Λίτσα Χατζοπούλου, Pervigilium Veneris


Pervigilium Veneris

…Ut putes amoris ore dici musico...
Pervigilium Veneris
April is the cruelest month
T.S. Eliot, The Waste Land

Οι Ρωμαίοι πίστευαν ότι ο Απρίλιος είναι ο μήνας της Αφροδίτης. Μάλιστα, υπάρχει η άποψη ότι το όνομά του (Aprilis, Apriles ή Aprilibus) προήλθε από το ετρουσκικό Apru (ή Aprodita), το όνομα της θεάς της γονιμότητας, που αντιστοιχούσε στην Αφροδίτη (πάντως, η επικρατέστερη ετυμολόγηση αποδίδει το όνομα «Απρίλιος» στο λατινικό ρήμα “aperire”, που θα πει «ανοίγω» – προφανώς, επειδή αυτόν τον μήνα ανοίγουν τα δέντρα και τα λουλούδια, «ανοίγουν» και οι μέρες, μετά την εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λίτσα Χατζοπούλου, Pervigilium Veneris»

Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, Πρωτοπόρος, εμπνευστής και δάσκαλος

Δεν είχε φύγει ποτέ, αλλά ξαναγύρισε. Η φράση αυτή μπορεί να μοιάζει με παραδοξολογία, αλλά ίσως δεν είναι. Φαίνεται ότι ήταν δικό μας λάθος που νομίζαμε ότι τον είχαμε χάσει οριστικά, ότι τον είχε κερδίσει αμετάκλητα η αρχαία ιστορία, ότι είχε στεγνώσει η καρδιά του για την ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Τίποτε από όλα αυτά δεν είχε συμβεί, έτσι ακριβώς. Η νεανική επιστημονική προσχώρησή του στη μελέτη της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας είχε ριζώσει βαθιά μέσα του και στάθηκε πανίσχυρη.

Ο Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, διότι περί αυτού πρόκειται, ο συγγραφέας του πρώτου βιβλίου επιστημονικής νεοελληνικής ιστορίας (Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1939), μετά από μια λαμπρή σταδιοδρομία στην αρχαία ιστορία και χωρίς κανενός είδους απομάκρυνση από αυτή, ξαναγύρισε κοντά μας με την επανέκδοση παλαιότερων μελετημάτων του[1] αλλά και με πολλές νέες εκδόσεις (ως τώρα!), κυρίως δύο παλαιά ολόφρεσκα βιβλία, που ομόφωνα θεωρήθηκαν σπουδαία αποκτήματα της νεοελληνικής ιστορικής βιβλιογραφίας.[2] Έχει υποσχεθεί μάλιστα να εμπλουτίσει τη βιβλιογραφία μας και με νέα δημοσιεύματα από το απόθεμα των παλαιών ερευνών του και όλες οι πληροφορίες λένε ότι εργάζεται ακούραστα για την πραγματοποίηση του σχεδίου του. Βέβαια, και αυτό πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή, δεν πρόκειται για μια επιστροφή του Μιχαήλ Σακελλαρίου στο ερευνητικό έργο τού νεοελληνιστή ιστορικού. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε, πρακτικά, να πραγματοποιηθεί, ούτε και θα είχε νόημα· η έρευνα είναι προνόμιο, και υποχρέωση, των νεότερων και νεότατων συναδέλφων. Ωστόσο, και πάλι δεν λείπουν κάποιες σύγχρονες πινελιές στον βασικό κορμό των παλιών μελετημάτων του, που βλέπουν τώρα το φως της δημοσιότητας, ενώ οι νέες πολυδιάστατες εισαγωγές του[3] συνιστούν ζωντανά δείγματα ιστοριογραφικής οξυδέρκειας και, γενικότερα, επιστημονικής επάρκειας.
Το ζητούμενο ωστόσο δεν είναι η διερεύνηση του χρόνου και των συνθηκών παραγωγής των μελετημάτων αυτών, στο πνεύμα μιας ιστοριογραφικής επισκόπησης. Κι αυτό είναι ένα ζήτημα που αξίζει τον κόπο να μελετηθεί, κάτι όμως που δεν εγγράφεται στο σκεπτικό του παρόντος άρθρου. Ζητούμενο για μας δεν είναι επίσης ούτε η ποσότητα, ούτε βέβαια η ποιότητα των βιβλίων του Μιχαήλ Σακελλαρίου. Και η μία και η άλλη είναι δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη. Το ζητούμενο για εμάς είναι να ψηλαφίσουμε, στο μέτρο του δυνατού, τη διαδικασία της επιστροφής του συγγραφέα στη Νέα ελληνική ιστορία, τελικά την υπέρβαση του διλήμματος: Αρχαία ή Νεοελληνική ιστορία.
Έχω όμως την εντύπωση ότι τέτοιου είδους διλήμματα δεν «τρομάζουν» τον Μιχαήλ Σακελλαρίου. Η απάντηση, όπως μου φαίνεται ότι θα την άκουγα από το στόμα του, θα ήταν: και Αρχαία και Νεότερη ιστορία. Και αυτό, όχι γιατί βρέθηκε, μέσα από μια προσωπική διαδρομή, να θητεύσει διαδοχικά και στις δύο ιστορικές περιόδους, ούτε γιατί είναι πιστός του Παπαρρηγοπούλειου τριμερούς και της συνέχειας (το διμερές άλλωστε δεν είναι… τριμερές). Αλλά γιατί, χωρίς να εμπλέκεται σε μία τέτοια συζήτηση, δεν είχε κανένα λόγο να μη βλέπει στον αρχαίο κόσμο το υπόβαθρο της νεοελληνικής ταυτότητας και ό,τι άλλο απορρέει εξ αυτού. Αξίζει στο σημείο αυτό να προσθέσουμε ότι μια τέτοια ιδέα, πέρα από την αναμφισβήτητη επιστημονική της ορθότητα, μπορεί να λειτουργεί και ανακουφιστικά σε καταστάσεις που συνήθως παράγουν αμφιθυμία.
Ο αρχαίος κόσμος δεν είναι μόνο η αρχαία ελληνική πόλη ή ο κόσμος της Ιωνίας, τα σημεία αιχμής του αρχαιογνωστικού του έργου. Για τον Μιχαήλ Σακελλαρίου είναι ολόκληρο το σύμπλεγμα Αρχαίου και Ρωμαϊκού πολιτισμού που σφράγισε την ιστορία των λαών της Μεσογείου και επανήλθε ως πνευματικός και πολιτιστικός οργανωτής της νεότερης, αλλά και της σύγχρονης Ευρώπης. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε το «Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας» (ΚΕΡΑ) στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, όπου για πρώτη φορά στον τίτλο ελληνικού επιστημονικού θεσμού αποτυπώθηκε η λέξη Ρωμαϊκός. Αυτός ο αρχαίος κόσμος δεν είναι, για τον ερευνητή Σακελλαρίου, ο πρόλογος του βυζαντινού κόσμου ο οποίος, με τη σειρά του, είναι η προηγούμενη βαθμίδα του Νέου Ελληνισμού, αλλά είναι ένας αυτοδύναμος κόσμος, ένας μεγάλος πολιτισμός του καιρού του, θεμελιώδης και αναντικατάστατος για την κατοπινή ανθρώπινη ιστορία. Μέσα σε ένα τέτοιο σύστημα ιδεών, η ιστορία του Νέου Ελληνισμού δεν έχασε, στη σκέψη του Μιχαήλ Σακελλαρίου, ούτε την αυτοτέλειά της, ούτε τις αναφορές της, εν προκειμένω τις αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές.
Η ενασχόληση του συγγραφέα με τον αρχαίο κόσμο και με τον νεότερο ελληνισμό δεν είναι προϊόν μιας θέλησης προβολής ή επίδειξης πνευματικής ισχύος. Είναι το προϊόν μιας μακράς προσωπικής διαδρομής, μέσα από τις συμπληγάδες ενός σαθρού πανεπιστημιακού συστήματος που αρνιόταν συστηματικά και επίμονα τον επιστημονικό εκσυγχρονισμό του και απωθούσε κάθε ανανεωτικό σκίρτημα στο περιθώριο. Άλλωστε σε λίγες περιπτώσεις στη ζωή του συγγραφέα υπήρξαν επικαλύψεις στην έρευνα και τη μελέτη των δύο επιστημονικών περιοχών, όπως τα δύο μελετήματα για τον Ηρόδοτο το 1940, για τα οποία μιλάει αναλυτικά στο παρακάτω «Απομνημόνευμά» του (σ. 842-844). Βέβαια δεν αναφέρομαι στην πρόσφατη φάση της ενασχόλησης του συγγραφέα με την παλαιότερη παραγωγή του και την επιμέλεια της διάσωσης και κυκλοφορίας έτοιμων ή σχεδόν έτοιμων μελετημάτων Νεότερης ελληνικής ιστορίας, που αυτονόητα δεν αποτελεί διπλή ενασχόληση, αφού απλά και μόνον «επικάθηται» στη μακρά διαδρομή του έργου του «αμετανόητου» ιστορικού.
Αλλά και πάλι η επανάκαμψη δεν είναι το μόνο σημαντικό, τουλάχιστον για τη δική μου αντίληψη. Ασφαλώς έχει τη σημασία του το ότι κάποια φωνή που είχε σιωπήσει τώρα ξανακούγεται, και κάποια κενά στο ιστοριογραφικό μας οικοδόμημα συμπληρώνονται με έγκυρα μελετήματα. Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο· ότι ο νεοελληνιστής Μιχαήλ Σακελλαρίου ξανάρθε κοντά μας, ότι θέλησε και μπόρεσε να μιλήσει, ότι μια πόρτα ξεκλειδώθηκε και άρχισε πάλι η επικοινωνία. Και γι’ αυτό θέλω να πω δυο λόγια αγάπης για το δάσκαλο.
Αν δεν κάνω σοβαρό λάθος νομίζω ότι γνωρίζουμε, πια, το κλειδί που άνοιξε την πόρτα. Είναι τα οιονεί «Απομνημονεύματα» του συγγραφέα που με τον φαινομενικά σχοινοτενή, αλλά καταφανώς κρυπτικό τίτλο: «Φοιτητικές και μεταφοιτητικές εμπειρίες (1928-1944). Συμβολή από υποκειμενική σκοπιά στην ιστορία μελετών της Νεοελληνικής ιστορίας», στα Θέματα Νέας Ελληνικής Ιστορίας, εξομολογείται και έμμεσα ανιχνεύει ο ίδιος τα στενά μονοπάτια της διαδρομής του.
Στο δημοσίευμα αυτό ο Μιχαήλ Σακελλαρίου άφησε τον εαυτό του να εκφραστεί ελεύθερα, να μιλήσει για τους άκριτους επικριτές του στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στην απόρριψη της «Πελοποννήσου…» του ως διδακτορικής διατριβής, για τη θερμή υποδοχή του ίδιου βιβλίου από φωτισμένα μέλη της επιστημονικής και πνευματικής κοινότητας της εποχής, για την επί χρόνια επιμονή του ίδιου, ως το τέλος του πολέμου και της κατοχής, στη θεραπεία των νεοελληνικών σπουδών, για το στένεμα του χώρου (μετά την απελευθέρωση) γι’ αυτόν, ή για τον τρόπο έστω που βίωνε ο ίδιος το μέλλον του και τη συνέχεια της επιστημονικής και επαγγελματικής του ζωής. Ένα αίσθημα αδιεξόδου· και στη συνέχεια το πέρασμα στην αρχαία ιστορία.
Αντιγράφω από τα παραπάνω «Απομνημονεύματα» (σ. 848-849):
«Όταν τελείωνε ο πόλεμος, το μεγάλο δίλημμά μου έγινε οξύτερο και μόνιμο:
– Να παραμείνω στην νέα ελληνική ιστορία; Τώρα που έχουμε ειρήνη, θα μπορούσα να μελετήσω σε ξένα αρχεία. Αλλά τι θα γινόταν με τα απολύτως απαραίτητα για την Μακεδονία και την Κρήτη σωζόμενα στην Ελλάδα τουρκικά αρχεία; Επί πλέον αυτών των μεγάλων αβεβαιοτήτων, καμία πιθανότητα επιστημονικής σταδιοδρομίας στην Ελλάδα δεν διαφαινόταν. Ούτε όμως στο εξωτερικό, όπου βεβαίως δεν υπήρχε δυνατότητα εξελίξεως ενός ερευνητή της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
– Ο επιστημονικός διάλογος, διαμέσου των έργων τους, με τόσους πολλούς ειδικούς, ακόμη και κορυφαίους, ήταν πραγματικά διδακτικός και ενθαρρυντικός. Εξάλλου αισθανόμουν ότι σε αυτό τον χώρο δεν κινδύνευα από αμαθείς, κακόβουλους και διώκτες των μη “ημετέρων. Τέλος, η ενασχόληση με την αρχαία ελληνική ιστορία έδινε κάποιες ελπίδες για σταδιοδρομία στο εξωτερικό.
– Πάλι, όμως, να πάνε χαμένα δέκα χρόνια (1934-1944) εργασίας στον χώρο της νέας ελληνικής ιστορίας; Να αφήσω τόσες μεγάλες εργασίες μισοτελειωμένες;
– Ναι, είπα στο τέλος. Αυτό είναι το τίμημα για την αλλαγή που έχω ανάγκη.
Έκαμα δέματα τις μισοτελειωμένες εργασίες μου και πήγα στην Αγγλία να επιδοθώ στην αρχαία ιστορία».
Σαν συνέχεια των παραπάνω εξομολογητικών σκέψεων του συγγραφέα, μία παράγραφος από τον πρόλογο στην έκδοση του βιβλίου του για την εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο ολοκληρώνει την εικόνα της επιστροφής του Μιχαήλ Σακελλαρίου κοντά μας.
«Έως ότου, το καλοκαίρι του 2007 βρήκα καιρό να επιθεωρήσω και να εκκαθαρίσω τα αρχεία παλαιών εργασιών μου. Τότε λοιπόν έκοψα τους σπάγκους με τους οποίους είχα δέσει τον Δεκέμβριο του 1942 αυτή τη δουλειά μου διατρέχοντας το πιο επεξεργασμένο δακτυλόγραφο και διαπιστώνοντας ότι ήταν δημοσιεύσιμο· έπειτα από λίγη ακόμη προσπάθεια, αποφάσισα να το εκδώσω, χωρίς να το αναδιαμορφώσω όπως ήθελα αρχικώς, βάσει αιγυπτιακών και ευρωπαϊκών πηγών –έργο ανέφικτο στη σημερινή ηλικία μου– επειδή, και όπως είναι, αξίζει να δημοσιευθεί για δύο μείζονες λόγους. Από τη μία μεριά, πρόκειται για μια ερευνητική εργασία που στηρίζεται κυρίως σε αρχειακές πηγές –και μάλιστα τελείως αναξιοποίητες– και αναδεικνύει τη σημασία τους. Από την άλλη καταγράφει λεπτομερώς ένα σύνθετο σύνολο γεγονότων με κομβική σημασία για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821».
Τώρα που απορροφήθηκε ο κόμπος που για χρόνια στεκόταν στο λαιμό, που ο πρωταγωνιστής ξαναβγήκε στη σκηνή, ώριμος τώρα, αλλά ώριμος και εκ της νεότητός του, είναι μια στιγμή γιορτής για όλους μας. Για τον κόσμο των νεοελληνικών σπουδών, μία επιστημονική κοινότητα πολυάνθρωπη, ένα κόσμο ανανεωμένο, πολυδιάστατο, ανοιχτόμυαλο και ενήμερο που θεωρεί τον «επικίνδυνο υποψήφιο διδάκτορα» του 1938 Μιχαήλ Σακελλαρίου, πρωτοπόρο, εμπνευστή και δάσκαλο. Θα τολμούσα να πω μέντορα αφανή αλλά και πανταχού παρόντα. Ακόμα και στα χρόνια της απουσίας του.
*
[1] Θέματα Νέας Ελληνικής Ιστορίας, τόμοι 1-2, Ηρόδοτος, Αθήνα 2011.
[2] Η Ελλάδα του Γεωργίου Α΄. Πολιτική κριτική του Μιχαήλ Γ. Σακελλαρίου στην «Κραυγή του εκπνέοντος Ελληνισμού» των Πατρών (1910-1911), Αθήνα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 2009· Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης (24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012.
[3] Βλ. τα δύο έργα της προηγούμενης σημείωσης.
Στην έντυπη έκδοση διαβάστε ακόμη τα κείμενα:
Μαρία Ευθυμίου, Η εμβληματική αφετηρία του ιστορικού
Θάνος Βερέμης, Ο μύθος του Ιμπραήμ και η πραγματικότητα του εμφυλίου
Λουίζα Λουκοπούλου, Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Το «καταφύγιο» της αρχαιότητας
 
