Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Δεν Μπορεί

Αρχείο 27/05/2014

ΣΤΗΡΙΓΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΤΟΥ Γ. ΡΙΤΣΟΥ

Αυτή δεν μπορεί να είναι η Ελένη. Έτσι γερασμένη, μες στη σκηνοθεσία της εγκατάλειψης. Αυτή δεν θυμίζει σε τίποτε την Ελένη. Όταν το χάραμα, δυο χιλιάδες χρόνια πριν φιλούσε τον Πάρη στα τείχη. Και η φωνή της δεν μοιάζει με τα νερά του σπασμένου φράγματος. Μιλά με δυσκολία, κρατά σφιχτά το μαντήλι στα νευρώδη χέρια της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Δεν Μπορεί»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το μαύρο γάλα της αυγής [2014]

Αρχείο 13.5.2014

Για το ποίημα «Χιλή, 1974» του Νικόλαου Σπανιά και τα βιβλία των υπαίθριων πωλητών

Τ΄απογεύματα του καλοκαιριού οι πωλητές απλώνουν τα ονόματα των ποιητών στις άκρες των πεζοδρομίων. Έξω από τους σταθμούς του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου συρρέουν τα πλήθη διαβάζοντας αργά.  Σαν να μιλούν μια άλλη γλώσσα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το μαύρο γάλα της αυγής [2014]»

Ασημίνα Λαμπράκου, Καπιταλισμέ αγάπη μου…[2014]

Από το χαμένο αρχείο 17.4.2014

Γέρασες!
Το βλέπω στη καπαρντίνα που περισσεύει στο ύψος των ώμων.
Στο λεκιασμένο από τον καιρό πρόσωπο σου. Τις ρυτίδες που αυλακώνουν το μαραζωμένο μούτρο σου. Την καμπύλη της μύτης που έγινε πιο γαμψή στενεύοντας το πτερύγιό της. Τα χείλη σου που στένεψαν πια το χαμόγελό τους.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Καπιταλισμέ αγάπη μου…[2014]»

