Tony Judt, Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο


Mετάφραση: Νικηφόρος Σταματάκης
Eπιμέλεια: Ελένη Αστερίου

Εφημερίδα Καθημερινή/ εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2013, 361 σελ.

Το 1945 η Ευρώπη ήταν συντρίμμια, ρημαγμένη από τον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και τις μαζικές σφαγές. Ευρύτατες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης περιέρχονταν στο σοβιετικό έλεγχο, αντικαθιστώντας τον παλιό δεσποτισμό μ’ έναν νέο. Σήμερα, η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια και οι δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φθάνουν μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας.

 

Ο Τόνυ Τζαντ αφηγείται με σαφήνεια και πυκνότητα αυτή την πολυσύνθετη ιστορία, όπως ξετυλίγεται κάτω από τη μόνιμη σκιά του ίδιου του πολέμου: την ανόρθωση της Ευρώπης μέσα από τα ερείπια, τις αποκλίνουσες εμπειρίες της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης, την παρακμή και την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος και την άνοδο της ΕΟΚ και της ΕΕ, το τέλος των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τις μεταβαλλόμενες σχέσεις της Ευρώπης με τις δύο μεγάλες δυνάμεις που την περιβάλλουν, τη Ρωσία και την Αμερική.
Ανάμεσα απ’ αυτές τις γενικές γραμμές προβάλλουν συγκεκριμένα πολιτικά γεγονότα, φαινόμενα και πρόσωπα: η δικτατορία του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία δίπλα στην Ισπανία του Φράνκο αλλά και τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου, ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, οι αγώνες στη Βόρεια Ιρλανδία και στη Χώρα των Βάσκων, ο Μάης του ’68 στο Παρίσι και τα γεγονότα στην Ιταλία και στην Πράγα, οι εντάσεις ανάμεσα στις γλωσσικές κοινότητες του Βελγίου, η σοσιαλδημοκρατία στις σκανδιναβικές χώρες, ο ρόλος του Τσώρτσιλ, του Στάλιν, του Φράνκο, του Μιτεράν, του Γιαρουζέλσκι, του Μπερλουσκόνι και πολλών άλλων. Σχηματίζεται ακόμη ένα μωσαϊκό από οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ιστορίες, όπως η ανάπτυξη της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η εμφάνιση του ψυγείου και η εξάπλωση του καταναλωτισμού, η μετανάστευση και οι γκασταρμπάιτερ, ο υπαρξισμός και η παρακμή του δημόσιου διανοούμενου, ο γαλλικός και ο τσέχικος κινηματογράφος, η μπητλομανία και το πανκ ροκ…

