Mαρία Αναγνωστοπούλου -4 ποιήματα

Αρχείο 21/10/2013

 

(Προδημοσίευση από τη ποιητική της συλλογή. Εκδόσεις Ποιήματα των Φίλων -επιμέλεια, εικονογράφηση εξωφύλλου: Κώστας Ριτσώνης)

Η κραυγή μου
μήνυμα σε μπουκάλι.
Τα παρασύρουν τα κύματα
σε έρημη ακτή
για να θαφτεί
κάτω απ’ την άμμο.

*

Ξεσκόνισε εδώ
σφουγγάρισε εκεί.
Μέσα στη συνείδησή της
όλα τακτοποιήθηκαν.

*

Η θλίψη μου
γίνεται στίχος
κανάλι
προς τη θάλασσα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Mαρία Αναγνωστοπούλου -4 ποιήματα»

Alice Munro, Nobel λογοτεχνίας

ΣΤΗΝ ΑΛΙΣ ΜΟΝΡΟ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2013

Η καλύτερη ιστορία της ζωής της γράφεται τώρα για την 82χρονη καναδή συγγραφέα Άλις Μονρό,
μία από τις πιο γνωστές και σημαντικές διηγηματογράφους παγκοσμίως.
«Μαμά, κέρδισες!». Έτσι έμαθε πριν από λίγα λεπτά η Άλις Μονρό ότι της απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η σουηδική Ακαδημία είχε επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικά, αλλά δεν τη βρήκε και άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή της. Είναι η 13η γυναίκα που κερδίζει το βραβείο (ανάμεσα σε 110 συνολικά νικητές) και η 27η που γράφει στην αγγλική γλώσσα. Η αίθουσα όπου έγινε η ανακοίνωση χειροκρότησε θερμά στο άκουσμα του ονόματός της.
Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν το 2009 η Μονρό τιμήθηκε με το Man Booker International, η κριτική επιτροπή του βραβείου σημείωνε: «Με κάθε διήγημά της η Μονρό καταφέρνει να φτάσει το βάθος και την ακρίβεια που οι περισσότεροι μυθιστοριογράφοι πετυχαίνουν με το σύνολο του έργου τους. Διαβάζοντας τη Μονρό μαθαίνεις πάντα κάτι που δεν είχες ποτέ σκεφτεί».
Στα ελληνικά τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Μέχρι στιγμής κυκλοφορούν τα αριστουργήματά της Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει και Πάρα πολλή ευτυχία.
Η Άλις Μονρό γεννήθηκε το 1931 και μεγάλωσε στο Οντάριο του Καναδά. Έχει εκδώσει κυρίως συλλογές διηγημάτων. Έχει διακριθεί τρεις φορές με την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση στον Καναδά, το Governor General’s Literature Award. Έχει επίσης βραβευτεί από την Ένωση Κριτικών ΗΠΑ κι έχει λάβει το βραβείο Rea για τη συνολική προσφορά της στο διήγημα. Το 2009 της απονεμήθηκε το Βραβείο Man Booker International για το οποίο ήταν ξανά υποψήφια το 2007. Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ
Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει
Εννιά ανθρώπινες ιστορίες ξετυλίγονται από την πένα της κορυφαίας διηγηματογράφου Άλις Μονρό. Η μοίρα μιας γεροντοκόρης οικονόμου αλλάζει απροσδόκητα από μια φάρσα. Μια φοιτήτρια ανακαλύπτει κατά την επίσκεψή της σε μια θεία της ένα μυστικό του παρελθόντος. Μια γυναίκα αναπολεί τη σύντομη ερωτική της συνάντηση με έναν άγνωστο και πώς αυτή η ανάμνηση την έχει στηρίξει σε όλη της τη ζωή. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει σ’ έναν κόσμο όπου ένα απροσδόκητο γεγονός ή μια ξανακερδισμένη ανάμνηση μπορεί να φωτίσει την πορεία μιας ολόκληρης ζωής.
Στη συλλογή περιλαμβάνεται το διήγημα «Πέρασε η αρκούδα το βουνό» στο οποίο βασίστηκε η υποψήφια για δύο Όσκαρ ταινία Υστερόγραφο μιας σχέσης με την Τζούλι Κρίστι στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πάρα πολλή ευτυχία
Μια μητέρα λυτρώνεται με τον πλέον απρόσμενο τρόπο από τον αβάσταχτο πόνο που της προκάλεσε η απώλεια των τριών παιδιών της• μια νέα γυναίκα αντιδρά με έξυπνο, αν και όχι ακριβώς αξιοθαύμαστο τρόπο, στην ασυνήθιστη και ταπεινωτική αποπλάνηση που υπέστη• οι «βαθιές-τρύπες» ενός γάμου. Και στην ιστορία που έδωσε στο βιβλίο τον τίτλο του, συνοδεύουμε τη Σοφία Κοβαλέφσκι —μια ρωσίδα εμιγκρέ και μαθηματικό του τέλους του 19ου αιώνα— σ’ ένα ταξίδι στο καταχείμωνο από τη Ριβιέρα, όπου επισκέπτεται τον εραστή της, στο Παρίσι, τη Γερμανία, τη Δανία, όπου έχει μια μοιραία συνάντηση με έναν ντόπιο γιατρό, και τέλος στη Σουηδία, όπου διδάσκει στο μοναδικό πανεπιστήμιο της Ευρώπης που δέχτηκε να προσλάβει γυναίκα μαθηματικό.
Με σαφήνεια και άνεση, η Άλις Μονρό μετατρέπει σύνθετα γεγονότα και συναισθήματα σε ιστορίες που ρίχνουν φως στους απρόβλεπτους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσαρμόζουν τη ζωή τους και συχνά καταφέρνουν να ξεπεράσουν ακόμα και τραγικά γεγονότα.
ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΡΟ
«Τα διηγήματά της μπορούν να συγκριθούν μόνο με του Τολστόι και του Τσέχοφ».
Τζον Απντάικ
«Ανάμεσα στις σπουδαιότερες λογοτεχνικές φωνές της εποχής μας».
Μάργκαρετ Άτγουντ
«Η Άλις Μονρό θέτει σοβαρότατη υποψηφιότητα για τον τίτλο του καλύτερου εν ζωή συγγραφέα της Βόρειας Αμερικής».
Τζόναθαν Φράνζεν
***

