DiP Generation, Μια περιοδική έκδοση ανθολογίας σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας

Από τις εκδόσεις Μανδραγόρας

(Εξώφυλλο: Στράτος Φουντούλης)

Η κρίση της περιοδικής έκδοσης, από τον Κ.Π.Δ.

O τίτλος αυτής της ετήσιας περιοδικής έκδοσης του «Μανδραγόρα», η οποία ξεκίνησε το 2016 έχοντας εκδώσει συνολικά 4 τεύχη, χρησιμοποιεί το πολυσήμαντοι dip με P κεφαλαίο που μπερδεύει τα πράγματα. Λακούβα, βύθιση, πτώση, χορευτική κίνηση, έννοιες που παραπέμπουν σε διακινδύνευση και κινητικότητα, ηχητικά μπορεί και ακούγεται και βαθειά γενιά, ασφαλώς λογοτεχνών, Ελλήνων και ξένων, που προηγήθηκε της σημερινής βάζοντας τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίζεται ο σύγχρονος νεοελληνικός λόγος, που είτε το γνωρίζει είτε όχι-έστω και ασυναίσθητα, κουβαλάει την κληρονομιά των παλιότερων και βεβαίως της παγκόσμιας λογοτεχνικής κοινότητας, αυτής τουλάχιστον που έσπασε τα σύνορα και όχι μόνο της ιθαγενούς. Στη λογοτεχνία του 21ου αιώνα δεν υπάρχει παρθενογένεση, υπάρχουν καινούργια σκαλιά που δεν θα είχαν υψομετρική οντότητα αν δεν είχαν προηγηθεί άλλα, όσο διαφορετικά σε μέγεθος ή σε υλικά κι αν ήταν. Η πολυσχιδής επιμελήτρια της έκδοσης Ιφιγένεια Σιαφάκα είναι απόφοιτος του τμήματος της Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κειμενογράφος και αρθρογράφος σε πολλά περιοδικά, που ασχολήθηκε με το θέατρο και με το χορό και τη γραφιστική. Συγγραφέας βιβλίων ποιητικών και πεζών, ειδικευμένη στη συγγραφή βιβλίων για τη Λατινική που απευθύνονται σε μαθητές Λυκείων. Πόσο βαθειά βουτάει το περιοδικό στο παρελθόν; Πολύ και καθόλου.

Να εξηγήσω αυτήν την, σε πρώτη ανάγνωση, προκλητική αντιφατικότητα. Το περιοδικό δεν ταξινομεί ανθολογούμενους συγγραφείς περασμένων δεκαετιών, ούτε χρησιμοποιεί μέτρα επίσημα αναγνωρισμένης αξίας ή αναγνωρισιμότητας. Επιλέγει έργα, ακόμη και προς το παρόν ανέκδοτα, συγγραφέων, πεζογράφων ή ποιητών που δεν έχουν ακόμη πλεύσει στον Αχέροντα, χωρίς κατατάξεις ηλικίας, χρόνου συγγραφής ή δημοσιότητας. Γεννιέται το ερώτημα αν το περιοδικό είναι ξέφραγο αμπέλι. Ασφαλώς και όχι, είναι εμφανής η απαραβίαστη κόκκινη συνοριακή γραμμή του σε όποιον απολαύσει τα δημοσιευόμενα. Είναι ολοφάνερη η κρησάρα της αισθητικής ή αν θέλετε του ήθους (αν δηλαδή δεχθούμε πως αυτά τα δυο δεν ταυτίζονται τελικά) και η επιρροή που εκπέμπει η γλώσσα, αυτή που όπως διάβασα (και συμφώνησα) σε κάποια κριτική παρουσίαση της έκδοσης της Χρύσας Φάντη (στο fractalart) «επαναμαγεύει» τα πράγματα. Θα είναι ασφαλώς πολύ κοινότοπο να εξηγήσω τι σημαίνει και τι σηματοδοτεί η γλώσσα για το λογοτεχνικό κείμενο, πως το περιεχόμενο χωρίς αυτήν μπορεί να χάσει κάθε ομορφιά που περικλείει, έχουν ειπωθεί πολλές φορές αυτά τα αυτονόητα πράγματα.

