Το Δημόσιο δεν αυτοδημιουργήθηκε…

Κοινωνία -Πολιτική

Δημόσιοι μύθοι

Του Παντελή Μπουκάλα

Ιστορίες για το «κακό Δημόσιο» έχουμε να πούμε όλοι. Είτε σαν παθόντες είτε σαν φίλοι θυμάτων. Αλλά και ιστορίες που φτάνουν ώς τ’ αυτιά μας ύστερα από δέκα σπασμένα τηλεφωνήματα, φουσκωμένες συνήθως, κι αυτές τις αναμεταδίδουμε σαν γεγονότα που υπήρξαμε τάχα αυτόπτες μάρτυρές τους, για να ενισχύσουμε την αληθοφάνειά τους, Μπορεί να φταίει το ότι η «αφήγηση του κακού» έχει πάντοτε περισσότερους πιστούς από την εξιστόρηση της καλοσύνης. Ισως πάλι να υπαγορεύει τη στάση μας η παμπάλαιη λογική του εξιλαστηρίου θύματος. Ισως να χρειαζόμαστε απλώς ένα άλλοθι.
Ως ένα βαθμό φαίνεται ότι πράγματι το κακό Δημόσιο χρησιμοποιείται προς εξιλασμό των αμαρτιών όλων των απέξω. Γιατί ιστορίες γι’ αυτό λένε χαιρέκακα και δημοσιογράφοι όχι και τόσο αναμάρτητοι, και ταξιτζήδες μαθημένοι στην πονηρία, και υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, εργολάβοι, μπαρμπέρηδες, κλειδαράδες, ιδιαιτεράδες, δικηγόροι, παπάδες που ποτέ τους δεν έκοψαν απόδειξη, μολοταύτα πνέουν μένεα κατά των μεγαλοφοροφυγάδων, και ιδιώτες γιατροί που δηλώνουν πένητες στην εφορία και ας συντηρούν ιατρείο στις ακριβότερες περιοχές της πρωτεύουσας κ.ο.κ. Ετσι φτιάχνονται οι κοινοί τόποι. Και οι αστικοί μύθοι επίσης.
Δεν είναι βέβαια αστικός μύθος η διαφθορά στο Δημόσιο. Μύθος όμως είναι σίγουρα ο ριζωμένος κοινός τόπος ότι, για να βρεις έντιμο δημόσιο υπάλληλο πρέπει να διαθέτεις το φανάρι του Διογένη και την υπομονή του. Επίσης μύθος ότι στον ιδιωτικό τομέα ανθούν αποκλειστικά η τιμιότητα, η ανιδιοτέλεια και η φιλοπατρία, η οποία ξαναμπήκε εσχάτως στο λεξιλόγιό μας, και μάλλον από λάθος πόρτα. Και μύθος, τι άλλο, το ότι το Δημόσιο περίπου αυτοδημιουργήθηκε. Ξυπνήσαμε απλώς μια μέρα και είδαμε μπροστά μας πολεοδομίες, νοσοκομεία, τελωνεία, κρατικές τηλεοράσεις, ΙΚΑ, εφορίες – και τα βρήκαμε μάλιστα ήδη υπερδιογκωμένα, γεμάτα υψηλοαργόμισθους και διεφθαρμένα. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν να πιστεύουν τα επιτελεία των κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα. Και αυτό θέλουν να πιστέψουμε κι εμείς. Θαρρείς και μόνο διά της τηλεοράσεως προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα.
Δεδομένου ότι αυτοπροσλήψεις δεν γίνονται, αν είναι διογκωμένο το Δημόσιο, κάποιοι το διόγκωσαν· για τους δικούς τους λόγους, όχι για την καλύτερη εξυπηρέτηση του κόσμου. Και για δικούς τους λόγους αντιμετώπιζαν επί χρόνια ανέμελα, μ’ ένα «δεν βαριέσαι», τα περιστατικά διαφθοράς, όσο κι αν πλήθαιναν. Μπορεί να τα χρησιμοποιούσαν σαν άλλοθι για τη δική τους υψηλή διαφθορά. Μπορεί απλώς να εθελοτυφλούσαν ή να μην ήθελαν να σπάσουν τους δεσμούς χρήματος όταν διαπίστωναν ότι πρωταγωνιστούν δικοί τους άνθρωποι. Αυτονόητα πράγματα. Τι άλλο να πεις όμως όταν βλέπεις ότι τώρα, μόλις τώρα, αποφάσισαν να αναζητήσουν επίορκους, συστηματικούς κοπανατζήδες και προσληφθέντες με πλαστά χαρτιά; Αν χρειαζόταν η τρόικα και γι’ αυτό, παναπεί ότι σε τίποτα δεν φταίει ο στραβός μας ο γιαλός.

