Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα

«Madrid es una ciudad de más de un millón de cadáveres (según las últimas estadísticas)…«
Dámaso Alonso: Insomnio
«

Η Μαδρίτη

είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου πτωμάτων…» γράφει ο Αλόνσο στο διάσημο ποίημά του: «Αϋπνία», για την καστινιάλικη μεγαλούπολη του 1940. Και ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) στην «Κυψέλη» του περιγράφει αυτήν ακριβώς τη Μαδρίτη. Τρία χρόνια μετά τον Εμφύλιο και στη σκιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρακολουθούμε τρεις-τέσσερεις μέρες από τη ζωή διακοσίων περίπου Μαδριλένων. Δεκέμβρης του 1942 κι όλα ξεκινούν στο καφέ της δόνας Ρόζας…

 

«-Να ξέρουμε ποιοι είμαστε! Μάλλιασε το στόμα μου να το λέω: αυτό είναι το μοναδικό που έχει σημασία.
Η δόνα Ρόζα πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα τραπέζια του καφενείου σκοντάφτοντας επάνω στους πελάτες με τον τεράστιο πισινό της… Για τη δόνα Ρόζα ο κόσμος είναι το καφενείο της και γύρω από το καφενείο της όλα τα υπόλοιπα…«
Έτσι μας καλωσορίζει στη φρανκική κόλαση της Μαδρίτης ο Θέλα. Μας παίρνει απ’ το χέρι και μας πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι για να γνωρίσουμε τους θαμώνες του καφενείου, αλλά πλανώμεθα πλάνην οικτρά αν νομίσουμε ότι θα αρκεστεί σ’ αυτούς… Μας βγάζει έξω στους δρόμους και ακολουθούμε κι άλλους χαρακτήρες για να βρεθούμε μαζί τους σε φτωχογειτονιές, σε φούρνους, σε πορνεία και σε εξαθλιωμένες κατοικίες. Και πριν καλά-καλά γνωρίσουμε κάποιον απ’ αυτούς, τον χάνουμε για να τον ξαναβρούμε αργότερα… αν τον ξαναβρούμε.
Μαδρίτη του ’42… εικόνες μιας άθλιας ζωής: Τρομοκρατία, πείνα, μαύρη αγορά, εκμετάλλευση, εκπόρνευση, αρρώστιες… Ένα πραγματικά ζοφερό και απαισιόδοξο έργο.
«Το μυθιστόρημα δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια χλομή αντανάκλαση, μια ταπεινή σκιά, της καθημερινής τραχιάς, σπαραχτικής και οδυνηρής πραγματικότητας και δεν φιλοδοξεί να είναι τίποτα περισσότερο -ασφαλώς ούτε και λιγότερο- από ένα κομμάτι ζωής που η εξιστόρησή του γίνεται βήμα με βήμα, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς παράξενες τραγωδίες, χωρίς οίκτο, αλλά έτσι όπως κυλάει η ζωή, ακριβώς όπως κυλάει η ζωή«, έγραφε στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης, το 1951, ο συγγραφέας.
«Η Κυψέλη» φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Κάθε γρανάζι, κάθε βιδούλα έχει το ρόλο της σ’ αυτό το πολύπλοκο κι εντυπωσιακό σύνολο. Είπαμε… φιλοδοξεί, αυτό δε σημαίνει ότι το κατάφερε κιόλας. Τουλάχιστον όχι τόσο, όσο θα ‘θελε ο δημιουργός της. Όσο προσεκτικός αναγνώστης κι αν υπήρξα, όσο καλός μαθητής κι αν ήμουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης (κρατώντας σχολαστικές σημειώσεις), δεν κατάφερα να μην χαθώ μέσα στη «Μαδρίτη» του Καμίλο Χοσέ Θέλα. Οφείλω όμως να ομολογήσω, ότι ένιωσα κι εγώ το αδιέξοδο των ηρώων του και γεύτηκα το θάνατο σε όλες του τις εκδοχές. Από μιαν άποψη δηλαδή, τα γρανάζια λειτούργησαν θαυμάσια, μόνο που με συνέθλιψαν…
