Υπήρχε γραμμένη

Editorial του Στράτου Φουντούλη

Σαν την ασυνέπεια των ημερολογίων, σκόρπιες δυσκίνητες σκέψεις, όπως αμήχανα παλιά ποστάλια γραμμής Δωδεκανήσου που λικνίζονταν οκνηρά μπρος στην ανεπάρκεια του λιμανιού στη θαλπωρή, δίχως δραματικές κορυφώσεις, απαλά, φυσικά, με την επιμονή και μόνο ως -καλά κρυμμένο- σύμμαχο. Η ανεπαίσθητη, η κομψή, η εν δυνάμει κινησιολογία στα όρια της στατικότητας, λικνίζεται είπαμε, κινείται. Ώρες ώρες έρχονται στο νου• σπάνιες πια, γκογκολικές φυσιογνωμίες ανθρώπων και τόπων, με κάποιο, έστω, ρομαντικό υπόστρωμα χωρίς σφιγμένες υστερίες, χωρίς υπερτιμήσεις, χωρίς αναμενόμενα κοινότοπα κρεσέντο, μια γνήσια, απλή πιστότητα έκφρασης, μια επάρκεια. Τι κι αν φαινομενικά προσφέρω την εντύπωση ότι γάντζωσα βαθιά την άγκυρα, παραμελώντας το εικαστικό μου εγώ. Μπρος μου, ο γέρος συνέχιζε να βρίσκεται καθιστός στο ξύλινο παγκάκι απέναντι από τον ναό του Προφήτη Ηλία, το αχνό χαμόγελό του δεν έχει ακόμα διαγραφεί από την εντύπωση, τον θαυμασμό, που του προκάλεσαν τα δύο περήφανα πορφυρά άτια που προ ολίγου, ανεβοκατέβαιναν τα μαρμάρινα σκαλοπάτια αμέσως μετά την δημόσια ιεροτελεστία, μόνο που τώρα το καπέλο του ήταν αφημένο πάνω στις τσαλακωμένες εφημερίδες στο χώρο πλάι του, γεγονός πρωτοφανές. Στο νου μου, χρόνια τώρα, έχω ταυτίσει τη φιγούρα, την φυσιογνωμία του με καπέλο, από τότε που νέος ακόμη, όταν ανταλλάσσαμε τον καθιερωμένο μας χαιρετισμό, ένα πρωινό καλημέρα, καθώς περνούσα με κατεύθυνση την Πραξιτέλους. Τέτοιες μικρές αλλαγές γενικότερα δεν θα έπρεπε να προκαλούν εντύπωση, καθώς μία πόλη κρύβει πολλά περισσότερα από τουριστικά αξιοθέατα, κι εγώ που ζω μέσω της παρατήρησης, μου διέφυγε η ουσία. Στο μαύρο καπέλο του γέρου, υπήρχε γραμμένη με άσπρη κιμωλία η λέξη Τέλος.

 

*

 

 

Μάκης Τσίτας, Μάρτυς μου ο Θεός -παρουσίαση

Οι εκδόσεις ΚΙΧΛΗ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του

ΜΑΚΗ ΤΣΙΤΑ Μάρτυς μου ο Θεός

_______________________________

την Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013,
στις 6 μ.μ.,
στο χώρο του βιβλιοπωλείου IANOS.
_______________________________

Θα μιλήσουν
ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΧΑΒΙΑΡΑΣ,
συγγραφέας
και η ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ,
κριτικός λογοτεχνίας – συγγραφέας.

Αποσπάσματα από το βιβλίο
θα διαβάσει ο ηθοποιός ΔΗΜΟΣ ΜΥΛΩΝΑΣ.

Βιβλιοπωλείο IANOS, Σταδίου 24, Αθήνα, τηλ.: 210-3217917, www.ianos.gr

~ ~ * ~ ~

Κριτική παρουσίαση Φοίβου Δεληβοριά

Όποιος το λέει, είναι
Το ιδιοφυές βιβλίο «Μάρτυς μου ο Θεός» του Μάκη Τσίτα, καθρεφτίζει τον Έλληνα που όλοι «αγαπήσαμε» με τον αυτοσαρκασμό του απόλυτου βιβλιο-troll.