Απόστολος Θηβαίος, «Με Τόσες Προσευχές»


Στη μνήμη του Γιώργου Ιωάννου,

εν ομίχλη λησμονημένου.
Είπαν πως τον είδαν στην περιοχή της πλατείας Ομονοίας. Φορούσε ρούχα ανατολικά, κάτι λευκά φορέματα, διάφανα χαμηλά. Αυτά κρεμόντουσαν στα πεζοδρόμια και ήταν σαν κάτι ή κάποιος επιμονίμως να τον ακολουθεί. Κρατούσε ένα μικρό βιβλίο, το κρατούσε σφιχτά σαν μικρό παιδί που τρέμει όταν για πρώτη φορά συναναστρέφεται την αδιαφορία των ανθρώπων. Ορισμένοι που αναγνώρισαν την οικεία μορφή του, τον ακολούθησαν καθώς έστριβε στην οδό Αθηνάς. Ένα νεαρό αγόρι, με ενδυμασία μοντέρνα και ένα μυστήριο στο πρόσωπό του σχεδόν ανεξιχνίαστο, ο χωροφύλακας που περιφέρεται εδώ και αιώνες στα ίδια οικοδομικά τετράγωνα, χαιρετά εγκάρδια τους καταστηματάρχες και κλαίει τις νύχτες πετώντας το πηλίκιό του στον αέρα. Τον ακολούθησαν αδέσποτα, ένας ναυτοπρόσκοπος με το βαθύ, γαλάζιο φουλάρι του, ένας παράφρων που ομιλούσε μια αρχαία γλώσσα και ήταν ρακένδυτος, σαν να είχε φτάσει τώρα σε τούτο τον τόπο, σαν να είχε μόλις σωθεί από κάποια κλεισμένα σύνορα. Τον ακολούθησα και εγώ. Είχε βέβαια γεράσει μα θα μπορούσε ο καθένας να τον αναγνωρίσει με ευκολία αν πρόσεχε τις μικρές αποστάσεις των ματιών του, τα ακίνητα, ψάρια νεκρά τα χέρια αυτού του ανθρώπου, η μεγάλη επιφάνεια του καθαρού προσώπου.Έπειτα, καθώς περπατούσαμε όλοι εμείς, μια φυλή ολόκληρη απόκληρων προσέξαμε και το συζητήσαμε με ενδιαφέρον, το μεγάλο, στρατιωτικό σάκο με την αποφορά. Ο ίδιος έκλαιγε προσέξαμε και το συζητήσαμε με επιμονή και ενδιαφέρον. Εκείνη την ημέρα ήταν καλοκαίρι και όλα τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα, οι μεγάλοι ανεμιστήρες στα σκοτεινά καφενεία άφηναν έναν βόμβο, ανακάτευαν το θερμό άνεμο, τεμάχιζαν το μεσημέρι με το συνηθισμένο τους τρόπο. Στα κατάμεστα σκαλά ακούγονταν κορίτσια που γελούσαν μες στα υπόγεια. Εκείνος περπατούσε με τα διάφανα, λιβυκά του ρούχα. Κάθε τόσο σταματούσε εμπρός από κάποιον λευκό τοίχο και έγραφε ένα ποίημα, έναν μόνο στίχο, σε λίγα χρόνια ετούτη η πόλη θα συνιστά ένα παλιό, εν προόδω έργο. Χαθήκαμε στα στενά, πίσω από την κατάμεστη, λαϊκή αγορά που έχει μορφές νωθρές, ανθρώπους του τίποτα, μύγες των αγορών.Οι άνθρωποι αυτοί, καθισμένοι μας παρατηρούσαν και δεν εκπλήσσονταν γιατί σε τούτη την πλατεία υφίστανται αναρίθμητες ακολουθίες. Κυρίως ερωτικές. Τώρα ανηφορίζαμε προς έναν δρόμο με κλειστά καταστήματα, στις άκριες του δρόμου σπουδαίες χαράδρες, από μέσα φλεγόμενα πουλιά που πέφτουν στις σκεπές των ανατολικών προαστίων και έτσι εξηγείται η μεγάλη φωτιά που μαίνεται στο μέλλοντα χρόνο. Παράτησε το σάκο σε μια διασταύρωση, από εκείνες που δεν αναζητά κανείς στις πρωινές εξορμήσεις, στις γραφειοκρατικές διευθετήσεις, δρόμοι δίχως ανθρώπους, σαν ιστορίες ενός άλλου καιρού, με όλες τις γενιές τους σκοτωμένες. Σπεύσαμε όλοι να δούμε το περιεχόμενο του σάκκου. Ήταν εκείνα τα ίδια κεφάλια που τον απασχόλησαν τότε και τον συντάρραξαν και μέθυσε θλιβερά για το ματωμένο μαχαίρι στο τραπέζι, για το σφαγμένο ψωμί μας, για τα παιδιά που επιβίωσαν και έγιναν δάκρυα και πλάτες γυρτές ηλικιωμένων ανθρώπων που τίποτε δεν ζήσαν και τώρα μιλούν με οργή για τη θηριωδία της ελπίδας. Κάποτε έπαψε το βήμα του, εισήλθε σε ένα ταπεινό κατάστημα, οι λαμπτήρες εκείνοι στα κατώφλια μετατοπίζουν για πάντα την αθωότητα. Μας φώναξε από μακριά, σαν να γνώριζε πως τόσα χρόνια τον ακολοθούμε με πίστη, πως τόσα χρόνια παλεύουμε με ανεμόμυλους, σκοτώνουμε ανδρείκελα, δίχως να λησμονούμε ούτε στιγμή την τρομερή ιερότητα της ζωής, τη μυστική λατρεία της να πούμε, ένα ζήτημα δυσδιάκριτο, μια αποχρώσα συχνότητα, εξαιρετικά ανεπαίσθητη. Μας σύστησε από μακριά τις γηραιές γυναίκες. Η Ελένη της καταστροφής, η Μήδεια του πάθους φώναξε και έκοψαν τη φωνή του τα βαριά φορτηγά των σαββατιάτικων ανεφοδιασμών. Εκεί λοιπόν φυλούσε τη σαρκοφάγο του. Σε εκείνο το μέρος εμπιστευόταν την ανεξάντλητη τρυφερότητά του. Εμείς τον χαιρετήσαμε.
Απομείναμε ανάμεσα στο λεκιασμένο ασβέστη και τα ετοιμόρροπα ξύλα Γιώργο. Εμείς, ξανθά παιδιά Γιώργο που μας πήρε ο ύπνος με τα ρούχα. Εμείς, μια πουλημένη φτηνά συλλογή στιγμογραφιών. Τίποτε άλλο Γιώργο, τίποτε.

