Κία Φιλιππίδου, Στην όχθη

Τους παρακολουθούσε τρώγοντας μια τορτίγια. Βρίσκονταν στην απέναντι όχθη, πέρα από τη ρία* του Μπιλμπάο, που εκείνη την ώρα δεχόταν την παλίρροια του Ατλαντικού. Έδειχναν χωρίς ηλικία, αλλά σίγουρα δεν ήταν γέροι. Προσπαθούσαν να σηκώσουν τον έναν τους, αυτόν που είχε πέσει πρώτος και την έκανε ν’ ανησυχήσει. Αν ήταν απλά στο απέναντι πεζοδρόμιο θα είχε τρέξει να τον βοηθήσει, όμως μεσολαβούσε υδάτινος δρόμος και θα αργούσε να φτάσει, ακόμη και από την πλησιέστερη γέφυρα, τη γέφυρα του Καλατράβα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κία Φιλιππίδου, Στην όχθη»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ζεστές καρδιές

Αφήγημα

Ο Τομάς εργάζεται στο κέντρο διαλογής. Παρέα με τον κύριο Μπέρναρντ, – όχι πάντα, ο τελευταίος μεθάει τακτικά και αποκοιμιέται με τον ήλιο στη ράχη του, όπως λέει. Που σημαίνει ότι χωρίς τον καλοκάγαθο γέροντα καλείται να διεκπεραιώσει τον έλεγχο τετρακοσίων γραμμάτων το λιγότερο κατά μέσο όρο. Στο τέλος της μέρας, έχει ανακατευτεί τόσο πολύ στις ζωές των άλλων που δεν μπορεί να θυμηθεί ποιος είναι, αν υπάρχει κάποια δουλειά που πρέπει να επιμεληθεί, κάτι προσωπικό, η επίσκεψη σε έναν ιατρό, το κουρείο, το ζαχαροπλαστείο για έναν καφέ, βρε αδερφέ. Μα αυτός εξαργυρώνει την πιστή του αφοσίωση από τότε που ήταν νέος και έκανε ότι θελήματα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Για το κόμμα Τομάς και εκείνος δεν έφερνε αντίρρηση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ζεστές καρδιές»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Gioco rotto

Ανταπόκριση
από το χείλος του παραθυριού

Για αυτό
αγαπάμε την ποίηση
μπορεί
να μας τυραννεί,
μπορεί
να μας ευλογεί

Οδυσσέας Ελύτης

Η Τζούλια είναι συνδεδεμένη με ένα σωρό μηχανήματα. Πίσω της σέρνει μπερδεμένα σωληνάκια ενώ τη συνοδεύει πιστός φρουρός της θαρρείς, ένας ορθοστάτης. Αυτός διαθέτει προσαρμοσμένα διάφορα δοχεία που σταλάζουν αργά, καθένα στον αυστηρό του ρυθμό. Η Τζούλια παίρνει αγκαζέ τον ορθοστάτη της και περπατάει αργά μες στο δωμάτιο. Νιώθει τυχερή και είναι αστείο θα έλεγε κανείς, μα εκείνη έμαθε να αρκείται στα απλά και τα λίγα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Gioco rotto»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Έλα να σου πω, Ιστορίες ―από την Δήμητρα Γ. Μπεχλικούδη

Από τις εκδόσεις Νίκας

Η Ζωή Κατσιαμπούρα, φιλόλογος με πολυσχιδή παρουσία στην εκπαίδευση, με ποικίλες δημοσιεύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, με δυο βιβλία της (2013 και 2015): Ιστορίες της Μανιάς  και  Μαθαίνεται η ζωή; (εκδόσεις Γαβριηλίδης) είναι και πάλι εδώ. Αυτή τη φορά με το νέο βιβλίο της από τις εκδόσεις Νίκας με τίτλο Έλα να σου πω, Ιστορίες. Προηγήθηκε από τον ίδιο εκδοτικό οίκο η Οδός Άνω Κάτω (2021) και τώρα βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα αναγνωστική πρόσκληση, καθώς η συγγραφέας με τον εύγλωττο τίτλο του νέου της βιβλίου μας καλεί να μας κάνει κοινωνούς των ιστοριών της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Έλα να σου πω, Ιστορίες ―από την Δήμητρα Γ. Μπεχλικούδη»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το όνομα μιας στήλης

