
copyright© ‘Ιδρυμα Τάκης Σινόπουλος Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης και
Χρίστος Ρουμελιωτάκης,
από το βιβλίο του «Έφοδος στον ουρανό»,
Εκδόσεις Τυπωθήτω]