*
©Απόστολος Θηβαίος

photo©André Kertész, 1928

Τζούλια Φορτούνη,«Κόντρες με τον Σαχτζάτ στη Λένορμαν» -μια βιωματική εμπειρία…

(στον Σαχτζάτ Λουκμάν που δολοφονήθηκε τα ξημερώματα της 17 Γενάρη 2013)
Μόλις άκουσα την είδηση ταράχτηκα. Κάθε φορά που ακούω για «ατυχήματα» με ποδηλάτες ταράζομαι. Αυτή τη φορά περισσότερο. Μου φάνηκε πως τον γνώριζα τον Σαχτζάτ. Πως οι ματιές μας είχαν διασταυρωθεί ένα Σαββάτο απόγευμα στη Λένορμαν. Την ώρα που γυρνούσαμε. Εγώ από την ποδηλατοβόλτα μου στο κέντρο κι αυτός από το πόστο του στη λαϊκή των Πετραλώνων. Κινούμασταν κι οι δυο στο λεωφορειόδρομο. Παραβγήκαμε μάλιστα. Εγώ με το εκκεντρικό ακριβό μου ποδήλατο κι αυτός με ένα παλιό σιδερένιο μοντέλο του 80. Εγώ κουβαλούσα τις εικόνες μιας παρακμάζουσας πόλης και κάτι απροσδιόριστες ενοχές για τους άστεγους που επιμελώς απέφευγε το βλέμμα μου στις εισόδους των κτηρίων κι αυτός ένα βαρύ ξύλινο καφάσι γεμάτο πραμάτεια και δυο σακούλες αριστερά και δεξιά στο τιμόνι. Ήταν εκείνο το απόγευμα του Νοέμβρη που άρχισε να φυσάει ξαφνικά πολύ δυνατά και ξεριζώνονταν δέντρα και εκτοξεύονταν από τις πολυκατοικίες γλάστρες και άλλα περίεργα αντικείμενα.