Άλις Μονρό
Πάρα πολλή ευτυχία
μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μια μητέρα λυτρώνεται με τον πλέον απρόσμενο τρόπο από τον αβάσταχτο πόνο που της προκάλεσε η απώλεια των τριών παιδιών της, μια νέα γυναίκα αντιδρά με έξυπνο, αν και όχι ακριβώς αξιοθαύμαστο τρόπο, στην ασυνήθιστη και ταπεινωτική αποπλάνηση που υπέστη, οι «βαθιές-τρύπες» ενός γάμου. Και στην ιστορία που έδωσε στο βιβλίο τον τίτλο του, συνοδεύουμε τη Σοφία Κοβαλέφσκι —μια ρωσίδα εμιγκρέ και μαθηματικό του τέλους του 19ου αιώνα— σΆ ένα ταξίδι στο καταχείμωνο από τη Ριβιέρα, όπου επισκέπτεται τον εραστή της, στο Παρίσι, τη Γερμανία, τη Δανία, όπου έχει μια μοιραία συνάντηση με έναν ντόπιο γιατρό, και τέλος στη Σουηδία, όπου διδάσκει στο μοναδικό πανεπιστήμιο της Ευρώπης που δέχτηκε να προσλάβει γυναίκα μαθηματικό.
Με σαφήνεια και άνεση, η Άλις Μονρό μετατρέπει σύνθετα γεγονότα και συναισθήματα σε ιστορίες που ρίχνουν φως στους απρόβλεπτους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσαρμόζουν τη ζωή τους και συχνά καταφέρνουν να ξεπεράσουν ακόμα και τραγικά γεγονότα.
 

Κριτική – Παρουσιάσεις του Τύπου

Αναστάσης Βιστωνίτης –Αναστάσης Βιστωνίτης ΤΟ ΒΗΜΑ, 31.10.2010

Ladies first
Μια συλλογή ιστοριών της σημαντικότερης σύγχρονης διηγηματογράφου, της Καναδής Αλις Μονρό, όπου πρωταγωνιστούν γυναίκες.

Το διήγημα δεν είναι είδος δημοφιλές, αν κρίνει κανείς από τις πωλήσεις. Γι΄ αυτό, λ.χ., υπάρχουν πλήθος σημαντικά διηγήματα, ακόμη και του του Χεμινγκγουέι, που παραμένουν αμετάφραστα στη γλώσσα μας. Ετσι, ενώ μεταφράζονται και κυκλοφορούν πλήθος δευτέρας διαλογής ρομάντζα, παραμένουν άγνωστοι στη χώρα μας κορυφαίοι διηγηματογράφοι όπως ο Τζον Τσίβερ, η Γιουντόρα Γουέλτι ή ο Βίκτορ Πρίτσετ. Φαίνεται όμως ότι η κατάσταση έχει αρχίσει να αντιστρέφεται. Απόδειξη ότι πρόσφατα εκδόθηκε και δεύτερο βιβλίο της Αλις Μονρό, κορυφαίας πεζογράφου του Καναδά και για πολλούς της υπ΄ αριθμόν ένα σύγχρονης διηγηματογράφου παγκοσμίως. Το γεγονός φυσικά ότι πέρυσι τής απονεμήθηκε το Διεθνές Βραβείο Μan Βooker έπαιξε τον ρόλο του. Εν τούτοις, η ανάγνωση διηγημάτων ούτως ή άλλως βοηθά στην καλύτερη ανάγνωση μυθιστορημάτων. Με άλλα λόγια, καθιστά τους αναγνώστες πιο απαιτητικούς. Και μας θυμίζει τον κλασικό ορισμό του είδους από τον Εντγκαρ Αλαν Πόου: «Το διήγημα είναι απόσπασμα μυθιστορήματος που μπορεί να διαβαστεί σε δημόσια συγκέντρωση». Περισσότερα >>>

Ελεάννα Βλαστού ATHENS VOICE, 9.12.2010
Εσωτερικά δράματα

Στα δέκα διηγήματα της Μονρό πρωταγωνιστούν γυναίκες. Είναι μάνες, αδερφές, σύζυγοι, ανιψιές, μητριές. Οι γυναίκες βρίσκονται παντού ίσως γιατί έχουν την ικανότητα να στραπατσάρονται, να μεταλλάσσονται, να ανατρέπουν, να συμπονούν, να προσεγγίζουν καταστάσεις στη ζωή μ’ έναν απρόβλεπτο τρόπο. Με τον ίδιο απρόβλεπτο τρόπο που γράφει και η συγγραφέας. Η Άλις Μονρό γεννήθηκε στον Καναδά το 1931. Έχει βραβευτεί πολλές φορές για τα διηγήματά της και βρίσκεται συστηματικά στη λίστα για την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση, το βραβείο Νόμπελ. Τα διηγήματα συνήθως αφηγούνται μια αυτοτελή ιστορία μέσα σε λίγες σελίδες. Ούτε η δράση, ούτε τα μεγάλα γεγονότα χαρακτηρίζουν τα διηγήματα της Μονρό, που την αποκαλούν Τσέχοφ της Βόρειας Αμερικής. Ο αναγνώστης νιώθει σαν ωτακουστής ή σαν κατά λάθος κοινωνός μιας ιστορίας η αφήγηση της οποίας έχει ήδη ξεκινήσει αλλά το τέλος της ξεπερνάει τις τελευταίες γραμμές. Η Μονρό, όμως, του δίνει απεριόριστες δυνατότητες ερμηνείας κι ο αναγνώστης αισθάνεται ότι συμμετέχει δίνοντας τη δικιά του εκδοχή. Πρόκειται για μια αντισυμβατική μορφή διαβάσματος – όχι από περιέργεια για το τι θα συμβεί στο τέλος της ιστορίας, αλλά για την εμπειρία του να μπαινοβγαίνεις σε διαφορετικούς κόσμους. Άλλωστε, το δράμα είναι πάντα εσωτερικό.

