Φαίδων Θεοφίλου, Η Μοναχή

Αρχείο 08/02/2012

Από το βιβλίο «Ο Θεός στο καφενείο» Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Μόλις που πρόλαβα το τραμ ενώ ξεκινούσε.Λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Είχα τόσες σκέψεις στο μυαλό μουπου τα μάτια μου κοίταζαν χωρίς να βλέπουν. Έτσι ενώ οι επιβάτες ήταν λίγοι, δεν διέκρινα κάποιον καθαρά. Αραιά σχήματα ανθρώπων. Είχα ήδη δύο μήνες σ’ αυτή τη χώρα όπου αποφάσισα να εγκατασταθώ, αφού πρώτα θα έβρισκα κάτι να κάνω. Ακύρωσα το εισιτήριο και στάθηκα όρθιος κοντά στο παράθυρο. Όρθιος για να αισθάνομαι τάχα πιο ενεργός. Το μυαλό μου άρχιζε να ξεκαθαρίζει. Είχα κιόλας προσαρμοστεί στην ατμόσφαιρα του τραμ, σα να ταξίδευα ώρα πολλή. Η έκπληξη που ένιωσα ήταν σαν ένα βαρίδι που έπεσε απ’ το λαιμό κατευθείαν στο στομάχι: Απέναντί μου και λίγο διαγώνια , όρθια δίπλα στο παράθυρο , στεκόταν μια Μοναχή γύρω στα είκοσι, ντυμένη στα μαύρα απ’ το λαιμό ως τους αστραγάλους και με λευκό κάλυμμα στο κεφάλι.