Ι’m Slim Shady, yes, I’m the real Shady
All you other Slim Shadys are just imitating 
Eminem – “The Real Slim Shady”

«Ένα βιβλίο είναι σα μια αντλία. Δε σου δίνει τίποτα, αν δεν βάλεις πρώτα το δικό σου νερό κι αν δεν ανεβοκατεβάσεις με δύναμη το έμβολο. Πόσο μπορείς, όμως, να το κάνεις αυτό αν η αντλία δεν τραβάει τίποτε; Ξεκίνα, λοιπόν, να διαβάζεις και μόλις φτάσεις στο 1/10 θα ξέρεις πολύ καλά αν έχει να σου δώσει. Αν δεν έχει, τότε όση δύναμη και να βάλεις, το βιβλίο αυτό δεν είναι για σένα. Παράτα το.»
  Η παραπάνω συμβουλή δίνεται από τον Στίβεν Κινγκ στο «Καρδιές στην Ατλαντίδα», που με είχε συντροφέψει κατά τη διάρκεια της άχρηστης άσκησης «Παρμενίων», χάριν της οποίας είχα μείνει εγκλωβισμένος -παρέα μ’ ένα σωρό άλλους τότε ψάρακες- στο στρατόπεδο για μέρες και μέρες, τον χειμώνα του 2000. Ήταν απ’αυτές τις φράσεις που δείχνουν αβασάνιστες και γεμάτες επικίνδυνη ευκολία, σου εντυπώνονται όμως μ’έναν υπόγεια πειστικό τρόπο, που μόνο οι λαϊκοί συγγραφείς πραγματικά κατέχουν.
  Τελευταία η αφραγκία μου έχει δώσει νέες διαστάσεις σ’ αυτό το θέσφατο. Πάω στα βιβλιοπωλεία και -παίρνοντας ύφος αυστηρό για να καλύψω την ντροπή μου- διαβάζω όρθιος το 1/10 από το βιβλίο που μου τραβάει την προσοχή. Αν η αντλία δεν τραβήξει, πάω στο επόμενο. Και πρέπει να πω πως ο Στίβεν δεν μ’ έχει σώσει μόνο απ’την αβάσταχτη πια σπατάλη, αλλά και από την φρικτή βαρεμάρα στην οποία με οδήγησε αμέτρητες φορές ως τώρα το hype.
  Διάβαζα, λοιπόν, πριν από καμιά βδομάδα τις πρώτες σελίδες (το 1/10 ακριβώς!) από διάφορα πολυδιαφημισμένα βιβλία της νέας εσοδείας και ο υπάλληλος του κεντρικού βιβλιοπωλείου με κοίταζε με αυξανόμενη δυσφορία. Άρχισα να τα ρίχνω στον εαυτό μου, που κανένα απ’αυτά δεν μπορούσε να τον κάνει να ξεχαστεί. Σκεφτόμουν πως παραξενεύω, πως δεν έχω πια την απαραίτητη αθωότητα, πως θα γεράσω όρθιος και πονεμένος στην «Πολιτεία», στο «Public» και στον «Ελευθερουδάκη». Ένας κακομαθημένος, αναποφάσιστος λαθραναγνώστης.
  Ιδού όμως μπροστά μου οι 26 πρώτες σελίδες του «Μάρτυς μου ο Θεός», του πρώτου μυθιστορήματος του Μάκη Τσίτα (Κίχλη, 2013) -για τον οποίον δεν ήξερα τίποτα μέχρι εκείνη τη στιγμή: και μέσα σε λίγη ώρα ήμουν καθιστός σ’ένα παγκάκι της διπλανής πλατείας κι ο εαυτός μου -όπως πίστευα ότι τον ξέρω- μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Ήμουν πια ανεπιστρεπτί ο Χρυσοβαλάντης, ο 50άρης παχύσαρκος, θρησκόληπτος, πουτανιάρης, ξενοφοβικός, καταχρεωμένος λιθογράφος απ’τον Κορυδαλλό. Ο -ας μου επιτραπεί- πιο αξιομνημόνευτος ήρωας ελληνικού λογοτεχνικού έργου τα τελευταία χρόνια.
[…]
Διαβάστε τη συνέχεια στο propaganda.gr >>> 