Copyright © 2011 Booksreview.gr

 

Δημήτρης Ελευθεράκης, Ποιος ήταν ο Τ. Κ. Παπατσώνης;

Σχέδιο από τον
Κωνσταντίνο Παπαμιχαλόπουλο

Το πρώτο διάβασμα των ποιημάτων του Τάκη Παπατσώνη προκαλεί στον μεθοδικό αναγνώστη της ποίησης ένα παρόμοιο ίσως αίσθημα με εκείνο που έχει ο μαθητής του Δημοτικού την πρώτη ώρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, ή ο πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής που προσπαθεί να διαβάσει ένα βιβλίο φιλοσοφίας με «βατό» τίτλο, λόγου χάριν την Εισαγωγή στη μεταφυσική του Χάιντεγκερ. Αν ο φιλέρευνος αναγνώστης είναι τόσο υπομονετικός όσο και περίεργος, θα άξιζε πιθανώς τον κόπο να σταθεί σε κάποια ποιήματα της πρώτης συλλογής του Παπατσώνη με τίτλο Εκλογή Α΄ (1934), όπως λ.χ. στο ποίημα «Ταραχή», που σήμερα βρίσκεται στις αρχικές σελίδες της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Όντας, ο μεθοδικός αναγνώστης, κάποιος που έχει ενηλικιωθεί στο οικοτροφείο της μοντέρνας ποίησης, θα είναι πιθανώς έτοιμος να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του δαίμονα της «δυσκολίας», όπως επίσης και αρκετά ειλικρινής ώστε να παραδεχθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης που αγαπά και διαβάζει προέρχεται από έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό από τον δικό του. Γεγονός που σημαίνει ότι οι έννοιες και τα πράγματα της βιωμένης εμπειρίας κινούνται, για κάθε ποιητή, μέσα σε έναν κύκλο πολλαπλών συνδηλώσεων, στην καλύτερη περίπτωση κατανοητών με την καταβολή ενός κόπου που είναι απαραίτητος, γιατί ο κόπος αυτός συνήθως οδηγεί στην απόλαυση.

 

«Βγήκαν δυνάμεις του Αέρος και βοΐζουν/ επάνω από την πόλη μας… Ξέσπασε η Έριδα μετά το Δειλινόν, αλλά τη Νύχτα/ έφθασε σε κορύφωμα», εξαγγέλλει στους πρώτους στίχους το ποίημα. Οι εικόνες της νύχτας, του ξημερώματος, του δειλινού –όλες οι ώρες της ημέρας– μαζί με δυνατές εικόνες από τη φύση, «δασώδεις Κήπους», «Λίμνες, Καρπούς στητούς, θεόδοτους,/ χρωματιστούς, χυμώδεις και Λεοπαρδάλεις λαστικές/ με μάτια φλογοβόλα» («Αφθαρσία»), όλα αυτά τα πράγματα –με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα τους– διατρέχουν ολόκληρο το σώμα της ποίησης του Παπατσώνη. Ωστόσο ο Παπατσώνης δεν είναι αγροτικός ποιητής· όπως δείχνει ήδη στα ποιήματα της Εκλογής Α΄, είναι ένας ποιητής του οικοδομημένου ναού –της χριστιανικής Εκκλησίας– που εμφανίζεται ως αναλογία της Φύσης, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο του πνευματικού και του αισθητού κόσμου. Με αυτή την προϋπόθεση ξεκινά ήδη από τη δεκαετία του 1910 ένας «νεωτερικός» ποιητής που είναι συνομήλικος με τον Άγρα, τον Καρυωτάκη και τον Λαπαθιώτη:

Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει
και τάβλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη.

Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της,
των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης.

Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε
με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε.

Και η θλίψη μας, μακριά από κάθε γήινα ζιζάνια,
ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη μετάνοια.
«Κατάνυξις Μεγάλης Παρασκευής» (1914)