«Στη μιάμιση με δύο τα ξημερώματα η νύχτα πέφτει βαριά πάνω στην παράξενη καρδιά της πόλης. Χιλιάδες άντρες κοιμούνται αγκαλιασμένοι με τις γυναίκες τους χωρίς να σκέφτονται τη σκληρή, την ανελέητη μέρα που ίσως τους περιμένει παραμονεύοντας σαν αγριόγατα μέσα στις τόσο λίγες ώρες που απομένουν. Εκατοντάδες κι εκατοντάδες μοναχικοί άντρες παραδίδονται στο κρυφό, στο υπέρτατο, στο απαλότατο βίτσιο της μοναχικής ηδονής. Και μερικές ντουζίνες κοπέλες περιμένουν -τι περιμένουν, Θεέ μου; Γιατί τις έχουν τόσο εξαπατήσει;- με το μυαλό τους γεμάτο με χρυσά όνειρα…»
Το μυθιστόρημα λογοκρίθηκε από το φρανκικό καθεστώς, του οποίου ο Θέλα υπήρξε θερμός υποστηρικτής, και δεν μπόρεσε να εκδοθεί στην Ισπανία. Έτσι ο συγγραφέας κατέφυγε στην Αργεντινή του Περόν, όπου με μερικές μικροαλλαγές (λογοκρισία κι εκεί) κατόρθωσε να το εκδώσει το 1951. Ο Καμίλο Χοσέ Θέλα Τρούλοκ, 1ος Μαρκήσιος της Ίρια Φλάβια (πήρε τον τίτλο ευγενείας από τον βασιλιά Χουάν Κάρλος το 1996), παρά τις διώξεις που υπέστη ως συγγραφέας από το φρανκικό καθεστώς, υπήρξε σημαντικός πληροφοριοδότης της μυστικής του αστυνομίας! Τι σχέση έχουν αυτά με την εξαιρετική «Κυψέλη»; Ακόμα δεν έχω βρει ικανοποιητική απάντηση. Ίσως και ο μαρκήσιος να ξεπήδησε μέσα από μια κυψέλη, όπου βρίσκουν θέση και οι βασίλισσες με τις εργάτριες και οι κηφήνες με τους χαφιέδες και το μεγαλείο με την αθλιότητα… Ίσως και ο μαρκήσιος να είναι και ο ίδιος ένας απ’ τους 160 χαρακτήρες, που τόσο εύστοχα δημιούργησε…
Κάθε φορά που διασταυρωνόμουνα με κάποιον ηλικιωμένο (που ‘φερνε ανάγλυφα τα σημάδια του χρόνου πάνω στο πρόσωπό του), είτε στις μεγαλοπρεπείς πλατείες της πόλης, είτε στα πάρκα, είτε στο μετρό, αναρωτιόμουνα πώς μπόρεσαν να αντέξουν σαράντα χρόνια μιας στυγνής δικτατορίας… μια ολόκληρη ζωή! Τι σχέση μπορεί να έχει η Μαδρίτη του Φράνκο με τη λαμπερή μεγαλούπολη που επισκέφτηκα πριν από λίγο καιρό; Αν απαντούσα βιαστικά, θα ‘λεγα καμία. Ωστόσο, στους μεγάλους περιπάτους μου συνάντησα κάποιες γειτονιές που δεν μου ‘φεραν στο νου μόνο τη Βαρκελώνη του «Biutiful» του Ινιάριτου αλλά και την ίδια τη Μαδρίτη της «Κυψέλης».
«Το πρωινό ανεβαίνει, σιγά σιγά, στον ορίζοντα σκαρφαλώνοντας σαν ένα σκουλήκι στις καρδιές των αντρών και των γυναικών της πόλης, χτυπώντας σχεδόν παιχνιδιάρικα -σαν να χτυπάει σε πόρτες- επάνω στα φρεσκοξυπνημένα μάτια, αυτά τα μάτια που ποτέ δεν ανακαλύπτουν καινούριους ορίζοντες, καινούρια τοπία, καινούριες ομορφιές.
Ωστόσο, το πρωινό, αυτό το αιώνια επαναλαμβανόμενο πρωινό συμβάλλει λιγάκι στο ν’ αλλάξει η θωριά της πόλης -αυτού του τάφου, αυτής της ανθρωποθάλασσας, αυτής της κυψέλης…
Ο Θεός να μας λυπηθεί!«

*
©Το κείμενο, τις σημειώσεις, καθώς και όλες τις εικόνες που το κοσμούν θα τις βρείτε στον ιστότοπο του Ναυτίλου. 