Βασίλης Κυριαζάκης, Το στόμα της είναι άδειο

Πιάνει τις βίδες πίσω απ’το ντουλάπι του μπάνιου, τις λασκάρει, το σηκώνει. Σε μια τρύπα στον τοίχο είναι ένα παλιό βάζο από μαρμελάδα κεράσι. Μέσα στο βάζο τα δόντια της. Το στόμα της είναι άδειο.

  Η Τάνια δεν είναι πλούσια. Δεν έχει λίρες. Ούτε χρυσές, ούτε τσίγκινες. Τα δόντια της είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει. Εκτός ίσως απ’την κόρη της και την εγγονή της.
  Αφού ετοίμασε τα πράγματα της στο σακ βουαγιάζ και σάντουϊτς για το δρόμο, ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε μπροστά στην τηλεόραση.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλης Κυριαζάκης, Το στόμα της είναι άδειο»

Daniel de Cullá, Haikus

HAIKUS BY THE SEA

In the dry on sea
A new wave for lifelong
The great white shark.

Te sum of laughter:
Kids splashing in the pool
On the lounge chair.

To salvage Life:
A visible catheter
On the Earth’s bend.

Taking you food
With you saves quite a lot:
Money for one.

When fear, terror
When pain, loss and worst, love.
You can’t feel alone.

Up the spirit of
A worthwhile wo/man being:
The girl’s white dog.

AFTER SAILOR’S FUNERAL

Small leaves
Like the palm of a hand
Tremble on its own.

Pollen-yellow horns
Examine swallows
At our touches.

Early May not long
Garden littered with shells
Thinnest tissue.

After funeral
Families retract at touch
It hugs the steam.

It’s easy to say
“The word love fucks in yr bed”
Always your own¡

HAIKUS OF THE GREEN OLIVE

Subverted Life:
Religions have perverted
The Free Spirit.

The Sacred Chao
Is for these screwed-up times.
Speak for Yourself¡

Deities change.
Gospel according to Freud
From de Dog Star¡

Erotic Poetry
Is a telegram for us?
Book of Uterus¡

Face to face with You¡
The Epistle to Paranoids
Is for Polites.

Each of these yarns
And my past to spread them:
Whole thing myself.

I got the Record
About you will learn more
And understand less.

Everything knowing
With Principia Discordia
About Nothing.

Knowledge of a sage
Put twinkles in Your Eyes.
Wisdom of a Child¡

EVIL’S HAIKUS

How I found a God
A few moments of a Shit
And what I did It.

I feel that the Book
Is a classic for a Dog
Hah¡ Delusions.

Clasic Discordia
Of guerrilla ontology
Deadpan put on¡

A Love Story
I don’t know You Wo/Man
Five tons of Winds¡

A Discordian Chao
There’s no God but Goddess
And my prettiest One¡

HAIKUS ANDALUS

The bud uncurls like
ruber tube protruding
Viatical settles.

Curtains open
You can’t live on love
gardenias on deck

Granada on the paint
behind the blond armoire.
You, Don the Garden

Big wave averted
as Sea walks away sea falls
waves behind Me.

An opening hand
on the Andalus patio
geranium to bloom.

*

©Daniel de Cullá
photo©Stratos Fountoulis «Paros 2008»

bio
Daniel de Cullá *1955, Poet & Writer. Painter & Photographer. Member of the Spanish Writers Association. Founder and Editor of the reviews of BodyArt, Art Culture, GALLO TRICOLOR, and ROBESPIERRE. He participates in Cultural Acts of Theatre and Performance. He’s living between Burgos, Madrid and North Hollywood.