Ξανακοιτάζοντας το ποίημα «Ταραχή», είναι λογικό να αναρωτηθούμε ποια έριδα προαναγγέλλουν οι εναρκτήριοι στίχοι. Το γεγονός δεν είναι καθόλου σαφές, αλλά δεν ξεκαθαρίζεται κι αργότερα με τις αναφορές: Μάχη των Θεών και Πάλη των Στοιχείων. Πιθανώς η λύση να κρύβεται στους καταληκτικούς στίχους, τους οποίους θα επιχειρήσω να παραφράσω: είναι προτιμότερο να εξαρτάται κανείς από μια Δύναμη με δέλτα κεφαλαίο, από την «πέρα Ισχύ», ακόμη και με τρόπο «σφαλερό», παρά να παραμένει «ελεύθερος άνθρωπος», έρμαιο δηλαδή της πλάνης του «περί της βουλήσεως και όλων των αυτονομιών της».
Η ποιητική του Παπατσώνη φαίνεται λοιπόν να προϋποθέτει δύο θεμελιώδεις ιδέες: ότι ο άνθρωπος είναι «έρμαιο των Πλανών» («Ταραχή»), ζει μέσα στην αυταπάτη όπως «οι πλείστοι των ανθρώπων,/ που απ’ τον δασώδη Κήπο δεν έχουμε εκβληθεί» («Οι εκβεβηλμένοι»), μια αυταπάτη που «δεν ξέρω να ’ναι τίποτε παραπάνω, από κεντρί της φιλαυτίας/ από μαστίγιο του υπεραιρομένου» («Σχήμα περί της πλάνης»)· και ότι η «θειότητα του ανθρώπου» μαζί με την «Πράξη των Χαρίτων», η οποία πραγματώνεται με την «Απόλυση την αιφνίδια της αισχράς Αμαρτίας/ υπό του Πρεσβυτέρου, σε ώρα Εξαγοράς» («Η εξαγορά»), αποτελούν τον δρόμο προς τη θέαση της Αλήθειας, η οποία απορρέει από την «Τάξη την θεσπεσία» («Παροιμία»). «Δεν είναι φωτεινότερο πράγμα από την Αλήθεια» διαβάζουμε στον πρώτο στίχο του εναρκτήριου ποιήματος της συγκεντρωτικής έκδοσης, όπου το αντίθετο της αλήθειας δεν είναι το ψέμα, αλλά ένας θάνατος «δίχως καν την στιλπνότητα/ Κρίσεως μελλοντικιάς μετά Σαλπίγγων» («Σχήμα»). Υπό το φως της Αληθείας εξαφανίζεται σαν το «στοιχειό» οποιαδήποτε πλάνη, με την «επιφοίτηση δυνάμεων άλλων από τις ταπεινές μας»: «είναι όπως ο Πάπας, όταν αποφαίνεται για Άρθρα της Πίστεως./ Ε, τότε βέβαια, το παραδέχομαι το μέγα Αλάθητο» («Σχήμα περί της πλάνης»).
Με αυτή τη λιτή, σχεδόν προφορική φράση ανακοινώνει ο Παπατσώνης τον Δεκέμβριο του 1930 από τις σελίδες της Αλεξανδρινής Τέχνης το θρησκευτικό του credo, την εποχή που ο Κωνσταντίνος Καβάφης δημοσιεύει στο ίδιο έντυπο ποιήματα όπως «Ο Δαρείος» και το «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.». Μέχρι κάποιο βαθμό, τα ποιήματα του Παπατσώνη εκείνης της δεκαετίας επιχειρούν μια συνομιλία με την ποίηση του Αλεξανδρινού με σοβαρές αξιώσεις. Ήδη το 1924 βρίσκουμε στη Νέα Τέχνη την ενθουσιώδη παραίνεση του Παπατσώνη ότι «είναι καιρός να βουτηχθούμε ολόκληροι σε ποιήσεις σαν την καβαφική, να ζωογονηθούμε, βαφτιζόμενοι σ’ έναν γλυκύ θάνατο»[1], ενώ το 1932 ο Καβάφης αποτιμάται ως «μοναδικός ποιητής παγκόσμιας αξίας που κατόρθωσε να γεννήσει ο ελληνισμός»[2]. Για να τελειώσουμε με το υποκειμενικό κοίταγμα του Παπατσώνη στην καβαφική ποίηση –υποκειμενικό, δηλαδή πρωτογενώς λογοτεχνικό και, για τους επαγγελματίες θεωρητικούς της λογοτεχνίας, φυσικά εσφαλμένο– αξίζει να παραθέσουμε την κατακλείδα της μελέτης του «Συμβολή σε κριτική του έργου του κ. Καβάφη»[3], όπου συμπυκνώνει τα τρία βασικά γνωρίσματα της ποίησης του Καβάφη:
«Ψυχαναλυτική μέθοδος, θρησκευτικότητα, λατινικά [Ο Παπατσώνης αναφέρει εδώ τα λατινικά, επειδή προηγουμένως έχει υποστηρίξει ότι «ορισμένες φράσεις του Καβάφη, σε μια γαλλική ή νεολατινική μετάφραση θα έπρεπε ν’ αποδοθούν στα λατινικά»]. Οι αναγνώστες μου, τους βλέπω πολύ πρόθυμους να κραυγάσουν, πως πρόκειται για τις τρεις κηλίδες που με διακρίνουν. Και μάλιστα θρησκευτικότητα με λατινικά αποτελεί στον εύκολο νου την Εκκλησία της Ρώμης. “Ρήμα καυχήσεώς μου” είναι, αν πω πως και οι τρεις κηλίδες μου ανήκουν. Προκειμένου δε για την έννοια της θρησκευτικότητας πρέπει να επαναλάβω, πως είναι η παράλληλη προς την Ερωτική έννοια».
Καβαφικούς απόηχους μπορούμε να βρούμε σε αρκετά ποιήματα του Παπατσώνη, όπως το γνωστό «Περιηγητές στη Λειτουργία» του 1929, όπου η εισβολή των ξένων περιηγητών στην εκκλησία, η οποία είναι «προικισμένη με την απάθεια του θείου», όπως παρατήρησε ο Νίκος Φωκάς,[4] ανοίγει ένα πεδίο έντασης ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό βλέμμα, το βλέμμα του πιστού και του περιηγητή, ή του χριστιανού και του εθνικού, όπως συμβαίνει στο καβαφικό ποίημα «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.». Στο ποίημα «Παροιμία» του 1932, ο σύντομος στίχος εκβάλλει, κατά το καβαφικό πρότυπο, στον διδακτισμό με την αναφορά στο δεύτερο πρόσωπο. Πίσω από τον στίχο «αν σου έγινε συνήθεια τον βίο σου να μετράς» ακούγεται, βέβαια, ο απόηχος του καβαφικού «Μονοτονία», πλαισιωμένος από την ειρωνική αντίθεση ανάμεσα στην ψευδαίσθηση των απατηλών φαινομένων και την πραγματικότητα της θεσπέσιας, δηλαδή της υπερβατικής τάξης. Οι λέξεις «Ώρες», «Ίχνη», «Σελήνες», «Λάμψη», «Τάξη», με κεφαλαίο κι εδώ το πρώτο στοιχείο, λαμβάνουν, όπως εξηγεί ο ποιητής, «την αρχαία τους ιερότητα», «για να ξεφύγουν από την τριβή που η επιπόλαια χρήση τούς έφερε» και να έλθουν «πλησιέστερα στη βαθύτερη ουσία που συμβολίζουν μέσα στο ποίημα»[5].
Εάν στην ποίηση του Καβάφη αποτυπώνεται, όπως παρατηρεί ο Νάσος Βαγενάς, «η μοίρα του ανθρώπου, που αναζητεί την απελευθέρωσή του από τους εσωτερικούς διχασμούς και τους εξωτερικούς καταναγκασμούς, χωρίς να κατορθώνει να το επιτύχει, γιατί η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από μια ειρωνική σύζευξη αντιθέσεων»[6], ο Παπατσώνης προχωρεί προς τη λύση των αντιθέσεων εξαιτίας της πεποίθησής του ότι πίσω από την κατ’ επίφαση αντινομία των φαινομένων κρύβεται η αρμονία των αόρατων πραγμάτων. Εδώ, βέβαια, συναντιέται με τη μεγάλη δυτική θεολογική και λογοτεχνική παράδοση, με κορυφαίους συνομιλητές τον Δάντη, τον Άγιο Ιωάννη του Σταυρού, τον Φρήντριχ Χαίλντερλιν, τον Πωλ Κλωντέλ και τον Τ.Σ. Έλιοτ (ο Παπατσώνης μεταφράζει το 1933 την Έρημη Χώρα με τίτλο Ερημότοπος). Εξαιτίας αυτής της εκλεκτικής συγγένειας, ο στίχος του Παπατσώνη απηχεί το μέταλλο της φωνής των προμοντερνιστών ποιητών της αλλαγής του αιώνα, χωρίς όμως να φθάνει την ιστορικο-πολιτική αναστοχαστικότητα του Έλιοτ ή τη μετρημένη –και στα εκφραστικά της μέσα– παρατηρητικότητα του Καβάφη.
Για να γυρίζουμε στις αρχικές μας σκέψεις, θα χρειαστεί να κοιτάξουμε το ποίημα «Μεγάλη αναμονή της επιούσης» (1930), όπου ο Παπατσώνης απεικονίζει τον άνθρωπο που, μέσα σε μια συνθήκη διαρκούς αναμονής, ελπίζει, πίσω από το φάσμα των απατηλών φαινομένων, για «τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων»:

Καμωμένος από πηλούς, από φθαρτές ουσίες
ο άνθρωπος, δεν έχει σταθερή ενατένιση, ούτε ομοιάζει
άνθρωπος προς άνθρωπο· σπουδαίες διαφορές τον κόσμο χωρίζουν.
Γι’ αυτό βλέπεις άλλον ν’ αρκείται στον κόσμο
που μοναχός του δημιουργεί, ενώ άλλος παρέκει
τα περιμένει έξωθεν όλα, είτε από τον πλησίον, είτε από τον ουρανό.
Πικρά λυπούμαι το αδύνατο τούτο μέρος των ανθρώπων.
Καμωμένοι δεν είναι όλοι να θαμπώνονται από κάθε στιγμή
της ημέρας ή της νύχτας, από κάθε δίπλα της δημιουργίας,
από κάθε αποσκίαση του βουνού, από κάθε τροπή του καιρού.
Γράφω για όσους δεν έχουν το κράτος να ξεδιαλύνουν
τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων.
Γι’ αυτούς απομένει το μέγα θέλγητρο της αναμονής.
Γι’ αυτούς απομένει ο λαμπρός Ήλιος της Επιούσης.
Κάθε νύχτα περιμένουν. Περιμένουν το μέλλον της Ημέρας,
τρέφουν την ελπίδα που θα τους κομίσει το μέγα Απρόοπτο,
την αψηλή φαντασία, τη νέα σπουδή, το βαθύ πάθος,
ό,τι κάνει να σπαράζουνε επί καλού τους ή κακού τους οι ψυχές.
Φθάνει να τους κομίσει κάτι ογκώδες νέο, ας είναι τραγικό,
ας είναι αγαθό, μόνο η φριχτή ηρεμία να μην είναι πια,
η πραϋντική, η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς.

«Η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς». Όπως κάθε σοβαρός ποιητής, ο Παπατσώνης λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους και, χωρίς να μας παραπλανά, καταθέτει τη δική του αλήθεια (κι όχι Αλήθεια). Άλλοτε τρυφερός κι άλλοτε ανυπόμονος, ο λόγος του δοκιμάζεται στο μέτρο της ποίησης, για να επιτύχει ή να αποτύχει· και, στο μέτρο της δικαιοσύνης, συνήθως επιβεβαιώνεται χωρίς να χαρίζεται:

ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ
Άνδρα κλειστέ, μικρής ψυχής, είναι ήδη κακό
για σένα η παράνοια να σε δέρνει και η κακεντρεχής
απομώρανση. Αλλά ό,τι υγιεινό, ό,τι ευτυχές,
ό,τι άρτιο σε κατανόηση, να το καταστρέφεις,
δεν σου το συγχωρώ. Και ακόμη δεν σου συγχωρώ
την τύφλωση να θεωρείς την πράξη σου αγαθή.
Τι λαβυρίνθους δημιουργεί η βλακεία.