Κριτική, παρουσίαση:
Του Θανου Βερεμη στην Καθημερινή

Για τον ιστορικό Τόνι Τζαντ

Στο μνημειώδες έργο του για τη μεταπολεμική ιστορία της ηπείρου μας (Postwar: A History of Europe Since 1945, The Penguin Press, 2005, σελ. 800), ο Tony Judt γράφει: «Στην αυγή του 21ου αιώνα, η Ευρώπη προβάλλει ως κοινότητα αξιών. Οι αξίες αυτές αποτελούν πρότυπο για Ευρωπαίους και μη». Ο Tony Judt επαναφέρει στο λεξιλόγιο των κοινωνικών επιστημών όρους που έχουν περίπου εξαφανισθεί από την κοινή χρήση: Αξίες, αρετή, ηθική της κοινότητας και του κράτους. Οι όροι γι’ αυτόν είναι το αναγκαίο παρακολούθημα των ελευθεριών που η Ευρώπη εξασφάλισε με τόσο αίμα. Μας θυμίζει ακόμα ο Judt ότι για τις πολύτιμες ελευθερίες μας εγγυάται μόνο ένα ενάρετο κράτος. Εάν το δημοκρατικό μας πολίτευμα μωρανθεί, τότε κράτος και ελευθερίες θα ακολουθήσουν του κακού τον δρόμο.
Χτυπημένος από θανατηφόρο εκφυλιστική ασθένεια, κατάφερε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του (2010) να υπαγορεύσει στο New York Review of Books (ΝΥΡΒ) αποσπασματικές του μνήμες από ένα παρελθόν γνώριμο στη γενιά του. Στις αναμνήσεις του περιγράφει με θαυμασμό το σπαρτιατικό ήθος όσων επέζησαν του πολέμου, την καρτερικότητα και τη σκληραγώγησή τους. Το παιδί της εποχής της σπανιότητας των υλικών αγαθών βίωνε έναν κόσμο γεμάτο ελπίδα, υπερηφάνεια και φαντασία. Η αναγκαστική λιτότητα εξομοίωνε οπτικά τους πολίτες και τα ταξίδια με το τρένο μεταμορφώνονταν σε μεγάλη περιπέτεια. Ο Judt περιγράφει με τρυφερότητα τον μεταρρυθμιστή πρωθυπουργό Clement Atlee: «Εζησε και πέθανε μετρημένα, χωρίς να δρέψει υλικές απολαβές από μια ολόκληρη ζωή στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος… Ποιος από τους σημερινούς ηγέτες μας θα κατανοούσε τη συμπεριφορά αυτή;» (ΝΥRB, Μάιος 13-26, 2010, σελ. 21).
Τον Judt απασχολούσε σοβαρά η εβραϊκή του καταγωγή. Αν και αγνωστικιστής και αδιάφορος προς τις τελετουργικές παραδόσεις, αντιλαμβανόταν ότι η άρνηση της καταβολής του αυτής θα αποτελούσε πράξη προδοσίας προς τη μνήμη της συγγενούς του Tony Avegael από την Αμβέρσα, που πέθανε στο Αουσβιτς το 1942 και της οποίας το όνομα του δόθηκε εις μνήμην της. Ωστόσο, υπήρξε επικριτικός της πολιτικής που ασκεί το Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων και αντιμετώπισε γι’ αυτό ποικίλες επιθέσεις. Πρότεινε τη μετάλλαξη του Ισραήλ από αποκλειστικά ιουδαϊκό κράτος σε κράτος δύο εθνοτήτων με ίσα δικαιώματα. Η πρόταση αυτή θεωρήθηκε από το ισραηλινό lobby στις ΗΠΑ απόλυτα εχθρική προς το μέλλον της κοιτίδας των Εβραίων. Χωρίς πολλές διαδικασίες ο Judt διώχτηκε από τη συντακτική επιτροπή του περιοδικού New Republic. Εξακολούθησε να ασκεί κριτική στους πολιτικούς ηγέτες του Ισραήλ από το NYRB και την ισραηλινή εφημερίδα Haaretz.
Η τελευταία του δεκαετία (2000-2010) υπήρξε από τις λιγότερο εποικοδομητικές της τελευταίας τριακονταετίας. Η τρομοκρατική καταστροφή των Διδύμων Πύργων στη Νέα Υόρκη προκάλεσε, μεταξύ άλλων, τη δαπανηρή σε αίμα εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και πολλαπλασίασε τον θρησκευτικό φανατισμό στις ισλαμικές χώρες, αλλά και τον φονταμενταλισμό των Ευαγγελιστών του κεντρικού και νότιου τμήματος των ΗΠΑ. Eτσι, ο George W. Bush εξασφάλισε δεύτερη θητεία και άφησε πίσω του μια μεγάλη οικονομική κρίση και την εμπλοκή της χώρας του στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.
Ο βραβευμένος με Nομπέλ στα Οικονομικά, αλλά και σχολιαστής της επικαιρότητας, Paul Krugman χαρακτήρισε την περασμένη δεκαετία «το μεγάλο μηδέν» (New York Times, 28/12/09). Mηδέν σε θετική ανάπτυξη, μηδέν σε πρόνοια για τις επερχόμενες καταστροφές και μηδέν στις ηθικές επιδόσεις πληθώρας ηγετών της επιχειρησιακής Αμερικής. Θα είναι δύσκολη πια η επαναφορά της οικονομικής σκέψης στην πίστη προς το «αόρατο χέρι της αγοράς» που διορθώνει όλες τις δυσλειτουργίες του συστήματος. Ο Milton Friedman και ο Friedrich Hayek θα δυσκολεύονταν σήμερα να εξηγήσουν τις αλλεπάλληλες «φούσκες» που οδήγησαν την παγκόσμια οικονομία σε κρίση διαρκείας.
Η παγκοσμιοποίηση, όπως επισημαίνει ο Judt, διαρκώς μας ξαφνιάζει. Παρά την εντύπωση ότι απ’ αυτήν επωφελούνται περισσότερο οι οικονομικά εύρωστες χώρες, οι μεγάλοι κερδισμένοι υπήρξαν η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία με συνολικό πληθυσμό περίπου δύο δισεκατομμύρια τετρακόσια εκατομμύρια κατοίκους. Την περίοδο 1981-2007, η φτώχεια στην Κίνα μειώθηκε κατά 70%. Θα παρατηρούσαμε ότι, μολονότι οι νεοσυντηρητικοί και ο Σάμιουελ Χάντιγκτον πίστευαν πως ο ισλαμισμός και ο κομφουκιανισμός (Κίνα) θα συμπήξουν ανίερη συμμαχία κατά της χριστιανικής Δύσης, η Κίνα σήμερα κατέχει ομόλογα του αμερικανικού δανείου αξίας μεγαλύτερης από ένα τρισ. δολάρια και τα συναλλαγματικά της αποθέματα ξεπερνούν τα 2,5 τρισ. δολάρια. Η τυχόν καταστροφή συνεπώς της αμερικανικής οικονομίας μπορεί να συμπαρασύρει και την κινεζική.
Μολονότι οι παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις έχουν πάντοτε σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές παρενέργειες, αποτελούν φαινόμενα παροδικά. Η σημερινή κρίση, μάλιστα, ίσως έχει και κάποια ευεργετικά αποτελέσματα ως προς το μόνιμο και επιδεινούμενο ζήτημα του περιβάλλοντος. Η προσωρινή έστω μείωση της ζήτησης αγαθών, με τη συνακόλουθη επίπτωση στην κατανάλωση ενέργειας, προσφέρει ένα διάλειμμα στο βεβαρημένο οικοσύστημά μας. Το σημαντικότερο είναι αυτό που σημειώνει ο Κίσινγκερ: «Η οικονομική κρίση στερεί τις μεγάλες δυνάμεις από την αναπτυξιακή τους ώθηση, υποχρεώνοντάς τες σε επιβεβλημένη συνεννόηση. Κρίσιμα ζητήματα, όπως το περιβάλλον, η κλιματική αλλαγή και τα όπλα μαζικής καταστροφής, τείνουν να καταστούν θέματα κοινού ενδιαφέροντος και σημεία συμφωνίας μεταξύ παραδοσιακών εχθρών».
Παρά τη γενική εντύπωση μετά την πτώση του κομμουνισμού ότι ο κόσμος κατευθυνόταν προς ένα παγκόσμιο σύστημα με πλοηγό την αγορά, η οικονομική κρίση του 2008 επαναφέρει τα έθνη-κράτη ως καθοριστικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής. «Θα έπρεπε να καταλάβουμε ότι η πολιτική παραμένει εθνική, ακόμη και όταν τα οικονομικά είναι παγκοσμιοποιημένα». Με την αποστροφή αυτή, ο Judt μας θυμίζει ότι η αναζήτηση του χρηστού πολιτεύματος των αρχαίων είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ.

[Καθημερινή]