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η Αγία Ιφιγένεια


Βασισμένο στο πίνακα του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ

  

Είναι κάτι ξύλινα σπίτια μες στο ρέμα. Η οδός Φλέβας εκτείνεται ως τον εθνικό δρόμο. Στις όχθες της ρεματιάς τα συνεργεία και τα μαγαζιά των ελασμάτων. Κάτι σκοτεινές αποθήκες με σίδερα και ακίνητους ανθρώπους, λερωμένους, σαν ελαιογραφίες. Οι κλειστές βιοτεχνίες, οι σταθμοί ανεφοδιασμού, τα πωλητήρια γκαζιού, τα τσιμεντένια γήπεδα, οι μάντρες και οι φωτογραφίες των λαϊκών τραγουδιστών κρύβουν τον ουρανό σε εκείνους που ζουν μες στο ρέμα. 

Έχουν απλωμένα ρούχα στα σύρματα οι άνθρωποι αυτοί και καίνε παλιά, χρωματισμένα ξύλα για να ζεσταθούν. Τα παιδιά ανεβαίνουν τις όχθες, κοιτούν τους δρόμους, έπειτα μιλούν για τις ομορφιές του και ζωγραφίζουν σε αυτοσχέδια τελάρα υψικάμινους, μεγάλα, διαφημιστικά πλαίσια αμερικανικών εταιρειών και τα χαμογελαστά, ηλιόλουστα κορίτσια των αρωμάτων. Τη νύχτα ορμούν στην πόλη, συλλέγουν ξύλα και πολυθρόνες, αποψιλώνουν με προχειρότητα τα σίδερα από τα ακίνητα φορτηγά των εταιρειών μεταφοράς. Τις νύχτες αργά οι γηραιότεροι τούτης της ιδιότροπης φυλής στέκουν γύρω από τη φωτιά. Παντρεύουν τα ανήλικα παιδιά τους, καταδικάζουν τους φονιάδες και τους ληστές, αγαπούν τις γυναίκες τους και αναριχώνται σαν καρκίνοι πάνω στα δροσερά κορμιά τους. Όλο παιδιά είναι το ρέμα. Ακίνητα στις όχθες, ρακένδυτα, προσδίδουν στο τοπίο μια νότα ανθρωπιάς, μια όψη φαραγγιού.
  Οι αρχηγοί των οικογενειών απόψε μοιάζουν περισσότερο ανήσυχοι.Η καλοκάγαθη γριά με τα χρυσά στολίδια και τα αρθρόμορφα χέρια χαράζει στο χώμα ήλιους, φεγγάρια και ανεπανάληπτα άστρα. Τα χέρια της εκτείνονται σε όλο το ρέμα, είναι δυο φλέβες πίσω και πέρα από τα μάτια των παιδιών.
  Τ΄άγρια τριαντάφυλλα που ανθίζουν στις όχθες τα πουλούν οι γυναίκες τα πρωινά. Ανάμεσα στα τροχοφόρα, επιδεικνύουν τα ολοπόρφυρα άνθη τους και ανεμίζουν σαν σκιές, τα κατάμαυρα φορέματα. Έχουν δεμένα με τους επιδέσμους παιδιά στις ράχες τους, εκείνα πεθαίνουν ακίνητα. Γελούν με τρυφερότητα στους επιβάτες και έχουν τα σώματα δέντρων. Με βαθιές, αναλλοίωτες χαραγματιές πάνω στο μέτωπο και στα μάτια. Ως μέσα οι ρυτίδες εκείνων των γυναικών που μοιάζουν με αρχαίες, πενθούσες νύφες. Κατάμαυρα τα φορέματά τους και τα ιωνικά, τα οστεώδη προσωπεία. Σε όλο τον τόπο θ΄ανθίσουν τριανταφυλλιές και άλλο τίποτε ετούτοι οι άνθρωποι δεν χρειάζονται. Θάνατοι δίχως προσευχές και δίχως θεούς οι θάνατοι στο ρέμα.
  Η Ιφιγένεια είπαν χάθηκε το χάραμα. Έφυγε με τα λιγοστά της υπάρχοντα πριν ξεθωριάσει η νύχτα προς τον εθνικό δρόμο. Ίσως να τράβηξε κατά την Κόρινθο. Ίσως πάλι να βαδίζει για μέρες προς το Άργος, ακολουθώντας την επιδαύρεια οδό. Μαζί με τ΄άλλα παιδιά της χαραυγής η Ιφιγένεια σπεύδει στους τάφους των Αργείων, κρατώντας την εικόνα και το ντέφι. Η Ιφιγένεια είναι ένα κορίτσι από μάρμαρο. Είναι από λευκή, καρυστιανή πέτρα και τα μάτια της καθρεφτίζουν παλιές νύχτες. Συχνά την θυμούνται στα πανηγύρια της Χαιρώνειας, πίσω από τους πάγκους, ανάμεσα στους οδοιπόρους και τις κραυγές της ηλεκτρογεννήτριας.