*
[1] Νέα Τέχνη, έτος Α΄, Ιούλιος-Οκτώβριος 1924.
[2] Ο κύκλος, χρόνος α΄, τ. Β΄, 1932.
[3] Ό.π.
[4] «Η θρησκεία ενός ποιητή», Τιμή στον Τ. Κ. Παπατσώνη για τα ογδοντάχρονά του, Τετράδια «Ευθύνης», 21999.
[5] Τ. Κ. Παπατσώνης, FriedrichHölderlin 1770 1843 1970, Ίκαρος, Αθήνα 1993.
[6] Νάσος Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Γιώργου Σεφέρη, 1979.
*
Στην έντυπη έκδοση διαβάστε ακόμη τα κείμενα:
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ, Ο Τ. Κ. Παπατσώνης και η πρωτοποριακότητα Οι περιπέτειες της πρόσληψης ενός αιρετικού
ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ, Ουράνια σώματα στο κατοχικό σκοτάδι: Ήλιος ο πρώτος του Ο. Ελύτη και Ursa Minor του Τ. Κ. Παπατσώνη
Επίσης:

Περιεχόμενα 41ου τεύχους, Ιούνιος 2013
Μαρκ Φορντ, «Και τα κορίτσια από μετάξι να φέρνουν σερμπέτι»
Κώστας Κουτσουρέλης, «Αυτό που δεν ανθεί. Αυτό ζούμε» — Το ποιητικό έργο του Γιάννη Πατίλη
Μίλτος Φραγκόπουλος, Ομπερίου απ’ την Αθήνα ή η τόλμη της «δεύτερης φοράς»

Τ. Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ
Δημήτρης Ελευθεράκης, Ποιος ήταν ο Τ. Κ. Παπατσώνης;
Βαρβάρα Ρούσσου, Ουράνια σώματα στο κατοχικό σκοτάδι: Ήλιος ο πρώτος του Ο. Ελύτη και Ursa Minor του Τ. Κ. Παπατσώνη
Νάσος Βαγενάς, Ο Τ. Κ. Παπατσώνης και η πρωτοποριακότητα Οι περιπέτειες της πρόσληψης ενός αιρετικού

ΕΜΙΛΙ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ
Τατιανή Γ. Ραπατζίκου, Οι εκδοτικές περιπέτειες της Έμιλι Ντίκινσον — Από τη συγγραφική φαντασία στην εκδοτική πειθαρχία
Ζωή Σαμαρά, Θραύσματα τέχνης και ζωής
Δημήτρης Αρμάος, Έμιλι Ντίκινσον: στα όρια «κλασικού» και «μοντέρνου»

Χ. Άλλεν Ορ, Περιμένοντας έναν νέο Δαρβίνο
Μαριγώ Αλεξοπούλου, Και πάλι η τραγωδία

ΜΙΧΑΗΛ Β. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πρωτοπόρος, εμπνευστής και δάσκαλος
Μαρία Ευθυμίου, Η εμβληματική αφετηρία του ιστορικού
Θάνος Βερέμης, Ο μύθος του Ιμπραήμ και η πραγματικότητα του εμφυλίου
Λουίζα Λουκοπούλου, Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Το «καταφύγιο» της αρχαιότητας

Γιώργος Κόκκινος, Η ιστορία των ευγονικών θεωριών από τα μέσα του 19ου αιώνα έως το Ολοκαύτωμα
Ηρακλής Μήλλας, Tο σπίτι ως πατρίδα στον λόγο του Σεφέρη

George Le Nonce, Περὶ τῆς μυθοπλασίας


Διήγημα

Πάντα τοῦ ἄρεσαν τὰ μυθιστορήματα. Ἰδίως ὅσα εἶχαν πλοκὴ πολυδαίδαλη καὶ χαρακτῆρες πολλοὺς καὶ ποικίλους· ἀπαραιτήτως, ἐπίσης, ἀφηγητὴ παντογνώστη, ποὺ κατέγραφε ὄχι ἁπλῶς αὐτὰ ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ δεῖ καὶ νὰ παρατηρήσει, ἀλλὰ καὶ ὅλες τὶς σκέψεις, τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ματαιώσεις τῶν χαρακτήρων. Καθὼς δὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ μυθιστορήματα δὲν γράφονταν πιά, καὶ ὅσα γράφονταν ἦσαν ἄθλια ἢ δὲν ἦσαν μυθιστορήματα, ὁ Τ. δὲν εἶχε κανένα λόγο νὰ παρακολουθεῖ τὴν σύγχρονη ἐκδοτικὴ κίνηση. Ὅσα ἀγόραζε εἶχαν ἐκδοθεῖ πρὶν πενήντα, ἑκατὸ ἢ καὶ περισσότερα χρόνια, ὁπότε ἡ ἀπόλαυση ἦταν διπλή, διότι τὰ παληὰ αὐτὰ βιβλία ἱκανοποιοῦσαν καὶ τὸν ἄλλο φετιχισμό του, τὸ φετιχισμὸ τῆς τυπογραφίας καὶ τῆς βιβλιοδεσίας: τὰ πιὸ ἀγαπημένα του μυθιστορήματα εἶχαν δερμάτινα ἐξώφυλλα, κόκκινους μεταξωτοὺς σελιδοδεῖχτες καὶ ἀνάγλυφα τυπογραφικὰ στοιχεῖα.

Συχνὰ ὀνειρευόταν ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἔγραφε τέτοια μυθιστορήματα, πολύτομα καὶ περίτεχνα, καὶ ὅτι χιλιάδες ἄνθρωποι σὲ ὅλον τὸν κόσμο τὰ διάβαζαν μὲ προσήλωση καὶ μὲ θαυμασμό, καθισμένοι κατὰ προτίμηση σὲ δωμάτια μὲ ξύλινη ἐπένδυση στοὺς τοίχους, μὲ δερμάτινες πολυθρόνες καὶ καναπέδες, μὲ τζάκια ἀπὸ μαντέμι. Ἄλλοτε πάλι, ὀνειρευόταν πώς, παρ᾽ὅλο ποὺ ἦταν ἀναμφίβολα ὁ συγγραφέας τῶν πολυτελῶν αὐτῶν μυθιστορημάτων, ἦταν ἐπίσης κατὰ κάποιο παράδοξο τρόπο καὶ ἕνας ἀνυποψίαστος ἀναγνώστης, ποὺ δὲν εἶχε ἰδέα τί θὰ συμβεῖ στὴν ἑπόμενη σελίδα καθὼς ξάπλωνε σὲ ἕνα βελούδινο ἀνάκλιντρο μὲ τὸ βιβλίο ἀγκαλιὰ καὶ ἕνα ποτήρι οὐίσκυ στὸ τραπεζάκι δίπλα του. Στὸ πιὸ ἀγαπημένο του ὄνειρο, ὅμως, καὶ τὸ πιὸ σπάνιο, δὲν ἔπαιζε οὔτε τὸν συγγραφέα οὔτε τὸν ἀναγνώστη, ἀλλὰ τὸν ἥρωα. Καὶ μάλιστα, ὄχι τὸν ἥρωα ἑνὸς μόνο μυθιστορήματος, ἀλλὰ μιᾶς σειρᾶς μυθιστορημάτων, καὶ διηγημάτων, καὶ ποιημάτων, κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποκάλυπτε νέες πτυχὲς τῆς συγκλονιστικῆς του προσωπικότητας.