Τα ρούχα της ήταν ολοκαίνουργια. Ήταν απίστευτα όμορφη, σχεδόν βασανιστικά. Δεν είναι δυνατόν μια Μοναχή να είναι τόσο όμορφη. Βαρύ φορτίο τόση ομορφιά. Πώς γίνεται αυτή η Θεία παρουσία να πλένει τα δόντια της ή να πιάνει μαχαίρι και πιρούνι να τεμαχίσει το φαγητό της; Το δέρμα της χλωμό, διάφανο. Οι λίγες ακτίνες του ήλιου που περνούσαν απ’ το παράθυρο και άγγιζαν το πρόσωπό της, άφηναν να διαφαίνεται το ρόδινο του αίματος κάτω απ’ το δέρμα. Το τραμ είχε μεταβληθεί ξαφνικά σε μια κιβωτό ευτυχίας. Χείλη λεπτά , να δικαιώνουν τη συμμετρία της απλότητάς της. Λαξεμένη μύτη, να ξεκινά απ’ εκεί που τελειώνει το μέτωπο. Δυο γαλανά μάτια να χύνουν ασταμάτητα ένα γλυκό φως.
Μια ομορφιά εύθραυστη, ίσα για ν’ αντέξει μια μέρα, κι η ευγένεια ν’ απλώνεται αόρατο χάδι στο πρόσωπό της. Προσηλώθηκα στο πρόσωπο, στα μάτια της που κοιτούσαν ίσια μπροστά και πουθενά. Ασυναίσθητα πήγα να βγάλω από τη τσάντα τη φωτογραφική μηχανή να τη φωτογραφήσω, αλλά έκανα τη σκέψη πως κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι αρκούμαι στη φωτογραφία της και ότι δεν θα τη ξαναδώ. -Δηλαδή; αναρωτήθηκα. -Τί θες να πεις; Μήπως… – Δεν ξέρω απάντησα. Τα εννοώ όλα και τίποτα. Ενεργοποιώ ένα ποτάμι που θα με
παρασύρει. Δεν με νοιάζει που θα με βγάλει. Μ ‘ενδιαφέρει να με παρασύρει.
-Είσαι τρελός; Αντέδρασε στον εσωτερικό διάλογο η άλλη φωνή.
-Ναι! Μπορώ ακόμα να είμαι. Το κεφάλι μου βούιζε. Μια θέρμη φόρτιζε το σώμα μου. Ρωγμές άνοιγαν στο στήθος μου κι έρεε η θέρμη κάνοντάς με λαφρύτερο. Δεν ξεχώριζα αν ήμουν ψηλά, έτοιμος να πέσω στο κενό ή αν ήμουν ήδη στο κενό κοιτάζοντας ψηλά. Το γλυκό φως συνέχιζε να χύνεται σταθερά απ’ τα μάτια της. Το λευκό κάλυμμα στο κεφάλι εντόπιζε πιότερο τη μοναδικότητα του προσώπου της. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε την επιμονή που την κοίταζα και τοποθέτησε έτσι το πρόσωπό της ώστε να είναι καλύτερα ορατό.
Μου έδινε λοιπόν κάτι; Ατελείωτα φτερουγίσματα πετάρισαν μέσα μου κι άλλα τόσα ρίγη σκορπίστηκαν σαν θραύσματα. Οι φωνές ξανάρχισαν μέσα μου:
-Είδες; Μίλησε η γυναίκα. Η αιώνια γυναίκα. Αυτή η βασανιστική ομορφιά μου έκανε μια μικρή παραχώρηση…
-Ησύχασε. Ποια παραχώρηση; Με κάτι το τυχαίο;
-Τυχαίο; Εδώ και τόσην ώρα αισθάνεται την έλξη του αρσενικού, που από κυνηγός μεταβλήθηκε σε θήραμα, όπως γνωρίζει και το ότι αυτή εξουσιάζει. Η πανίσχυρη εξουσία της ομορφιάς και της νεότητας.
-Μα τα έχεις τελείως χαμένα; Η παραχώρηση που λες μπορεί να είναι μια αγέρωχη στάση, ακριβώς για να δείξει πως δε φοβάται ούτε νοιάζεται για το τι γίνεται γύρω της. Έπειτα μη ξεχνάς, είναι μια Μοναχή.
-Αυτό είναι το πιο συγκλονιστικό. Μια Μοναχή 20 ετών, πανέμορφη, με ερωτισμό που δεν κρύβεται. Δεν μπορεί, η ομορφιά έχει και τα αδύνατα σημεία της, όπως και κάθε εξουσία.
Η νεότητα έχει ρωγμές στη δύναμή της. Κάποια θα καταφέρω ν’ αξιοποιήσω.
-Κι αν ακόμα ήταν έτσι, η στάση σου είναι λαθεμένη. Μ’ αυτή την ένταση και το πάθος που σε διακρίνει να τα περιμένεις και να τα θέλεις όλα τώρα αμέσως, τρομάζεις. Αν θέλεις ν’ αξιοποιήσεις τις ρωγμές που λες, πρέπει να είσαι παίκτης. Να διαθέτεις χρόνο, υπομονή, επιμονή κι επινοητικότητα. Να μάθεις που μένει, πόσο ελεύθερο χρόνο έχει, τις καθημερινές της ασχολίες, να είσαι πάντα διακριτικά παρών ώστε να μην ενοχλείς, κάνοντας όμως αισθητή την παρουσία σου, ώσπου να μπορέσεις να την κλονίσεις. Γιατί όσο δύσκολο κι αν είναι να κατεβάσεις κάποιον απ’το βάθρο του, είναι πάντως πιο εύκολο απ’το να τον ανεβάσεις.
-Αυτά που λες είναι ψυχρές συνταγές επαγγελματιών εραστών. Εγώ πώς θα ελέγξω αυτό το κύμα του πυρετού που με διατρέχει; Τα συναισθήματα που με σπρώχνουν σαν άνεμοι;
Εκείνη φαινόταν ότι προσπαθούσε να μη με κοιτάξει κατάματα, ενώ ήλεγχε τις αντιδράσεις μου, αφού βρισκόμουν διαγώνια απέναντί της. Την ένταση που μ’ είχε κυριεύσει πρέπει να την είχαν αντιληφθεί και οι επιβάτες του τραμ, γιατί όσοι κατέβαιναν στις στάσεις με παρατηρούσαν εξεταστικά. Το τραμ σταμάτησε.

Η νεαρή Μοναχή ετοιμαζόταν να κατέβει. Έτσι λοιπόν το όνειρο θα έσπαγε σα γυάλινο ομοίωμα; Κι εγώ αντί να το γευτώ θα μάζευα τα κομμάτια του;
-Βέβαια το απραγματοποίητο όνειρο δεν το ξεχνάς ποτέ, ενώ ό,τι πραγματοποιείς γρήγορα το παρατάς για κάτι άλλο.
-Τ’ είναι αυτά που λες; Τ’ όνειρο αυτό είναι κορυφή.
-Ναι! Κορυφή για την αρσενική σου ματαιοδοξία.
-Ξέρεις τι έλεγε η Σαπφώ; “¨Την ομορφιά διακόνησα. Τι πιο μεγάλο θα μπορούσα;”