  Όμως η Ιφιγένεια είναι πια μακριά. Βρήκε τα χνάρια της ένα μικρό αγόρι. Την ακολούθησε ίσαμε που εκείνη εχάθη οριστικά πέρα από τα γήπεδα και τ΄άλλα, τα ηλεκτρικά, της πόλεως πράγματα. Έπειτα είπε το νέο, καταδικάσαν τον πατέρα της και τον ανάγκασαν να φύγει με τα γυναικόπαιδα για την Θήβα. Ύστερα γκρεμίσαν την καλύβα του με τα βαριά σφυριά και έσφαξαν ακόμη όλα τα ζώα που ήταν αφημένα πέρα στο ποτάμι. Μόνο τότε ησύχασαν και φρόντισαν να θάψουν δίχως σταυρούς τους σκοτωμένους και τα ζώα γιατί είναι αμέλεια και ύβρης να αφεθούν τα κουφάρια, έτσι ασάλευτα, μες στα σπίτια. Κάποιος από τους αρχηγούς είπε πως παλαιότερα, μετά τις σφαγές φάνηκαν λύκοι και άγρια σκυλιά στα υψώματα γύρω από μια πελοπονησιακή κωμόπολη. Έσκαψαν στα χώματα τα αρπακτικά, έσυραν κάποιες από τις σωρούς. Με ανθρώπους στα δόντια τα κτήνη φεύγαν για τα βουνά της Αρκαδίας. Στεφανωμένοι κάηκαν οι νεκροί με τα ασημικά τους στο βάθος του ρέματος. Ακούγονταν τα μοιρολόγια, τραγουδισμένα από χίλια στόματα.
  Την Ιφιγένεια την αγαπούσαν όλοι. Ήταν ένα μοναχικό και όμορφο κορίτσι. Φρόντιζε τους κήπους, έδενε πολύχρωμα πανιά στις στέγες, έτσι που στις ωραίες, ανοιξιάτικες μέρες να πετούν χρώματα πάνω από τις παράγκες. Ακόμα παρηγορούσε τα παιδιά, ερμήνευε τα όνειρα και τραγουδούσε στους γάμους με την κελαριστή, την ακηλίδωτη φωνή της. Η Ιφιγένεια δεν θα γυρίσει ποτέ ξανά. Και τα παιδιά χαλούν τον κόσμο μες στα παραπήγματα, μπουκάρουν μέσα φόβοι και νερά, τα πανιά που σκίζονται, το κρύο που φθάνει.
  Απόψε βρέχει. Αναστατώθηκαν όλοι μες στο ρέμα γιατί το νερό μπορεί να σηκωθεί απότομα, μπορεί να πνίξει τις πλαγιές, η Ιφιγένεια λείπει μες στους κάμπους, στη Βοιωτία σκοτώνεται απ΄τη λύπη της η Ιφιγένεια που θελήσαν να την δώσουν χάρισμα στον τσιγγάνο. Γελούσε ο γέρος που προφητεύει τους χαλασμούς και την κοίταζε ίσια στα μάτια την Ιφιγένεια που σκοτωνόταν και ποτέ δεν την λυπήθηκε. Ούτε ακόμα όταν τιναζόταν στα χέρια του τσιγγάνου, γύρω γλέντια και μουσικές, η Ιφιγένεια τιναζόταν σαν σπασμός και έφεγγε γεμάτο, βρόχινο φεγγάρι. Τώρα μονάχα την θυμούνται, αργά τις νύχτες μες στους εφιάλτες προφέρουν εξωφρενικά τ΄όνομά της. Η Ιφιγένεια ανακηρύχτηκε αγία. Μες στα σπίτια του ρέματος καπνίζουν τα εικονίσματα για την αγία Ιφιγένεια. Κρεμούν φυλαχτά απ΄τα γλυπτά της και κάθε θέρρος τραβούν κατά την Χαιρώνεια που έχει λιτανείες και την περιφορά της εικόνας. Τους ναούς της τους φτιάχνουν μες στα ρέματα, στους καταυλισμούς, στους λόφους των προσφυγικών. Την αγία Ιφιγένεια την είπαν ονειροπομπό.
 
