

Μέρος Ι
Ανοίγω με δυσκολία τα μάτια. Στην άκρη του καναπέ, το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Αποκοιμήθηκα γερμένος στο αριστερό χέρι χωρίς να το καταλάβω, περιμένοντας να αρχίσει να ξημερώνει. Το δεξί μέσα στην τσέπη του παντελονιού, να νιώθω τα χαρτονομίσματα για ασφάλεια. Μουδιασμένο. Ξανακλείνω τα μάτια να αντλήσω κι άλλη δύναμη. Το δωμάτιο του ημιυπόγειου μισοσκότεινο. Από το μικρό φεγγίτη, το μοναδικό λιγοστό φως στον χώρο να σημαδεύει την έξοδο. Έσβησαν και τη λάμπα, όταν έφυγαν. «Χαμένοι», μονολογώ ανακουφισμένος. «Χαμένοι και στα χαρτιά και στους τρόπους», συνεχίζω χαμογελώντας για τη μεγάλη μου ανατροπή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλης Μαντικός, Τα καμένα χαρτιά»
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.