Εύη Καρκίτη ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ, 17.12.2010
Γυμνές ζωές, γυμνές αλήθειες

[…] Το «Παρά πολλή ευτυχία» ξεκινά συγκλονιστικά με την ιστορία της Ντόρι που επισκέπτεται στη φυλακή τον άνδρα της ο οποίος σκότωσε τα τρία τους παιδιά. Στην επιστροφή ένα απρόσμένο γεγονός θα τη λυτρώσει από τον αβάστακτο πόνο της. Στο «Πεζό» η Τζόις θα δει τον σύζυγό της να ερωτεύεται μια άλλη γυναίκα και θα περάσει έναν οδυνηρό χωρισμό. Το «Γουένλοκ Ετζ» είναι βυθισμένο σε μια ατμόσφαιρα αισθησιασμού και μυστηρίου και ανιχνεύει τη σκοτεινή πλευρά του γυναικείου ερωτισμού. Οι «Βαθιές- Τρύπες», το πληρέστερο ίσως διήγημα της συλλογής, περιγράφει ένα σχεδόν «ήσυχο» οικογενειακό ναυάγιο ενώ στις «Ελεύθερες Ρίζες» μια ηλικιωμένη καρκινοπαθής δέχεται στο σπίτι την εισβολή ενός νεαρού που είναι ο υπεύθυνος ενός τριπλού φόνου. Στο «Πρόσωπο» διηγείται τις χαμένες ευκαιρίες για επικοινωνία ενός σημαδεμένου νέου και στο «Κάποιες Γυναίκες» η σκιά του επικείμενου θανάτου ενός άνδρα φέρνει στην επιφάνεια τις αντιθέσεις στο σπίτι του ασθενούς. Το βιβλίο τελειώνει με το ομώνυμο «Πάρα πολλή ευτυχία», ένα διήγημα τελείως διαφορετικής ατμόσφαιρας το οποίο αφηγείται το τελευταίο χρόνο της ζωής της μαθηματικού Σοφίας Κοβαλέφσκι στο τέλος του 19ου αιώνα. Η Μονρό είτε εστιάζει σ’ ένα μόνο επεισόδιο της ζωής των ηρώων της είτε αφηγείται ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τους καταφέρνει να στήσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες, πειστικούς, βγαλμένους από την ίδια την πραγματικότητα. Όλες οι αφηγήσεις παρουσιάζονται από την οπτική των γυναικείων χαρακτήρων οι οποίοι έτσι και αλλιώς δεσπόζουν σε ολόκληρο το έργο της Μονρό. Στο «Παρά πολλή ευτυχία οι γυναίκες αυτές σοβαρές και στοχαστικές, κινούμενες μερικές φορές στο όριο της τραγικότητας, επιδεικνύουν μια αξιοθαύμαστη αντοχή που τις επιτρέπει να αναμετρηθούν με τις δυσκολίες της ζωής. Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο της σπουδαίας καναδής διηγηματογράφου που μεταφράζεται στη γλώσσα μας και αποτελεί ένα έξοχο δείγμα του ύφους και της αισθητικής της.Περισσότερα >>> 


Ντόρα Μακρή Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6.2.2011
Δέκα υπέροχες ιστορίες γεμάτες με ανατροπές

Το διήγημα με τίτλο «Πεζό» της συλλογής «Πάρα πολλή ευτυχία», η ηρωίδα της ιστορίας δεν μπορεί να κρύψει τη δυσαρέσκειά της, όταν, παίρνοντας ένα βιβλίο στα χέρια της, ανακαλύπτει πως πρόκειται για συλλογή διηγημάτων. Λέει χαρακτηριστικά: «Μοιάζει να μειώνει το κύρος του βιβλίου, κάνοντας τη συγγραφέα να μοιάζει με κάποιον που απλώς περιμένει στην πύλη της Λογοτεχνίας, αντί να εγκαθίσταται με ασφάλεια μέσα σ’ αυτήν». Με αυτά τα σχόλια, η Μονρό συνοψίζει την καθιερωμένη αναγνωστική αντίληψη για το διήγημα, σύμφωνα με την οποία το αφηγηματικό αυτό είδος μειονεκτεί απέναντι στο μυθιστόρημα, θεωρούμενο ως προϊόν ενός κατώτερου δημιουργού.
Και όμως, η Καναδή συγγραφέας παραμένει μια αμετανόητη διηγηματογράφος που όχι μόνο δεν σταματά μπροστά στην πύλη της Λογοτεχνίας, αλλά τολμά να εξερευνήσει εξονυχιστικά κάθε κρυφή γωνιά του Οίκου της. Πράγματι, η παρομοίωση της Λογοτεχνίας με Οίκο που η κατάκτησή του είναι διαδικασία επίπονη αλλά απολαυστική, θα μπορούσε να συγκριθεί με την αναγνωστική εμπειρία των διηγημάτων της Μονρό: ο αναγνώστης εισέρχεται σ’ έναν οικείο χώρο που σταδιακά μετατρέπεται σε παράξενο και ανοίκειο. Οπως οι πίνακες του Εντουαρντ Χόπερ, τα διηγήματα της Μονρό υπαινίσσονται περισσότερα απ’ όσα απεικονίζουν. Περισσότερα >>> 
 
***
 

Άλις Μονρό
Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει
μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Εννιά ανθρώπινες ιστορίες ξετυλίγονται από την πένα της κορυφαίας διηγηματογράφου Άλις Μονρό. Η μοίρα μιας γεροντοκόρης οικονόμου αλλάζει απροσδόκητα από μια φάρσα. Μια φοιτήτρια ανακαλύπτει κατά την επίσκεψή της σε μια θεία της ένα μυστικό του παρελθόντος. Μια γυναίκα αναπολεί τη σύντομη ερωτική της συνάντηση με έναν άγνωστο και πώς αυτή η ανάμνηση την έχει στηρίξει σε όλη της τη ζωή. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει σΆ έναν κόσμο όπου ένα απροσδόκητο γεγονός ή μια ξανακερδισμένη ανάμνηση μπορεί να φωτίσει την πορεία μιας ολόκληρης  ζωής.