   Αυτός ο δαιμονισμένος αέρας ήταν και η αφορμή της συνάντησής μας. Ο ουρανός ήταν κόκκινος κι ένας παράξενος ηλεκτρισμός υπήρχε στην ατμόσφαιρα. Άρχιζα να ανεβάζω τις ταχύτητες από τον πανικό. Οι οδηγοί τριγύρω όλοι νευρικοί άναβαν τα φώτα. Η λεωφόρος έμοιαζε σαν σκηνικό από ταινία τρόμου. Εκείνος ατάραχος, ποδηλατούσε στο δίχως ταχύτητες ποδήλατό του μ΄ ένα σταθερό τέμπο. Μόλις τον είχα προσπεράσει. Η πρώτη ματιά που ανταλλάξαμε αναγνωριστική. «Μετανάστης» σκέφτηκα με μια νοσταλγική και απενοχοποιημένη γλυκύτητα, μιας και όταν πρωτοξεκίνησα να χρησιμοποιώ το ποδήλατο, κυρίως μετανάστες ποδηλάτες συναντούσα. Και συνέχισα να πατάω με όλη μου τη δύναμη, και όλους τους δίσκους και τις ταχύτητες στο φουλ, πετάλι.
   Όταν με προσπέρασε ο Σαχτζάτ ξαφνιάστηκα. Όχι τόσο για το παράλογο του πράγματος. Για το πώς ένας φορτωμένος ποδηλάτης μ’ ένα παλιοποδήλατο με δυναμό με προσπερνούσε. Αλλά κυρίως για το χαμόγελό του. Αυτή τη φορά το μόνο που πρόσεξα σ΄ αυτόν ήταν ένα εγκάρδιο σκανδαλιάρικο χαμόγελο, που μου θύμισε τις παιδικές μου κόντρες με τ’ αγόρια στο χωριό. Είμαι σίγουρη πως αν δεν ήταν ο θόρυβος της λεωφόρου θα άκουγα και το «γκλαν» από το παλιομοδίτικο κουδουνάκι του.
Τον άφησα για λίγο να προπορεύεται, ξεχνώντας κάπως το μανιασμένο αέρα, την πόλη που κατάπινε ανελέητα τις διαμαρτυρίες και τις προσευχές των ανθρώπων της, τα μαραμένα λουλούδια της πλατείας Κοραή και την αδυναμία μου να διαχειριστώ τη φθορά και τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Έβλεπα τη λευκή μουσουλμάνικη φορεσιά του να ανεμίζει και να μπερδεύεται στη γρασαρισμένη αλυσίδα του. Ένιωθα την παιχνιδιάρικη αγωνία του καθώς κοιτούσε από το καθρεφτάκι αν τον πλησιάζω.
   Ο αέρας ξαφνικά δυνάμωσε. Η πόλη εκείνο το βράδυ έμοιαζε αποφασισμένη να μας μιλήσει. Να μας πετάξει τα σκουπίδια της στο πρόσωπο. Να μας δείξει τις πληγές της. Και πώς να επουλώσεις ένα τραύμα που ακατάσχετα αιμορραγεί; Με τι ανάσα να της δώσεις το φιλί της ζωής; Όταν κι εσύ είσαι ιστός και όργανο ζωτικό της. Και πάσχεις από την αμεριμνησία των περαστικών και των βουβών επαναλήψεων.
   Γι΄ αυτό έτρεχα δαιμονισμένα εκείνο το βράδυ. Για να ξεφύγω από την πόλη και τις ακατάληπτες εμμονές της. Από τα «βασανίζομαι» στους τοίχους της. Αλλά η πόλη με ακολουθούσε. Και με προσπέρασε. Μ΄ ένα άνετο κι ανάλαφρο ρυθμό. Με ρούφηξε με τη μουσική μιας μυστικής μπάντας. Και μ΄ ένα παιδικό χαμόγελο. Με μια οδύνη μιας αλλόκοτης ηδονής.
   Είχε ήδη νυχτώσει. Είναι η στιγμή που χάνεις ξαφνικά το παιδί που είσαι και πρέπει απότομα να μεγαλώσεις. Γιατί η νύχτα έρχεται. Γιατί τα παιδιά δεν αγαπούν το σκοτάδι. Όταν προσπέρασα για δεύτερη φορά το Σαχτζάτ δεν πρόσεξα ούτε τα μάτια του, ούτε το χαμόγελό του. Ήμουν ήδη μεγάλη. Και η πόλη με είχε καταπιεί.
   Ταράχτηκα μόλις το άκουσα στις ειδήσεις. Πάντα ταράζομαι όταν ακούω για «συμβάντα» με ποδηλάτες. Πόσο μάλιστα αυτή τη φορά. Ύστερα διάβασα στο διαδίκτυο τις λεπτομέρειες. Με ανακούφιση –προσωρινή- διαπίστωσα πως δεν πρόκειται για το δικό μου Σαχτζάτ. Το άτυχο θύμα ήταν νέος. Μόλις είκοσι εφτά. Ο δικός μου είχε γκρίζα μαλλιά. Το θυμάμαι. Ίσως μόνο αυτό πρόσεξα πάνω του τη δεύτερη και τελευταία φορά που τον προσπέρασα. Κι ένα ανεξίτηλο σκανδαλιάρικο χαμόγελο. Ως ανάμνηση παιδική που όμως τη δολοφόνησαν για πάντα.