«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Τα σκυλιά του δρόμου

Η μέρα του Πολυτεχνείου κι ο Ουρανός ή γιατί πενθούσε για τα θύματα εκείνης της μακρινής ημέρας ή γιατί ο ίδιος είχε τα σεκλέτια του για δικούς του λόγους από το πρωί ήτανε κατάμαυρος σαν καλιακούδα. Μεσημέρι λοιπόν που έμοιαζε σαν μεσάνυχτα εγώ πήρα ένα ταξί από την Αλεξάνδρας για να πάω Σύνταγμα. Μόλις άρχιζε να ψιχαλίζει κι όταν ανηφορίζαμε την Ακαδημίας άρχισε να ρίχνει καρεκλοπόδαρα και τότε διαπιστώνουμε ότι οι δρόμοι που οδηγούσαν προς τα κάτω ήτανε όλοι κλεισμένοι γιατί σε λίγο θα άρχιζε η πορεία. Τελικά με αφήνει τέρμα Ακαδημίας την ώρα που ο Ουρανός έβγαζε για καλά το άχτι του. Αστραπές και βροντές έτσι όπως φανταζόμουν την Αποκάλυψη του Ιωάννη.

  Μούσκεμα σαν να είχα πέσει με τα ρούχα στη θάλασσα τρύπωσα κάτω από το υπόστεγο ενός περίπτερου και προσπαθούσα να πάρω κουράγιο και ελπίδα ότι τελικά δεν ήτανε η συντέλεια του κόσμου από δυο ηλικιωμένες Γερμανίδες δίπλα μου που συνηθισμένες από τέτοια ατάραχες έλεγε η μια στην άλλη πως είχε περάσει το καλοκαίρι της. Εγώ πεπεισμένος ότι πια ο ήλιος θα έκανε χρόνια για να ξαναφανεί σαν εκείνον τον άλλονε του ΠΑΣΟΚ έκανα μια τελευταία προσπάθεια κι ανάμεσα σε ποτάμια νησίδες και πλακάκια που μόλις τα πατούσα γινόντουσαν σιντριβάνια βρώμικα και αιμοβόρα έφτασα στην πόρτα του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετάνια και εκεί ανάμεσα σε θυρωρούς με λιβρέες γαλόνια και κασκέτα σα να ηρέμησα κάπως. Έκανα κι όλας τη σκέψη πως Μεγάλη Βρετάνια ήτανε αυτή. Είχανε δει και είχανε δει τα μάτια της. Αφού είχε αντέξει ακόμα και τον Μακάριο πάνω σε ένα μπαλκόνι της να φωνάζει έξω οι Εγγλέζοι από την Κύπρο.
  Όλοι την ιστορία της νεότερης Ελλάδας μπροστά της και δεν είχε κλατάρει. Σαν να ησύχασα κάπως και την στιγμή που αναρωτιόμουνα αν θα γίνει η πορεία ακούω κάτι χαλαρά ασυντόνιστα συνθήματα και από την γωνία της Σταδίου φάνηκαν δυο αδέσποτα σκυλιά που έχοντας πάρει σοβαρά την αποστολή τους σαν προπομποί σταμάταγαν κάθε τόσο και κοιτούσαν πίσω να δουν αν τους ακολουθεί το υπόλοιπο σώμα.
  Και πράγματι καμιά δεκαπενταριά νέα παιδιά φάνηκαν κρατώντας τα καθιερωμένα πανώ και όλοι μαζί πέρασαν μπροστά μας μέσα στην καταρρακτώδη βροχή και εγώ πάλι δεν ήξερα αν αυτό όλο ήτανε κάτι ηρωικό ή αξιοθρήνητο αλλά και πάλι δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω τα συναισθήματα μου γιατί πίσω τους ξεμπουκάρισε πάνοπλη μια διμοιρία των Ματ και μέσα μου αισθάνθηκα μια αφόρητη ανησυχία για τα δυο αδέσποτα σκυλιά που ανύποπτα μες την τρελή χαρά δεν οσμιζόντουσαν τον κίνδυνο.
  Μεγάλη Βρετανία μου εσύ που τόσα έχουνε δει τα μάτια σου κι άλλα τόσα ο κώλος σου συμπεριέλαβε τους κι αυτούς μέσα στη νεότερη ιστορία μας. Αδικία.