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο «Σέργιος και Βάκχος» του Μ. Καραγάτση

Κοινή έκδοση Άγρα & Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Το κείμενο του Ανδρέα Εμπειρίκου για το μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος βρέθηκε στις τελευταίες σελίδες ενός τετραδίου του 1960. Πρόκειται για το μοναδικό γραπτό τεκμήριο τόσο της θερμής φιλίας που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο, όσο και του θαυμασμού του Εμπειρίκου για το έργο του Καραγάτση και ιδιαίτερα για τον «Σέργιο και Βάκχο», στον οποίο αναφέρεται αποσπασματικά μία ακόμα φορά στο ημερολόγιο του ταξιδιού στη Ρωσία. Ο Εμπειρίκος μιλούσε συχνά για το μυθιστόρημα αυτό και για το έργο του Καραγάτση, τον οποίο θεωρούσε τον πιο σημαντικό Έλληνα μυθιστοριογράφο. […] Το ενθουσιώδες αυτό κείμενο δεν είναι μια κριτική, ο Εμπειρίκος ήταν άλλωστε αντίθετος στην ιδέα της κριτικής, συνδιαλέγεται με το μυθιστόρημα του Καραγάτση, απηχώντας ίσως στοιχεία ζωντανών διαλόγων των δύο φίλων. Μοιάζει να γράφτηκε για να δημοσιευτεί και ίσως ο θάνατος του Καραγάτση ακύρωσε την πρόθεση αυτή. [Λεωνίδας Εμπειρίκος]

*

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν στην Αθήνα δύο φίλοι: Ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος και ο λογοτέχνης Μ. Καραγάτσης. Ήταν φίλοι μα όχι γκαρδιακοί, γιατί πολλά τους χώριζαν, σε πολλά διαφωνούσαν.

   Υπήρχε όμως και ένα θέμα ιδιαίτερα σημαντικό που τους έβρισκε απόλυτα σύμφωνους: Ο Έρωτας εν γένει, αλλά και η κοινή αρνητική τους στάση όσον αφορά του τρόπο που η Εκκλησία αντιμετωπίζει τις ερωτικές σχέσεις. «Ναι, φίλτατε Δημήτρη», φώναζε έμπλεος ενθουσιασμού ο Εμπειρίκος όταν τύχαινε να συναντηθούν, «ο έρωτας πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του». «Συμφωνώ και επαυξάνω, αγαπητέ» απαντούσε ο Καραγάτσης με τη βαριά και μελαγχολική φωνή του και συμπλήρωνε με τον δικό του πεζογραφικό λόγο: «Δώσε, βρε αδελφέ, ανάσα στον άνθρωπο και μην του λες πως κάθε χαρά της επίγειας ζωής οδηγεί μετά θάνατο στην Κόλαση. Η στέρηση αγριεύει τον άνθρωπο και τον κατευθύνει σε κάθε λογής κακοποιό δραστηριότητα». [Μαρίνα Καραγάτση]

*
Κριτική παρουσίαση της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, Ελευθεροτυπία 5.10.13

Τους χώρισε ο υπερρεαλισμός, τους ένωσε ο Ερωτας

Εμπειρίκος: «Ο έρωτας πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του». Καραγάτσης: «Συμφωνώ και επαυξάνω, αγαπητέ!»

Ενας τόμος καρπός συνεργασίας της «Αγρας» με την «Εστία» φέρνει στην επιφάνεια ένα ενθουσιώδες κείμενο του ποιητή για το μυθιστόρημα του Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος»

Τι ακριβώς ένωνε τον Ανδρέα Εμπειρίκο με τον Μ. Καραγάτση; Κάτω από ποιες συνθήκες αναπτύχθηκε η σχέση τους; Πώς γεφυρώθηκε η απόσταση που τους χώριζε στα χρόνια του Μεσοπολέμου, τότε που ο Καραγάτσης ούτε ν’ ακούσει δεν ήθελε περί υπερρεαλισμού; Οι απαντήσεις έρχονται μέσα από έναν μικρό τόμο, καρπό συνεργασίας της «Αγρας» με την «Εστία», που φέρνει στην επιφάνεια ένα ντοκουμέντο «θαμμένο» για καιρό: ένα ενθουσιώδες κείμενο του ποιητή για το αμφιλεγόμενο μυθιστόρημα του Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος», μοναδικό τεκμήριο της φιλίας τους και πολύτιμη ψηφίδα, ταυτόχρονα, της ιστορίας και των δυο.
Πρόκειται για ένα από τα πολλά ανέκδοτα χειρόγραφα που φυλάσσονταν σε βαλίτσα η οποία εντοπίστηκε το φθινόπωρο του 2006 στην υπόγεια αποθήκη του διαμερίσματος των Εμπειρίκων στο Κολωνάκι, αμέσως μετά την καταστροφική πλημμύρα που σάρωσε χιλιάδες γραπτά κειμήλια της οικογένειας. Ηταν καταχωρισμένο στις τελευταίες σελίδες ενός τετραδίου, μαζί με την πρώτη γραφή των ποιημάτων της «Οκτάνας», και είχε γραφτεί λίγες βδομάδες πριν από το θάνατο του Καραγάτση, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1960.
Οποια κι αν ήταν η πρόθεση του ποιητή, το κείμενο αυτό δεν δημοσιεύτηκε πουθενά. Να το, όμως, τώρα, στο «Ανδρέας Εμπειρίκος: Ο Σέργιος και ο Βάκχος του Μ. Καραγάτση», συνοδευμένο από χαρακτηριστικά αποσπάσματα και των δύο εκδοχών του ομώνυμου αφηγήματος, μαζί με κατατοπιστικά σημειώματα των παιδιών των δύο συγγραφέων -άριστοι διαχειριστές του έργου τους-, καθώς και μ’ ένα παλαιότερο εξομολογητικό κείμενο της Μαρίνας Καραγάτση για τη σχέση που είχε αναπτύξει με τον Ανδρέα Εμπειρίκο από τη στιγμή που μπήκε «στη χορεία των κοριτσιών» τις οποίες φωτογράφιζε.[…]