     Παρ᾽ὅλα αὐτά, δὲν εἶχε ἔρθει στὸ νησὶ μὲ σκοπὸ νὰ ἀπομονωθεῖ σὲ ἕνα σπίτι στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ καὶ νὰ διαβάζει μυθιστορήματα, νὰ σχεδιάζει πλοκὲς ἢ νὰ πλάθει χαρακτῆρες. Στὸ νησὶ εἶχε ἔρθει, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς ἡλικίας του (δὲν ἦταν τότε οὔτε τριάντα ἐτῶν), γιὰ νὰ χαρεῖ τὴ θάλασσα καὶ τὸν ἔρωτα. Καὶ εἶχε ἐπιλέξει νὰ ἔρθει μόνος του, χωρὶς προκαταβολικὴ ἐρωτικὴ δέσμευση, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ κυνηγήσει εὐειδεῖς ὁμηλίκους καὶ νὰ χαρεῖ τὰ σώματά τους χωρὶς καμμιὰ τροχοπέδη.
     Γι᾽αὐτὸ ἀκριβῶς, δὲν εἶχε φέρει βιβλία μαζί του, παρὰ μόνο ἕνα φτηνὸ ἀστυνομικό, χαρτόδετο, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἔνοιαζε ἂν λερωνόταν ἀπὸ τὸ ἀντιηλιακό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἔνοιαζε οὔτε κἂν ἂν τὸ ξεχνοῦσε σὲ κάποια παραλία. Ἀντιθέτως, εἶχε φέρει ὅλα ὅσα ταιριάζουν στὴν ἰδέα τῶν ἀνέμελων διακοπῶν σὲ ἑλληνικὸ νησί: δυὸ ζευγάρια γυαλιὰ ἡλίου, βερμοῦδες, σόρτς, καναδυὸ λινὰ παντελόνια, πολλὰ ἀνάλαφρα πουκαμισάκια καὶ πολύχρωμα μακὸ μπλουζάκια, πάνινα παπούτσια˙ἀλλὰ καὶ μοδᾶτα ἐσώρουχα (ἐφαρμοστὰ μποξεράκια τὰ περισσότερα, ὅλα πάντως ὑπογεγραμμένα: calvin klein φυσικά, καὶ armani, καὶ dolce e gabbana), καὶ προφυλακτικὰ σὲ διάφορα σχέδια καὶ χρώματα καὶ ἀρώματα, καὶ κάποια ἄλλα ἐρωτικῆς χρήσεως ἀντικείμενα, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν μιλᾶ κανείς, ἁπλῶς τὰ ἀνασύρει τὴν κατάλληλη στιγμὴ καὶ τὰ θέτει στὴν ὑπηρεσία τοῦ ὀργασμοῦ.
     Τὸ σπίτι τὸ εἶχε βρεῖ στὸ ἴντερνετ. Δωμάτιο μὲ μπάνιο καὶ βεράντα σὲ παληὸ ἀρχοντικὸ κοντὰ στὴν παραλία, ἔλεγε ἡ ἀγγελία. Μὲ κουζίνα καὶ χώρους ὑποδοχῆς κοινῆς χρήσεως. Οἱ φωτογραφίες ἔδειχναν ὑπνοδωμάτια μὲ διπλὰ κρεββάτια μὲ οὐρανό, καὶ ἕναν κῆπο ποὺ ἁπλωνόταν κατάφυτος μπροστὰ στὴν παραλία. Ἡ τιμὴ ἦταν μόνο εἴκοσι εὐρὼ τὴ βραδιά, τιμὴ εὐκαιρίας, τιμὴ ἀπίστευτη γιὰ Αὔγουστο στὸ νησί. Προτιμοῦνται, ἔλεγε, νέοι ἄνδρες, μόνοι. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἦταν, ὁπωσδήποτε, ὕποπτο. Λόγῳ αὐτοῦ τοῦ προδοτικοῦ δέλτα, λόγῳ τῶν ἀνδρῶν δηλαδή, ποὺ δὲν ἦσαν ἄντρες, φαντάστηκε ὅτι ὁ σπιτονοικοκύρης θὰ ἦταν κάποιος διεφθαρμένος ὑπερῆλιξ ποὺ ἔμενε ἐπίσης σὲ αὐτὸ τὸ σπίτι, πιθανότατα ὅλο τὸ χρόνο˙ στὴν καλύτερη περίπτωση ἔπαιρνε μάτι τοὺς νεαρούς του νοικάρηδες τὴν ὥρα ποὺ κοιμοῦνταν ἢ ἔκαναν μπάνιο, στὴν χειρότερη τοὺς ἐπετίθετο μὲ ἄσεμνες χειρονομίες ὅταν ἐπέστρεφαν, ἡμίγυμνοι, ἀπὸ τὴ θάλασσα. Ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν ἦταν ἔτσι, τί εἶχε νὰ φοβηθεῖ; Εὔκολα θὰ μποροῦσε νὰ ἀπωθήσει, ἢ ἀκόμη καὶ νὰ περιπαίξει, ἕναν διεστραμμένο γέρο. Καὶ ἐπιπλέον, ὑπῆρχε ἕνα σημαντικὸ παράπλευρο ὄφελος: ἐφόσον ἔτσι ξεδιάντροπα ἡ ἀγγελία δήλωνε ὅτι θὰ προτιμοῦνταν νέοι ἄνδρες μόνοι, οἱ πιθανότητες τὰ ἄλλα τρία δωμάτια νὰ καταληφθοῦν ἀπὸ ἄνδρες τῆς δικῆς του συνομοταξίας (δηλαδὴ ὄχι ἁπλῶς νέους καὶ μόνους, ἀλλὰ ἐπίσης ἀνδρικῶν ἐρωτικῶν τάσεων) ἦσαν, ὁπωσδήποτε, αὐξημένες. Θὰ μποροῦσε νὰ συναντήσει στὸ σπίτι αὐτό, καὶ μάλιστα στὸ διπλανὸ δωμάτιο, καὶ ἕναν καὶ δύο καὶ τρεῖς ἄνδρες πρόθυμους νὰ ἐπιδοθοῦν σὲ διαχύσεις καὶ σὲ λαγνεῖες μαζί του˙μὲ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς ἄνδρες νὰ πηγαίνει γιὰ κολύμπι στὴ θάλασσα, μὲ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς ἄνδρες νὰ πηγαίνει στὰ μπὰρ τὰ βράδια, μὲ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς ἄνδρες νὰ περιγελάει τὸν ὑπέργηρο ἀρσενοκοίτη σπιτονοικοκύρη καὶ νὰ τὸν ἀπωθεῖ.
    Μόλις ὅμως ἔφθασε στὸ σπίτι, οἱ προσδοκίες του αὐτὲς διαψεύστηκαν. Καὶ οἱ φόβοι ἐξίσου: κανεὶς ἄλλος δὲν κατοικοῦσε αὐτὸ τὸ σπίτι· καὶ δὲν ὑπῆρχε ὑπέργηρος σπιτονοικοκύρης, τὸν ὑποδέχθηκε μιὰ μεσόκοπη τσεμπεροφοροῦσα, ὀνόματι Διαμάντω, ἡ ὁποία σαφῶς ἦταν ἁπλῶς ἡ καθαρίστρια. Ἡ Διαμάντω τοῦ ἔδωσε τὰ κλειδιά, τοῦ ἔδειξε τοὺς χώρους καὶ τοῦ εἶπε ὅτι καθαρίζει καὶ ἀλλάζει σεντόνια κάθε μεσημέρι. Τὸν ἄφησε ἐπίσης νὰ διαλέξει ποιό ἀπὸ τὰ τέσσερα διαθέσιμα ὑπνοδωμάτια ἤθελε, γιατὶ ἦσαν, τοῦ εἶπε, ὅλα ξενοίκιαστα, πρὸς τὸ παρὸν θὰ ἦταν μόνος του στὸ σπίτι, ἀλλὰ νὰ εἶχε ὑπόψη του ὅτι ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ μπορεῖ νὰ ἐμφανιζόταν καὶ ἄλλος νοικάρης.
     Τὸ σπίτι ἦταν πολὺ ὡραιότερο ἀπὸ ὅ,τι φαινόταν στὸ ἴντερνετ. Τὸ ὑπνοδωμάτιό του τεράστιο (εἶχε, βέβαια, ἐπιλέξει τὸ καλύτερο), μὲ κρεββάτι ὑπέρδιπλο, ἕνα σαλονάκι σὲ μιὰ γωνιά, καὶ μιὰ βεράντα μεγαλύτερη ἀπὸ τὸ δωμάτιο, μὲ θέα στὸν ἀχανὴ κῆπο. Τὸ μπάνιο μαρμάρινο, μὲ μπανιέρα στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν ἄνετα νὰ ξαπλώσουν τοὐλάχιστον δύο ἄνδρες. Οἱ δὲ «χῶροι ὑποδοχῆς κοινῆς χρήσεως» (ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅμως, ἀποκλειστικὰ δικῆς του χρήσεως), ποὺ τοὺς νόμιζε εὐφημισμὸ γιὰ κάποιο μικρὸ χώλ, ἦσαν μιὰ μοναστηριακοῦ τύπου τραπεζαρία γιὰ δώδεκα ἄτομα, μία μεγάλη σάλα ὅπου χωροῦσαν τέσσερεις καναπέδες καὶ ἕνα πιάνο μὲ οὐρά, καί, τὸ συγκλονιστικότερο, ἕνα ἀκόμη δωμάτιο, μεγαλύτερο ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴ σάλα, ἐπιπλωμένο μὲ δερμάτινα Chesterfield, τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ τοῖχοι καλύπτονταν ἀπὸ ξύλινες βιβλιοθῆκες μὲ τζάμια, γεμάτες βαρύτιμα παλαιὰ βιβλία σὲ διάφορες γλῶσσες.
     Πάντως, ἡ παραλία δὲν ἦταν κοντά. Ὀπτικὴ ἀπάτη ἦταν ἡ ἐγγύτητα τῆς θάλασσας στὶς φωτογραφίες στὸ ἴντερνετ: ὁ κῆπος κατέληγε σὲ ἕνα γκρεμὸ καὶ ἡ θάλασσα ἁπλωνόταν περίπου ἑκατὸ μέτρα πιὸ κάτω, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴ φθάσεις θὰ ἔπρεπε νὰ κατέβεις ἕνα μονοπάτι κυκλικό, καὶ θὰ ἔπαιρνε, ὑπολόγιζε, τοὐλάχιστον μισὴν ὥρα ἡ διαδρομή. Δὲ βαριέσαι, δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ τἄχει ὅλα. Καὶ αὐτὰ ποὺ εἶχε, μὲ εἴκοσι εὐρὼ τὴν ἡμέρα, ἦσαν ἤδη πάρα πολλά. Ἂν ἦταν τυχερός (καὶ ἤδη αἰσθανόταν ἰδιαίτερα τυχερός), σὲ μιὰ δυὸ μέρες τὸ πολὺ θὰ ἐμφανιζόταν καὶ ἄλλος ἔνοικος καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ διασκεδάζουν μαζὶ ποικιλοτρόπως.
      Ἡ Διαμάντω ἔφυγε καὶ τὸν ἄφησε νὰ τακτοποιηθεῖ. Ἡ ὥρα ἦταν ἤδη ὀχτὼ καὶ εἶχε ἀρχίσει νὰ βραδιάζει. Ἄδειασε τὸ σάκο του, τακτοποίησε τὰ ροῦχα στὶς ντουλάπες καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἀντικείμενα στὸ μπάνιο καὶ στὸ συρτάρι τοῦ κομοδίνου του, γδύθηκε, μπανιαρίστηκε, ἀρωματίστηκε καὶ πῆγε, ἔτσι γυμνός, νὰ ἐξερευνήσει λίγο τὴ βιβλιοθήκη πρὶν βγεῖ νὰ γευθεῖ τὴν νυχτερινὴ ἔκλυση τοῦ νησιοῦ. Ὑπῆρχαν χιλιάδες βιβλία ἐκεῖ μέσα, ὅλα δερματόδετα, ὅλα πολυτελῆ. Ἀκόμη καὶ κάποια (ποιητικὲς συλλογές, ἰδίως) ποὺ γνώριζε ὅτι εἶχαν ἐκδοθεῖ μόνο σὲ χαρτόδετη ἐκδοχή, ἦσαν δεμένα, μὲ σκοῦρα δερμάτινα ἐξώφυλλα καὶ βαθυκόκκινους σελιδοδεῖχτες – ὁ ἰδιοκτήτης προφανῶς ἔπασχε ἀπὸ τὸν ἴδιο φετιχισμὸ τῆς βιβλιοδεσίας, ἀλλὰ εἶχε ἐπίσης τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα νὰ δίνει τὰ βιβλία γιὰ δέσιμο σὲ καλλιτέχνες βιβλιοδέτες πρὶν τὰ τοποθετήσει ἀνάμεσα στὰ ἄλλα του κομψοτεχνήματα.
     Ἦταν, ἀναμφίβολα, παράδοξο ὅτι αὐτὸς ὁ θησαυρὸς εἶχε ἀφεθεῖ ἔτσι ξεκλείδωτος καὶ μποροῦσε νὰ γίνει βορὰ τῶν τυχάρπαστων ἐνοικιαστῶν τοῦ καλοκαιριοῦ˙ ἀκόμη καὶ ἂν δὲν ἦσαν βιβλιόφιλοι (καὶ οἱ περισσότεροι νέοι ἄνδρες, μόνοι ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἦσαν), κάποιοι θὰ ἀντιλαμβάνονταν ὅτι αὐτὰ τὰ βιβλία εἶχαν καὶ σημαντικὴ χρηματικὴ ἀξία καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ μποῦν στὸν πειρασμὸ νὰ τὰ ὑπεξαιρέσουν. Ἴσως, ὅμως, ὁ ἀόρατος ἰδιοκτήτης νὰ μὴν ἐνδιαφερόταν τελικὰ γιὰ τὰ βιβλία ποὺ θὰ ἔχανε, ἴσως νὰ τὸν ἐνδιέφερε περισσότερο ἡ θέα ἢ καὶ ἡ συντροφιὰ τῶν ἀνδρῶν ποὺ σχεδὸν φιλοξενοῦσε. Δὲν μποροῦσε νὰ ἀποκλεισθεῖ καὶ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ κρυβόταν κάπου μέσα στὸ σπίτι, νὰ καραδοκοῦσε μέσα σὲ κάποιο μυστικὸ δωμάτιο κρυμμένο πίσω ἀπὸ κάποια βιβλιοθήκη, νὰ παρακολουθοῦσε αὐτὴ τὴ στιγμὴ τὸν νεαρὸ ἄνδρα ποὺ ὁλόγυμνος περιεργαζόταν τὰ βιβλία καὶ νὰ περίμενε τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ νὰ κάνει τὴν ἐρωτική του ἐπίθεση.
     Ὁ T. ἀνατρίχιασε στιγμιαῖα στὴ σκέψη ὅτι μπορεῖ, πράγματι, ὁ μυστηριώδης ἰδιοκτήτης νὰ τὸν παρακολουθοῦσε καθὼς κατέβαζε ἀπὸ ἕνα ράφι τὸ ὁποῖο εἶχε τεντωθεῖ γιὰ νὰ φθάσει τὴν πρώτη ἔκδοση τῆς Δίκης τοῦ Κάφκα. Ἀπόδιωξε ὅμως τὴ σκέψη αὐτὴ ὡς μυθιστορηματική, ξάπλωσε σὲ ἕναν καναπὲ στὴ μέση τοῦ δωματίου καὶ ἄρχισε νὰ ξεφυλλίζει καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ διαβάζει. Μετὰ τὶς πρῶτες πενήντα σελίδες, ἀποφάσισε ὅτι δὲν ἤθελε τελικὰ νὰ βγεῖ ἔξω, καὶ ἐνῶ ὣς τότε ἔλεγε στὸν ἑαυτό του, μὲ κάποια ἐνοχή, ὅτι δυὸ τρεῖς σελίδες ἀκόμη θὰ διάβαζε καὶ θὰ ἔφευγε καὶ θὰ πήγαινε νὰ ἀναζητήσει ἕνα σῶμα πρόθυμο στὰ μπὰρ τῆς χώρας, τώρα ξάπλωσε μὲ μεγαλύτερη, ἀπρόσκοπτη νωχέλεια καὶ βυθίστηκε στὴν ἐξιστόρηση τῶν περιπετειῶν τοῦ Josef K.
    Ὅταν ξύπνησε ἦταν σχεδὸν μεσημέρι. Μὲ τὸν Κάφκα στὴν ἀγκαλιά του, πῆγε τρέχοντας στὸ δωμάτιό του, νὰ βάλει ἕνα ροῦχο πάνω του πρὶν ἔρθει ἡ Διαμάντω καὶ τὸν βρεῖ τσίτσιδο. Σκέφτηκε νὰ βάλει τὸ μαγιό του καὶ νὰ κατεβεῖ στὴν παραλία, ἀλλὰ δικαιολογήθηκε στὸν ἑαυτό του ὅτι ἦταν ἀκόμη κουρασμένος ἀπὸ τὸ ταξίδι καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μείνει ἕνα πρωινὸ μέσα νὰ ξεκουραστεῖ, ἄλλωστε ὁ ψυχαναγκασμὸς ὅτι πρέπει νὰ πηγαίνει κανεὶς γιὰ μπάνιο στὴ θάλασσα καθημερινῶς ἐφόσον βρισκόταν διακοπὲς σὲ νησὶ ἦταν μικροαστικὸς καὶ ὑπῆρχε ἐπίσης τὸ ἐνδεχόμενο ἡ Διαμάντω νὰ τοῦ ἔφερνε ἕναν καινούριο νοικάρη, ἀξιέραστο καὶ πρόθυμο, τὸν ὁποῖο καλὸ θὰ ἦταν νὰ ὑποδεχθεῖ καὶ νὰ κατακτήσει. Φόρεσε λοιπὸν ἕνα τζὴν καὶ ξυπόλητος καὶ γυμνὸς κατὰ τὰ ἄλλα (ἦταν, ἀκόμη, λεπτός, μὲ σῶμα ἀξιοθαύμαστο) πῆγε στὴν κουζίνα, ἔφτιαξε καφέ, ἄναψε τσιγάρο καὶ βολεύτηκε στὴ σάλα, σὲ μιὰ πολυθρόνα ποὺ ἔβλεπε τὴν εἴσοδο. Τὸν Κάφκα τὸν εἶχε βάλει στὴν τσάντα του, στὸ δωμάτιό του, διότι δὲν εἶχε, βέβαια, καμμιὰ πρόθεση νὰ τὸν ἐπιστρέψει.
    Μετὰ ἀπὸ λίγο ἀκούστηκε κλειδὶ στὴν πόρτα, ἀλλὰ ὄχι ὁμιλίες. Μὲ ἀδημονία προσήλωσε τὸ βλέμμα του, εἶδε ὅμως τὴ Διαμάντω μόνη, μὲ δύο πλαστικὲς σακοῦλες ἀπὸ τὸ σοῦπερ μάρκετ. Τὸν χαιρέτησε καὶ ἀποσύρθηκε στὴν κουζίνα, ὅπου τὴν ἀκολούθησε κι αὐτὸς γιὰ νὰ φτιάξει δεύτερο καφέ. «Πῶς καὶ δὲν πῆγες στὴ θάλασσα;» τὸν ρώτησε. Τῆς εἶπε ψέμματα πὼς ξενύχτησε, σηκώθηκε ἀργά, θὰ πήγαινε ἀργότερα, δὲν ὑπῆρχε πάντως λόγος νὰ τοῦ φτιάξει τὸ δωμάτιό του. Ἡ Διαμάντω χαμογέλασε χωρὶς νὰ πεῖ λέξη. Αὐτὸς πῆρε τὸν καφέ, κλείστηκε στὸ δωμάτιό του καὶ περίμενε πότε θὰ φύγει ἡ Διαμάντω νὰ τὸν ἀφήσει ἥσυχο. Εὐτυχῶς, δὲν ἄργησε, δὲν εἶχε ἄλλωστε καὶ πολλὰ νὰ κάνει, τὸ πολὺ μιὰ ὥρα ἀργότερα ἄκουσε τὴν πόρτα τῆς εἰσόδου νὰ κλείνει, περίμενε πέντε λεπτὰ ἀκόμη νὰ βεβαιωθεῖ, ἔβγαλε τὸ τζήν του καὶ ἐπέστρεψε γυμνὸς στὴν βιβλιοθήκη.
     Θὰ μείνω ἐδῶ, σκέφτηκε, δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὰ λόγος νὰ βγαίνω, ἴσως μόνο γιὰ τὰ ἀπαραίτητα, τρόφιμα καὶ τσιγάρα δηλαδή, θάλασσες θὰ βρῶ πολλὲς στὴ ζωή μου, καὶ διασκεδάσεις καὶ ἄνδρες πρόθυμους καὶ ἐρωτοπραξίες, ἀλλὰ τέτοια βιβλιοθήκη δὲν θὰ ξαναβρῶ ὁλόκληρη στὴ διάθεσή μου, θὰ μείνω ἐδῶ καὶ θὰ διαβάζω, καὶ θὰ χαϊδεύω τὶς ράχες τῶν βιβλίων καὶ θὰ εὐχαριστιέμαι ὅπως δὲν εἶναι πιθανὸ νὰ ξαναευχαριστηθῶ ποτέ.
     Στάθηκε μπροστὰ σὲ ἕνα τυχαῖο ράφι. Δὲν τὸ εἶχε παρατηρήσει τὸ προηγούμενο ἀπόγευμα, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καμμιὰ λογικὴ στὴν ταξινόμηση τῶν βιβλίων: βιογραφίες, ποιήματα, μυθιστορήματα, θεωρητικὰ βιβλία (ψυχανάλυση, κοινωνιολογία, κριτικὴ) ἦσαν ὅλα ἀνάκατα στὸ ἴδιο ράφι, σὲ διάφορες γλῶσσες, μὲ διάφορους συγγραφεῖς, ἀπὸ διάφορες χρονικὲς περιόδους. Δὲν πειράζει, σκέφτηκε, ἄλλωστε δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ψάξει κάτι συγκεκριμένο γιὰ νὰ διαβάσει, θὰ ἔπαιρνε κάτι στὴν τύχη, πῆγε σὲ ἕνα ἄλλο ράφι, ἔκλεισε τὰ μάτια, καὶ κατέβασε τὸ πρῶτο παχουλὸ βιβλίο ποὺ ἔπιασε, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἦταν μυθιστόρημα.
    Καὶ ἦταν. Γνωστὸ καὶ αὐτό, ὅπως ἡ Δίκη, τὸ εἶχε ξαναδιαβάσει πολλὲς φορές, ἀλλὰ δὲν τὸν ἔνοιαζε, ἡ ἀπόλαυση αὐτῶν τῶν μυθιστορημάτων δὲν μειωνόταν μὲ τὶς ἐπαναναγνώσεις, ὅπως δὲν μειωνόταν καὶ ἡ ἐρωτικὴ ἀπόλαυση ὅταν κανεὶς ξαναγαμοῦσε τὸν ἴδιο ἄνδρα. Ἡ προσμονὴ τῆς ἀπόλαυσης τοῦ συγκεκριμένου μυθιστορήματος εἶχε, μάλιστα, καὶ ὀφθαλμοφανεῖς συνέπειες στὸ σῶμα του: εἶχε ἀρχίσει νὰ καυλώνει.
    Ὄχι, δὲν ἐπρόκειτο γιὰ ἐρωτικὸ μυθιστόρημα, τοὐλάχιστον ὄχι μὲ τὴν κοινὴ ἔννοια τῆς λέξης. Ἐντούτοις, ὅταν ξεκίνησε νὰ τὸ διαβάζει ἀντιλήφθηκε πὼς ἡ στύση του δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑποχωρήσει, ἀντιθέτως, μὲ κάθε σελίδα μεγάλωνε καὶ σκλήραινε, καὶ ὅταν ἔφθασε στὴν τρίτη μέρα τοῦ ἡμερολογίου τοῦ Jonathan Harker, δὲν μπόρεσε ἄλλο νὰ συγκρατηθεῖ, ἦρθε σὲ ὀργασμὸ μεγαλειώδη καὶ ἐπίπονο, ἐνῶ πίσω ἀπὸ τὰ βιβλία, κρυμμένος στὸ μυστικό του τάφο, ὁ ὑπέργηρος πράγματι οἰκοδεσπότης τὸν παρακολουθοῦσε λιγωμένος καὶ περίμενε πότε θὰ ἔρθει ἡ νύχτα, πότε θὰ ἀπολαύσει ἐπιτέλους τὸ σῶμα αὐτὸ ποὺ μόνο ἀπὸ τὶς σχισμὲς τῶν μυθιστορημάτων μποροῦσε νὰ θαυμάσει.
Ἂν καὶ δὲν τὸ ἤξερε ἀκόμη, ὁ Τ. εἶχε ἤδη πραγματοποιήσει τὸ ὄνειρό του.
*
photo© Στράτος Φουντούλης, Αγκόνα 2008.