*
Της Εύης Καρκίτη στον Αγγελιοφόρο

Ευρωπαϊκό, μεταπολεμικό πανόραμα

Σε ένα ανέκδοτο της σοβιετικής εποχής κάποιος ακροατής καλεί το αρμενικό ραδιόφωνο και ρωτά: «Eίναι δυνατόν να προβλέψετε το μέλλον;». Απάντηση: «Ναι, κανένα πρόβλημα. Ξέρουμε ακριβώς πώς θα είναι το μέλλον. Το πρόβλημά μας είναι το παρελθόν: αλλάζει συνεχώς».
Ο Τόνι Τζαντ συμφωνούσε πως πράγματι το παρελθόν αλλάζει. Το Δεκέμβριο του 1989, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στην Πράγα, βρέθηκε στο δυτικό τερματικό σταθμό της κύριας σιδηροδρομικής γραμμής της Βιέννης. Ηταν μια συγκλονιστική χρονιά για την Ευρώπη, που έβλεπε να τελειώνει μια εποχή και να ξεκινά μια νέα στη θέση της, η οποία έφερνε σοβαρές αμφισβητήσεις σε πολλές και για καιρό υφιστάμενες παραδοχές. Η Βιέννη ήταν, κατά τη γνώμη του Τζαντ, ένα καλό σημείο για να συλλογιστεί κανείς πάνω στην Ευρώπη, στο μέλλον της, αλλά και το παρελθόν της, που κάτω από το βάρος των εξελίξεων φάνταζε πλέον διαφορετικό. Εκείνη ήταν η στιγμή που αποφάσισε να προχωρήσει σε ένα φιλόδοξο εγχείρημα, το οποίο αποδείχτηκε και τολμηρό και πρωτότυπο. Το σχέδιό του δεν τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή, όμως οι καθυστερήσεις λειτούργησαν προς όφελός του. Ανοιξαν αρχεία και ταυτόχρονα ξεκαθάρισαν συγχύσεις. Το έργο «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» (Postwar), προϊόν πολυετούς έρευνας, είναι αισθητά διαφοροποιημένο από τη «σχεδόν ευχάριστη» αφήγηση για το δεύτερο μισό του ευρωπαϊκού 20ού αιώνα, που δίνει έμφαση στα επιτεύγματά της. Κυρίως γιατί ο Τζαντ ενδιαφέρθηκε και για τη μελέτη της Ανατολικής Ευρώπης, απορρίπτοντας ωστόσο την ιδέα να αφηγηθεί την ιστορία των δύο τμημάτων της διαιρεμένης μεταπολεμικά Ευρώπης, απομονώνοντας το ένα τμήμα από το άλλο.
Ο πολυβραβευμένος διαπρεπής ιστορικός γεννήθηκε το 1948 στο Λονδίνο. Σπούδασε στο King’s College του Κέιμπριτζ και στην Ecole Normale Superieure του Παρισιού. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Κέιμπριτζ, της Οξφόρδης, του Μπέρκλεϊ και της Νέας Υόρκης. Στο τελευταίο μάλιστα ίδρυσε το Ινστιτούτο Ρεμάρκ για τη μελέτη της Ευρώπης. Πέθανε το 2010 χτυπημένος από μια επιθετική μορφή πλάγιας αμυοτροφικής σκλήρυνσης.

Ενα πολυσύνθετο έργο

Ο Τόνι Τζαντ ξεκινά την αφήγησή του από τη γεμάτη λεπτές αποχρώσεις κατάσταση της Γηραιάς Ηπείρου, της θρυμματισμένης από τον πόλεμο, διατυπώνοντας την άποψη πως ο Β’ Παγκόσμιος ήταν, σε αντίθεση με τον Α’, μια σχεδόν καθολική εμπειρία. Η έρευνά του ολοκληρώνεται με τη μελέτη του χρονικού διαστήματος από την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου μέχρι το 2005, θίγοντας ζητήματα που απασχολούν μέχρι σήμερα, που προκαλούν μεγάλες ζητήσεις και θυελλώδεις αντιπαραθέσεις. Ο Τζαντ αγκαλιάζει κάθε τομέα της ανθρώπινης εμπειρίας, αφηγούμενος με λιτό και άμεσο λόγο τις εξελίξεις στη στρατιωτική, πολιτική, κοινωνική, πολιτιστική ιστορία, στις εξελίξεις στο επίπεδο των ιδεών, μελετώντας περισσότερες από τριάντα χώρες, οι οποίες έχουν μεταξύ τους μεγάλες διαφορές και επηρεάζονται από διαφορετικές παραδόσεις. Η ευρυμάθειά του, τα στοιχεία που φέρνει στο φως, οι απόψεις που διατυπώνει, κλονίζουν σε πολλές περιπτώσεις γερά εδραιωμένες αντιλήψεις, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με μια νέα οπτική για την ιστορία της Ευρώπης, το πώς είδαν οι Ευρωπαίοι κάτω από το βάρος συγκλονιστικών εμπειριών τον εαυτό τους.
Υπερασπιστής μιας μετριοπαθούς αντίληψης και του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, υπερασπιστής της μνήμης, ο Τζαντ θεωρούσε πως οι Ευρωπαίοι πρέπει να διατηρήσουν ένα ζωτικό δεσμό με το παρελθόν τους, όσο τρομερό και αν υπήρξε αυτό σε κάποιες στιγμές του, και διατυπώνει την άποψη πως πρέπει να διδάσκεται από την αρχή σε κάθε νέα γενιά. Το δοκίμιο «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», με το οποίο «κλείνει» το πολυσέλιδο έργο, αποτελεί ένα σταθμό στη μακραίωνη ουμανιστική παράδοση και ταυτόχρονα ένα εργαλείο για ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα όχι μόνο της δημόσιας αλλά και της ιδιωτικής ζωής: την κατανόηση και τη διαχείριση του παρελθόντος.

[Αγγελιοφόρος]