 

Editorial: H δραπέτης

Του Στράτου Φουντούλη

«Και Σύ; Εσύ, γλυκειά και Μεγαλόχαρη, μέσα στο χέρι σου, κρατούσες την καρδιά μου»

Γεννήθηκες με το σημάδι στο δεξί μάγουλο, έναν λεκέ. Το σήμα του διαβόλου, είπε η γιαγιά. Το φιλί του Θεού, επέμενε ο παππούς. Στο σχολείο σε απέφευγαν. Στο σπίτι δεν σε είπε όμορφη κανείς. Στα γλυκά, χαριτωμένα σου δεκαέξι γνωρίζεις τον νέο με το ίδιο σημάδι-λεκέ στο αριστερό μάγουλο. Βύρωνας, σου είπε. Παγκράτι απάντησες γελώντας. Μοιράστηκες μαζί του ειδυλλιακούς απογευματινούς, βραδινούς και κυριακάτικους ρομαντικούς περιπάτους. Ερωτεύτηκες. Ένα βράδυ τ’ αστέρια αναβόσβηναν αχνά, σιωπηλά• σε άρπαξε, σε έσφιξε τυλίγοντάς σε στην αγκαλιά του. Εσύ, στις μύτες των ποδιών σου, κόλλησες το φλεγόμενο μάγουλό σου στο δικό του. Δύο μάγουλα -σημαδεμένα- φλέγονταν, το ένιωσες. Συνάντησέ με εδώ αύριο βράδυ, σου είπε, θα έρθω απάντησες• κι ήρθε το επόμενο πρωινό όλο φως, ο λεκές στο μάγουλό σου δεν υπήρχε πια• μη πιστεύοντας το ακατανόητο, γύρισες ταραγμένη όλους τους καθρέπτες του σπιτιού, όλες τις γυαλιστερές του επιφάνειες παρατηρώντας με προσοχή το πρόσωπό σου ξανά και ξανά• ο λεκές στο δεξί σου μάγουλο απουσίαζε, κι ήρθε το βραδινό ραντεβού, κι έσπευσες, κόλλησες επάνω του• σε ρώτησε με μάτια γκρίζα και θαμπά: Που είναι. Πάει; Όχι! Σκέφτηκες αίφνης τον εαυτό σου μόνο, ελεύθερο. Έφυγες. Δεν ξαναγύρισες ποτέ.

«Μια γυναίκα, καθισμένη σε σκαμνί, ρεμβάζει στο κατάστρωμα, με ένα μωρό στην αγκαλιά της.»

©Αγριμολόγος

Το κείμενο αρχίζει και τελειώνει με δάνεια του Ανδρέα Εμπειρίκου από τα «Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία», εκδ. Άγρα, 1988

Τάσος Ψαρράς, Πορεία στο νότο, παρέα μ’ ένα νέγρο θερμαστή

Γνώριζα την ποίηση του Καββαδία από τα γυμνασιακά μου χρόνια, μέσα από τις συλλογές «Μαραμπού» και «Πούσι» από τις εκδόσεις -αν θυμάμαι καλά- «Γαλαξίας». Ήταν μαζί με τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη οι ποιητές που με είχαν επηρεάσει περισσότερο απ’ όλους τους άλλους. Και με ταξίδεψαν ακόμη περισσότερο. Ιδίως ο Καββαδίας. Διαβάζοντας τα ποιήματά του ξανοιγόταν μπροστά μου ένας κόσμος άγνωστος, γοητευτικός, περιπετειώδης, μεθυστικός, με παράξενους τόπους, αλλόκοτους ανθρώπους, κοινές γυναίκες, ποτά, ναρκωτικά, μπαρ, καυγάδες, μαχαιρώματα, αλμύρα, πίκρα, προσδοκία.