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «Ζήτημα Ευρύ»

Να συλλογιστούμε με τα τωρινά μέσα, τις παραστάσεις, τις ποικίλες, εξειδικευμένες συγκινήσεις, πόσο σπουδαιότερο και ευρύτερο θα είχε σταθεί το έργο του Κάφκα ή του Πορτογάλου Πεσσόα. Να αναλογιστούμε την ψυχολογική εμβάθυνση με την οποία θα προίκιζαν το έργο τους, λαμβάνοντας υπόψη τις επίκαιρες συνθήκες, τις καινούριες αγωνίες, το ανθρώπινο αδιέξοδο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «Ζήτημα Ευρύ»»

Δημήτρης Ραυτόπουλος, Η Επιθεώρηση Τέχνης και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός

[…]

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Επιθεώρηση Τέχνης πρωτοβγαίνοντας τα Χριστούγεννα του 1954, πριν από το «λιώσιμο των πάγων», αποφεύγει την ένταξη στο δόγμα.

Ας εξηγηθώ από τώρα, προλαβαίνοντας ένα εύλογο ερώτημα: Μήπως τότε, το 1954-55, εμείς, η συντακτική ομάδα του περιοδικού, είχαμε απορριπτική θέση ή, έστω, κάποια συγκεκριμένη κριτική στάση απέναντι στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό; Νομίζω ότι μπορώ ν’ απαντήσω για λογαριασμό όλων μας αρνητικά. Ελλιπή πληροφόρηση, πλαστογραφημένη πληροφόρηση, πελώρια πίστη και καλή πίστη, ακόμα και σύγχυση είχαμε. Και πώς να μην είχαμε! Συσκότιση, μυθοποίηση, ακτιβισμός, δεοντολογία πολεμικού κομμουνισμού (μέσα στις συνθήκες του ψυχρού πολέμου και του εμφύλιου) μας είχαν αναθρέψει. Μα κάτι δεν πήγαινε καλά. Η σοβιετική λογοτεχνία και η τέχνη δεν μας έπειθαν για την ποιότητα τους. Βέβαια, οι νέοι πολιτισμοί, μας έλεγαν και λέγαμε, δε δίνουν τα ώριμα φρούτα τους μέσα σε 40 χρόνια, και τέτοια χρόνια. Μα τα φρούτα αυτά δεν ήταν στυφά, ξινά, ήτανε νερόβραστα… Γιατί το ’18, το ’25 είχαμε έκρηξη της επαναστατικής τέχνης και το ’55 είχαμε ροχαλητό; Και αφού ο προλεταριακός πολιτισμός είναι νόμιμος κληρονόμος των καλύτερων επιτευγμάτων του αστικού πολιτισμού, όπως βεβαίωνε και το τελευταίο αρθρίδιο περί σοβιετικής κουλτούρας… Κι από τα μικρά ανοίγματα κι από τα μικρά ρήγματα φυσούσαν σφοδροί άνεμοι αμφιβολίας. Ήταν ένας καιρός συνειδησιακών διλημμάτων και αμηχανίας για την αριστερή διανόηση στα πρόθυρα του αναθεωρητισμού. Και όχι μόνο βέβαια στο χώρο της κουλτούρας. Ας περιοριστούμε όμως σ’ αυτόν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Ραυτόπουλος, Η Επιθεώρηση Τέχνης και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός»

