Νίκος Ι. Τζώρτζης, Δύο ποιήματα

I

ΤΕΧΝΗ ΤΑΠΕΙΝΗ

Σ’ ένα μου ποίημα σ’ έγραψα, σε χάραξα·
μ’ ένα μου ποίημα σε παραχάραξα

και σε μοίρασα στους αναγνώστες,
στους μη γνωρίζοντες και στους γνώστες.

Θα καταλάβουν πώς δεν είσαι εσύ,
αλλά ένα κίβδηλο ποίημά μου για σένα; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης, Δύο ποιήματα»

Ευγενία Νικητίδου, Αχάραγα στον σταθμό

Διψάω υπερβολικά. Το ρολόι δείχνει 5:00 πμ και το τρένο μου φεύγει στις 6:30. Η Αθήνα άδεια μέσα στον Αύγουστο και το ταξί δεν καθυστερεί καθόλου στους δρόμους. Έχω φτάσει πολύ νωρίς στο σταθμό. Τέτοια ώρα είναι κλειστά τα καφέ και οι φούρνοι. Δεν με ενδιαφέρει κάτι φαγώσιμο, αλλά για μια γουλιά εσπρέσσο, θα έδινα τα πάντα αυτήν την στιγμή. Δεν ξέρω γιατί έφυγα αξημέρωτα απ’ το σπίτι. Απλά δεν με χωρούσε ο τόπος. Μάζεψα σε μια βαλίτσα πέντε αλλαξιές, τον φορτιστή μου, μια οδοντόβουρτσα κι έτρεξα σαν κυνηγημένη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευγενία Νικητίδου, Αχάραγα στον σταθμό»

Αντώνης Στρέφης, Διαιώνιση

Άφησα την πρόσοψη του μύλου μου να αλέθει τον σίτο σου τον ακριβό και χόρεψα με την πέτρα της τριβής. Περιμένοντας να βγει η σπίθα που θα ξεκάνει τον αφόρητο λογοκριτή μου.

Για να μη βλέπω πια άλλα έργα μασκαρεμένα. Παρά μόνο την ένταση του καρπού μας πριν γίνει άλεσμα, κάλεσμα, πάλεμα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Στρέφης, Διαιώνιση»

Άννα Λιανού, Γράμμα από τα δάση ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις Εκδόσεις Περισπωμένη

ΤΡΟΠΙΣΜΟΙ

Ας φθαρώ λίγο λίγο
στο φως
λύγισέ με αλλιώς.
Κι όπως χάνομαι
—προοδευτικά—
στην πάχνη
απόηχος του κόσμου
γίνε
ή στάχτη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Άννα Λιανού, Γράμμα από τα δάση ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Νίκος Χουλιαράς, Φυσούσε έν’ αεράκι απαλό…

Ο Ούβε στα Καλούδια

Έφτασε νύχτα. Πέρασε απ’ την Πούντα στο νησί και νοίκιασε δωμάτιο στα Καλούδια.

Τον είδα το πρωί. Μάλλον πρώτα τον άκουσα. Μες στην αιθρία του πρωινού ακούστηκε μια
κραυγή: ένα παρατεταμένο «Ααα!» που ερχότανε ψηλά απ’ το μπαλκόνι κι αμέσως ύστερα
ο Ούβε, κουτρουβαλώντας απ’ τις σκάλες, κατέβηκε στο δρόμο, μπρος στη θάλασσα.