Μπορεί το ανθολόγιο ως προσδιοριστικός τίτλος ίσως και παλιομοδίτικος να παραπέμπει σε συντηρητικές εκφράσεις και όψεις της λογοτεχνικής επιθεώρησης, σε ένα τυπικό λογοτεχνικό περιοδικό ή σε μια ακατάδεκτη και αυστηρά οριοθετημένη συλλογή λογοτεχνικών κειμένων. Το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός, αυτοσαρκασμός με την έννοια πως σχεδόν κανένα ανθολόγιο δεν θα φιλοξενούσε κείμενα που υπερβαίνουν τον ορισμό του και μάλιστα έξω από το επίσημο, αρχειακό, περισπούδαστο και σοβαροφανές κλίμα αυτών των εντύπων, δεν λείπουν από την έκδοση. Ενδεικτικά ανατρέχω στο τεύχος του 2018 με τρεις ενδεικτικούς τίτλους που παραπέμπουν σε σατιρικά κε’ιμενα: «α. Επιστολή του φιλοσόφου Σπύρου Καψόχειλου. β. Επιστολή του συγγραφέως, μυθιστοριογράφου και ποιητού Αναστασίου Βρέννου γ. Μήνυση του περιοδικού Η ΖΑΡΝΤΙΝΙΕΡΑ κατ’ αγνώστων ένεκα υβριστικών στιχουργημάτων κατά του συνεργάτη μας Μπάμπου Σωκράτους». Υπάρχει λοιπόν εμφανής και διάχυτη στην έκδοση, η άνεση αυτού που νιώθει αυτοπεποίθηση, εκτιμά τη δουλειά του και δεν διατάζει να διακινδυνεύσει την ιερά μήνιν των σοβαροφανών αρχιερέων της Κριτικής του καθαρού λόγου και των υπέρτατων σκοπών που καθαγιάζουν τα έντυπα, φιλοξενώντας και κείμενα που αγγίζουν τα όρια του σατιρικού αυτοσαρκασμού.

Η κα Σιαφάκα, παρουσιάζοντας το περιοδικό, προσδιορίζει και την ειδοποιό διαφορά του από άλλα συναφή ως προς τη διεκδικούμενη αποστολή «Το dip generation είναι, θα λέγαμε, μία προσπάθεια, απόπειρα, πρόθεση ή και ελπίδα να προσεγγίσουμε εκ νέου τη λογοτεχνική γραφή ως περιπέτεια και διακύβευση του συγγραφικού υποκειμένου. Αυτή άλλωστε είναι και η ιδιαιτερότητά της παρούσας περιοδικής έκδοσης-ανθολογίας». Κάθε συγγραφέας, ακόμη και ο πιο φτασμένος, κάθε φορά που γράφει κάτι καινούργιο διακινδυνεύει να μην δημιουργήσει μια ακόμη παρακαταθήκη ανθρώπινης σοφίας αλλά μια κατάθεση ανθρώπινης ανοησίας. Αν ο δοκιμασμένος συγγραφέας διακινδυνεύει λιγότερο γιατί η κριτική θα του σταθεί με επιείκεια, οι νέοι συγγραφείς κινούνται επί ξυρού ακμής. Δεν διακινδυνεύει όμως μόνο ο δημιουργός διακινδυνεύει και αυτός που τον ανθολογεί και μια απλή ανάγνωση ενός από τα τεύχη της diPgeneration, αναδεικνύει αμέσως την πραγματικότητα πως τα εκτιθέμενα κείμενα ακροβατούν στα υψίπεδα πολύμορφων αιρέσεων μορφής, αισθητικής, ύφους και περιεχομένου, χωρίς κατά την ταπεινή υποκειμενική μου κρίση να γκρεμοτσακίζονται.
Μελετώντας τα τεύχη του κυριολεκτικά γοητεύτηκα από διάσπαρτα διαμαντάκια που εκτίθενται στις σελίδες του. Μου είναι τρομερά δύσκολο να επιλέξω γιατί κάθε μεμονωμένη επιλογή, μεμονωμένη διότι η στενότητα του χώρου μου το επιβάλει, είναι μια αδικία πολλών άλλων. Στέκομαι ενδεικτικά σε ένα απόσπασμα από το «Κάστρο της Κανέλλας»:

«Θέλω να βγω στο βαθύ βράδυ να βαδίσω όπως παλιά
Προσεχτικά πατώντας τις σκιές των κρεμαστών δελφινιών κι ελαφρολίθων
Στο λικνιστό αργότερα λιθόστρωτο πλάι στο κανάλι
όπου χάσκει βυθισμένο το θωρηκτό ΙΩΣΑΦΑΤ 21…».

Στις τελευταίες σελίδες του τεύχους του 2019, στις σελίδες της σατιρικής «Ζαρντινιέρας» την οποία διευθύνει η επινοημένη φιγούρα της Βάλιας Πέτα-Πιερότου, παρατίθεται εκλεκτό κείμενο εν είδει «ενός τεύχους σιγής», για τον αποδημήσαντα ποιητή Βλάσση Βαρεμένο, υπάρξαντα μέλος 183 λογοτεχνικών εταιρειών ανά τον κόσμο, παραμείναντα μέχρι το τέλος της ζωής του με την αγωνία του δοκιμαζομένου Ελληνισμού, όπως τη εξέθετε στο free press «Sex and the Citizen». Το κείμενο είναι τόσο παραστατικό που σε ότι με αφορά, αν και δεν έχω δει φωτογραφία του διάσημου ποιητή τον είδα τελειώνοντας την ανάγνωση σαν σε όραμα ολοζώντανο μπροστά μου, να πολεμά σαν άλλος Δον Κιχώτης, τη νεοελληνική ευτέλεια και τη ρωμέικη σοβαροφάνεια.