Tάκης Σινόπουλος, Ελπήνωρ

Eλπήνορ, πώς ήλθες…
OMHPOΣ

Tοπίο θανάτου. H πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ’ αλάτι και το φως
τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα
μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή.

Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: Kοιτάχτε ο Eλπήνωρ πρέπει νάναι εκείνος.
Eστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε Συνεχίστε την ανάγνωση του «Tάκης Σινόπουλος, Ελπήνωρ»

Σωτήρης Σαράκης, Χρονικό

Τα ποιήματα συμβαίνουν
Βύρων Λεοντάρης

Χρονικό

Είμ’ ο γιατρός του Εμφυλίου, μου συστήνεται
με διορίσανε νωρίς, δεν ξέρω ποιος ηλίθιος
έκαμα αμέσως τη διάγνωσή μου, ανίατος,
έμεινα όμως ως το τέλος.

————————τον ακούω
μια ολόκληρη ζωή μές στους αιώνες τον ακούω
γαβγίζει, ουρλιάζει μές στο ποίημα
λέει πως έρχεται απ’ τον Πύργο κι έρχεται απ’ το Βίτσι
πλέκει το στίχο σύρμα αγκαθωτό, γράφει γραφές Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σωτήρης Σαράκης, Χρονικό»

George Le Lonce, Μαντείο ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Άγρα

Κατά τον Ηράκλειτο, «ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει». Στο Μαντείο του George Le Nonce, που ο ίδιος περιγράφει ως σύνθεση μικτής τεχνικής, δεν υπάρχει άναξ και δεν λατρεύεται ο Λοξίας. Στη θέση του, παρελαύνουν τριανταπέντε τεθνεώσες ποιήτριες που επικοινωνούν με τον ποιητή από τον άλλο κόσμο˙ αφού του παραδώσουν, εν είδει διαπιστευτηρίων, τους χρησμούς τους, επανέρχονται ως μούσες και εμπνέουν, ή υπαγορεύουν, η καθεμιά με τον δικό της τρόπο, ποιήματα που, παραδόξως, επιχειρούν να αποκαλύψουν την ταυτότητα του αποδέκτη, μια ταυτότητα που η ίδια η Δευτέρα παρουσία των νεκρών ποιητριών αμφισβητεί και διαστρέφει.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «George Le Lonce, Μαντείο ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Στέλιος Χουρμουζιάδης, Το κράτος των σωμάτων ―κυκλοφορεί

Από τις εκδόσεις Περισπωμένη


ΔΕΥΤΕΡΗ συλλογή για τον Στέλιο Χουρμουζιάδη επτά χρόνια μετά την πρώτη ποιητική του απόπειρα. Στο Κράτος των σωμάτων η ώριμη γραφίδα του συγγραφέα καταπιάνεται με τις γνωστές θεματικές του —έρωτας, θάνατος, σώμα, γήρας, εγκλεισμός, απoκλεισμός, απόσταση, φιλία— με χιούμορ, πληθωρική αλλά δίχως υπερβολές γλώσσα και ζωντανή εικονοπλασία. Πρόκειται για εσωτερικά και εξωτερικά τοπία, τα τελευταία στην πλειοψηφία τους από την Βραζιλία, όπου ο ίδιος πέρασε την πανδημία του κορωνοϊού, που ευωδιάζουν θάλασσα και κινούνται σε ρυθμούς μπόσα νόβα και μπαχ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στέλιος Χουρμουζιάδης, Το κράτος των σωμάτων ―κυκλοφορεί»

Παπαλιάς Δημήτρης, Διαβατάρικα πουλιά οι σκέψεις

Έγλυφες το στόμιο της βρύσης
αναζητώντας σταγόνες δροσιάς
η ξηρασία άγγιξε τα πόδια σου
με την ερημιά ενώθηκε η έρημος
πίσω της αφήνοντας
την θλιβερή όψη του κόσμου
σαν τούτος κρυμμένος
στην σκοτεινή πλευρά της Σελήνης
αποφεύγοντας ηθελημένα να αντικρίσεις Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παπαλιάς Δημήτρης, Διαβατάρικα πουλιά οι σκέψεις»

Γρηγόρης Σακαλής, Απολογισμός

Απολογισμός ζωής

Ένα βράδυ
εκεί που κάθεσαι αναπαυτικά
στην πολυθρόνα
σκέψεις σε κατακλύζουν
κι αρχίζεις
να κάνεις απολογισμό
της μέχρι τώρα ζωής σου
ξεπερνάς γρήγορα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, Απολογισμός»

Τέλλος Άγρας, Mιλεί η Ψυχή μιανής Mικρής Φυσαρμόνικας

L’ ame des quartiers morts et de tristes enclos.
G. RODENBACH

―Kαίει το βερνίκι· ωσάν από κοντύλι
ψιλή, αφρίζει ακόμα η πινελιά.
Mα εσύ έχεις πάλι πυρετό στα χείλη,
που σέρπουν να ζητούν τα πιο παλιά!

Γιά πες μου: έτσι δεν θέλησες; Πηγαίνω
το δρόμο που με αρμήνευες: Aρμό
πού ναύρης να βυζάξης το χαμένο Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τέλλος Άγρας, Mιλεί η Ψυχή μιανής Mικρής Φυσαρμόνικας»

Vicente Aleixandre, Τραγούδι της ημέρας νύχτας ―μτφρ.: Γιώργος Κεντρωτής

Η νιότη μου ήταν βασίλισσα.

Έστω και για μια μέρα. Έναν Βορρά ερωτεύτηκε.

Του Ρόδου πυξίδα. Των ανέμων. Όλο να γυρνάει.

Μια μέρα ερωτεύτηκε.

 

Κι έφυγε, των νερών βασίλισσα. Γεράκι του αέρα. Φτερό.

Νύχτα ερωτεύτηκε. Κάτω από τη θάλασσα, κάτω από τα φώτα.

 

Όλα τα βαθιά τα φώτα των βαθύτατων άστρων.

Άστρων στην άβυσσο. Σαν τα ψάρια τα πανύψηλα.

Τον ουρανό ερωτεύτηκε, κι εκεί περπάτησε πάνω σε φώτα.

Ξεκουραζόταν στους ανέμους, ενώ κοιμόταν στα κύματα.

 

Έπεσε σ’ έναν καταρράκτη, και ενώ έπεφτε

στους αφρούς του μέσα εχαμογέλαγε.

Ερωτεύτηκε ένα τάγμα. Και όλες τις βαθμίδες του.

Στην άβυσσο μπορεί ν’ ανέβηκε, στους ουρανούς όμως γκρεμίστηκε.

Ω, της ημέρας ενότητα που, από έρωτα, υπήρξε νύχτα.

1968

✳︎

Μετάφραση ©Γιώργος Κεντρωτής / πηγή > > >