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα

Εκδόσεις Καστανιώτη
Νέα έκδοση με υστερόγραφο του συγγραφέα
Στο εξώφυλλο: Malcolm T. Liepke, «Raising Her Skirt»

Περίληψη

Προσπαθώντας να φτάσει πάση θυσία στο αποκορύφωμα της ηδονής, μια όμορφη φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Αθηνών έρχεται αντιμέτωπη με μια εφιαλτική όψη της λαγνείας.
   Ένα μυθιστόρημα για τον γυναικείο οργασμό και την απουσία του. Για τη χρήση της ινδικής κάνναβης. Για σεξουαλικές διαστροφές. Για τη λαγνεία ως εφιάλτη της Aνατολής. Για βρικόλακες στην Aχαΐα του προηγούμενου αιώνα. Για κόσμους άλλων διαστάσεων στη σύγχρονη Aθήνα. Kαι για τον κόσμο των ψυχώσεων.

«H Λούλα δύσκολα κατατάσσεται. Aφήγημα ρεαλιστικό, σχεδόν πορνογράφημα στην αρχή, λογοτεχνία τρόμου και θρίλερ στο μέσον, ψυχωσικό παραλήρημα ή βιντεοκλίπ στο τρίτο μέρος… H Λούλα είναι ένα βήμα στη θολή περιοχή όπου κανένας από τους “φτασμένους” μας λογοτέχνες δεν έχει πατήσει. Πού ανήκει, τελοσπάντων, αυτός ο ταλαντούχος όσο και απρόβλεπτος πεζογράφος;»

ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ

«Συναρπαστική δεινότητα στο στήσιμο αναπάντεχων καταστάσεων. Δεξιοτεχνική εμβάθυνση του προφανούς και μετατροπή του ευτελούς σε απέραντο ταμείο ψυχογραφίας. Σε παρόμοια τολμήματα απαιτείται συγγραφική πείρα, ψυχική αντοχή και κυρίως χαρακτήρας… O Pαπτό¬που¬λος μπορεί δίκαια να πιστέψει ότι κέρδισε ένα δύσκολο στοίχημα. Mε βιβλία σαν τη Λούλα μια γενιά μπορεί να δείξει τα δόντια της».

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ
~ ~ * ~ ~

Λούλασύνοψη

Tο μυθιστόρημα αρχίζει με ένα απόκομμα από την εφημερίδα «Tα Nέα» τής 11ης Iουλίου 1996. Σύμφωνα μ’ αυτό, η 20χρονη Λούλα (Bασιλική) Παπαχατζή, δευτεροετής της Φιλοσοφικής Aθηνών, εξαφανίστηκε από το διαμέρισμά της, στα Eξάρχεια, πριν από οκτώ ημέρες και οι γονείς της παρακαλούν όποιον γνωρίζει κάτι να ειδοποιήσει είτε τους ίδιους είτε το πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα.

 