*

Ο Γρηγόρης Μπέκος στο Βήμα 03.02.2013

Η κοινωνική Ευρώπη πρέπει να ζήσει

Ο Τόνι Τζαντ υπερασπίζεται το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο σε μια μεγάλη σύνθεση για τη μεταπολεμική Ιστορία της Γηραιάς Ηπείρου. Η τελευταία έρευνα του βρετανικής καταγωγής ιστορικού που πέθανε πρόωρα το 2010.
Το αποφάσισε εκείνον τον παγωμένο Δεκέμβρη του 1989 στην παλλόμενη καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου. «Η μεταπολεμική Βιέννη – όπως και η μεταπολεμική Ευρώπη – ήταν ένα επιβλητικό οικοδόμημα που χτίστηκε πάνω σε ένα παρελθόν για το οποίο δεν μιλούσε κανείς». Τον εντυπωσίαζε ο τρόπος με τον οποίο γρήγορα λησμονούσε η Δύση και εύκολα αποσιωπούσε η Ανατολή, ταμπουρωμένες καθώς ήταν πίσω από αυτό το γεωγραφικό σχίσμα του αίματος και της καταστροφής.
Να ήταν άραγε – είτε ρεαλιστικά είτε ακόμη και μεταφυσικά μιλώντας – το ένστικτο αυτοσυντήρησης της Ευρώπης που «σαν την αλεπού, ξέρει πολλά»; Μερικές εβδομάδες νωρίτερα είχε πέσει το Τείχος του Βερολίνου, το σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου που τη διχοτομούσε από τον Αύγουστο του 1961. Αλλά «τώρα το μέλλον της Ευρώπης εμφανιζόταν πολύ διαφορετικό, αλλά εξίσου διαφορετικό φαινόταν και το παρελθόν της»συλλογιζόταν ο κορυφαίος βρετανός ιστορικός Τόνι Τζαντ (1948-2010) καθώς άλλαζε τρένο στον δυτικό τερματικό σταθμό της «ουδέτερης» Βιέννης. Επέστρεφε τότε από την εξεγερμένη Πράγα «όπου οι θεατρικοί συγγραφείς και οι ιστορικοί του Φόρουμ των Πολιτών ξήλωναν ένα κομμουνιστικό αστυνομικό κράτος και πετούσαν 40 χρόνια «υπαρκτού σοσιαλισμού» στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας». Για τον ίδιο «ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η Ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης έπρεπε να ξαναγραφτεί» καθώς «σκιάζεται από σιωπές και απουσίες».
Το 2005 τελικώς, έπειτα από συστηματική και πολυετή έρευνα στα διαθέσιμα ιστορικά αρχεία έξι διαφορετικών γλωσσών, εξέδωσε το magnum opus του Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο, που απέσπασε την κριτική αποδοχή των συναδέλφων του. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Γέιλ Τίμοθι Σνάιντερ το περιέγραψε μάλιστα ως «το καλύτερο βιβλίο πάνω στο θέμα που θα μπορούσε να γράψει ποτέ κανείς».

Περισσότερα >>> 

Pauline Rowe, whispering like a wound -poetry


Story of a Rented House

It was made of ice-cream, at a glance.
No house should be yellow. We knew it
and said nothing.

We were foolish to lie there,
to make love and think the walls
would keep our secrets.

The place made notes and sent
regular reports to his mother
who placed a curse on my foolish head.

The telephone wires took messages
from the snow queen, played the words
back in his dreams so he thought me a traitor.

He sat in the dark as I worked in the evenings
as the windows closed like the eyes of the dead.

I left early one night as
I heard him call my name. I swear.
But he was not there,

he was not outside,
he was not in any room,
he was not making music,

he was not waiting
for me

he was not waiting
he was not ever waiting
ever waiting
ever again.

*
Shirt

She can’t renounce the colour of his shirt,
its warp, its weft, the slightest scent of it
how, like a ghost, the movement in his hands
roots out, haunts her history in the dark.

His lips, the gentlest breath now finds her skin
draws a careful map; how transparent loss
can only be observed when certain light
catches it, the ink of night in traces

embroidered by creatures with slow purpose
as though the tiny light of centuries
were threaded microscopically in stone.

Norman tapestries offer up their hands
yet of this holy shirt that held his back
just shade remains, remembrance of pale green.

 
*
Demeter’s Dedication

I go out to shoot everything
ahead of the hunt; foxes, rabbits, otters,
peacocks, doves, parakeets, macaws.

Red’s in everything, the ecstasy of summer gone:
my breasts ache with the memory of milk.
My daughter, blind to winter, turns her back

I smell the anxious dead gathering
to witness her return, hear cold sunshine
whispering like a wound, singing songs, telling tales.

I can, at least, describe this waiting,
testify against the lowest of the low –
that rancid, hollow, stinking thing
who stole her from the day
and calls himself a god.

I will make the mountains cringe,
the rivers boil with human dead,
colour them full of poisons, break out
from their boundaries, invite the busy harbours
to collapse, call the seas into cities,
command volcano dust to choke
the Western hemisphere,
invite ice to claim dominion
where it can.

I walk always, I have no choice
while she’s imprisoned in her crimson bed,
her dungeon in the underworld.

I liquefy the silver of the moon with mercury,
pour it like a jug of cream over the ocean.

I heard you crying in the dark
my beloved child, my girl.
He took away the lanterns,
snuffed out all the stars.

Across the continent, my grief of grief
becomes a dance of death.

*
©Pauline Rowe
photo©Stratos Fountoulis, «Shopping Centre 2013»

*

Pauline Rowe lives in Liverpool and works as Poet-in-Residence at Liverpool Mental Heath Services (Mersey Care NHS Trust). She also works on writing and well-being projects for the charity North End Writers. Her collection Waiting for the Brown Trout God (2009) was published by Headland Publications.
She has an MA in Writing and Reading Poetry and is in the first year studying (part-time) for a PhD at Liverpool University from Oct 2013, researching the uses of poetry in mental health services.
She has worked with a range of organisations including FACT, Liverpool Poetry Cafe, Shrewsbury House, Liverpool Library services, the Greenbank project, Tenantspin, BBC Radio Merseyside and Project 51. Contact: northendwriters@gmail

Sotirios Pastakas, “a tongue-tied apology” -poetry


XANTHE*

to Daphne Georgiadou

A cockroach resting
between the washbowl 
and the mirror, motionless,
there, half-way up
the grey wall.
In the cobbled streets
the same old footsteps,
the feet going pit-a-pat
along the alleyways,
the trot

