Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από το Παρίσι

Rodin: Le Baiser / Το Φιλί (μερική άποψη)

Ο François-Auguste-René Rodin
υπέρ του έρωτος

Περπάτησε μες στη βροχή. Το Παρίσι δοσμένο στην ατμόσφαιρα την ομιχλώδη. Πέφτανε τριγύρω οι φυλλωσιές και ερχόταν παγωμένος ο άνεμος εδώ και εκεί, μια υπενθύμιση χειμώνα. Όμως εκείνος ήταν αποφασισμένος το σκοπό του να τον φέρει εις πέρας. Και προχωρούσε μες στην πόλη με τη λαμπρή του νεότητα σε πρώτο πλάνο. Τώρα όλα του μοιάζανε να δογματίζουν, η τέχνη ψεύτικη, η ζωή πρόστυχη και αστεία και μελαγχολική μια κάποια ώρα. Μια ζωή με αμφίβολη αισιοδοξία, με τους τεχνίτες στις σοφίτες τους κλεισμένους. Τίποτε δεν έχουν να πουν με την εποχή τους και για αυτό σε ολόκληρο το Παρίσι ξεχωρίζει μια ατμόσφαιρα πένθους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανταπόκριση από το Παρίσι»

Παπαλιάς Δημήτρης, Διαβατάρικα πουλιά οι σκέψεις

Έγλυφες το στόμιο της βρύσης
αναζητώντας σταγόνες δροσιάς
η ξηρασία άγγιξε τα πόδια σου
με την ερημιά ενώθηκε η έρημος
πίσω της αφήνοντας
την θλιβερή όψη του κόσμου
σαν τούτος κρυμμένος
στην σκοτεινή πλευρά της Σελήνης
αποφεύγοντας ηθελημένα να αντικρίσεις Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παπαλιάς Δημήτρης, Διαβατάρικα πουλιά οι σκέψεις»

Γρηγόρης Σακαλής, Απολογισμός

Απολογισμός ζωής

Ένα βράδυ
εκεί που κάθεσαι αναπαυτικά
στην πολυθρόνα
σκέψεις σε κατακλύζουν
κι αρχίζεις
να κάνεις απολογισμό
της μέχρι τώρα ζωής σου
ξεπερνάς γρήγορα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, Απολογισμός»

Τέλλος Άγρας, Mιλεί η Ψυχή μιανής Mικρής Φυσαρμόνικας

L’ ame des quartiers morts et de tristes enclos.
G. RODENBACH

―Kαίει το βερνίκι· ωσάν από κοντύλι
ψιλή, αφρίζει ακόμα η πινελιά.
Mα εσύ έχεις πάλι πυρετό στα χείλη,
που σέρπουν να ζητούν τα πιο παλιά!

Γιά πες μου: έτσι δεν θέλησες; Πηγαίνω
το δρόμο που με αρμήνευες: Aρμό
πού ναύρης να βυζάξης το χαμένο Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τέλλος Άγρας, Mιλεί η Ψυχή μιανής Mικρής Φυσαρμόνικας»

Καίτη Παυλή, Συνάντηση

Ανταμώνουν πάλι στο γνωστό Καφέ

-Καλημέρα! Πόσος καιρός…

-Καλώς ανταμωθήκαμε λοιπόν

-Χαθήκαμε

-Χάθηκα…

-Τώρα όμως είσαι εδώ. Σαν λίγο αδύνατος, σαν τεφρός μου φαίνεσαι…

Τον παρατηρεί αμφιβάλλοντας. Αν κι έπιασαν  ψύχρες, φορά ακόμα τη βερμούδα  και τις σαγιονάρες του. Φορά όμως και το καφέ δερμάτινο σουέτ μπουφάν. Το παρατηρεί εξεταστικά.

-Ήταν της μάνας μου…

Ο τόνος της φωνής του χαμηλός και μελαγχολικός. Τον ενθαρρύνει.

– Είναι καλό, καινούριο ακόμα. Έχω ένα παρόμοιο μαύρο σουέτ. Είναι καλά αυτά, αντέχουνε στο χρόνο. Το φορώ κι εγώ κάποιες φορές, όταν με πιάνει η νοσταλγία. Θαρρώ πως φορώ τον αδερφό μου, νιώθω την ανάσα του, είμαστε πάλι μαζί.

 

Εμφανίζεται ο σερβιτόρος σοβαρός περιμένοντας  την παραγγελία της.

-Ένα διπλό καπουτσίνο χωρίς ζάχαρη και με πολύ γάλα, κυρίως γάλα…

Παραγγέλνει αφηρημένα.