Και όλα αυτά με μια γλώσσα γεμάτη μουσική, ήχους, ρυθμό, ανάκατη με ναυτικά παραγγέλματα, ντόπια στοιχεία, εξελληνισμέvους διεθνείς όρους, κι ακόμη παραθέματα από την ιστορία, την παράδοση, τον πολιτισμό. Μια γλώσσα απλή, καθημερινή, άμεση, που πλάθει εικόνες, ζωντανεύει μνήμες, κινητοποιεί τις αισθήσεις. Λίγο ακόμη διαβάζοντας και νιώθεις το κύμα να σκάει κάτω απ’ την κουπαστή και να σε λούζει, το κουδουνάκι να χτυπά περιοδικά, το αμπάρι να τρίζει, ο μονότονος ήχος της μηχανής να χαμηλώνει και ν’ αυξάνει καθώς παλεύει με τον άνεμο… Και μόνος ο μαρκόνης σκυμμένος στο χειριστήριο να δίνει θέσεις, να στέλνει μηνύματα, να παίρνει μηνύματα. Τότε δεν είχα διαβάσει ακόμη το «Τραβέρσο», που κυκλοφόρησε το 1975, ούτε και τη «Βάρδια». Ούτε φυσικά την εκπληκτική «Λι», ούτε «Του πολέμου» και «Στο άλογό μου», κείμενα που ανακάλυψα αρκετά αργότερα.
  Bρισκόμαστε στα χρόνια της μεταπολίτευσης, όταν γύρω στο 1977 ο Γιώργος Παπαλιός, παραγωγός της πρώτης μου ταινίας μεγάλου μήκους «Δι’ ασήμαντον αφορμήν», μου πρότεινε να γυρίσουμε ένα σίριαλ γύρω απ’ τη ζωή των ναυτικών. Μέχρι τότε δεν ήξερα πολλά για τους ναυτικούς, πέρα από τα ποιήματα του Καββαδία και κάποιες σκόρπιες διηγήσεις από δω κι από κει. Άρχισα να διαβάζω ο,τιδήποτε είχε σχέση με τη θάλασσα. Έτσι έπεσα πάνω στη «Βάρδια», που μου τη δάνεισε ένας καπετάνιος, γιατί η παλιά έκδοση είχε εξαντληθεί, στη συλλογή «Τραβέρσο» και στη «Λυσικόμο Εκάβη» του άλλου μεγάλου παιδιού της θάλασσας, του Β. Λούλη.
  Αλλά δεν έφταναν μόνο τα διαβάσματα. Αποφασίσαμε να μπαρκάρω σ’ ένα πλοίο της εταιρείας του πατέρα του, που ήταν εφοπλιστής, για να ’χω τη γνώση από πρώτο χέρι. Κι ακόμα για να σημειώνω και να ηχογραφώ τις διηγήσεις των ναυτικών που θα αποτελούσαν το πρώτο υλικό του σεναρίου.
Το πρώτο λοιπόν ταξίδι μου με το φορτηγό «Αιγίς Σόνικ» δεν ήταν “…για το Νότο”. Ήταν για το Ρότερνταμ. Πήρα το πλοίο από το Πόρτ Σάϊντ, που έκανε “μπάνκερ”, περάσαμε τη Μεσόγειο με γαλήνιο καιρό και φθάσαμε στην Ολλανδία διασχίζοντας έναν ανταριασμένο Βισκαϊκό που έδινε έντεκα δύναμη. Έζησα λοιπόν τη ζωή των ναυτικών, κατέγραφα τις κουβέντες τους, τις αφηγήσεις, και μέσα απ’ το λυρισμό που κρύβουν αυτές οι ιστορίες κρατούσα ζωντανή την ανάμνηση του Καββαδία. Κι όταν κάποιες στιγμές “…προς την γαλάζια έκσταση εκοιτούσα”, θαρρούσα από κάπου επρόκειτο να προβάλλει ο Γουίλλυ, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί, είτε ο Νάγκελ Χάρμπορ,
ο Νορβηγός πιλότος απ’ το Κολόμπο, ή ο Γερμανός πλοίαρχος Φλέστερ, ή έστω ο πονηρός Κάπταιν Τζίμμυ.
  Το ταξίδι ήταν συναρπαστικό και οι διηγήσεις των ναυτικών μου έδωσαν το υλικό των πρώτων επεισοδίων. Μετά ακολούθησαν και δυο τρία άλλα ταξίδια προετοιμασίας, πήγα στο νότο στην τροπική ζώνη, στη Βραζιλία, στην Αρζεντίνα, στην Ιαπωνία, στην Καραϊβική Κουρασάο και Αρούμπα, στην Αφρική, στο Κάιρο, στη Βηρυτό και στο Αλγέρι, σε χώρες για τις οποίες οι ναυτικοί έχουν πάντα κάτι να αφηγηθούνε… Και μαζί με το “τσούρμο”, όταν έβγαινα στα λιμάνια, συναντούσαμε την ενθουσιώδη υποδοχή των κοινών γυναικών που τρελαίνονταν να βρεθούν με Έλληνες ναυτικούς. Γιατί οι Έλληνες ποτέ δεν τις αντιμετώπιζαν σαν πόρνες. Τις αντιμετώπιζαν σαν ερωμένες, φίλες, γνωστές. Τις κερνούσαν, έτρωγαν παρέα και το βράδυ πλάγιαζαν μαζί τους όπως θα πλάγιαζαν με το κορίτσι τους. Έτσι εξηγείται γιατί οι γυναίκες των λιμανιών στο Ρεσίφε στο Σαλβαδόρ, στο Πόρτο Αλέγκρε, στο Μπουένος Άιρες, στο Ρίο, στη Γιοκοχάμα, σχεδόν παντού, όλο και ξέρουν κάποιες λέξεις ελληνικές, τραγουδούν τα τραγούδια μας, χορεύουν τους χορούς μας και -γιατί όχι- σηκώνουν ελληνικές σημαίες. Είναι γνωστό άλλωστε το ανέκδοτο του Καββαδία με το Σεφέρη στη Βηρυτό, όταν ο δεύτερος ήταν εκεί πρεσβευτής. Βρέθηκαν κάποια εθνική γιορτή μας μαζί και, καθώς με το ίδιο αυτοκίνητο πήγαιναν στην πρεσβεία για τα σχετικά, ο Σεφέρης παρατήρησε σ’ ένα σημείο του λιμανιού ελληνικές σημαίες. “Δεν ήξερα”, είπε στον Καββαδία, “πως έχουμε τόσο μεγάλη παροικία”.