*
©Απόστολος Θηβαίος

Εικόνα Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, “Οδυσσεύς φέρων την Φιγένειαν εις τον Ιερέαν Κάλχα του Θεού Απώλωνος”

Larry Cool, «Πάνω στὸ χιόνι πετᾶ ὁ Θεὸς γυμνὲς γυναῖκες» -ποίηση


Ἀνία, τὸ αἴσθημα τῆς ἀνυπαρξίας

Πλήττω γιατὶ δὲν ὑπάρχω.
Γεννήθηκα ἀπὸ ἕνα χασμουρητὸ
Πεθαίνω,
καταπίνοντας τὸν κόσμο μ’ ἕνα μεγαλύτερο.

Διασχίζω μιὰν ἔρημο
Τμήματα τοῦ σώματός μου,
Ἐξαφανίζονται κι ἐμφανίζονται σπασμωδικῶς
Γιὰ κεφάλι ἔχω μιὰ πυργωτὴ φωλιὰ τερμιτῶν
Λέξεις, πράγματα, ἀνθρώπινα ὄντα,
Στέκουν νεκρά ἀπολιθώματα
Τὸ Τίποτε ὑψώνεται τεράστιο, σκουριασμένο
Καταρράκτες αἵματος χύνονται ἀπ’ τὸν οὐρανό.

Ὁ κόσμος εἶναι σύννεφο
Τὸ σῶμα μου, οἱ στίχοι μου,
Ὅ,τι αἰσθάνομαι καὶ σκέπτομαι,
Εἶναι μορφές τοῦ σύννεφου καὶ χάνονται.

~ ~ * ~ ~
 
Χιονοπτώσεις στὰ ὀρεινὰ τῆς συνείδησης

Πολιτικοὶ καὶ τραπεζίτες,
Συναλλάσσονται μὲ ἀνθρώπινα δόντια.

Νιφάδες πέφτουν στὴ συνείδησή μου
Πληροῦν ὡς τὸ ταβάνι τὰ δωμάτια,
Παραγεμίζουν τ’ἀνθρώπινα σώματα,
Χώνουν τὶς πολυκατοικίες.
Ἀνεβαίνω στὸ κλιμακοστάσιο σκάβοντας
Συναντῶ τὴν ἔνοικο τοῦ ἄνω διαμερίσματος
-«Τί ’ναι ὁ κόσμος χωρὶς τὴ συνείδησή μου;»
-«Ἡ συνείδησή σου χωρὶς τὸν κόσμο» ἀπαντᾶ
»Θὰ μοῦ γαμήσῃς τώρα τὸ μουνάκι;»
Μέσα στὸ χιόνια τὰ χέρια τοῦ συζύγου της μᾶς ψάχνουν.