-Όπως τον έπινε εκείνος, παρατηρεί ο σερβιτόρος  και κουνά το χέρι του να διώξει την πεταλούδα απ’ το ποτήρι με το νερό που μόλις ακούμπησε στο τραπέζι.

-Μηηη!

Τον αποτρέπει εκείνη, αλλά ήδη η πεταλούδα πέταξε αφήνοντας πίσω της ένα χνούδι σαν στάχτη στον αέρα.

-Εις το επανιδείν… της φάνηκε πως άκουσε.

*

©Καίτη Παυλή

φωτο: Στράτος Φουντούλης

 

 

Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα παράξενα Χριστούγεννα του κυρίου Σέριμαν [προδημοσίευση]

Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις Εκδόσεις Μονόκλ

Τα παράξενα Χριστούγεννα του κυρίου Σέριμαν

Ο κύριος Σέριμαν ξύπνησε όπως κάθε πρωί στις εφτά ακριβώς. Σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο, έκανε την ανάγκη του και βούρτσισε επιμελώς τα δόντια του. Ξυρίστηκε με προσοχή, ουσιαστικά όμως χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στο παχύ και πλαδαρό πρόσωπό του. Έπειτα πήρε το πρωινό του: χυμό πορτοκάλι, καφέ φίλτρου και δυο φέτες ψημένο ψωμί. Στη συνέχεια ντύθηκε με ακριβείς, μηχανικές κινήσεις φορώντας ένα από τα εφτά κοστούμια του και μία από τις είκοσι οχτώ γραβάτες του.

Ο κύριος Σέριμαν ήταν κοντός, αρκετά παχύς και σχεδόν εντελώς καραφλός. Στο κεφάλι του υπήρχαν μόνο τρεις τρίχες, ακριβώς πάνω από το μέτωπό του, που άγνωστο γιατί, δεν ήθελε να κόψει. Ευτυχώς ήταν ξανθές και δεν πετούσαν, παρά κάθονταν υπάκουα πάνω στο ροδαλό κρανίο του κι έτσι λίγοι τις πρόσεχαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα παράξενα Χριστούγεννα του κυρίου Σέριμαν [προδημοσίευση]»

Αντώνιος Ρουσοχατζάκης, Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει ―κυκλοφορεί

Από τις ΑΩ εκδόσεις

Η πόλη αλλάζει δίχως να κοιτάζει τα μονοπάτια της δικής σου ζωής. Βόλτες με χάρτες, χωρίς GPS, εκεί που τα φιλιά, τα χάδια και τα χαστούκια της μοίρας έμοιαζαν με μυστικούς σελιδοδείκτες – κάτω από την ταμπέλα με το όνομα της οδού.
Τα γκράφιτι που μουτζουρώνουν τους τοίχους ήρθαν πολύ-πολύ αργότερα. Τα ραντεβού, οι πρεμιέρες, οι εκπλήξεις – όλα στη θέση τους, στην ώρα τους, όπως είχαν κανονιστεί:
Αφού δεν υπάρχει κινητό, καμιά αλλαγή στο πρόγραμμα της ημέρας ή στο ξεφάντωμα της νύχτας.
Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει. Και πού πάει δηλαδή;
Οχτώ μικρά διηγήματα, σαν σκόρπιες, κλεμμένες σημειώσεις από τα ημερολόγια που έμειναν κρυφά.
Πενήντα χρόνια Αθήνα. Οχτώ μικρές ανάσες Ζωής.

*

Ο Αντώνιος Ρουσοχατζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1968. Σπούδασε αγγλική φιλολογία και έκανε μεταπτυχιακά στην ηθοποιία, στο Goldsmiths College. Ποιητής, πεζογράφος και εικαστικός καλλιτέχνης ζει ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι τα τελευταία 25 χρόνια. Έργα του κυκλοφορούν σε ανθολογίες διηγημάτων και ποίησης στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων και τρεις συλλογές ποίησης.

Νίκος Ι. Τζώρτζης: Απορριμμματοtherapy, A’

(Να ζήσεις 24 ώρες χωρίς το είδος πρώτης ανάγκης)*

Ήθελα μόνο σήμερα, μονάχα για μια μέρα,
μόνο μια μέρα δίχως του – χωρίς καν να τ’ αγγίξω.

(Ήθελες μόνο σήμερα, μονάχα ν’ αποφύγεις
τόσες χιλιάδες χρήσεις του, τόσες πολλές μορφές του.)

Ήθελα μόνο σήμερα, μονάχα για μια μέρα·
μια μέρα δίχως πλαστικό – χωρίς καν να τ’ αγγίξω. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης: Απορριμμματοtherapy, A’»