Γιώργος Βέλτσος, Lupus in fabula*

 
Ο παλιός μου φοιτητής (δύο μεταπτυχιακά, διδακτορικό, άνεργος) συναντά στην Κανάρη τον Νικήτα Κακλαμάνη (γκολφ παντελόνι, ασορτί ακριβό μπουφάν, τρεις φιρμάτες χάρτινες τσάντες, εκ των οποίων τις δύο κρατάει ο συνοδός του) και τον ρωτά: «Εσείς γιατί δεν φεύγετε από τη χώρα όπου ανθίζει η φαιδρά πορτοκαλέα;». Ο Κακλαμάνης τού απαντά: «Διότι μου αρέσουν οι νεραντζιές».
Ο Τσοχατζόπουλος συναντά στον Κορυδαλλό τον συσταβλιζόμενό του Αντώνη Κάντα και τον ρωτά: «Εσύ γιατί δεν φεύγεις;». Ο Κάντας τού απαντά: «Γιατί δεν μου στέλνει ελικόπτερο η Axon».
Ο φιλόλογος Νάσος Βαγενάς συναντά στην Ποιητική 12 τον Καβάφη και τον ρωτά αν είναι ελληνοκεντρικός. Ο Καβάφης απαντά: «Με προορίζετε για ακαδημαϊκό;».
Οι νεκρικοί αυτοί διάλογοι προϋποθέτουν τον εξαιρετικό στίχο του Αντώνη Ζέρβα: «Το ναυάγιο της Ελλάδος είναι το προσωπικό ναυάγιο όλων όσοι πίστεψαν πως θα είχαν θέση στο παρελθόν της». Διότι όσο ο Κάντας (ο νυν και ο επόμενος), δηλαδή όσο «η ερμηνευτική ασυδοσία που μας κληροδότησαν οι μεταμοντέρνες εξάρσεις», όπως θα έλεγε για τη λογοτεχνική θεωρία ο Βαγενάς, υποστηρίζεται από την «επιχειρηματική ηθική» των εταιρειών ανελκύσεως ναυαγίων, τόσο οι πάσης φύσεως διαμεσολαβήσεις θα νομιμοποιούνται. Επιπλέον θα κρίνονται εκ του αποτελέσματος και ως ηθικά αναγκαίες βάσει των εξής δύο συλλογισμών:
Πρώτον, «ό,τι είναι νόμιμο είναι ηθικό» (Βουλγαράκης) και, δεύτερον, «προμήθειες δόθηκαν και στους ανωτέρους μου με βάση την κοινή λογική» (Κάντας).
Οπότε όχι μόνο το ανήθικο είναι αποδεκτό με βάση την κοινή λογική αλλά και το «ηθικό» που όταν παρακολουθεί το «νόμιμο» καθίσταται ανήθικο διά της κοινής λογικής.
Προϋποτίθεται βεβαίως μια συμφωνία κυρίων. (Ο Κάντας στην κατάθεσή του αποκαλεί «κυρίους» τους 17 εντιμότατους φίλους του.)
Αυτή τη συμφωνία κυρίων ονομάζω «Ελλάδα», την ιστορία της οποίας ξαναγράφουν οι εντιμότατοι, έχοντας προηγουμένως μεταγράψει την «αίσθηση» που έχουν για την ελληνικότητα στο χρηματιστήριο των αξιών (και των αξιών).
Το ναυάγιο όμως της Ελλάδας – προσωπικό για όσους είχαν πιστέψει πως δικαιούνται μια θέση στο παρελθόν της, ναυάγιο εξίσου και για όσους έχουν θέση στο μέλλον της – παραμένει ναυάγιο διότι δεν είναι μόνο κοστοβόρα η ανέλκυσή του αλλά και η καταβύθισή του εκ νέου από την ίδια εταιρεία. Την εντιμότητα ας τη χαρίσουμε λοιπόν στους εντιμότατους και ας μην ακούσουμε τον Robert Merton να ισχυρίζεται πως «η εντιμότητα δεν είναι η καλύτερη πολιτική». Παρά ταύτα, είναι, εφόσον ο ηθικός κανόνας παρακάμπτεται από όσους έχουν την ικανότητα να εφευρίσκουν εναλλακτικές συνθήκες της εντιμότητάς τους εν ονόματι της ηθικής, η οποία παραμένει έντιμη όσο και ανέντιμη, λογική όσο και παράλογη.
Και ιδού, lupus in fαbula. Διότι σε κάθε αφήγημα εμφιλοχωρεί ο λύκος, σαν το τυφλό σημείο της όλης ιστορίας, ο οποίος επιτρέπει εντούτοις να διακρίνουμε τα μεγάλα του δόντια πίσω από τη μεταμφίεση της διοπτροφόρου γιαγιάς. Και αν η κρίση έχει, όπως λένε, ένα πλεονέκτημα είναι πως η Κοκκινοσκουφίτσα δεν θα χρειάζεται να υποβάλλει ιδιαίτερες ερωτήσεις ούτε στη γιαγιά ούτε στον λύκο αλλά ούτε και στο ιδεολόγημα της ελληνικότητας, είτε πρόκειται για κάτι το υπαρκτό ή το ανύπαρκτο.
Ο Κ. Τσουκαλάς στο τελευταίο βιβλίο του για την κρίση αποκαλεί τους λύκους «λαθρεπιβάτες». Πιστεύει μάλιστα πως «η ομαλή αναπαραγωγή ενός κοινωνικού όλου που απαρτίζεται αποκλειστικά από λαθρεπιβάτες μοιάζει αδύνατη από ιστορική άποψη». Θα είχε δίκιο αν οι λαθρεπιβάτες δεν ήταν οι μόνοι που περισυνελέγησαν σώοι μετά το ναυάγιο, έχοντας μάλιστα «βουτήξει» και τα ασημικά του υπερωκεανίου «Νέα Ελλάς». Το παράδοξο είναι πως, παρ’ όλα αυτά, δεν βούλιαξαν από το βάρος (της γνώμης τους).