***
Στο Πρώτο Mέρος του μυθιστορήματος, ανακεφαλαιώνεται το τελευταίο εξάμηνο πριν από την εξαφάνιση της ηρωϊδας. Eδώ, εκτός από έναν έντονο τόνο υπερβολής και παρωδίας, ο αναγνώστης συναντά και μερικές από τις πιο τολμηρές ερωτικά ― σχεδόν πορνογραφικές ― σελίδες του βιβλίου. H Λούλα, που είναι εκτυφλωτικής ομορφιάς και ταυτόχρονα τρομερά σεμνότυφη και ανασφαλής στις σχέσεις της με το άλλο φύλο, έχει ένα μεγάλο πρόβλημα: αδυνατεί να φτάσει σε οργασμό. Tο ζήτημα τής έχει γίνει έμμονη ιδέα και σε ολόκληρο το χρονικό αυτό διάστημα δε φαίνεται να την απασχολεί τίποτε άλλο.
  Δύο μόνο είναι τα πρόσωπα στα οποία επιτρέπει η ηρωΐδα να εισβάλουν στο «αυτιστικό» της σύμπαν: ο ένας είναι ο 24χρονος φίλος της Στέλιος Tέλογλου, ένας «χειριστής» κομπιούτερ σε ατελιέ φωτοσύνθεσης, ερασιτέχνης μουσικός της τζαζ και κάτοχος ενός τερατώδους σε μέγεθος πέους, χάρη στο οποίο η Λούλα ευελπιστεί ότι θα φτάσει στο αποκορύφωμα της ηδονής― και η άλλη είναι η Λαρισαία φοιτήτρια της Nομικής, συγκάτοικός της στο νοικιασμένο διαμέρισμα των Eξαρχείων, η αθυρόστομη και με εντυπωσιακά πλούσια ερωτική ζωή, Eύη Zαούση.
  Mε τους γονείς της, που μένουν στη Xαλκίδα, όπου η Λούλα μεγάλωσε, να απουσιάζουν από την καθημερινότητά της, η κοπέλα περνάει ανυπεράσπιστη τις μέρες της κυνηγώντας τον αδιάφορο γι’ αυτήν Στέλιο, ο οποίος την απατάει με άλλες και της φέρεται με απαράδεκτη σκληρότητα και κυνισμό. Tο να τον χάσει, για τη Λούλα ισοδυναμεί με κατά κράτος ήττα, αφού μαζί του θα χαθεί και το υπερμέγεθες γεννητικό όργανό του και η πιθανότητα να φτάσει κάποτε η ηρωϊδα σε οργασμό. Eνώ, όποτε η Λούλα στρέφεται για συμπαράσταση στην συγκάτοικό της, ερχόμενη αντιμέτωπη με το στόμα-βόθρο και την αχαλίνωτη σεξουαλική ελευθεριότητα της Zαούση, το αποτέλεσμα είναι να νιώθει ακόμα πιο μειονεκτικά και να βυθίζεται ― η ηρωϊδα ― σε ακόμα μεγαλύτερη απόγνωση.
Ώσπου, η Λούλα βρίσκει το θάρρος και ζητάει από τον Στέλιο να χωρίσουν.

 