Πάνω στὸ χιόνι πετᾶ ὁ Θεὸς γυμνὲς γυναῖκες
Μιὰ μύγα κελαηδεῖ
Κάτι κοράκια ῥαμφίζουν τὸν σάκκο τοῦ ἥλιου
Σπίθες ξεχύνονται, -τὸ χιόνι ἀναφλέγεται.

~ ~ * ~ ~

Larry Cool, “Πάνω στὸ χιόνι πετᾶ ὁ Θεὸς γυμνὲς γυναῖκες” -ποίηση

Αρχείο 11/11/2013

Ἀνία, τὸ αἴσθημα τῆς ἀνυπαρξίας

Πλήττω γιατὶ δὲν ὑπάρχω.
Γεννήθηκα ἀπὸ ἕνα χασμουρητὸ
Πεθαίνω,
καταπίνοντας τὸν κόσμο μ’ ἕνα μεγαλύτερο.

Διασχίζω μιὰν ἔρημο
Τμήματα τοῦ σώματός μου,
Ἐξαφανίζονται κι ἐμφανίζονται σπασμωδικῶς Συνεχίστε την ανάγνωση του «Larry Cool, “Πάνω στὸ χιόνι πετᾶ ὁ Θεὸς γυμνὲς γυναῖκες” -ποίηση»

Μαρία Πετρίτση, Τα σκυλιά με τα κίτρινα μάτια

Δεν έχει ζήσει στο Παρίσι της Μπελ Επόκ, στη βικτωριανή Αγγλία ή στην Κούβα στα χρόνια της δουλείας. Η μητέρα της δεν αυτοκτόνησε θεαματικά ένα βράδυ του Αυγούστου σε μια σοφίτα του Μιλάνου, με θέα δυο καράβια που ξόκειλαν σε κάτι στενά, άνυδρα ποτάμια. Έχει διαβάσει κάμποσες φορές το Θάνατο στη Βενετία και πολύ συχνά, λίγο μετά τη δύση του ήλιου, ακούει με σύνεση και σεβασμό κάτι ποιήματα του Μπρεχτ, μελοποιημένα. 