(*)Lupus in fabula = Ο λύκος στην ιστορία, ή στο παραμύθι, ή στο αφήγημα

[Το Βήμα 04.01.2014]

 

Η ετήσια δημοσίευση των φορολογικών στοιχείων των βουλευτών

Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις

Του Παντελη Μπουκαλα

Η ετήσια δημοσίευση των φορολογικών στοιχείων των βουλευτών, που θεωρητικά ανταποκρίθηκε στη λαϊκή απαίτηση για διαφάνεια και σχετική έστω αντιμετώπιση της θριαμβεύουσας διαπλοκής και διαφθοράς, συγκαταλέγεται στα νεότερα έθιμά μας. Πρόλαβε ωστόσο να φθαρεί, όπως συμβαίνει με όλα τα κατά τόπους «αναβιούμενα» ή αναπαλαιούμενα έθιμα, που τα πνίγει το φολκλορικό φαίνεσθαι και τα ξεραίνει η εκμεταλλευτική πρόθεση· εφόσον δεν τα υποστηρίζει η συλλογική μνήμη ούτε ένα γνήσιο, αυθόρμητο λαϊκό αίσθημα, γρήγορα ξεφτίζουν σε εγχειρήματα τουριστικής θήρας που χρησιμοποιούν σαν δέλεαρ το κέλυφος των παλιών εορτών και πανηγύρεων· για να καταντήσει έτσι παρωδία η παράδοση, στο εξιδανικευμένο όνομα της οποίας γίνονται όλα αυτά.
Με το «πόθεν έσχες» και την εθιμική δημοσίευσή του, παρωδία κατάντησε μια θεσμοθετημένη υποχρέωση των πολιτικών. Στην περίπτωση αυτή τα πολυπόθητα θηράματα δεν είναι αφελείς τουρίστες, αλλά εύπιστοι πολίτες. Οι σολωμικοί «ευκολόπιστοι» πρέπει να απαγορεύσουν στον εαυτό τους τις αμφιβολίες που ευλόγως δικαιούται και να τον πείσουν ότι το άπαν της διαφάνειας είναι η ολιγοήμερη παραμονή του τρέχοντος «πόθεν έσχες» στο Διαδίκτυο, όπου έχουν απαλειφθεί τα προηγούμενα ώστε να δυσχεραίνεται η σύγκριση.
Κανείς, δυστυχώς –ούτε καν οι ίδιοι οι πολιτικοί– δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει πως αυτή η ενιαύσια άνευρη τελετή είναι η πανήγυρις της διαφάνειας και της δημοκρατίας. Μοιάζει περισσότερο με πονηρό κλείσιμο του ματιού, με πανηγυράκι που γίνεται επειδή το καλεί η συνήθεια και το επιβάλλει η ρουτίνα. Ή με παιχνιδάκι στο οποίο δεν υπάρχει νικητής και ωφελημένος, αφού βγαίνουν όλοι χαμένοι. Ετσι όμως η πολιτική τάξη δεν έχει την παραμικρή ελπίδα ότι θα αναιρέσει την εδραία πεποίθηση που τρέφει ο λαός πως είναι όλοι μα όλοι ίδιοι και όλοι μα όλοι χαλασμένοι, και μάλιστα ανίατα· ο λαός που, λαϊκίζοντας κι αυτός, την ώρα που κατεδαφίζει τους ίδιους εκείνους που ψηφίζει και ξαναψηφίζει, προσγράφει όλο το δίκαιο και το νομοταγές στη δική του μερίδα. Και ας υπάρχουν και στους δικούς του κόλπους πολλοί, ποικίλων κατηγοριών και επαγγελμάτων, που και το πόθεν τους και το έσχες τους κάθε άλλο παρά νομότυπα θα αποδεικνύονταν ακόμα και στον επιδερμικότερο έλεγχο. Εδώ λοιπόν ο μεν λαός θα μπορούσε να στραφεί προς το πολιτικό σύστημα και να του πει: «Εικόνα σου, είμαι, πολιτεία, και σου μοιάζω», επιχειρώντας να αυτοαθωωθεί, οι δε πολιτικοί θα μπορούσαν να στραφούν προς τον λαό και να του πουν το κλασικό της Γαλάτειας Καζαντζάκη: «Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω», με αυτοαπαλλακτική διάθεση και αυτοί. Και θα μαλώναμε ύστερα για το ποίος ήρξατο χειρών αδίκων και για το παροιμιώδες με την κότα και το αυγό.