***
Tο Δεύτερο Mέρος του μυθιστορήματος αρχίζει την ημέρα της εξαφάνισης της κοπέλας. Kαι παρακολουθεί τις μοναχικές πια προσπάθειές της να φτάσει στο αποκορύφωμα της ηδονής. Για τον σκοπό αυτό, η Λούλα αυνανίζεται παρεταταμένα (σε περισσότερες από πενήντα σελίδες του βιβλίου), με την χαλαρωτική βοήθεια της κάνναβης, της οποίας κάνει κατάχρηση. Tόσο το λεγόμενο «απαγορευμένο χόρτο», όσο και ο αυνανισμός, είναι μέσα στα οποία η ηρωΐδα καταφεύγει για πρώτη φορά στη ζωή της. Eνώ, διαπιστώνοντας την αναποτελεσματικότητα και των δύο, θα προχωρήσει και στη δοκιμή μιας παράξενης σεξουαλικής διαστροφής, της ασφυξιοφιλίας (αυτοστραγγαλισμός, ενώ αυνανίζεται).
  Λίγο πριν βουλιάξει σε έναν ωκεανό απελπισίας, η Λούλα ακούει το κουδούνι του διαμερίσματός της και ανοίγει την πόρτα σε κάποιον άγνωστό της, ο οποίος, αφού της λέει ότι είναι ένα είδος από μηχανής Θεού, που έχει έρθει να τη βοηθήσει να λύσει το πρόβλημά της («προσφέρω ηδονή και λαγνεία»), ισχυρίζεται ότι είναι ο ίδιος ο Θεός Διόνυσος ή και ένας απεσταλμένος του ή ίσως ο ίδιος ο Διάβολος ή κάποιος κατώτερος δαίμονας, ένας πεπτωκώς άγγελος, ο δαίμονας της λαγνείας. Eις επίρρωσιν των λεγομένων του, ο άγνωστος της αποκαλύπτει διάφορα πράγματα σχετικά με τη ζωή της Λούλας, τα οποία είναι φύσει αδύνατον να ξέρει. H κοπέλα σοκάρεται και μαστουρωμένη όπως είναι τον παρασέρνει να φύγουν από το διαμέρισμα.
  Kαθώς κατευθύνονται προς την οδό Xαριλάου Tρικούπη, στο κέντρο της Aθήνας, όπου εργάζεται η Zαούση (στο συμβολαιογραφείο μιας θείας της), ο άγνωστος διηγείται στην κοπέλα την ιστορία της ζωής του. Γεννήθηκε τον προηγούμενο αιώνα στη Λίμνη Aχαΐας και ήταν πάντοτε η προσωποποίηση της λαγνείας. Aποκορύφωμα της ερωτικής του ζωής, την οποία περιγράφει καταλεπτώς, είναι και η αιμομεικτική σχέση με την κόρη του, η οποία γίνεται γνωστή στο χωριό, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθούν οι συγχωριανοί τους και να τους κάψουν ζωναντούς. Nεκραναστημένος έκτοτε, ο άγνωστος αναζητά και προσφέρει τη λαγνεία σε όσους την έχουν ανάγκη, ως ένα πρωτότυπο είδος βρικόλακα διψασμένου, όχι για αίμα, αλλά για έρωτα.
  Mε το τέλος της διήγησης του αγνώστου, το ζευγάρι εισέρχεται στην οδό Xαριλάου Tρικούπη και ζει μια υπερφυσική ― που παραπέμπει στον Λάβκραφτ [Lovecraft] ― εμπειρία: ο δρόμος είναι αλλόκοτα ήσυχος και άδειος (η είσοδος σ’ αυτόν γίνεται μέσω μιας διαφανούς μεμβράνης που σκίζεται και ανασυγκολλάται αυτόματα), γεμάτος σατανιστικά ή πρόστυχα συνθήματα στους τοίχους, και ο άγνωστος και η Λούλα αρχίζουν να ερωτοτροπούν ασύστολα πάνω στις βιτρίνες και στα πεζοδρόμιά του. Όταν δε φτάνουν στο σημείο όπου η Xαριλάου Tρικούπη συναντά την οδό Πανεπιστημίου, ο άγνωστος μεταμορφώνεται σε τραγόμορφο ζώο που στραγγαλίζει τη Λούλα ― γαμώντας την πάντα ― και τη στιγμή που εκείνη φτάνει επιτέλους σε οργασμό, πετάει το πτώμα της σε ένα ρήγμα απ’ όπου βγαίνουν φλόγες, ανοιγμένο στη μέση της οδού Πανεπιστημίου.
  Ύστερα, ενώ το ρήγμα κλείνει, ο άγνωστος μεταβάλλεται ξανά σε «έναν από μας», επιστρέφει στο σημείο απ’ όπου μπήκαν στον παράξενο αυτό και παράλληλο με τον δικό μας κόσμο και μέσα από τη μεμβράνη επιστρέφει ξανά στον γνωστό, στον υπαρκτό, κανονικό κόσμο.

 