©Πέτρος Κυρίμης 
«Λουκάνικος, ο σκύλος της χρονιάς 2011» © PHOTO -ARIS MESSINIS / AFP / GETTY IMAGES –TIME MAGAZINE 

“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Τα σκυλιά του δρόμου

Αρχείο 28/10/2013

Η μέρα του Πολυτεχνείου κι ο Ουρανός ή γιατί πενθούσε για τα θύματα εκείνης της μακρινής ημέρας ή γιατί ο ίδιος είχε τα σεκλέτια του για δικούς του λόγους από το πρωί ήτανε κατάμαυρος σαν καλιακούδα. Μεσημέρι λοιπόν που έμοιαζε σαν μεσάνυχτα εγώ πήρα ένα ταξί από την Αλεξάνδρας για να πάω Σύνταγμα. Μόλις άρχιζε να ψιχαλίζει κι όταν ανηφορίζαμε την Ακαδημίας άρχισε να ρίχνει καρεκλοπόδαρα και τότε διαπιστώνουμε ότι οι δρόμοι που οδηγούσαν προς τα κάτω ήτανε όλοι κλεισμένοι γιατί σε λίγο θα άρχιζε η πορεία. Τελικά με αφήνει τέρμα Ακαδημίας την ώρα που ο Ουρανός έβγαζε για καλά το άχτι του. Αστραπές και βροντές έτσι όπως φανταζόμουν την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Τα σκυλιά του δρόμου»

Νανά Τσόγκα, Οι αθόρυβοι θάνατοι –Put the blame… και σ’ εσένα, μωρό μου


StoneKing

Η Ρίτα τού πέταξε κατάμουτρα τα μακριά της γάντια, μάζεψε το μεταξωτό της φόρεμα και τα μαύρα λουστρίνια, κι έκλεισε πίσω της την πόρτα με εκκωφαντικό πάταγο.

  Εκείνος, μετά από ενάμιση μπουκάλι bourbon, κατέληξε στην κουζίνα. Έβαλε νερό να βράζει, κάπνισε και το υπόλοιπο από το τρίτο πακέτο, σιχτίρισε την ατυχία του να μην μπορέσει να την σταματήσει, κι έριξε στην κατσαρόλα τα μακαρονάκια ‘κοχύλια’ που είχε φέρει εκείνη χθες.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νανά Τσόγκα, Οι αθόρυβοι θάνατοι –Put the blame… και σ’ εσένα, μωρό μου»

Κώστας Ριτσώνης, «Στον Άδη» και άλλα ποιήματα

Ένα φιλόξενο κουτούκι
με νόστιμο χύμα κρασί
ψάχνει να βρει ο τροβαδούρος
για να πει τα τραγούδια του

Κουράστηκε να περιμένει
έξω από την πόρτα της
με το μελαγχολικό του μπουζούκι
κρεμασμένο στην πλάτη Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κώστας Ριτσώνης, «Στον Άδη» και άλλα ποιήματα»

Panayotis Pakos, Les Innumerables (A Binary Tale)

In front of its old, grand round mirror, 2 wriggles its long, slim neck, preens the plumes at the end of its tail and gloats. You are 2, it smiles at its reflection; no other can be you.
A few blocks away, 8, also in front of its round mirror, loosens the belt around its waist, and indulges itself in the sight of its perfect, even curves.
Whoever set their eyes on you and think that you are 4+4 or 3+5, are talking nonsense. They have no eyes to see you as an individual, independent, complete being.
At the other end of the City, 1283 contemplates the consequences of being 1283. I am not an ordinary number. I am integer and prime. There is no other number that represents the concept of 1283; I alone express this singular and solitary concept – one that blesses an equally singular and solitary being.
Every night, countless numbers leave such thoughts and words at the feet of their mirrors – offerings to the round god who bears their figures. Then they go to bed, cross their pillows and brood their sphereal dreams: each of them unique, as is their dreamer.
Every night, when all the numbers fall asleep in the Eternal City, One visits each house and gently wipes the round mirrors clean; and they, wrapped in the thick shroud of darkness, lay off the burden of their reflections – for a few hours they become, once again, small, plain noughts…
©Panayotis Pakos
Unnknown photographer, Colorado lisence plate, 1922 
 

Sean Brijbasi, koto

 
To travel far as a child is fraught. Boats capsize. Airplanes crash. Bicycles fragment into unusable pieces of metal onto the ground.
   The ocean is not an ocean. It is a body of water that meets the land. But it is an ocean. The horses and dogs that run wild on the thin strip of sand before the rocks have permission from the earth. But we too have permission. We too have muscle. Not as strong or as sinewy as the nobler animals but with the same kinetic desires. And so we run, my sister and I, from the gate of our house to the beach while the youngest in our family sleeps within the mosquito net, beneath the fan, the hum of which synthesizes the sounds of chickens and goats coming from the yard outside our house so that this family’s youngest, this young boy we call brother, may sleep in good time.
   My sister and I run with new muscle that expand and stretch and push our bodies forward. We run in the air that comes from the ocean—that flows over the animals and bids us to carry on. We are as fast as they and soon move among them until I fall and hear the wind and the hammering of hooves against the earth. My uncle runs out and pulls my sister away as the horses run by. He covers her face and looks down the thin strip of sand to see a small explosion of dust where I have fallen. Inside this nebula I am mutilated and bleeding. This was my first death.