of a woman passing and gathering
pitter-patter men’s
glances, she gathers them 
pitter-patter and tucks them
into her midi skirt.
They climb up
her thighs,
they turn into a cockroach,
they halt on her hips.
Glances-cum-insects
glances slithering up
to her pliant waist,
her lush bust,
her protruding tits
that break first 
men’s hinting 
tape. Men
beckoning 
everywhere, 
tipping the wink 
men devising 
the same old 
tricks, ploys,
fallacies,
compliments.
The cafés
are full of men
sitting on chairs
in fours.
Men erect
standing 
on the pavement 
in a state of expectation,
leaning over to stamp out
their fag-end.
One is bending down
to do up his shoelaces,
another comes to a sudden stop
and bids you a simple “good morning”,
another turns round as you are passing
and whistles at you,
yet another is standing stunned
at the butcher’s entrance
and is slow getting out of the way
allowing you to pass, mumbling 
a tongue-tied apology.
The baker smiles at you.
The haberdasher tells you:
“You look lovely today,
Madam!”
The greengrocer offers you
a split pomegranate.
Someone else greets you
by ringing 
his bicycle bell,
rhythmic and melodious.
Same streets,
same men,
same distance
for twenty-seven long years,
the glances mercury
on you, and some others
red beads
round your neck.
The trip on your back
in a low-necked blouse 
since October’s 
voluptuous sunny days 
allow it.
The birds are singing,
the cars are speeding by,
the men pause and look around,
your buttocks are swaying
on high-heel boots,
the days are shortening.
In the streets and squares
your yesterday’s admirers
are aging adolescent
in the same cafés.
The province is an inexhaustible
supply of enthusiasm.
Transplanted vision
always leads us 
to the same streets,
and when we lose our way,
a couple of steps further on 
there’s a half-open 
window, jasmine 
in bloom, you arrange
your hair,
a slim-waisted, stylish 
figure
ducking 
at the War Memorial
to avoid the machine gun’s
barrel.
She dabs her lips with lipstick 
on the sly, on the quiet
she sends an SMS
on her mobile phone
under the table.
She ignores a call,
she is either not connected to this line
or has her phone deactivated
for one-third of the time.
She receives flowers from strangers,
red roses,
mouths half-open for a kiss,
red lips, 
greedy lips that know 
how to bite an apple,
to cut a thread
with their teeth, to sew up
silence and smile,
dyed conversations,
kisses on a bench,
a butterfly at rest
on the tip of a leaf,
your face once again
an outlet for pedlars
and beggars in the hum
of the streets.
Your face, 
an embroidery 
on a shop window,
in a shop window.
Behind a café’s 
glass windows dozens
of man’s faces.
Your face on
a glass window, you pause,
you straighten your eyelashes somewhat,
you try a smile,
you start walking again,
you rise, travel,
get lost, arrive,
your face deforms,
your figure is nondescript,
only your eyebrows 
and your eyes will be ours.
Your father’s nose is
that of our fellow-citizens,
the mass of hands
that have yet to touch you,
words have not wounded you,
hugs have not made you dizzy,
lovers’ shapeless profiles,
flat excitements,
inexplicable passions, stickabilities ,
unforeseen love affairs,
offhand flirting, 
rough and ready sex as usual,
unexpected love.
Start walking,
share out your body,
stop and listen
to the country’s music,
sense a musical phrase,
a note announcing
a Hadjidakis** instrumental piece.
Admire your lissome shadow
in men’s looks.
Hear the masculine confessions
from one who weans away
from the crowd and follows you
step by step, keeping a lover’s distance
as far as your house, 
because your house is built
of stone, lips and arms,
an untidy girlish 
bedroom, sheets in a mess.
She undresses 
in the steamy bathroom,
the cockroach having 
traced out its route,
the mirror naked,
my daughter bathes 
after her stroll
to the Xanthe 
Progressive Union. 

©Sotirios Pastakas
The town of Xanthe, vintage photo 1930 


*

*Xanthe: The capital of the province of Thrace.
**Manos Hadjidakis (1925-1994): Internationally famous Greek composer.

Translated from the Greek by Yannis Goumas

Κλείτος Κύρου, «Στις ομοιόμορφες οικοδομές και πάνω στις στέγες» -ποίηση


Πίστη

στον Θανάση Κωσταβάρα
που το ανακάλυψε

Ξέραμε πως θα ’ρχόταν μια μέρα
Που θα φιλιόμασταν όλοι στους δρόμους
Που οι παπαρούνες θα σαλεύαν ελεύθερες στον άνεμο
Που τα βράδια θα πέφταν αργά γεμάτα καλοσύνη

Κι όμως η πίστη ποτέ δεν ξεφτούσε
Τις κατάμαυρες νύχτες
Κλεισμένοι στα σπίτια μας
Ακούγαμε τις τουφεκιές στους δρόμους
Να τρυμπανίζουν την παρθένα ερημιά
Και τ’ άγουρα παλικάρια
Μπροστά στις μπούκες που θα ξερνούσαν το θάνατο
Τραγουδούσαν έχε γεια καημένε κόσμε Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κλείτος Κύρου, «Στις ομοιόμορφες οικοδομές και πάνω στις στέγες» -ποίηση»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα

ΧΑΪΔΕΥΟΤΑΝ… ναι, αυτό έκανε για πρώτη φορά στη ζωή της! Χαϊδευόταν ελπίζοντας όχι απλώς να νιώσει ηδονή, αλλά να οδηγήσει την ηδονή της στο αποκορύφωμά της, εκεί όπου δεν είχε καταφέρει ποτέ να φτάσει με τον Στέλιο. Αν το κατόρθωνε αυτό μόνη της, τότε δε θα τον είχε πια ανάγκη τον Τέλογλου – ούτε αυτόν ούτε τον πελώριο πούτσο του. Θα ήταν αυτάρκης και πανευτυχής και δε θ’ ανησυχούσε ποτέ πια για το αν θα τον έχανε ή όχι. Ναι, αν κατάφερνε να φτάσει σε οργασμό από μόνη της, τότε όλα της τα προβλήματα θα είχαν λυθεί ως διά μαγείας, θα είχε μια για πάντα απαλλαγεί από τα δεινά της.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα

Αρχείο 04/11/2013

ΧΑΪΔΕΥΟΤΑΝ… ναι, αυτό έκανε για πρώτη φορά στη ζωή της! Χαϊδευόταν ελπίζοντας όχι απλώς να νιώσει ηδονή, αλλά να οδηγήσει την ηδονή της στο αποκορύφωμά της, εκεί όπου δεν είχε καταφέρει ποτέ να φτάσει με τον Στέλιο. Αν το κατόρθωνε αυτό μόνη της, τότε δε θα τον είχε πια ανάγκη τον Τέλογλου – ούτε αυτόν ούτε τον πελώριο πούτσο του. Θα ήταν αυτάρκης και πανευτυχής και δε θ’ ανησυχούσε ποτέ πια για το αν θα τον έχανε ή όχι. Ναι, αν κατάφερνε να φτάσει σε οργασμό από μόνη της, τότε όλα της τα προβλήματα θα είχαν λυθεί ως διά μαγείας, θα είχε μια για πάντα απαλλαγεί από τα δεινά της.
   Αυτό είναι, αυτό, αυτό, αυτό! ούρλιαξε μια φωνή μες στο κεφάλι της. Μη σταματάς, συνέχισε, μη σταματάς, μη στα… μα…
   Προς στιγμήν η Λούλα είχε φοβηθεί ότι η συνειδητοποίηση του τι ακριβώς έκανε θα μπορούσε και να τη φρενάρει, αλλά τελικά την απελευθέρωσε και τώρα τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού βυθίζονταν σαν παλλόμενα έμβολα μες στην υγρή κάτω πύλη της, χωρίζοντας στα δυο την απαλή, φλογισμένη σάρκα. Ύστερα βγήκαν και, μουσκεμένα όπως ήταν από τα κολπικά υγρά της, άνοιξαν τα πέταλα του αιδοίου της και άρχισαν να παίζουν με την κλειτορίδα της. Την έτριβε και τη χάιδευε ανασηκώνοντας την και μπατσίζοντάς την ελαφρά με τις άκρες των δαχτύλων της, κάνοντάς την να κυματίζει μανιασμένα, όπως όταν χτυπάει ο άνεμος ένα κουρελάκι. Και ταυτόχρονα προσπαθούσε να μη σκέφτεται τι είναι αυτό που κάνει, προσπαθούσε να εκτελεί τη διαδικασία μηχανικά, σαν κουρδισμένη.
   Τώρα είχε ξανά προσηλωθεί στις σκηνές που προβάλλονταν μέσα στη σκοτεινή οθόνη του μυαλού της. Ο γυμνάστης χτυπιόταν σαν παλαβός πάνω στα οπίσθια της ξανθιάς, η οποία είχε χώσει το πρόσωπό της ανάμεσα στα πόδια της καστανής και έγλειφε. Οι κραδασμοί από τις παλινδρομικές κινήσεις του νεαρού μεταφέρονταν πάνω στην καστανή, η οποία τρανταζόταν ολόκληρη, σαν να τη γρονθοκοπούσαν, με το κεφάλι της να πηγαινοέρχεται στους ώμους, τα γυμνά της στήθη να χορεύουν στον αέρα και το στόμα της ν’ αφήνει άναρθρες κραυγές από τη μεγάλη καύλα. Ο ρυθμός με τον οποίο έτριβαν τα δάχτυλα της Λούλας την κλειτορίδα της, ή και μπαινοέβγαιναν πότε πότε ανάμεσα στα πόδια της, ήταν ίδιος με το ρυθμό που γαμούσε ο γυμναστής την ξανθιά, ίδιος με το ρυθμό που δονούσε με τις παλμικές κινήσεις του ολόκληρο το τρίο, ολόκληρο εκείνο το αλλόκοτα ενωμένο ανθρώπινο σύμπλεγμα…
***
ΤΕΛΙΚΑ, η Λούλα δε χαϊδευόταν απλώς. Αυνανιζόταν για πρώτη φορά στη ζωή της και ένιωθε υπέροχα. Το χόρτο την είχε βυθίσει σε μια γλυκιά χαύνωση, την είχε λύσει και αυνανιζόταν με μια ονειρική βραδύτητα. Η όλη φάση κράτησε πάρα πολύ, αφύσικα πολύ και η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Λούλα δεν ήταν σταθερή, άλλαζε κάθε τόσο.
   Πότε καιγόταν ολόκληρη και μούγκριζε και συστρεφόταν πάνω στα μαξιλάρια και πότε βυθιζόταν σε μια υποτονική αδράνεια. Τα δάχτυλά της σούφρωναν τότε το ύφασμα του σλιπ, μέχρι να γίνει σαν ένα στριμμένο, χοντρουλό κορδόνι –το κορδόνι ενός πρωτόγονου, προχειροφτιαγμένου τάνγκα– το οποίο έσερνε τεμπέλικα ανάμεσα στα πρησμένα, μαλακά χείλη του αιδοίου της, μπρος πίσω, πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, απαλά απαλά ή και σκληρά, απότομα και άγρια.
   Άλλοτε το εγκατέλειπε εντελώς το αναψοκοκκινισμένο τριαντάφυλλο που είχε ανθίσει ανάμεσα στα πόδια της, και τα υγρά της δάχτυλα έτρεμαν αγγίζοντας τις ερεθισμένες θηλές του στήθους της (το λευκό T-shirt είχε ανασηκωθεί ψηλά, είχε φτάσει ως το λαιμό της, αφήνοντας εκτεθειμένο το όμορφο, στητό της στήθος), κάνοντάς την να τρέμει και να ριγεί ολόκληρη.
   Κάποια στιγμή, με τα μάτια της φαντασίας της, η Λούλα είδε τον Στέλιο στη θέση του γυμναστή, είδε το τεράστιο τρίτο πόδι του εραστή της να μπαινοβγαίνει στο στόμα της καστανής γυμνάστριας και… πάγωσε. Βιάστηκε ν’ ανοίξει τα μάτια της –στην τηλεόραση το πρόγραμμα είχε αλλάξει και τώρα η όμορφη παρουσιάστρια συζητούσε καθισμένη σ’ έναν καναπέ με κάποια ηλικιωμένη, παλιά δόξα του ντόπιου εμπορικού κινηματογράφου– και κλείνοντάς τα πάλι κατόρθωσε να επαναφέρει στη θέση του Στέλιου τον γυμναστή, παρόλο που η μαραμένη ομορφιά της ηλικιωμένης ηθοποιού δεν ήταν ό,τι καλύτερο και παραλίγο να της καταστρέψει εντελώς κάθε ερωτική επιθυμία.
Τέλος, κάποια άλλη στιγμή, είχε ανοίξει και πάλι τα μάτια της και είχε παρακολουθήσει, με καθαρά οφθαλμοπορνική διάθεση, την παρουσίαση μιας κολεξιόν μαγιό από φωτομοντέλα, οπότε, όταν λίγο αργότερα τα βλέφαρά της έκλεισαν ξανά, τις γυμνάστριες στη φαντασίωση της αντικατέστηκαν τα φωτομοντέλα.
   Υπήρχαν πολλές στιγμές, πολλές αλλαγές, πολλές μικρότερες φάσεις που εναλλάσσονταν, και στη διάρκειά τους η Λούλα δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να χαϊδεύεται και να στενάζει από ηδονική ευχαρίστηση. Συνολικά, από τις έντεκα παρά, που είχε ανάψει το «γεμιστό» (το οποίο είχε καπνίσει ως τη μέση και μετά το είχε σβήσει προσεκτικά, πατικώνοντας ελαφρά την καύτρα στα τοιχώματα του σταχτοδοχείου), μέχρι που σταμάτησε και έγειρε αποκαμωμένη στα μαξιλάρια του καναπέ – είχαν περάσει γύρω στα είκοσι λεπτά. Η ώρα τώρα κόντευε έντεκα και την πονούσε παντού το κορμί της σαν να είχε φάει ξύλο.
   Εκείνα τα είκοσι λεπτά φάνηκαν στη Λούλα σαν μια αιωνιότητα.
   Όχι μόνο εξαιτίας του χόρτου.
  Η αίσθηση αυτή είχε αναμφισβήτητα σχέση με το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη ζωή της αυνανιζόταν. Και με το ότι περίμενε από στιγμή σε στιγμή να φτάσει σε οργασμό. Περίμενε και ήλπιζε και ευχόταν καυτά κύματα ηδονής να την πλημμυρίσουν, το κορμί της ν’ ανασηκωθεί και να σχηματίσει αψίδα, οι μύες της όλοι να τεντωθούν και στο πρόσωπό της να ζωγραφιστεί μια εκστατική γκριμάτσα. Ίσως να φώναζε ή και να δαγκωνόταν, έτσι όπως τα ρίγη θα τη διαπερνούσαν σαν σπαθιά και οι γοφοί της θα τινάζονταν με ακούσιες κινήσεις, ακολουθώντας τους απανωτούς σπασμούς που θα τη συγκλόνιζαν. Ύστερα οι σπασμοί θα εξασθενούσαν και θα έσβηναν και η Λούλα θα χαλάρωνε και θα την πότιζε ολόκληρη ένα αίσθημα γαλήνης, ευτυχίας και πληρότητας, ενώ θα ένιωθε την ανάγκη, έτσι, χωρίς λόγο, να βάλει τα κλάματα (κάτι τέτοια πάνω κάτω θυμόταν από όσα είχε διαβάσει για τον οργασμό στα διάφορα γυναικεία περιοδικά) .
Αλλά δεν είχε γίνει, δυστυχώς, τίποτα απ’ όλ’ αυτά.
*