  “Δεν κατάλαβες”, του είπε ο Καββαδίας. “Είναι οι πουτάνες των λιμανιών και πανηγυρίζουν που έπιασε ελληνικό πλοίο”. Σοκαρισμένος ο Σεφέρης, ούτε ξανακοίταξε τον Καββαδία σ’ όλη τη διαδρομή.
  Καταγράφονται κι άλλα ανέκδοτα κι άλλα περιστατικά με το Σεφέρη, αλλά και άλλους εκπροσώπους της γενιάς του ’30, και τον Καββαδία. Δεν ξέρω πόσα απ’ αυτά είναι πραγματικά, αλλά σίγουρα αποδίδουν τη ρήξη της ζώσας ποίησης του Καββαδία με τη λόγια μοντέρνα λογοτεχνία “της συν-κουμπωμένης” και “συν-γραβατωμένης” γενιάς, κατά το χαρακτηρισμό του Σκαρίμπα.
Πάντως πρέπει να είναι μάλλον πραγματικό το περιστατικό με τον Κατσίμπαλη. Όταν σε μια σύναξη με το Σεφέρη και άλλους ο Κατσίμπαλης ζήτησε από τον Καββαδία να τους διαβάσει ποιήματά του, ο Καββαδίας προφασίστηκε πως είχε τα χειρόγραφα κρεμασμένα στην καμπαρντίνα του στο χωλ. Την πήρε, έφυγε, και άφησε τους άλλους να τον περιμένουν.
Όταν ολοκληρώθηκε το σενάριο του σίριαλ με τον ναυτικό τίτλο «Πορεία 090» -δηλαδή πορεία στο Νότο- ζήτησα από τον Γιώργο Παπαλιό να πάρει τα δικαιώματα των ποιημάτων του Καββαδία για να μελοποιηθούν και να ενταχθούν στη δραματουργία. Έτσι και έγινε. Τότε κάναμε ιδιαίτερη παρέα με το Μάνο Λοΐζο και τον Χρήστο Λεοντή. Ο Μάνος δεν μπορούσε να αναλάβει το σίριαλ, γιατί ήταν απασχολημένος με τη σύνθεση ενός καινούργιου έργου τότε, και πρότεινα το Λεοντή. Έναν συνθέτη που εκτιμούσα και συνεχίζω να εκτιμώ απεριόριστα, όχι μόνο για τη μουσική του αλλά και για το ήθος του και τη γενική του στάση στα πολιτιστικά, ακόμη και σήμερα, που πολλοί δείχνουν να ακολουθούν τον δρόμο της έκπτωσης σε μια απο-πολιτικοποιημένη κοινωνική ζωή και απο-πολιτισμένη καλλιτεχνική παραγωγή. Ο Λεοντής, που δεν είχε κάνει τηλεόραση, αιφνιδιάστηκε με την πρόταση και στις ερωτήσεις του Παπαλιού για το κόστος, αλλά και το χρόνο παράδοσης, επιφυλάχθηκε να απαντήσει θέλοντας να κάνει μια διερεύνηση της αγοράς. Καθυστερούσε να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση, ίσως και να μην ήθελε να μπλέξει με την τηλεόραση…
  Στο μεταξύ, διάφοροι συνθέτες που είχαν μάθει για το εγχείρημα επιδίωκαν να πάρουν την ανάθεση. Έτσι άκουγα διάφορες μελωδίες, που καμιά όμως δεν με ταρακούνησε. Μια μέρα, μου λέει ο Παπαλιός, “ξέρεις, η γυναίκα μου (η γνωστή ντοκιμαντερίστα Μαίρη Παπαλιού) γνωρίζει έναν νέο συνθέτη, το Θάνο Μικρούτσικο και έχει γράψει κάποια μοτίβα πάνω σε ποιήματα του Καββαδία. Δεν πας να τα ακούσεις κάποια στιγμή; Δεν πιστεύω πως θα ’ναι κάτι σημαντικό, αλλά ανάμεσα στα άλλα άκουσε κι αυτά. Και, μεταξύ μας, είναι και πολύ οικονομικός”.
  Τον Μικρούτσικο τον γνώριζα από τα πολιτικά του τραγούδια και τις επιρροές που είχε από τον Άισλερ, τον Κουρτ Βάϊλ και άλλους Γερμανούς του μεσοπολέμου. Μου άρεζε. Έγραφε καλή μουσική, αλλά κάπως μαθηματική, κάπως ψυχρή. Είχα πολλές αμφιβολίες αν ταίριαζε με το πνεύμα του Καββαδία. Έτσι, πήγα στο σπίτι του στην οδό Ζαν Μωρεάς στο Χαλάνδρι, κυρίως για να κάνω το χατίρι του Παπαλιού… Κάθισε αμέσως στο πιάνο. Έπαιζε και τραγουδούσε τους στίχους από τα ποιήματα του Καββαδία.
  Έμεινα ακίνητος στη θέση μου. Η μουσική δεν έβγαινε μόνη από το πιάνο. Μαζί της ξεπηδούσαν θεόρατα κύματα, καταιγίδες, βαπόρια με σκουριασμένες λαμαρίνες κι άλλα πειρατικά με φανάρια στην πρύμνη, λιμάνια, αρμύρα, γυναίκες, φάτσες ναυτικών, η φύση όλη αλλά και η μεταφυσική του Καββαδία. Τηλεφώνησα στον Παπαλιό. “Κλείσ’ τον αμέσως. Βρήκαμε συνθέτη”. Φεύγοντας ο Θάνος μου ’δωσε μια κασέτα. Το βράδυ όλη η παρέα στην ταβέρνα τραγουδούσαμε “το πειρατικό του Κάπταιν Τζίμμυ”. Έτσι προέκυψε ο «Σταυρός του Νότου».
  Ξανασυναντήθηκα με τον Καββαδία όταν έκανα -στην εκπομπή «Εποχές και συγγραφείς» της ΕΤ 1- το πορτρέτο του.
  Όλα τα θέματα της πολύ πετυχημένης και χρήσιμης αυτής εκπομπής, τα ζητάvε πολιτιστικοί σύλλογοι, σχολεία, πανεπιστήμια, στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό. Το πορτρέτο του Καββαδία έχει σταλεί κι έχει παιχθεί παντού. Με αφορμή αυτό το κείμενο έριξα μια ματιά στο αρχείο μου. Δεν μου είχε απομείνει ούτε ένα αντίγραφο …
Copyright©Τάσος Ψαρράς/Περιοδικό Heteron ½. – Στάχτες αρχείο