*

© Sean Brijbasi, excerpt from his latest book «the Dictionary of coincidences, Volume I (Hi)«
photo© Stratos Fountoulis, “Olive oil variety” Brussels, 2012 -p/o the original photo used for the cover

*
Sean Brijbasi
the dictionary of coincidences, Volume I (Hi)

You can buy the book 
– at Pretendgenius Book Store
– at Amazon
– at Barnes and Noble

Τζούλια Φορτούνη, «Φυσικό Αντίδοτο» -προδημοσίευση τριών ποιημάτων


κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι 

κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι
σε τόπους μέσα στην ομίχλη
όλες οι λέξεις του είν’ αποσκευές
μέσα τους ακονισμένες καλά οι σκέψεις
οι κραυγές και οι σιωπές τους

κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι
ένα παλιό ξεχαρβαλωμένο λεωφορείο
που ξέμεινε στην εξοχή
ή καραβάνι στη μέση της ερήμου
τρένο που μόλις βγαίνει από τούνελ
ή έγκλημα ανεξιχνίαστο σε ποταμόπλοιο

κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι
με συναντήσεις αναπάντεχες
και δεν έχει μονοπάτι να ξεφύγεις
όσο κι αν θέλεις να γυρίσεις

κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι
προορισμός
η αμφίσημη ενδοχώρα του

Η ποιητική συλλογή κυκλοφορεί σε λίγες μέρες

***

παιδική ηλικία 

πάντα εκεί γυρίζω
κλειδωμένη στην υγρή αποθήκη
με μια επίκληση πολυσύλλαβη
ν’ ανοίγω ρωγμές στο σκοτάδι
γράφοντας ποιήματα

πάντα εκεί γυρίζω
παγιδευμένη στο άβατο μιας ενοχής
συλλέκτρια στιγμών
σε γκρίζα αναμονή
να προκαλώ πλημμυρίδα λέξεων
άμπωτη αποσιωπητικών

πάντα εκεί γυρίζω
με μια αρμαθιά δισταγμών
να στέκομαι δακρυσμένη
στη σκουριασμένη πόρτα της μνήμης

αναζητώ ένα στίχο
ένα φως
-ένα μονόξυλο-
να με ταξιδέψει
πέρα από την άνυδρη σιωπή
στα ανθισμένα λιβάδια του μέλλοντος

***

ό,τι έμεινε 

Είναι φως
Μια στιγμιαία φωτογραφία
Στην κορνίζα της απουσίας

Ότι έμεινε είναι φως
Παγιδευμένο
Στο κεχριμπάρι του χρόνου
Ήχος χαρτιού που σκίζεται
Ποίημα ημιτελές

Ό,τι έμεινε
Είναι μόνο το φως
Που αναθρώσκει

Τα άλλα συνθέτουν το κενό

***

Τζούλια Φορτούνη
Φυσικό Αντίδοτο
Εκδόσεις Μανδραγόρας



Ζωγραφική εξωφύλλου: Σωτήρης Σόρογκας

Mαρία Αναγνωστοπούλου -4 ποιήματα

(Προδημοσίευση από τη ποιητική της συλλογή. Εκδόσεις Ποιήματα των Φίλων -επιμέλεια, εικονογράφηση εξωφύλλου: Κώστας Ριτσώνης)

Η κραυγή μου
μήνυμα σε μπουκάλι.
Τα παρασύρουν τα κύματα
σε έρημη ακτή
για να θαφτεί
κάτω απ’ την άμμο.

*

Ξεσκόνισε εδώ
σφουγγάρισε εκεί.
Μέσα στη συνείδησή της
όλα τακτοποιήθηκαν.

*

Η θλίψη μου
γίνεται στίχος
κανάλι
προς τη θάλασσα.

*

Με είπες
σιγανό ποτάμι.
Περνιέσαι
για χείμαρρος;

*
© Mαρία Αναγνωστοπούλου
Φωτογραφία ζωγραφιάς Κώστας Ριτσώνης