***
Στο Tρίτο Mέρος του μυθιστορήματος, η αφήγηση υπερφυσικού τρόμου δίνει τη θέση της σ’ ένα ψυχωσικό παραλήρημα, γεμάτο άλματα, που η δομή του θυμίζει βίντεο κλιπ. Xάρη στις παραψυχολογικές ικανότητες του αγνώστου (τηλεπάθεια), επισκεπτόμαστε διάφορες γυναίκες-θύματά του και τους αρρωστημένους κόσμους τους. Eίναι σαν να μπαίνουμε σιγά σιγά στην ψυχή και στον ταραγμένο εγκέφαλο του πραγματικού πρωταγωνιστή του βιβλίου.
  Eκτός από τη Στέλλα Aμπατζόγλου, την 27χρονη Θεσσαλονικιά, σερβιτόρα στο (με το σημαδιακό όνομα) καφέ-μπαρ «Bίντεο Kλιπ», η οποία αποτελεί το επόμενο θύμα του αγνώστου, μαθαίνουμε διάφορα και για το προηγούμενό του θύμα, την 42χρονη νοικοκυρά, μητέρα δύο αγοριών, Φωτεινή Pηγοπούλου. Όπως μαθαίνουμε και τα της γνωριμίας του με τη Λούλα.
  Στο τελευταίο κεφάλαιο (τίτλος: «Στο λαβύρινθο του μυαλού του»), το μυθιστόρημα επιχειρεί μια κατάδυση στον αρρωστημένο πυρήνα της ψυχής του παρανοϊκού δολοφόνου, ο οποίος είναι ένας καλλιεργημένος εισοδηματίας. Mέσα από ένα σύνολο κατακερματισμένων σκηνών, που θυμίζουν πίνακα του Iερώνυμου Mπος, βυθιζόμαστε στο υποσυνείδητο του αγνώστου, εκεί όπου κατοικεί ένα βδελυρό πλάσμα (ο βαθύτερος εαυτός του), το πλάσμα που έχει δολοφονήσει όλες αυτές τις γυναίκες και κοπέλες, το πλάσμα που ξέρει όλη την αλήθεια και που δεν έχει ανάγκη να καταφεύγει σε εξωραϊστικές εικόνες των φρικτών εγκλημάτων του, σαν κι αυτήν που ο αναγνώστης παρακολούθησε διαβάζοντας την ερωτική σκηνή με τη Λούλα στον αλλόκοτο κόσμο της Xαριλάου Tρικούπη.

 

***
Tο μυθιστόρημα τελειώνει με άλλο ένα απόκομμα, αυτή τη φορά από την εφημερίδα «Tο Bήμα» τής 15ης Σεπτεμβρίου του 1996. Aπ’ αυτό μαθαίνουμε ότι το όνομα του ψυχοπαθούς σήριαλ κίλερ ήταν Σάββας Παταβούκας και ότι είχε μετατρέψει το υπόγειο του πατρικού του σπιτιού, στη Λίμνη Aχαϊας, σε ομαδικό τάφο. H αστυνομία έχει οδηγηθεί ως εκεί και έχει ανακαλύψει τα πτώματα τεσσάρων γυναικών, ύστερα από καταγγελία της Στέλλας Aμπατζόγλου, η οποία κατόρθωσε να το σκάσει από τα νύχια του Παταβούκα και η οποία νοσηλεύεται σοβαρά τραυματισμένη στο νοσοκομείο του «Eυαγγελισμού», χωρίς να έχει διαφύγει τον κίνδυνο.
  Στις τρεις τελευταίες σελίδες του βιβλίου παρατίθεται εξαντλητική βιβλιογραφία για τα θέματα του μυθιστορήματος, που είναι κατά σειρά: ο γυναικείος οργασμός και η απουσία του (ανοργασμία)• η χρήση της ινδικής κάνναβης και των παραγώγων της• η ασφυξιοφιλία ή σύνδρομο σεξουαλικής ασφυξίας• η επιστημονική γνώση και η λαγνεία ως εφιάλτες της Δύσης και της Aνατολής αντίστοιχα• οι βρικόλακες στις νεοελληνικές παραδόσεις• η Aχαΐα (και η Eλλάδα) του 19ου αιώνα• ο, επινοημένος από τον αμερικανό συγγραφέα του προηγούμενου αιώνα X. Φ. Λάβκραφτ [H.P. Lovecraft], Mύθος του Kθούλου• και ο κόσμος των ψυχώσεων.

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα

Αρχείο 01/11/2013

Madrid es una ciudad de más de un millón de cadáveres (según las últimas estadísticas)…
Dámaso Alonso: Insomnio”

Η Μαδρίτη είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου πτωμάτων…” γράφει ο Αλόνσο στο διάσημο ποίημά του: “Αϋπνία”, για την καστινιάλικη μεγαλούπολη του 1940. Και ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) στην “Κυψέλη” του περιγράφει αυτήν ακριβώς τη Μαδρίτη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα»

Χρύσα Αλεξίου, όλες οι κραυγές άχνιζαν δίπλα μου -ποίηση

ο πλάτανος
είχε φωνή
δεν ήξερα τη γλώσσα του
ούτε εκείνος τη δική μου
μόνο ο ίσκιος έπαιζε
μαζί μας
να βρω τη θέση
που αγαπάς
για να μιλήσω
να σκύψεις κι άλλο
πάνω μου
να δροσιστώ
να γαληνέψω

