
μικρό θεατρικό
(Ωραίο σπιτάκι στην άκρη του γιαλού. Λευκοί οι τοίχοι, νησιώτικοι και μπλε τα ξύλα των παραθυριών. Το παρασέρνει ο άνεμος, δώθε από το όνειρο, κείθε από τον κόσμο τον αληθινό. Ένας άνδρας στέκει στοχαστικός στη βεράντα. Κοιτάζει το πέλαγο, το βλέμμα του κάπου ταξιδεύει. Πίσω του μια γυναίκα φροντίζει το μικρό αμπέλι. Ο άνδρας μιλά. Είναι τέλος καλοκαιριού και ο καιρός διστάζει πια. Τα ονόματά τους Οδυσσέας και Καλυψώ, όπως στις ραψωδίες. Όπως στις ραψωδίες.)
Οδυσσέας: Πρέπει να φύγω λοιπόν;
Καλυψώ: Έτσι είπαν οι θεοί (αμήχανα, δίχως να τον κοιτάζει)
Οδυσσέας: Οι θεοί, οι θεοί, οι θεοί! Τι ξέρουν αυτοί;
Καλυψώ: Ξέρουν τα πάντα ακριβέ μου. Οι θεοί και οι ποιητές ανταμώνουν το μοιραίο και το ανυπόστατο. Γνωρίζουν τα πάντα. Ξέρουν πως ήρθε ο καιρός να επιστρέψεις. (βουρκώνει μα δεν το δείχνει και με το ανάποδο των χεριών της σκουπίζει τα μάτια της, μην προδοθεί.) Έχεις λένε μια γυναίκα και μια οικογένεια. Κάπου μακριά, θυμάσαι;
Οδυσσέας: Ποτέ μου δεν ξέχασα.
Καλυψώ: Ποτέ; Μήτε και όταν με αγαπούσες με κάθε τρόπο; (τον κοιτάζει θυμωμένη, ίσως με κάποια θλίψη)
Οδυσσέας: Ποτέ.
Καλυψώ: Μου ‘πες ψέμματα. (θυμωμένα, ταρακουνάει τα αμπέλια και κόβει απότομα ένα μικρό κλαρί με άρρωστα φύλλα)
Οδυσσέας: (τρέχει κοντά της, ο άνεμος δυναμώνει) Όχι, δεν ήταν όλα ψέμματα.
Καλυψώ: (κοιτάζει τριγύρω) Πρέπει να φύγεις, ο άνεμος δυναμώνει, δεν θα ‘χεις άλλη ευκαιρία. Θα πω στις…
Οδυσσέας: Στάσου. (στέκουν αντίκρι ο ένας από τον άλλον)
Καλυψώ:…στις δούλες, θα πω να σε ετοιμάσουν. Τώρα πια δεν μπορείς να χαθείς. Τώρα πια θυμάσαι.
Οδυσσέας: (την κρατά μες στα δυο του χέρια) Ναι, θυμάμαι. Πες μου λοιπόν, πώς θα μπορούσα να ξαναρχίσω εκείνη τη ζωή μετά από όλα αυτά τα χρόνια;
Καλυψώ: Οι θεοί θα μας τιμωρήσουν αν τους αψηφήσουμε.
Οδυσσέας: Τους φοβάσαι (γελάει πικρά)
Καλυψώ: Θα μπορούσαν να σου κάνουν κακό, θα μπορούσαν να σε σκοτώσουν αν το ήθελαν. Καταλαβαίνεις;
Οδυσσέας: (κρύβει το πρόσωπό του) Δεν θέλω να επιστρέψω. Δεν νιώθω τίποτε πια για όλα αυτά τα πράγματα. Ο πόλεμος με άλλαξε, μα η αγάπη μας υπήρξε κάτι άλλο, κάτι μεγάλο και αξεπέραστο. Άσε με να μείνω μαζί σου, έλα να πολεμήσουμε μαζί τους θεούς σου!
Καλυψώ: Όλα δαμάζονται και έτσι τα αντέχουμε. Έτσι θα γίνει και με αυτήν εδώ την αγάπη, θα δεις. Πρέπει να φύγεις. (ο άνεμος δυναμώνει) Μόνο, θέλω να ξέρω πώς την λένε;
Οδυσσέας: Μην με ρωτάς.
Καλυψώ: Θέλω να ξέρω.
Οδυσσέας: Πηνελόπη.
Καλυψώ: Φύγε τώρα, οι δούλες ετοίμασαν τα πάντα.
Οδυσσέας: Και αν πω όχι; Αν τ’αρνηθώ;
Καλυψώ: (τον πλησιάζει) Όλα πρέπει να τραβήξουν τον μοιραίο και κρίσιμο δρόμο τους. Έτσι δεν είναι; Δεν φταίνε οι θεοί, όχι, αυτοί δεν φταίνε. Οι έρωτες πάντα φταίνε, σε αυτούς να γυρέψεις το φταίξιμο. Σαν γίγαντες κατά τα κέφια τους, παίζουν με σύννεφα και με καταιγίδες, ψηλά απάνω στον ουρανό μας. Είναι ώρα.
(Η σχεδία του Οδυσσέα ξεμακραίνει από το νησί της Καλυψούς. Εκείνη ανηφορίζει στο παλάτι δίχως να στρέψει μήτε μια φορά το βλέμμα της. Έχει φροντίσει τίποτε να μην αφεθεί στην τύχη του. Ήξερε πως εκείνος είχε αδύναμη καρδιά. Για αυτό, βαλλιστικά κορίτσια που είχαν κιόλας χαθεί σε τούτη τη λήθη, παραφυλούσαν στις γωνιές του κόσμου, μην τύχει και ο ήρωας διστάσει, μην τύχει και ζητήσει η καρδιά του να επιστρέψει.
Απόψε ένας Καίσαρ στολισμένος με θλίψη επιστρέφει στην Ιθάκη του. Τίποτε δεν έπρεπε να αλλάξει στο μύθο, μήτε να φανερωθεί έπρεπε ο δισταγμός του ήρωα να φύγει μακριά από μια μεγάλη αγάπη. Ετούτη η ραψωδία όπως είναι φυσικό δεν γράφτηκε ποτέ και όμως.)
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.