Απόστολος Θηβαίος, Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου

 
«Η ΠΡΟΤΟΜΗ»
Μια συμβολιστική προσέγγιση στο αναμνησιακό έργο
Του Τάκη Σινόπουλου,
«Νεκρόδειπνος»
Ξύπνησε κατατρομαγμένος. Έτσι, λοιπόν ξυπνούν οι φονιάδες και οι φταίχτες, συλλογίστηκε. Κοίταξε το λίγο φως που έμπαινε από το κλειστό παράθυρο και τεμαχιζόταν και εσκόρπαγε στα αναρίθμητα μάτια του ήλιου. Συλλογίστηκε το λιοπύρι που θα έδερνε σήμερα την πόλη, συλλογίστηκε τη λύπη του, θυμήθηκε ακόμα έναν εγκάρδιο φίλο που εχάθη προσφάτως και ετάφη προχείρως, δίχως τιμές. Στην Κόρινθο, εκεί ετάφη, στο κοιμητήριο που είναι πάνω ψηλά, κοντά στο στρατόπεδο. Δεν μπόρεσε να παρευρεθεί, έτσι γέρος και μονάχος που είναι, δεν μπόρεσε και πικράθηκε πολύ. Που δεν τίμησε την εγκαρδιότητα, που δεν τον αποχαιρέτησε, όλοι οι φίλοι είναι πια σκισμένες σημαίες σε εδάφη κυριευμένα. Τίποτε άλλο.
    Ξοδεύτηκε μες στη μέρα σε ανώφελες υποχρεώσεις. Πέρασε και από τα καφενείο, στάθηκε απόμερα, έξω πυρκαγιές και λίγοι άνθρωποι. Γεννιόταν, έλεγαν πάντα τέτοια εποχή το καλοκαίρι. Είδε τις γυναίκες που βιάζονταν για τις λειτουργίες, τα πρόσφορα, τη φροντίδα της μνήμης των νεκρών που κοιμούνται στα χώματα, καθώς οι εργάτες στα υπαίθρια λιοτρύβια. Ετοίμασε μάλιστα και ένα δέμα και το δωσε στο παιδί για τα θελήματα. Να το πάει λέει στον Μαδριλένο Φιντέλ που γερνά στις φυλακές, επειδή δεν άντεξε και έκοψε τρυφερά και ήσυχα το λαιμό της άτυχης Ευδοξίας με την τσαγκαράδικη φαλτσέτα του και τώρα μετανιώνει και δίδει ονόματα ισπανικών δρόμων στους συγκρατούμενους και όλοι μαζί στην αρχή της εποχής των ναυαγίων που θα σταθεί αδιάκοπη και αμίλητη. Με άλλα λόγια, μια πολύ οδυνηρή τρυφερότητα τον έκαμε να νοιαστεί για τον Φιντέλ και να τακτοποιεί εδώ και χρόνια, στις αρχές του εκάστου μήνα, τις ανάγκες του δύστυχου άνδρα για καπνό, χαρτί, γραφίδα και άνθρωπο. Αργά το απόγευμα, ανάμεσα σε πιστούς, γυναίκες με θεσπέσιο, εφηβικό φύλλο, αγόρια που σε λίγο καιρό θα στρατευθούν εις την αδηφάγα υπηρεσία της πατρίδος, πήρε να περπατά. Ήμερα, με το πρόσωπό του ασκητικό, μες στο λιγοστό φως ήταν όλος μία άσκηση. Προσπέρασε τα ανθοπωλεία με τις πολύχρωμες φρέζιες, τα ζαχαροπλαστεία που κλείναν το ένα μετά το άλλο, γιατί μια τέτοια μέρα όλος ο τόπος μυρίζει θλίψη και ντροπή.
     Ανέβαινε αργά και σε όλο το μήκος της οδού τον εντυπωσίαζαν τα διάσπαρτα συντρίμμια, ολοένα και περισσότερα και τα μάτια του θολά και ένα θάμπος απρόσμενο από το ύψωμα και τα σύρματα και τα σχοινιά τεντωμένα. Εκείνα που κρατούν τον κόσμο και ξεχωρίζουν τη γη από τις πελώριες, νεφελώδεις πεδιάδες. Αισθάνθηκε μια διάθεση λυρική και έτσι τρυφερά ανασηκώθηκε από τη θέση του, όλος ο κόσμος χτυπούσε σαν καρδιά. Στην πλατεία γύρω από την προτομή είχαν κρεμάσει πετονιές με βυζαντινές σημαίες και τα μικρά παιδιά, ντυμένα για κάποιο δράμα, ταπεινότερο, συνοικιακό πάσχιζαν να εννοήσουν τη λύπη του κόσμου. Ανάψαν οι φωτισμοί στους εξώστες, οι δημοτικοί στύλοι γυρτοί, με το βλέμμα τους κατά το χώμα έσταζαν ωραίο, κάτωχρο φως. Στάθηκε εμπρός από τη μισόκτιστη οικοδομή που έχει σίδερα όρθια σαν κεραίες, άλλοτε μοιάζουν με σταυρούς και εκεί χτίζουν πάντα τα παιδιά το τρομερό οχυρό, σαν να είναι ο δρόμος ένας δύσκολος ποταμός και οι δυο του όχθες που θα πλημμυρίσουν καταμεσίς του χειμώνα με τώρα κρατούν τις ανάσες τους. Ένα παράξενο θέαμα, μια παράδοξη όψη στυλώθηκε εμπρός του. Ένα ξαφνικό, ανθρώπινο κοπάδι από τους παλαιούς φίλους, τους αγωνιστές, τα κορίτσια με τα κοντά κρινολίνα, με τις θεσπέσιες φωνές που σπάσαν στα τσιμέντα εδώ και χρόνια πια, κατηφόριζαν νεύοντας με τα ισχνά τους χέρια. Μα ήταν πριγκηπικοί και αποφασισμένοι, σαν εκείνους που τίποτε δεν έχουν να χάσουν μια και ξεμπέρδεψαν με ζητήματα όπως η ζωή και η επιβίωση. Ο Μάρκος, ο Γεράσιμος, η Νανά, η Λίτσα, η Φανή, ο Ελεμίνογλου, ο Τζανής, παιδιά μεγαλωμένα μες στη φρίκη, άνδρες σκοτωμένοι τα σκοτεινά χρόνια, άλλοι που τους αφήσαμε καρφωμένους στο κατώι και εμπρός σφάδαζε σφαγμένο ζώο η μάνα και οι πυροβολισμοί πέρα στα χωράφια δεν είναι παρά ο σκοτωμένος γιος που επλήρωσε επιτέλους τα κρίματά μας. Θυμήθηκε τους αγώνες, τους οπλισμούς, τα σκληρά νύχια που καρφωμένα μες στα χώματα μας οδηγούσαν πάνω στα υψώματα, τους αρρώστους, όσους εγκαταλείψαμε με κατάμαυρους επιδέσμους, ανεμίζοντες από τις άθρεφτες πληγές τους.
    Ταράχτηκε και είπε πως τούτο είναι ένα σημάδι. Πείστηκε πια πως η ιστορία δεν είναι πια χρόνος, μήτε εξέλιξη, μα κατάσταση, πως εκτείνεται κάποτε καθέτως, σαν τα βουνά που αντικρίζεις εμπρός σου στις αγαπημένες επαρχίες. Έπειτα, έφερε στο νου του πως έτσι πια βιώνεται το τέλος του προσωπικού μύθου, με πράξεις και επαναλήψεις να αγγίζουν τα όρια της επιθυμίας. Η στοργική λύπη για την Νανά, την Λίτσα, τον Μάρκο δεν συνιστούν παρά μια επιβεβαίωση της παραπάνω υποψίας. Έτσι λοιπόν γίνεται, με τον ποιητή και τον άνθρωπο να ζητούν την απεικόνιση των φαντασμαγοριών που τους περιστοιχίζουν, ως να ήταν στέρεα πράγματα, υπαρκτά, πρακτικά. Λέγοντας τούτα, ανακάλεσε,-με τι θλίψη ενθυμήθηκε το φίλο ποιητή-, εκείνον που μεριμνούσε πάντοτε για «τη λησμονημένη», εκείνον που μεγάλωσε, έζησε και σκοτώθηκε μες στα χτιστά ποτάμια. Τώρα έκλαιγε και γύρω του ένα κορίτσι με βραχιόλια από χρυσάφι, εξωφρενικά γελούσε και χόρευε. Ίσως ήταν η Κατερίνα, ή η Αργώ ή πάλι μια κάποια άλλη που ποτέ δεν θα θυμηθεί, διότι έτσι επιβάλλει η μοίρα των ερώτων. Χόρευε και γελούσε παθιασμένο το κορίτσι και οι φίλοι χειροκροτούσαν. Κάποιος είπε, μες σε εκείνο το χαμό, κάποιος από τους πεθαμένους είπε πως αγαπά πολύ την ποίηση και εξηγήθηκε. Είπε πως πάντα υφίσταται μια στιγμή που ολόκληρο το σκοτάδι του κόσμου αποκαλύπτεται μες σε ανυπόφορα, δηλητηριώδη φώτα και τότε δεν υπάρχει καμιά διαφυγή, μήτε μπορεί κανείς να επιβιβαστεί στα μεγάλα φορτηγά πλοία που τραβούν κατά την Αίγυπτο.Είπε πως είναι μέτρο και στιγμή, ικανή να διαρκέσει για πάντα, ας πούμε ένα είδος σήμανσης, ουσιώδους. Η θέα μες στη νύχτα είναι το μέτρο και αν τελικά εκείνος είδε τους φίλους και τις αγαπημένες ερωμένες, τότε λοιπόν τέτοιο είναι το σκοτάδι που θρέφει εντός του και έσφιξε τα χέρια του, τον αγκάλιασε, η ανάσα του μύριζε σαν κήπος, είχε υγρασία πολύ και ίσως φταίει το χώμα, ξερνούσε χώμα σε κάθε του λυγμό. Έκλαιγε, γιατί θυμήθηκε τον Ρουμάνο φίλο Εμίλ που μιλούσε για μια νοσταλγία άγρια, μια νοσταλγία για εκείνη την πρώτη, τη βάρβαρη, τελευταία λέξη κάθε πολιτισμού που είναι ο πόλεμος. Πόσοι από τούτα τα παιδιά χαθήκαν μες στις πυρκαγιές, πόσοι φίλοι λησμονήθηκαν για πάντα όταν κάποτε έφτασε το γράμμα από το μέτωπο και η σημαία και η ευχαριστήρια, εγκωμιαστική επιστολή. Μπήκε μες στο σπίτι, έξω κρατούσε ο χορός του νεαρού κοριτσιού και οι άλλοι, σαν κένταυροι μέσα από τα νερά ανδύονταν και καταπατούσαν και την ιστορία και τη βιολογία του ανθρώπου. Εκείνος έγραψε, με μεγάλα, βρόχινα γράμματα.
    «Η ποίηση οφείλει να είναι αφηγηματική. Παραστατική, σχεδόν θεατρική. Μα με μια αίσθηση ολοφάνερη της αρχικής της υπόστασης, του χώρου ας πούμε, τον οποίο καταλαμβάνει.Όσον αφορά το ζήτημα της θεατρικότητας, επικροτείται η απεικόνιση του ίδιου του θεατρικού μηχανισμού. Έπειτα, με την αφηγηματικότητα, υπάρχει πάντοτε ζωντανή και ακμαία η πιθανότης να προβούμε σε μία αντιστροφή του κλίματος, ακυρώνοντας όλες τις δυστυχίες, με τις οποίες μας προίκισε το παρελθόν. Βεβαίως, είναι παρήγορο αν συλλογιστούμε πως το βίωμα της δυστυχίας συνιστά αναπόσπαστο ζήτημα του βίου και είναι αδύνατον να αναπαρασταθεί σε πληρότητα και επάρκεια η ζωή ενός ανθρώπου. Και άρα να μετουσιωθεί σε τέχνη.Όμως μπορεί το ιστορικό παρελθόν να ακυρωθεί ή να το θέσουμε αποδεκτό, να το αναγνωρίσουμε.
    Ίσως εξαιτίας ετούτου του γεγονότος, μιας τελείωσης συναισθηματικής, ενός υπερβολικού σκοπού επανέρχονται ενώπιόν μου σήμερα οι πιο καλοί φίλοι, οι πιο αδικημένοι νεκροί, σήματα από σταθμούς που κάποτε επισκεφτήκαμε και κατά την αποχώρησή μας, ευτυχήσαμε να επιζήσουμε των τραυμάτων, των κακκουχιών. Η μονάδα στην ποίηση, επισημαίνει ο Γεώργιος Σεφέρης είναι η ίδια η λέξη, το όνομα, η ιδιότητα που προσδιορίζει ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός και έτσι θεσπίζεται το σύμβολο με τις ευφάνταστες αναγωγές και την ηθελημένη ελλειπτικότητα. Η ποίηση είναι η βροχή που πέφτει ανάμεσα στα σπίτια και γεμίζει τα διακριτικά κενά, τους κοινόχρηστους χώρους, έτσι ώστε να μην τεθεί ποτέ θέμα και αν πάλι αυτό συμβεί, ένα τόσο στέρεο υλικό είναι αδύνατον να επιτρέψει μια αμφισβήτηση της μονιμότητάς του.Ο Στέφαν Σπέντερ πάντοτε υποστήριζε πως η αφήγηση αποκρυσταλλώνει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται αληθινό κάτι το οποίο εμείς νιώσαμε.Και είναι ακριβώς σε τούτες τις συνθήκες όπου πάλλεται η τρομερή μας ύπαρξη, ασύμβατη και δίχως δυνατότητα υποβλητική. Και είναι πάλι μια ένδειξη λατρευτική της ίδιας της ζωής η ποίηση, καθώς θα επιτρέψει να κοινωνηθεί η πιο καίρια ουσία της, σε όλους τους κόσμους, εκπληρώνοντας ένα ζητούμενο μεταφυσικής φύσεως.Η πρόταση ενός ποιητή, για όσους αμφισβητούν τέτοια πράγματα, στέκει πάντα πέρα και έξω από τα ανθρώπινα. Με μια γλώσσα καταδικασμένη να κοπιάζει να εξηγήσει τη δική της ερημιά, πλάι στο θάνατο του σώματος, σε χαιρετώ μαινόμενε φίλε μου, Νίκο Καρούζο.
    Μην απορρήσετε λοιπόν για το ειδικό βάρος των λέξεων, για την αδράνεια που θηρεύεται,για τη μνήμη που στήνει ξανά το αρχαίο θέατρο, για τους σκοπούς που σαν αδέξιοι αργοναύτες γυρεύουν να φτάσουν όπου οι άλλοι αρνήθηκαν. Εμπρός σε τέτοια ζητήματα, καμιά κατηγορία να μην ευσταθεί.»
    Άφησε το γράμμα έτσι, μισάνοιχτο πάνω στο τραπέζι του γραφείου και βάδισε προς το φως. Έξω οι φίλοι χειροκροτούσαν, υπήρξε μία αίσθηση εορταστική, το πλήθος παραληρούσε και όλοι υπήρχαμε πολύ τότε. Ύστερα αποχώρησαν όλοι μαζί. Τη σωρό του ποιητή τη βρήκαν το επόμενο πρωινό. Είχε στα χέρια του το δέμα του Φιντέλ. Είπαν πως ότι κατάφερε, το έπραξε δίχως χρυσάφι, μα με δάκρυα, αίματα και ακαθαρσίες, υλικά εξαιρετικά ανθρώπινα. Επιβεβαίωσαν τούτο και οι γλωσσολόγοι τονίζοντας την εκφραστική λιτότητα. Εκείνο δε που με ευθύτητα αναγνωρίστηκε ήταν η προσήλωση της τέχνης του προς έναν σκοπό συμμετρικό με εκείνον του βίου του.
    Το σπίτι του αποτέλεσε δωρεά του δήμου εις τις προσεχείς γενιές. Το γράμμα επιδεικνύεται ακόμη στους επισκέπτες. Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου διατηρεί ακέραια την αρετή των αγαλμάτων. Μήτε αράχνες ή επιδέσμους θα δεις στην προσωπογραφία του. Μονάχα μέρες που είναι ήδη γερασμένες, την παύση του χρόνου, ό,τι κληροδότησε ο θάνατος, ότι αντιμάχεται η ποίηση. Τέτοια πράγματα.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Μάνος Χαριτάτος