*

το θαύμα
έγινε
πέτυχαν οι συρραφές
χώρεσε το κεφάλι
στο κρανίο
τέσσερα χέρια
κρέμονται
κάτω απ΄το κρεβάτι
ελεύθερα

*

εγώ
ο οβολός
με τα μάτια κλειστά
έχω καινούργιους δρόμους
ένα σοκάκι
τη μουσική του ονείρου
το νερό
το ποίημα
τη διγλωσσία

*

υπάρχω
σε κάθε σταγόνα
νερού
που θυσιάζεται
για μένα

*

δεν θυμάμαι
τα χέρια σου
καθόλου
κάτι σαξόφωνα βραχνά
περίεργα σονάτα
τρυπούσαν
το κορμί
όλες οι κραυγές
είχαν σχέση
με το φεγγάρι
όλες
άχνιζαν δίπλα μου

*
©Χρύσα Αλεξίου
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Χριστούγεννα στο Ζάππειο», Αθήνα 2005

Ali Znaidi, “the cinders of an ongoing memory” -poetry

 
A Dejected Morceau

in this abattoir

of

symbolic

disintegration

the loud

clashing tone

of

dream fragments

started echoing,

& the tinkling

cymbals

began to clash

for a slaughtered bird

w/ its retinues

of gloom

Memory’s Cinders

all sprang from those endless
nights—

endless wild parties of the
bats playing havoc
w/ the frosty spiders’
cobwebs,

endless flashing lights of the
fireflies

& most and foremost from
the cinders of
an ongoing memory—

headaches, blazing

Self-explosive Sleaze

Sleaze is weaving sonnets
around its halo:

embellished sounds &
con[fluent] words,

& above all, a fascination w/
syntax—

an insatiable balloon feasting on
more air adorned w/
flowery language—
a basic sustenance
for self-
——–destruction.

*
©Ali Znaidi
photo©Stratos Fountoulis «Flamengo night in Barcelona, 2008»

bio
Ali Znaidi lives in Redeyef, Tunisia where he teaches English. His work has appeared in The Rusty Nail, The Tower Journal, Mad Swirl, Red Fez, Unlikely Stories: Episode IV, BlazeVOX, Word Riot, & other ezines. His debut poetry chapbook Experimental Ruminations was published in September 2012 by Fowlpox Press (Canada). From time to time he blogs at – aliznaidi.blogspot.com

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’

Τις Κυριακές τ΄απογεύματα κρύβεται στο δωμάτιο υπηρεσίας. Το διαμέρισμα είναι παλιό. Ακολουθεί τις αρχιτεκτονικές γραμμές του παλιού και μολύβδινου Παρισιού. Την κοιτάζει καθώς φροντίζει τα σκεύη. Φορά τα καθημερινά της ρούχα. Μ΄αυτά θα φύγει κάποτε. Θα φορέσει το παλτό της και θα αποχωρήσει διακριτικά τις πρώτες νυχτερινές ώρες. Πριν βαθύνουν πράγματα και φορτωθούμε τη μέρα, όπως θεός που επωμίζεται τα τρομερά παιδιά του Άργους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’

Αρχείο 29/10/2013

Τις Κυριακές τ΄απογεύματα κρύβεται στο δωμάτιο υπηρεσίας. Το διαμέρισμα είναι παλιό. Ακολουθεί τις αρχιτεκτονικές γραμμές του παλιού και μολύβδινου Παρισιού. Την κοιτάζει καθώς φροντίζει τα σκεύη. Φορά τα καθημερινά της ρούχα. Μ΄αυτά θα φύγει κάποτε. Θα φορέσει το παλτό της και θα αποχωρήσει διακριτικά τις πρώτες νυχτερινές ώρες. Πριν βαθύνουν πράγματα και φορτωθούμε τη μέρα, όπως θεός που επωμίζεται τα τρομερά παιδιά του Άργους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’»

Αχιλλέας Κυριακίδης, Υπέρ της λήθης

Καθώς συνέθετα ένα κείμενο που μου είχε ζητηθεί ως συμμετοχή μου στον εορταστικό τόμο για τα 70 χρόνια των Εκδόσεων «Ικαρος», θυμήθηκα κάποια βιβλία ή κείμενα που είχα πολύ αγαπήσει κάποτε, που, ως φαίνεται, δεν τα κατάφερα ούτε πάσχισα καλά καλά να μην ξεχάσω να τα θυμάμαι, και που η ανάδυσή τους στην κατάκοπη μνήμη μου μ’ έκανε γι’ άλλη μία φορά να εκτιμήσω την ουσιώδη συμβολή της λήθης στην εντρύφηση της τέχνης.

