Νάνσυ Αγγελή, Ψάχνοντας για δουλειά

Αρχείο 26/04/2016

fav_separator

Καμιά φορά κάνει μεγάλα σχέδια. Ότι θα ξυπνήσει νωρίς το επόμενο πρωί, θα πάρει το πρώτο τρένο για την πόλη, θα βρίσκεται στο κέντρο την ώρα σχεδόν που ανοίγουν τα μαγαζιά, την ώρα που νιώθεις την πρωινή δροσιά και οι δρόμοι είναι φρεσκοπλυμμένοι, οι πρώτοι περαστικοί κάνουν την εμφάνιση τους, αλλά επικρατεί ακόμα ησυχία, η μέρα κρατά κάτι από την νύχτα που πέρασε, ανοίγει σιγά σιγά τα μάτια της κι είναι φρέσκια κι αισιόδοξη για το μέλλον, όλο το μέλλον είναι ακόμα μπροστά της. Σκέφτεται ότι θα φορέσει το μπλε πουκάμισο γιατί είναι το πιο δροσερό και γιατί έχει διάθεση να μπει περιποιημένος στο τρένο. Για να είναι σίγουρος ότι δεν θα παρεκκλίνει σε τίποτα απ’ αυτόν τον προγραμματισμό της επόμενης μέρας αλλά και σαν επιβεβαίωση της αποφασιστικότητας του, βγάζει το μπλε πουκάμισο από την ντουλάπα αποβραδίς και το κρεμάει τακτικά στην καρέκλα. Υπολογίζει να περάσει από το φωτοτυπάδικο δίπλα από τον σταθμό πριν φύγει για την πόλη και να βγάλει καμιά δεκαριά φωτοτυπίες το βιογραφικό του. Καμιά δεκαριά είναι καλά. Ύστερα, με τα βιογραφικά κάτω απ’ τη μασχάλη, θα πιάσει όλη την λεωφόρο με τα πόδια κι αφού θα την περπατήσει μέχρι το τέρμα, μέχρι εκεί που τελειώνει ο δρόμος κι αρχίζει η θάλασσα, θα γυρίσει πάλι πίσω μπαίνοντας αυτή τη φορά σ’ όλους τους παράδρομους. Πριν πιάσει τους παράδρομους, όμως, μπορεί και να σταματήσει λίγο στο λιμάνι για να ξαποστάσει αγναντεύοντας τον ωκεανό, πάει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που κοίταξε τον ωκεανό. Πρέπει να θυμηθεί να πάρει τσιγάρα αύριο. Θα είναι ωραία να κάνει μια στάση στο λιμάνι. Μετράει στο μυαλό του τους παράδρομους… σε μερικούς δεν αξίζει να μπει κανείς, δεν έχουν παρά αποθήκες ή εγκαταλελειμμένα κτήρια. Πέντε, έξι… μήπως είναι λίγα δέκα βιογραφικά; Πρέπει να υπολογίσει τα ψιλά του εισιτηρίου, τα ψιλά για τις φωτοτυπίες και αν γίνεται να του περισσέψουν για έναν καφέ. Δεν γίνεται να πάει στην πόλη και να μην πιει έστω έναν καφέ. Θέλει να κάτσει στην πλατεία πίσω από το δημαρχείο, εκεί έχει πάντα σκιά τα πρωινά και μπορείς να χαζεύεις τους περαστικούς όση ώρα σου κάνει κέφι. Αυτό είναι το καλό στην πόλη, μπορείς να κοιτάς απροκάλυπτα τον κόσμο αλλά εσένα να μην σε κοιτάει κανείς. Στο χωριό σε περνάνε για ανώμαλο αν κάθεσαι μόνος σου και κοιτάς τον κόσμο. Αφού θα έχει αφήσει όλα τα βιογραφικά θα πιει το καφεδάκι του με την ησυχία του. Καλά θα ήταν να προλάβει να γυρίσει με το μεσημεριανό τρένο, γιατί αλλιώς θα πρέπει να κάτσει και να περιμένει στο σταθμό πολλή ώρα. Γύρω στο μεσημέρι να είναι πίσω στο χωριό, αυτό είναι το καλύτερο κι έτσι δεν θα χάσει το απόγευμα. Ξαπλώνει ικανοποιημένος μ’ αυτές τις σκέψεις αλλά το πρωί για κάποιο λόγο δεν ακούει το ξυπνητήρι. Όταν τελικά ανοίγει τα μάτια του μόλις που προλαβαίνει το τρένο. Φοράει το μπλε πουκάμισο που είναι ακουμπισμένο αποβραδίς στην καρέκλα και ετοιμάζεται με βιαστικές κινήσεις. Όταν φτάνει στον σταθμό το τρένο για την πόλη έχει μόλις φύγει. Φοράει το μπλε πουκάμισο κι έχει στην τσέπη τα ψιλά για το εισιτήριο, τις φωτοτυπίες, τον καφέ. Τα βιογραφικά δεν πρόλαβε να τα φτιάξει.

*

©Νάνσυ Αγγελή
φωτο©Στράτος Φουντούλης, “ΟΑΕΔ 2012″

favicon

Νάνσυ Αγγελή γεννήθηκε στην Εύβοια το 1982. Σπούδασε δημοσιογραφία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και από το 2008 ζει στην Ισπανία όπου ασχολείται επαγγελματικά με την λογοτεχνική μετάφραση και την διδασκαλία ξένων γλωσσών. Συνεργάστηκε με το «Κέντρο Βυζαντινών, Κυπριακών και Νεοελληνικών Σπουδών» του Πανεπιστημίου της Γρανάδα και με το Διεθνές Ινστιτούτο Μετάφρασης, «Institut Virtual Internacional de Traducció», του Πανεπιστημίου του Αλικάντε. Είναι τακτική συνεργάτης του ιστότοπου για το μικρό διήγημα «Πλανόδιον- Ιστορίες Μπονζάι». Έχει εκδώσει την συλλογή διηγημάτων «Μια μέρα απόλυτης ησυχίας», εκδ. Παράξενες Μέρες, ενώ διηγήματα και μεταφράσεις της συμπεριλαμβάνονται στα συλλογικά έργα «Ιστορίες Μπονζάι ‘15» και «Ιστορίες Μπονζάι ‘ 14»,  εκδ. Γαβριηλίδης.

vintage_under2