Φραγκίσκη ΑμπατζοπούλουΈνας εθνικός ευεργέτης

Πολλές φορές σκέφτομαι ότι οι περισσότερες και καλύτερες εργασίες στον τομέα των νεοελληνικών σπουδών εξαρτήθηκαν από ένα εύρημα στη βιβλιοθήκη ή στο αρχείο ενός συγγραφέα, και ακόμη πιο συχνά σκέφτομαι τις εργασίες που δεν έγιναν, που σταμάτησαν μπροστά στην αδυναμία εύρεσης υλικού, κυρίως από τον περιοδικό Τύπο, λόγω της ανεπάρκειας των βιβλιοθηκών μας. Όμως τέτοιες δυσκολίες έχουν περισσότερη σχέση με το απώτερο παρελθόν. Γιατί εδώ και τρεις δεκαετίες, ο νεοελληνιστής γνωρίζει ότι υπάρχει σε μέρος γνωστό και φιλόξενο ένας θησαυρός που τον περιμένει. Και υπάρχει χάρη στον Μάνο Χαριτάτο.
   Οι νεότεροι συνάδελφοι φιλόλογοι και ιστορικοί δεν μπορούν να αντιληφθούν τι σήμαινε να προσπαθείς να κάνεις μια ολοκληρωμένη έρευνα στις δημόσιες βιβλιοθήκες, ειδικά στον Τύπο του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, κάτω από τις συνθήκες της δεκαετίας του ’60 και ’70. Όλα αυτά άλλαξαν όταν ο Χαριτάτος αποφάσισε να ιδρύσει το ΕΛΙΑ. Θυμάμαι ότι συχνά, όταν έφτανε ένα αρχείο στα χέρια του, ο ίδιος τηλεφωνούσε σε πιθανούς ενδιαφερόμενους για να τους προτείνει να το μελετήσουν.
   Ο Μάνος Χαριτάτος ήταν ουσιαστικά ο άνθρωπος που ανέτρεψε την παλαιότερη λογική ότι ο λόγιος στηρίζεται στη «βιβλιοφιλία» του, στα σπάνια ευρήματα, βιβλία και αρχειακό υλικό της προσωπικής του βιβλιοθήκης. Τα «σπάνια», τα πανάκριβα δυσεύρετα βιβλία, τέθηκαν στη διάθεση του φιλέρευνου κοινού, και το τεράστιο αυτό σχέδιο του Χαριτάτου ολοκληρώθηκε με τη συγκρότηση ειδικών συλλογών και το μεγαλόπνοο σχέδιο της ψηφιοποίησης των λογοτεχνικών και άλλων περιοδικών, που πραγματοποιήθηκε χάρη στην πρωτοβουλία και τη φροντίδα του.
   Συχνά αναρωτιέμαι πόσες εργασίες έχουν γίνει και πόσοι νεότεροι ελληνιστές χρωστούν την πορεία της σταδιοδρομίας τους στο υλικό που συγκέντρωσε γι’ αυτούς και έθεσε στη διάθεσή τους ο Μάνος Χαριτάτος. Και δεν ξέρω αν ευχαρίστησαν αρκετά τον ίδιο και τους συνεργάτες του, και αν το δήλωσαν δημόσια. Εμένα προσωπικά οι επισκέψεις μου στο ΕΛΙΑ συνοδεύονται πάντα από ένα αίσθημα ευφροσύνης και ευγνωμοσύνης γι’ αυτόν τον άνθρωπο ο οποίος, χωρίς να είναι ο ίδιος ένας διαμορφωμένος «λόγιος», επέλεξε να αφιερώσει τη ζωή του, τον χρόνο του και την περιουσία του σ’ αυτή την ανυπολόγιστη προσφορά στα γράμματα, ανοιχτή σε ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα, χωρίς συντεχνιακές διαδικασίες και περιορισμούς. Συχνά έφυγα από το ΕΛΙΑ με την αίσθηση ότι κρατώ στα χέρια μου έναν θησαυρό, και μου είναι δύσκολο να απαριθμήσω τις εκπλήξεις που μου επεφύλασσε η κάθε επίσκεψή μου.
   Τώρα που μας έφυγε ο Μάνος Χαριτάτος, δεν μπορώ να τον σκεφτώ διαφορετικά από ό,τι πραγματικά ήταν: ένας εθνικός ευεργέτης. Θέλω, κυρίως, να υπογραμμίσω ότι η αφιλόκερδη και γενναία προσφορά του δεν ήταν αυτονόητη. Οι επιλογές του υπήρξαν καθοριστικές για την πολιτιστική ζωή του τόπου μας, και ο τρόπος που τις σχεδίασε και τις πραγματοποίησε γεννά μόνο τον απόλυτο θαυμασμό, την ηθική υποχρέωση, την συγκίνηση μπροστά στην απαράμιλλη γενναιοδωρία του, σε έναν κλάδο κατά κανόνα υποτιμημένο γιατί δεν έχει αντίκρισμα στην προβολή του τόπου μας εκτός Ελλάδος ή στον τουρισμό, όπως τα μουσεία ή άλλα πνευματικά ιδρύματα. Και αυτό έχει τεράστια σημασία για τη σύγχρονη και τόσο μίζερη νεοελληνική πραγματικότητα, που κατά κανόνα στηρίζεται στους νόμους του συμφέροντος, της δημόσιας προβολής και της ιδιοτέλειας.
   Γνωρίζω πόσο επώδυνη είναι η απουσία του για τους στενούς συνεργάτες του, αλλά και για μας, που υπήρξαμε αποδέκτες της μεγάλης, και εκ του αφανούς, ευεργεσίας του.

*

Στο αφιέρωμα του Athens Review of Books,για τον Μάνο Χαριτάτο γράφουν ακόμη:
Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Ο φίλος που έφυγε για τ’ ανοιχτά»
Γιάννης Στεφανίδης, Ο δικός μας Πρόεδρος
Αλεξάνδρα Σαμουήλ,Ένας ιδιότυπος ευεργέτης
Λάμπρος Βαρελάς, Ερευνητική μέριμνα και θαλπωρή
Μανώλης Βασιλάκης, Εωθινός και ανιδιοτελής

*
Οι Στάχτες ευχαριστούν τον κ. Μανώλη Βασιλάκη, διευθυντή τηςAthens Review of Books, για την ευγενή παραχώρηση.