Πότε πότε προσπαθεί να μιμηθεί τη φωνή της Λόττε Λένυα, όμως δεν της βγαίνουν οι χαμηλές οκτάβες και στο τέλος τα παρατά. Ζει σε ένα μικρό αλλά καλοβαλμένο ισόγειο διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας και κάθε τόσο ονειρεύεται έναν κήπο με λεμονιές και κόκκινες τουλίπες κάπου στην εξοχή. Μερικές φορές νιώθει άσχημη και βαρετή. Ανίκανη για το παραμικρό, πέρα από τις συγχυσμένες της σκέψεις. Κάνει βδομάδες ολόκληρες να βγει από το σπίτι της γιατί την τρομάζουν οι θόρυβοι του δρόμου και ο καιρός που κάθε τόσο αλλάζει σαν τρελός. Παλιά η κίνηση και τα κορναρίσματα των βιαστικών της περνούσαν απαρατήρητα. Όσο περνούν οι μήνες νιώθει όλο και πιο ευάλωτη στα εξωτερικά ερεθίσματα της ζωής που συνεχίζεται έξω από το παράθυρό της. Ξέρει να μαγειρεύει πικάντικες συνταγές που θα έστελναν για νοσηλεία όποιον πάσχει από έλκος στομάχου. Κάθε τόσο χαϊδεύει τη γάτα της και την ρωτάει σε άπταιστη νοηματική τι ώρα είναι. Η γάτα δεν καταλαβαίνει τη νοηματική. Νομίζει πως η κυρά της την καλεί για το δείπνο. Στα ράφια της συσσωρεύονται παλιά περιοδικά για κέντημα και βελονάκι, ληγμένα μακαρόνια νούμερο οκτώ, οδοντόπαστες, κουτιά με τσάι και κονσέρβες ροσμπίφ. Πάνω από το προσκεφάλι της κρέμεται ένας χειροποίητος Εσταυρωμένος, εργόχειρο της πρώτης εξαδέλφης της, τότε που ήταν μικρές και συναγωνίζονταν σε προκοπή και χάρη. Το κέντημα έχει κιτρινίσει λίγο στη γωνία πάνω αριστερά, και για να καλύψει τον ωχρό λεκέ έχει στερεώσει πάνω του με κλωστή ένα αποξηραμένο μπουκέτο λουλούδια. Της τα είχε προσφέρει ο πατέρας της για την ονομαστική της εορτή κάποια χρονιά που δεν θυμάται ποια ήταν. Την κάρτα που τα συνόδευε την έχει κολλήσει στο ψυγείο με μαγνητάκι και την διαβάζει πού και πού. Συχνά, μαζί με τον πρωινό καφέ που τον προτιμά πικρό και βαρύ, για να ταιριάζει με το τσιγάρο, σκέφτεται πως τα πάντα είναι ανόητα. Και η ζωή η ίδια μια κακόγουστη ανοησία. Χωρίς βαθύτερο νόημα, όπως υποστηρίζουν οι αισιόδοξοι σοφοί, χωρίς καν λίγο σκέρτσο πάνω στην αλλαγή του χρόνου. Μελοδραματική προσπαθεί να μην γίνεται ποτέ. Δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό της αν με κάποιο τρόπο έχανε τον έλεγχο και εκτίθονταν μπροστά στα μάτια της γάτας. Όταν αισθάνεται πως κάτι πρέπει να συμβεί σκαλίζει με τα δάχτυλα το χώμα στις γλάστρες και ψάχνει να βρει τους σπόρους από τα κυκλάμινα του Απρίλη, να δει σε ποιο στάδιο βρίσκονται και αν μεγάλωσαν καθόλου. Έπειτα σκουπίζει τα χέρια στο φόρεμά της και θυμάται πως ποτέ της δεν φρόντισε να αγοράσει μια σωστή οικοκυρική ποδιά. Τις νύχτες της αρέσει να ανοιγοκλείνει την πόρτα του ψυγείου και να βλέπει το κίτρινο φωτάκι να ψυχορραγεί. «Όταν καεί εντελώς», σκέφτεται, «το ψυγείο μου θα βυθιστεί σε μια παγωμένη, ατελείωτη νύχτα, όπως εκείνη του παραμυθιού». Έπειτα βγάζει από τον αχρησιμοποίητο φούρνο μικροκυμάτων το χαρτονένιο κουτί με τις φωτογραφίες και προσπαθεί να θυμηθεί εποχές που δεν έζησε ποτέ και πρόσωπα αγαπημένων που δεν ζουν πια κοντά της. Είναι σίγουρη πως οι σκέψεις της έχουν συμβεί κάπου στο παρελθόν σαν πραγματική ζωή που όμως την έζησε μια άλλη γυναίκα. Και πως η ίδια είναι ένα μεσοδιάστημα, ένας άνθρωπος αναμονής – όπως οι αίθουσες στα νοσοκομεία – ανάμεσα σε δύο άλλους ανθρώπους, που δεν έχει καταλάβει ακόμα ποιοι είναι και τι θέλουν από τη ζωή. Αν κάποια μέρα πάψει να σκέφτεται με απορία τις ξένες ζωές και τις εκδοχές τους, ενδέχεται να ανοίξει επιτέλους τους ορίζοντές της και να ασχοληθεί ενεργά με τη διάσωση της σπάνιας χελώνας της Ζακύνθου, με τα δικαιώματα των πολιτικών κρατουμένων στο Γκουαντάναμο, με την ετυμολογία των αρχαίων ονομάτων που απαντώνται ακόμα στο ορθόδοξο εορτολόγιο – Ευαγόρας, Λέανδρος, Αρσινόη, Χρυσηίς – και με μια σπάνια ράτσα άγριων σκυλιών της Ανταρκτικής, που κάποτε άκουσε πως έχουν κίτρινα μάτια.

 

 
*
©Μαρία Πετρίτση
photo©Στράτος Φουντούλης, «…de La garde-robe de Manneken-Pis», Bruxelles 2010