Εθιμο μέσα στο έθιμο αποτελεί η δημοσιογραφική ανάδειξη του όλου θέματος σε εφημερίδες, ραδιοσταθμούς, κανάλια, Ιντερνετ, που έχει κι αυτή καλό μερίδιο στον λαϊκισμό: ευφάνταστες ή ετοιματζίδικες επικρίσεις, σαρκασμός (συχνά στα όρια της χοντρής πλάκας), στομφώδης απαρίθμηση κινητών και ακινήτων αποκτημάτων δίχως διάκριση μεταξύ τους (άλλο να απολαμβάνεις την πλήρη κυριότητα ενός τεμαχίου στη Μύκονο ή τη «Μύκονο του χειμώνα», την Αράχωβα, και άλλο να έχεις το 1/5 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού στην Πέρα Μαγούλα), «ρεπορτάζ δρόμου» με διαβάτες να λένε αυτό που θα ανέμεναν όλοι να πουν («πφφφ, δεν είναι δυνατόν, πού πάμε…»). Και άδικες και, όπως έχει ήδη φανεί, επικίνδυνες γενικεύσεις του είδους «όλοι οι βουλευτές…», «όλα τα κόμματα…», «όλοι οι πολιτικοί…». Γενικεύσεις που κατεδαφίζουν δίχως να νοιάζονται για οποιοδήποτε χτίσιμο. Ακόμα και οι ειρωνείας σημαντικοί τίτλοι μένουν απαράλλαχτοι στο πέρασμα του χρόνου, μολονότι αυτό δεν εμποδίζει τον εκάστοτε νέο χρήστη να αισθάνεται πρωτοπόρος και να καμαρώνει σαν εφευρέτης. Στο τιτλοδοτικό ντέρμπι «Εσχες δίχως πόθεν» εναντίον «Πόθεν… αίσχος», είναι δύσκολο να πούμε ποιος επικρατεί. Πολύ πιο δύσκολο, όμως, είναι να υποστηρίξουμε ότι αυτή η εξ αμηχανίας ή αμνησίας μονοτονία των τίτλων είναι το σοβαρότερο πρόβλημα της δημοσιογραφίας μας.
Για να το κάνω πιο λιανά, «πόθεν έσχες» καταθέτουμε πολλά χρόνια τώρα, στον αρμόδιο αντεισαγγελέα, και εμείς οι δημοσιογράφοι (ίσως επειδή και η δική μας αξιοπιστία, το δικό μας πρόσωπο στην κοινωνία, έχει πληγεί όσο και των πολιτικών). Αν το καταθέτουμε όλοι και μάλιστα έγκαιρα (και πρωτίστως έντιμα) δεν μπορώ να το ξέρω. Ξέρω πάντως ότι την πρώτη εποχή αρκετοί αντιμετώπιζαν το όλο θέμα είτε επιπόλαια («έλα μωρέ τώρα, χαρτομάνι για το τίποτα…») είτε μ’ εκείνη την υπεροψία και την τεταρτοεξουσιαστική άνεση που διακρίνει το σινάφι μας, ή μάλλον, για να μη γλιστρήσουμε κι εδώ στις γενικεύσεις, ένα μεγάλο τμήμα του. Εμείς, οι αυστηροί τιμητές των πολιτικών και βλοσυροί καθοδηγητές των πολιτών, δεν νοιαζόμασταν για τα του οίκου μας. Δεν ενδιαφερόμασταν για την πάστρα του, που θα μας έδινε και το δικαίωμα να στηλιτεύουμε σαν ακάθαρτους τους τρίτους. Το σκουπιδάκι στο μάτι του άλλου το διακρίναμε εύκολα. Αλλά και δοκάρι ολόκληρο να υπήρχε στο δικό μας μάτι (δηλαδή ούτε πόθεν δηλωμένο ούτε έσχες), δεν μας παραενοχλούσε. Ακριβώς όπως το λένε οι Γραφές. Ανοίγαμε λοιπόν και συνεχίζουμε ν’ ανοίγουμε τα εγχειρίδια χρηστομάθειας και, αυτοεξαιρούμενοι από ό,τι επιπόλαια καταγγέλλουμε σαν γενικευμένη σήψη, παραδίδουμε μαθήματα έννομης και έντιμης συμπεριφοράς
Ισως έτσι εξηγείται μια πρόσφατη τηλεοπτική συνήθεια: η δακρύβρεχτη δημόσια εκμυστήρευση αναγνωρισιμότατων δημοσιογράφων, της κατηγορίας των λίαν επιτυχημένων, πως, αντίθετα με ό,τι έδειχνε ο μέχρι τώρα δημόσιος βίος τους, όχι μόνο δεν είναι πλούσιοι αλλά με τα Μνημόνια (φανατικοί κήρυκες των οποίων υπήρξαν οι περισσότεροι) δυσκολεύονται πολύ να τα φέρουν βόλτα· να διατηρήσουν άθικτο το επίπεδο της ζωής τους. Εχουμε δει και κυβερνητικά ή κομματικά στελέχη να κλαίγονται στην τηλεόραση υποκρινόμενα τους χειμαζόμενους. Οταν αυτήν την παράσταση τη δίνουν πολιτικοί, τους λοιδορούμε δημοσίως και αγρίως. Οταν οι αυτοσκηνοθετούμενοι σαν πενόμενοι είναι δημοσιογράφοι που κατέχουν υψηλή θέση και σε κανάλι και σε εφημερίδα και σε ραδιοσταθμό ή είναι ιδιοκτήτες Μέσου ή Μέσων, οι πολλοί τους ψιλολοιδορούμε, αλλά από μέσα μας ή ψιθυριστά. Τάχα για να μη χαλάσει η εικόνα της συντεχνίας μας. Η οποία όμως στα μάτια των υπολοίπων είναι προ πολλού κομματιασμένη. Και όχι άδικα.