Με σηκωμένα χέρια προς τον ουρανό και πρόσωπο που φεγγοβόλαγε από την έκσταση
πέρασε από μπροστά μου. Με κοίταξε για λίγο έκπληκτος κι αμέσως ύστερα, άρχισε πάλι
να φωνάζει: να βγάζει αυτή την άναρθρη κραυγή και τρέχοντας να φτάνει ως την άμμο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Χουλιαράς, Φυσούσε έν’ αεράκι απαλό…»

Καίη Τσιτσέλη, Το μακρινό, μακρόσυρτο, σφύριγμα ενός τρένου μέσα στη νύχτα

Τα τρένα: Μυθολογία και λασπωμένα πόδια

Στην εποχή των υπερηχητικών αεροπλάνων, το τρένο αποκτά μια ρομαντική αίγλη. Είναι άραγε το ρετρό στοιχείο; Το τρένο ήταν ένα από τα κυριότερα μεταφορικά μέσα του 19ου αιώνα – ενός κόσμου που χάθηκε. Τον 20ό αιώνα, μια καινούργια τέχνη, ο κινηματογράφος, επισφράγισε αυτή τη γοητεία. Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν του Χράμπαλ, τα τρένα της Άγκαθα Κρίστι, του Χίτσκοκ· το τρένο της περιπέτειας του Φιλέα Φογκ, το τρένο του χαμένου έρωτα στη Σύντομη συνάντηση, το τρένο του θανάτου στην Άννα Καρένινα, υπάρχουν αναρίθμητα παραδείγματα. Ακόμα και σε μοντέρνα τραγούδια, όπως η θρυλική Λώρα: φευγαλέα οπτασία, «ένα πρόσωπο σε ένα τρένο που περνάει», λέει το τραγούδι. Πάντα αυτό το στοιχείο του φευγαλέου, του χαμένου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίη Τσιτσέλη, Το μακρινό, μακρόσυρτο, σφύριγμα ενός τρένου μέσα στη νύχτα»

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Δεκαεννιά βινιέτες για τη Γλώσσα και τη Σιωπή ―προδημοσίευση

Σε λίγες μέρες σε όλα τα καλά βιβλιοπωλεία ―από τις ΑΩ Εκδόσεις

VIème vignette   ΒΑΦΤΙΣΗ  (στη μνήμη του Χάρη Μεγαλυνού)

ΒΑΦΤΙΖΕΤΑΙ το Πέλαγος που σιώπησε όταν έπρεπε μα φλυαρούσε όταν δεν έπρεπε. Κι αν είχε ήχους θα ήταν το κλάμα μιας φάλαινας, θα ήταν ρευστό μεν, αφόρητα θλιμμένο δε. Κι όλα τα ονόματα, όλοι οι προσδιορισμοί, εκ των κυμάτων θα βαφτίζονται επιθετικοί ενώ θα σκίζονται μεταξύ τους για την ουσία. Όμως μόνο το Πέλαγος θα βαφτίζεται ουσιαστικό και κάποιες βάρκες θα λαμβάνουν κύρια ονόματα: Μαριγώ, Χριστίνα, Παναγιά των βράχων, Αϊνού, Μπαχάρ, Μπιγκίλ, Ντενίζ Οκσούν. Αυτές, και τα παιδιά τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Δεκαεννιά βινιέτες για τη Γλώσσα και τη Σιωπή ―προδημοσίευση»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Weihnachtsbaum

Εσείς, στολίσατε;

Η κυρία με το χαριτωμένο το τετράποδο που αν μπορούσε να μιλήσει θα’λεγε ως εδώ και ίσως να’φευγε με την πρώτη αγέλη που θα περνούσε, ρώτησε με στυλ και τίναξε τα μαλλιά της, όχι πολύ μην χαλάσει το χτένισμά της. Η άλλη, ολοφάνερα νεότερη, με απόλυτη συνείδηση αυτού του συντριπτικού πλεονεκτήματος, έγνεψε, όχι. Και έπειτα πρόσθεσε.

Θα σας πω ότι απεχθάνομαι όλους αυτούς τους στολισμούς. Και τα λαμπιόνια μου φέρνουν ταραχή και ίσως μια κάποια μελαγχολία. Αν ίσως ανάβανε παντού και πάντα με τον ίδιο τον ρυθμό, αν λέω αν, ίσως να με ενοχλούσαν λιγότερο. Μα θα στολίσω, τι, έτσι θα μείνω και εγώ; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Weihnachtsbaum»