©Βαγγέλης Ραπτόπουλος -απόσπασμα από τις σελ. 188-191
Η φωτογραφία είναι του 19ου αιώνα.

*

raptopoulos-bkΕκδόσεις Καστανιώτη
Νέα έκδοση 
με υστερόγραφο 
του συγγραφέα

Στο εξώφυλλο:
Malcolm T. Liepke, «Raising Her Skirt»

Τζων Στάϊνμπεκ, Τορτίλα Φλατ

Εκδόσεις Γκοβόστη.
Μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου

Ο Στάινμπεκ είναι ένας καλλιτέχνης του λόγου. Διηγείται τις ιστορίες αυτών των αξιαγάπητων απατεωνίσκων με ειλικρινή τρυφερότητα και γνήσια ποιητική πρόζα.
New York Herald Tribune

Η γοητεία, το χιούμορ, το πάθος, το πνεύμα, η σοφία και η ανθρωπιά φέγγουν δυνατά μέσα από τις σελίδες του Στάινμπεκ.
The New York Times

Πίσω από τη λαμπρή και πολύχρωμη φωταψία του Μπρόντγουεϊ και εκεί όπου δε φτάνουν οι εκτυφλωτικοί προβολείς του Χόλυγουντ, ζουν και τελειώνουν τις άθλιες μέρες τους άνθρωποι που από καιρό έπαψαν να έχουν κάθε κοινό με τους άλλους ανθρώπους. Μέσα στο πηχτό σκοτάδι των ημερών τους, ξεκομμένοι από την ανθρώπινη κοινότητα, αναζητούν τη χαρά και την απόλαυση αποκλειστικά στο πιοτό και στο έγκλημα. Αυτοί οι «πρώην άνθρωποι», που θυμίζουν τόσο συχνά τους ήρωες του Μαξίμ Γκόρκη, περνούν τη σκυλίσια ζωή τους άλλοτε μέσα στους στενούς τοίχους της φυλακής κι άλλοτε τεμπελιάζοντας ξαπλωμένοι στον ήλιο.
 Κεντρικός ήρωας της διήγησης είναι ο Ντάνυ, του οποίου το σπίτι γίνεται σημείο συνάντησης για ανθρώπους που αναζητούν την περιπέτεια και τη συντροφικότητα. Καθώς ο Στάινμπεκ περιγράφει τα πάθη τους, τους έρωτές τους, τους έντονους διαπληκτισμούς τους και σκηνές οινοποσίας, που θυμίζουν Φρανσουά Ραμπελαί, υφαίνει μια ιστορία συναρπαστική και τελικά τόσο συγκινητική όσο η θρυλική ιστορία της Στρογγυλής Τραπέζης που τον ενέπνευσε. Το Τορτίλα Φλατ δημοσιεύτηκε το 1935 και αποτέλεσε την πρώτη εμπορική επιτυχία του Στάινμπεκ ως μυθιστοριογράφου. Εκείνη την περίοδο της Μεγάλης Οικονομικής Ύφεσης το έργο αυτό σαγήνευσε το αναγνωστικό κοινό, καθώς τα βιβλία και οι ταινίες, που τα χαρακτηριστικά τους ήταν η αγνότητα και η απλότητα, ήταν μια απόδραση – απόδραση από τη μεγάλη ανέχεια, απόδραση από το άγχος της καταβολής του ενοικίου, απόδραση από το άγχος της ανεργίας, απόδραση από το άγχος της επιβίωσης. Η ανέχεια των ηρώων και το πάθος τους για το ποτό δημιουργούν προβληματισμούς στον αναγνώστη, ενώ το ανατρεπτικό και δηκτικό χιούμορ του μάς ψυχαγωγεί, μάς διασκεδάζει και ταυτόχρονα θέτει υπό αμφισβήτηση τις αξίες τού 21ου αιώνα. Είναι ένα βιβλίο που δίνει τροφή για γέλιο και σκέψη, πετυχαίνοντας έτσι ένα μαγικό συνδυασμό.
Ο Τζων Στάινμπεκ γεννήθηκε στο Σαλίνας Βάλεϋ της Καλιφόρνιας στις 27 Φεβρουαρίου του 1902 και πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 20 Δεκεμβρίου του 1968. Έγραψε τη νουβέλα Άνθρωποι και Ποντίκια (1937) και το βραβευμένο με Pulitzer μυθιστόρημα Τα Σταφύλια της Οργής (1939). Εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για την εφημερίδα New York Herald Tribune και προσέφερε τις υπηρεσίες του στο Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών (OSS). Συνέγραψε συνολικά 27 βιβλία, τα οποία περιλαμβάνουν 16 μυθιστορήματα, 6 πραγματικές ιστορίες και 5 συλλογές διηγημάτων. Ενδεικτικά αναφερονται: Ο δρόμος με τις φάμπρικες, Σ’ έναν άγνωστο Θεό, Σε αμφίβολη μάχη, Το φεγγάρι χαμήλωσε. Το 1962 ο Στάινμπεκ τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