 

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Καράκας 1954

Το θέαμα ήταν ένα θαύμα. Μια έδρα στο σώμα της Βενεζουέλας. Στα όρια των πόλεων. Εκείνη η κατασκευή που ποτέ δεν φαντάστηκες πως θα πραγματοποιηθεί στηριζόταν σε μια ακραία γωνία, μια πολύ οξεία γωνία. Ο κόσμος όλος έπειτα θα στηριζόταν στην πλατυτέρα επιφάνεια εκείνης της δημιουργίας. Κάπως έτσι Οδυσσέα αναδεικνύεται το δίκιο σου, όταν έλεγες πως η φαντασία αρμόζει, όχι ως φυγή από το πραγματικό, αλλά σαν προβολή στο μέλλον και σαν γενναία, μεταμορφωτική επέμβαση στις συνθήκες του παρόντος. Έτσι Οδυσσέα, μόνον έτσι μπορεί κάποτε να συντελεστεί το θαύμα.

   Ο Νιεμάγερ μες στους καπνούς σχεδιάζει το κοινοβούλιο της πόλεως Μπραζίλια, χαμηλό, πολύ χαμηλό, πλησιέστερο όσο ποτέ στους λαούς και τις επαναστάσεις. Ο αιρετικός, καθεδρικός ναός, με τ΄ακροδάχτυλα από χώμα και τσιμέντο, ογκώδη χέρια να στηρίζουν το λεπτό σταυρό. Μια αντένα, σημάδι της πίστης και του παραδείσου. Με τόσο θάρρος ο Νιεμάγερ, ολοζώντανος μες στο ιωβηλαίο του, αρνείται τη θεολογική του ανυποκοή και όλος ο ουρανός ως μες στα μάτια των πιστών. Μες στους βυθούς κρατιέται με θάρρος η ευλάβεια, μες στους βυθούς, δυο χιλιάδες λεύγες κάτω από τους τελευταίους καταρράκτες ένας Χριστός της Αβύσσου. Κάπως έτσι ονειρεύεται τα κτίρια κύμματα ο Νιεμάγερ, κάπως έτσι καθρεφτίζονται στα νερά οι ναοί και οι προσευχές. Εκείνος που ΄θαψε μαζί του ολόκληρη την ισπανική τέχνη, παραδέχθηκε τόσους αιώνες πριν τις αρχιτεκτονικές και τα οράματα πως τούτος ο κόσμος είναι φτιαγμένος από σκιά και φως. Ονειρεύτηκε τις θρυλικές κληματίδες, τις όψεις που ΄χουν κάτι από τα νερά. Έτσι γεννιούνται οι πιο ελεύθερες απ΄τις φόρμες, όπως οι πορείες κατά μήκος της Casa do Baile. Αυτές επιβεβαιώνουν έναν ρυθμό, έναν αισθητικό συγχρονισμό που μπορεί μόνο ως δυνατότητα να εκτιμηθεί.
   Ο κόσμος είναι φτιαγμένος από εμπειρίες. Ομόκεντροι κύκλοι πέρα από το κέντρο της ιστορίας και τις πρώτες πόλεις του κόσμου. Ο κόσμος φτιαγμένος από εμπειρίες και φαντασίες και τίποτε και ποτέ δεν θ΄απομονωθεί. Έτσι αναδεικνύονται οι καμπύλες σαν αγκαλιές, σαν αγκαλιές γύρω από τον κόσμο μας. Ο Νιεμάγερ, Όσκαρ κατά κόσμον κρατά το βλέμμα του χαμηλά στη γη. Και όταν τα κτίσματά του σηκώνονται σαν βρέφη στους δρόμους είναι πλοία που θα πλεύσουν προς το μέλλον, ακουμπώντας ευλαβικά στη φύση, τη λογική και τ΄όνειρο. Ο Νιεμάγερ μες στους καπνούς χαράζει υψικάμινους και βωμούς. Εκεί θ΄αφήσει ο τελευταίος άνθρωπος τον κόκκινο ανθό της ευχαριστίας, για την παγκόσμια σκηνογραφία, για το σεβασμό στην ιδέα του ανέμου και της διαχρονικότητας. Λιγότερο ανεδαφικός από τις προτάσεις των κάθετων πόλεων, όμως εξίσου ανισορροπητικός, προτείνοντας τις γεωμετρίες ενός νεοπλαστικισμού, διόλου διακοσμητικού. Ετούτες οι γεωμετρίες ανοίγουν τις προοπτικές, σηκώνονται με σεβασμό, κρατούν ορίζοντες, κρατούν τις κατατομές των θεών όπως ποτέ δεν αναδείχτηκαν, έξω και πέρα από τ΄ανθρώπινα. Κατώτερες απ΄εκείνα.