Μόνο στην εντρύφηση, όμως;
Ολόκληρη η λογοτεχνία (θα μπορούσε να έχει πει ο Μπόρχες) είναι έργο μιας αδιάκοπης και ακάματης λήθης. Σήμερα πια δεν είναι δύσκολο να συναγάγουμε με σχεδόν ακλόνητη βεβαιότητα τι ακριβώς ξέχασε ο Ντίκενς πριν γράψει την «Ιστορία δύο πόλεων», ή τι είχε δραπετεύσει απ’ το διάτρητο μνημονικό του Μπαλζάκ πριν αυτός χυθεί στη θάλασσα της ανθρώπινης κωμωδίας. Ο,τι απομένει στη δημιουργικότητα, δεν έχει να κάνει τόσο με την επινόηση όσο με την τεχνική διαχείρισης αυτής της λήθης, δεδομένου μάλιστα ότι οι επινοήσεις (και οι συνδυασμοί τους) μπορεί να φαίνεται πως τείνουν προς το άπειρο, αλλά δεν παύουν να είναι πεπερασμένες. Αυτή η σχεδόν αυταπόδεικτη βεβαιότητα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην επανάληψη και, ασφαλώς, στη μίμηση. Πολύ λίγα χρόνια πριν κατοχυρωθεί και ληξιαρχικά η γέννηση του μοντερνισμού, ο κυρ Μπουβάρ και ο κυρ Πεκισέ εγκαταλείπουν τα εγκόσμια, ασκούνται στη γνώση και, αφού εξαντλήσουν κυριολεκτικά το επιστητό, επιστρέφουν στην ασφάλεια της αντιγραφής και της μίμησης.
Λένε ότι ο Γκέτε έκλαψε όταν είδε για πρώτη φορά το Παρίσι, ακριβώς γιατί δεν θα το ξανάβλεπε ποτέ για πρώτη φορά, ενώ ξέρω από πρώτο δάκρυ ότι και ο υπογράφων έκλαψε όταν τελείωσε την ανάγνωση του «Εκατό χρόνια μοναξιά», ακριβώς γιατί δεν θα το ξαναδιάβαζε ποτέ για πρώτη φορά. Πολύ πολύ πρόσφατα ανακάλυψα ένα άρθρο του Χέμινγκουεϊ, γραμμένο τη δεκαετία του 1930, όπου παραθέτει τίτλους βιβλίων τα οποία «ευχαρίστως θα ξαναδιάβαζε για πρώτη φορά»! Το παράδοξο της διατύπωσης εξορθολογίζεται από (ποιον άλλον;) τον Μπόρχες, κατά τον οποίο, κάθε φορά που ξαναδιαβάζουμε ένα βιβλίο, είναι σαν να το διαβάζουμε για πρώτη φορά, αφού ναι μεν το βιβλίο παραμένει το ίδιο, αλλά έχουμε αλλάξει εμείς: έχουν μεσολαβήσει εμπειρίες, γνώσεις και, βέβαια, η λήθη…
Στην οποία και επιστρέφω, κλείνοντας: αυτές τις μέρες, χάρη σε μια μερική αλλά ικανής εκτάσεως λήθη, μπόρεσα να παρασυρθώ ξανά, να μαγευτώ ξανά και να γλεντήσω ξανά το θεοπάλαβο αριστούργημα «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» του Μπουλγκάκοφ.
©Αχιλλέας Κυριακίδης
Πρώτη δημοσίευση:© Εφημερίδα των Συντακτών 20.10.13
Φωτο©Στράτος Φουντούλης 2008