Η Μοναχή πέρασε από μπροστά μου κρύβοντας με δυσκολία τη νευρικότητά της, και κατέβηκε. Πήδησα έξω την ώρα που έκλεινε η πόρτα. Μπροστά εκείνη πίσω εγώ.
Βάδιζε σα να μη πατούσε στο έδαφος. Αέρινη. Και…αλήθεια δεν τάχυνε το βήμα της, παρά περπατούσε αργά και σταθερά. Κανονικά θα έπρεπε να βαδίζει γοργά αν ήθελε να με αποφύγει. Λες;…Ανεξέλεγκτες χαρές φτερούγισαν στο είναι μου. Η φωνή που μου έφερνε αντιρρήσεις είχε παραιτηθεί. Μιλούσα μόνος μου. Η Μοναχή ανέβηκε στο πεζοδρόμιο. Το ένδυμά της το πλαγιοκοπούσε ο αέρας από διάφορες κατευθύνσεις κι εγώ εκστατικός προσπαθούσα να διακρίνω τις γραμμές του κορμιού της.
Έστριψε στο επόμενο τετράγωνο δεξιά. Να πάω άραγε πιο κοντά να της μιλήσω; Όχι! όχι ακόμα. Να συνηθίσω λίγο στην ιδέα. Περίμενε θα δούμε. Η Μοναχή βγήκε στη τρίτη παράλληλη λεωφόρο με αυτήν που την άφησε το τραμ. Στάθηκε για λίγο μπροστά σ’ ένα κτίριο κλασικού ύφους κι αμέσως μετά ανέβηκε τη μαρμάρινη σκάλα. “Μουσείο Ζωγραφικής” . Αυτή είναι η ευκαιρία! Με πρόσχημα τους πίνακες ζωγραφικής θα της μιλήσω. Άρχισα να τρέχω ανεβαίνοντας δύο -δύο τα σκαλιά. Μόλις έφτασα στην είσοδο με σταμάτησαν.- Εισιτήριο!

Πλήρωσα και μπήκα σαν τρελός στο μουσείο. Σταμάτησα λίγο στο φουαγιέ, κοίταξα δεξιά κι αριστερά κι αποφάσισα ν’ αρχίσω από δεξιά, κάνοντας τον κύκλο των αιθουσών που κατέληγαν από την αριστερή πλευρά πάλι στο φουαγιέ. ] Πέρασα τις αίθουσες σαν μεθυσμένος. Τίποτα. Δεν ήταν πουθενά. Ξαναγύρισα άλλες δυο φορές τις αίθουσες με πιο αργούς ρυθμούς, κοιτώντας τόσο προσεκτικά, σα να μην έφταναν τα μάτια μου για να βλέπω. Πάλι τίποτα. Σα ν’ άνοιξε η γη και την κατάπιε. Ρώτησα ένα φύλακα που θα έπρεπε οπωσδήποτε να την είχε δει. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

Κάθισα αποκαμωμένος στο καναπεδάκι του φουαγιέ. Σήκωσα το κεφάλι μου, πήρα βαθιά ανάσα και…… Ναι! Εκεί στον απέναντι τοίχο, σ’ αυτόν τον υπέροχο πίνακα με την Παναγία, τον Ιησού δωδεκαετή, με το σιντριβάνι στο κέντρο, ναι, σ’ αυτόν τον πίνακα δίπλα στην Παναγία στεκόταν η νεαρή Μοναχή, με κοιτούσε κατάματα και φαινόταν να κρατά την αναπνοή της. Πετάχτηκα όρθιος. Δεν είναι δυνατόν, ψιθύρισα, προσπαθώντας κάπου να στηριχτώ. Ήμουν μόνος, μ’ εκείνη να με κοιτά κατάματα κρατώντας την αναπνοή της. Δεν μπορούσα πια να ελέγξω τα συναισθήματά μου. Το μόνο που ένιωθα ήταν τα δάκρυά μου. –

Τέτοια συγκίνηση!.. μονολόγησε ο φύλακας περνώντας από μπροστά μου. Ξανακάθισα στο καναπεδάκι, χωρίς να την αφήνω απ’ τα μάτια μου. -Άπλωσε η Παναγία τα χέρια της και σε τράβηξε μέσα στον πίνακα; τη ρώτησα. Εκείνη με κοίταζε κατάματα κρατώντας την αναπνοή της. -Θα έρχομαι κάθε μέρα, θα σου απλώνω κι εγώ τα χέρια προσμένοντας να βγεις. Ο Θεός κι ο Έρωτας θα με βοηθήσουν. Δεν ξέρω πόσες ώρες έμεινα προσηλωμένος.΄Ένα χέρι ακούμπησε τον ώμο μου. Γύρισα αλαφιασμένος. Ήταν ο φύλακας:

– Σας ζητώ συγγνώμη, μα πέρασε κιόλας μισή ώρα που θα έπρεπε να είχαμε κλείσει. Σηκώθηκα. Πήγα πολύ κοντά στον πίνακα και της άπλωσα τα χέρια. Έξω η βροχή έκανε αισθητή την παρουσία της κι ο πόνος το ίδιο.

 

***

Copyright©Φαίδων Θεοφίλου