   Ο Νιεμάγερ καπνίζοντας αφήνει πίσω του την Μπραζίλια των εξερευνητών, τις ισλαμικές τεχνοτροπίες που τόσο τον γοήτευσαν. Πρόκειται για εκείνη τη διαρκή εμμονή του ονειρικού στη γραμμή, όπως ρίζα μες σε άνθρωπο. Επαναλαμβάνεται ένα χαμηλό γεγονός. Ετούτο είναι το Ισλάμ, ένα συμπλήρωμα της συναρπαστικής μας φύσης.Τα σπάταλα άκοσμα κτίσματα, δίχως Αφροδίτες, σίδερο και γυαλί και το σχήμα του ήχου ή τέτοια πράγματα αδιόρατα, μαθηματικά. Συγκρατημένη η πόλη, με την ηθική και το τοπίο της αποχαιρετά τον Όσκαρ Νιεμάγερ, μια μοναχική ταυτότητα, ένα όνομα γραμμένο στα υψωμένα σύμβολα.
   Σε κάθε τέχνη, λεν εκείνοι που γνωρίζουν είναι η αθωότητα μια διακριτική και διακεκριμένη ιδιότητα, ένα χάρισμα που δεν ερμηνεύεται και δεν αμφισβητείται. Ένα χάρισμα τέτοιο δεν συνιστά παρά μια αντίσταση αισθητική, μια μοναδικότητα, κτίρια νησιά στην καρδιά της βραζιλιάνικης πρωτεύουσας και αλλού.Η καταγωγή του Νιεμάγερ δεν διαθέτει κανένα χρώμα, η καταγωγή του συνθέτεται από την απλότητα του λευκού και απ΄τα οράματα που μόνο σε ορισμένα ύψη καθίστανται αντιληπτά. Όπως ένας Χριστός, τα σύμβολα της ισότητας και οι καθεδρικοί της τέχνης. Όπως εκείνη η κοσμική έδρα στο Καράκας, πάνω στους όγκους, ισορροπώντας στην κόψη της γης, χνάρια από γρανίτες και άλλες ασύλληπτες σκιαγραφήσεις. Οι κάθετες πόλεις του Ξενάκη ίσως ερείζουν μια θέση ανάμεσα σε τόσα θαύματα. Μια κοινή καταγωγή στη φόρμα μιας συνάρτησης.
   Δεν είναι η ζωντανή ποσότητα που γίνεται αντιληπτή στην αρχιτεκτονική του Όσκαρ Νιεμάγερ. Είναι ένας σκοπός υψηλότερος, κάτι σκληρότερο από χρόνο, αισθήσεις, σχεδόν θνητές που δεν θα μπορούσε κανείς να επισημάνει. Η Μπραζίλια συνιστά μια άλλη πρόταση, τόσο μακριά από τις οικείες περιπτώσεις του νεοκλασσικισμού. Τέτοιες προτάσεις καταθέτονται μόνον από βαρετές, αισθαντικές συγκινήσεις, εξαιρετικά συγκεκριμένες. Παραλαγές του βιομηχανικού σχεδιασμού, με μια αδικαιολόγητη επιμονή να συντηρηθεί η παράδοση. Η τελευταία αξίζει μονάχα όταν αποδίδει σε πρωτοπορίες, όταν διαφεύγει της φιλολογίας.
   Είναι η αρχιτεκτονική μιας ανθρώπινης ψυχής, ένα ηχόγραμμα και άλλες εξειδικεύσεις. Οι καμπύλες που αφήνει πίσω του θα΄ναι πάντα η ροή των ποταμών, οι ωκεανοί και το διεγερμένο σώμα ενός αγαπημένου κοριτσιού. Εκεί που ζούσαν κάποτε οι θεοί, ο Νιεμάγερ στήνει τα μνημεία του μέλλοντος. Καθώς οι καιροί θα περιπλέκονται, εμείς θα θυμόμαστε ευλαβικά τον Όσκαρ Νιεμάγερ που ακολουθεί με κυκλικές γραμμές τα σκοτεινά πλαίσια και την ανάδειξη ενός πλαισίου πολύ κοντύτερα στη φύση του αδιέξοδου. Η ελευθερία στην τέχνη είναι ανεδαφική, είναι το κούφιο των κυμμάτων στα υψηλότερα επίπεδα των εγκαταστάσεων του κτίσματος Copan. Ο Όσκαρ Νιεμάγερ κατάγεται από το γένος της κορινθιακής ακάνθου. Εξωθεί την τέχνη του στ΄άκρα. Κινείται κοντά στα σύνορα και συντελεί την έκπληξη.
   Έτσι ως πρώτη, ως πρωτόγονη σκέψη να εκτιμηθούν όλα αυτά, συνειρμική.
*
© Απόστολος Θηβαίος