«uti non abuti»

Editorial του Στράτου Φουντούλη

Ο Νορμπέρτο Μπόμπιο στα γεράματά του γράφοντας το «Γερνώντας» καθώς πλησίαζε το βιολογικό του τέλος – το έσχατο· όπως ο ίδιος πιστεύει και ομολογεί, κι αφήνοντας το θαρραλέο ελεύθερο να ξεπηδά ανάμεσα στα διάστιχα των αράδων του λόγου του δεν περιέχει ίχνος ειρωνείας, μόνο η ταπεινοφροσύνη ενός ανθρώπου που συνειδητά παραμερίζει τις ερμηνείες κάθε θρησκείας· «κάθε μάντη και οραματιστή, κάθε σοφό που πιστεύει ή παριστάνει πως ξέρει…», αναγνωρίζει την έλλειψη πίστης ενός ανθρώπου σαν μια πράξη ταπεινοφροσύνης μπροστά «στο μυστήριο των πλανητικών κόσμων» των οποίων μόνο τώρα, «μόλις χτες, αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε το τεράστιο, ίσως απροσμέτρητο μέγεθός του.»

  Σκέπτομαι, έχοντας μπρος μου έναν πολυκαιρισμένο ογκώδη τόμο του «Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν ‘Ήλιος’» που μετά βίας κουλαντρίζω μπρος στον ηλεκτρονικό υπολογιστή καθώς γράφω τούτες τις γραμμές, αυτούς που κοπίασαν για την εκτύπωση και την κυκλοφορία αυτού του τιτάνιου –για την εποχή- φιλόδοξου τυπογραφικού εγχειρήματος πριν εξήντα-εβδομήντα-ογδόντα τόσα χρόνια (δεν αναγράφεται πουθενά χρονολογία έκδοσης). Με μηχανική μελαγχολία ανοίγω το τέλος του τόμου, κάτω από τον «Πίναξ μονίμων συντακτών και συνεργατών του ΙΗ’ Τόμου» και «Διά την σύνταξιν του 18ου Τόμου, συνειργάσθησαν μεταξύ άλλων…» κλπ. Η κατάσταση των ονομάτων που «συνειργάσθησαν» είναι πλέον μία λίστα νεκρολογίας. Κανείς εκ «των μονίμων συντακτών και συνεργατών» δεν βρίσκεται εν ζωή.
  Στη ζωή, όπως στα πάντα, υπάρχει ένα αδυσώπητο Κάτι που θα μπορούσα να επιχειρήσω να το περιγράψω, να το καταθέσω μέσα σε τούτο το κείμενο. Στα δεξιά μου στέκεται ο πολυκαιρισμένος 18ος Τόμος του «Ήλιου»· αναπόφευκτα, η κατάθεση αυτή θα πρέπει να αναζητηθεί μέσα στις σελίδες Του. Κάτω από τον γενικό τίτλο «Χρησιμοποιούμεναι Ξενόγλωσσοι Φράσεις» βρίσκεται το κατάλληλο για τη περίσταση λήμμα, στη σελίδα 1053 ο «Ήλιος» μας προτείνει ανερυθρίαστα το «uti non abuti» (Χρήσθαι ουχί καταχράσθαι) και μας το εξηγεί με μοναδικό τρόπο: «Λατινικόν απόφθεγμα δηλούν ότι επί παντούς πρέπει να γίνεται χρήσις και ουχί κατάχρησις, ανάλογον προς το αρχαίον ελληνικόν: ‘παν μέτρον άριστον’»
  Χρήσθαι ουχί καταχράσθαι. Η ζωή μας, η δική μας η Ζωή, δεν αποτελεί εξαίρεση. Ως γνωστόν αποκαλούμεθα «θνητοί». Ο Νορμπέρτο Μπόμπιο στο «Γερνώντας» όπως και ο Σαραμάγκου στο «Κάιν», κύκνεια άσματα και των δύο, τιμούν την ανθρώπινη αμφιβολία, «Θέλω απλώς να πω ότι μου φαίνονται πιο πειστικοί οι λόγοι της αμφιβολίας παρά εκείνοι της βεβαιότητας.» μας ομολογεί ο πρώτος τιμώντας τον Επίκουρο με «Αυτό το τίποτα που υπήρξα δεν ήξερε τίποτε για τη γέννησή μου […] και […] το τίποτα που θα υπάρξω δεν θα ξέρει τίποτε για κείνο που ήμουνα…»
  Πόσο μυστηριωδώς γοητευτικά, ανάλαφρα ειρωνικά και περιπαικτικά τα γράφει κι ο δικός μας Δημήτρης Καλοκύρης στο Ποικίλη Ιστορία…  «Τα πρόσωπα αυτά, η γάτα, ο παίχτης, ο αντίπαλός του, το παιδί, η παραλία, ο ποδηλάτης, ο συγγραφέας και ο αναγνώστης του, για λόγους ταντρικής συντομίας αποκαλούνται περιληπτικά Θεός. Τα πάντα υποτίθεται ότι περιέχονται στη λέξη αυτή, αλλά ποτέ δύο άνθρωποι δεν συμφώνησαν στο ακριβές περιεχόμενό της, ούτε συνέπεσαν στις απόλυτες αναλογίες των συστατικών που την αποτελούν.»
Τι αξιοπρέπεια!