Έτσι που ταπεινώσαμε τις λέξεις, χάσαμε κάθε μας επαφή με το ουσιώδες. Τώρα όροι που κάποτε σήμαιναν κάτι πρώτα από την πλευρά του ανθρώπου, μεταμορφώθηκαν  σε εξειδικευμένη ορολογία συγκεκριμένων προθέσεων και σκοπών. Καθώς όλα γίνονται συνθετότερα, οι λέξεις μπλέκουν μεταξύ τους ή καλύτερα δίχως κανένα περιορισμό αλλάζουμε τα νοήματά τους προχωρώντας και εμείς μαζί με τη γλώσσα μας στη βέβαιη φθορά της. Και έτσι όπως οι τέχνες πεθαίνουν, λιγοστεύουν και οι λέξεις και σώνονται τα νοήματα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το όνομα μιας στήλης»

Γιώργος Αναγνώστου: Ακαδημαϊκό, Μονοφωνικό


Κάπως για να αιτιολογήσει την συγγραφική του απραξία. Κάπως για να την πικάρει που επιμένοντας στην γραφή γέρασε (έτσι νόμιζε). Κάπως για άλλους λόγους (άγνωστους). «Με βιβλία θα αλλάξουμε τον κόσμο»; την προκάλεσε. Αυτήν, την προσκαλεσμένη, μεταξύ μαρτίνι και μοχίτο στο πάρτι του, under the belt. Της ήρθε αναπάντεχο, υπόκωφο τσεκούρι με φόντο ραφιναρισμένα ράφια ακαδημαϊκού (θεωρία, λογοτεχνία, δοκίμια). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Αναγνώστου: Ακαδημαϊκό, Μονοφωνικό
»

Ευγενία Νικητίδου, Αχάραγα στον σταθμό

Διψάω υπερβολικά. Το ρολόι δείχνει 5:00 πμ και το τρένο μου φεύγει στις 6:30. Η Αθήνα άδεια μέσα στον Αύγουστο και το ταξί δεν καθυστερεί καθόλου στους δρόμους. Έχω φτάσει πολύ νωρίς στο σταθμό. Τέτοια ώρα είναι κλειστά τα καφέ και οι φούρνοι. Δεν με ενδιαφέρει κάτι φαγώσιμο, αλλά για μια γουλιά εσπρέσσο, θα έδινα τα πάντα αυτήν την στιγμή. Δεν ξέρω γιατί έφυγα αξημέρωτα απ’ το σπίτι. Απλά δεν με χωρούσε ο τόπος. Μάζεψα σε μια βαλίτσα πέντε αλλαξιές, τον φορτιστή μου, μια οδοντόβουρτσα κι έτρεξα σαν κυνηγημένη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευγενία Νικητίδου, Αχάραγα στον σταθμό»

Νίκος Χουλιαράς, Φυσούσε έν’ αεράκι απαλό…

Ο Ούβε στα Καλούδια

Έφτασε νύχτα. Πέρασε απ’ την Πούντα στο νησί και νοίκιασε δωμάτιο στα Καλούδια.

Τον είδα το πρωί. Μάλλον πρώτα τον άκουσα. Μες στην αιθρία του πρωινού ακούστηκε μια
κραυγή: ένα παρατεταμένο «Ααα!» που ερχότανε ψηλά απ’ το μπαλκόνι κι αμέσως ύστερα
ο Ούβε, κουτρουβαλώντας απ’ τις σκάλες, κατέβηκε στο δρόμο, μπρος στη θάλασσα.

Με σηκωμένα χέρια προς τον ουρανό και πρόσωπο που φεγγοβόλαγε από την έκσταση
πέρασε από μπροστά μου. Με κοίταξε για λίγο έκπληκτος κι αμέσως ύστερα, άρχισε πάλι
να φωνάζει: να βγάζει αυτή την άναρθρη κραυγή και τρέχοντας να φτάνει ως την άμμο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Χουλιαράς, Φυσούσε έν’ αεράκι απαλό…»