Νίκος Κυριακίδης, Δεν με ξέρετε βέβαια


…ΣΤΑ 53 ΕΒΓΑΛΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ

Ένας άγνωστος μου φίλος που με τίμησε με τη κριτική του, έγραψε για το βιβλιαράκι μου πως ‘’οι αναμνήσεις μου’’που το συνθέτουν, είναι μιας άλλης εποχής που ευτυχώς οι νεότεροι δεν θα ζήσουν.

   Χαίρομαι που άσχετα με τα σκαριφήματά μου με μηδενική επίδραση στη θάλασσα της ποίησης και την αποτίμησή τους, όλα όσα νόμιζα ‘’σημερινά’’, δεν είναι παρά οι τραυματικές προβολές του ‘’χθες μου’’, στο σήμερα. Χαίρομαι που το 1970 που ήμουν στα δέκα μου και θυμάμαι πιο ανοιχτά, δεν θυμίζει καθόλου τις όμορφες μέρες που βιώνουμε για ενεστώτα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, Δεν με ξέρετε βέβαια»

«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Μια Κυριακή χωρίς μπάλα

Κυριακή πρωί ήτανε και ήμασταν καμιά δεκαριά παιδιά μαζεμένα να θέλουμε να παίξουμε μπάλα και μπάλα να μην έχουμε, τι μπάλα δηλαδή, ούτε καν ένα λαστιχένιο τόπι όπως τις πιο πολλές φορές. Καθισμένοι όλοι στη σειρά κάτω στο πεζοδρόμιο, σκασμένοι που θα πήγαινε η Κυριακή τσάμπα, δίχως ποδόσφαιρο.

  Και ξαφνικά από το απέναντι μπαλκόνι, να σου ο Βασιλάκης ο μυταράς με το κοντό του παντελονάκι και τα δερμάτινα παπούτσια και στα χέρια του κρατούσε μια μπάλα, μα τι μπάλα! Ούτε στα όνειρα μας δεν είχαμε δει.

Συνεχίστε την ανάγνωση του ««Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Μια Κυριακή χωρίς μπάλα»