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας [2013]

Αρχείο 17/10/2013

Η σκάλα υπηρεσίας είναι σε αχρηστία πλέον. Λόγω πρόσφατης ανακαίνισης των προσωπικών αρχών μας, αποφασίσαμε να απολύσουμε την Κάντια, την υπηρέτρια, παρόλο που διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα: φωτεινό χαμόγελο, ευέλικτους γοφούς, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας [2013]»

Uche Ogbuji, “Sunlight stealing over the ragged edges of scar” -poetry


Lashed

Your insouciant lashes of black spiral,
Wound-up, cheeky veiling invades our opened lips,
Bluffed off high-brow, sweeps in to garnish tongue-tie-up.
Laughing, you marshal

Your insurgent springing of wild-grained impulse,
Breaching lives of / mouths of the poets, whispering salt,
Brushed off, rebuffed, bitten, yet still stuffing goosed
Klatsch with the carnal,

Ginseng-spiked polite-coiffed head-cock («upstairs»),
Gimlet-stirred blend of your hips with mine, as I
Pattern breaths to sip this deluge of embrace,
Pacing that last gasp.

Your wild coils grow themselves into my weirding
Voice, betraying all suaviter in modo,
Plucking out a fortiori claims to cool,
Fringe-framing the ruined mask.

Shyness ever follicle-foiled, recedes, what’s
Left’s the gag, insisting on grit, no grinned jest.

Swept along in white water I’m bent, buried,
Bound up in silk sedge.

***

Fire Next Time

It’s as if that vengeful god has called;
He’s up the sky soon to be burst with terrors
That serve us right for existential crime;
Not satisfied with nasty, brutish, short,
He’s fashioned out a fathomless device
And rigged it to the doomsday clock’s last chime.
They sing: ‘God gave Noah the rainbow sign,
Warning: No more water, but fire next time!’

What was our error? Skulls have sealed it out!
The cosmic imperfection marked by matter?
Revenge for particles that botched their rhyme?
Did that blemish in the firmament
Mean God spent six days cleaning up the mess?
Were snakes and apples wrath from lost sublime?
They sing: ‘God gave Noah the rainbow sign,
Warning: No more water, but fire next time!’

The tracts claim proof from a Russian borehole:
Shrieks of the dead awaiting late invention
To remind us hell prefers us in our prime;
And yet they talk of purifying fire—
Though Heracles was superman it took
The burning shirt to stage his gospel mime.
They sing: ‘God gave Noah the rainbow sign,
Warning: No more water, but fire next time!’

***

Zounds

Accumulation of stuffing,
Peep of royal blue background,
Opacity fifty per cent,
Diaphanous shift of Cybele,
Red for sacrifice, blue for nobility,
Tight knot of clinging zero,
And a fairy foreground of sandy flat;
Lumpy grid of leathered farm plots,
Fleshly insistence of cloud,
Numinous nubile in coy caress, withdrawal,
And endless depth once broken,
Sunlight stealing over the ragged edges of scar,
A pooling of blood into the crease,
A blinding upturn in the sea-surface cipher,
Inversion of the firmament,
Immediate the Aphrodite foam
Like forelocks on a young victim,
Immediate the fruit pulp
Like blanch of votive dress,
And even more immediate, the breach,
The cirrus to stratus to cumulus drop,
The telescoping to bone-hard ground,
Air drawn from the gut like a summoned salve,
The cloud-bound burn-curled
Like edge of injured flesh,
Abrupt tent of scabbed defense from sunbeam,
White blood cell pallor and serum yellow of storm top,
Stalactite chill of inexorable vector,
Raindrop of milky chalk descent.
Safeguard from indistinction below
Is the burst of your memory;
The splash of shrinking warmth in expectation,
intercession of your clay-grace divine,
God body indistinct in its aerie height,
From which eye ichor, blue sea of light,
From which duct salve of slate-shade rain
Low pressure dressing of gods’ own pain.
Ilu Igwe is my vehicle
Anyanwu my regard for you
And all fresh wholeness of my love—
Ala, approaching, overdue.

——————–Notes: Ilu Igwe, Anyanwu and AlaIgbo gods & goddesses of, respectively, heavens, sun and earth.

*
Brandy Lève Tôt

Crack of dawn by thunderous signal: Train comes
Soon and she unzips the burden of night time
Baggage, Spills herself into day, the first class
Carriage of moment.

***

Twit Jug

Twit twit twit, so rude the force,
Looted lineaments of torse:
That old tale of Philomel
Who from her cell, snared and hoarse,

Wove Tereus’ outrageous course,
Hark his hoop-cry of remorse,
Moan over the eaten child,
The line defiled, royal divorce.

Jug, jug, the sound sometime coarse,
In mythic context even worse,
From Thracian Greek to Cockney,
Songs for Procne haunt the gorse.

*
©Uche Ogbuji
photo©Stratos Fountoulis, Summer 2008

bio
Uche Ogbuji (@uogbuji) was born in Calabar, Nigeria. He lived, among other places, in Egypt and England before settling near Boulder, Colorado. A computer engineer and entrepreneur by trade, his collection of poetry, Ndewo, Colorado is forthcoming in 2014 from Kelsay Books. His poems, fusing Igbo culture, European Classicism, U.S. Mountain West setting, and Hip-Hop influences, have appeared widely, most recently in IthacaLit, String Poet, The Raintown Review, Featherlit, Outside In Journal, Don’t Just Sit There, Qarrtsiluni, and Leveler. He is editor at Kin Poetry Journal and The Nervous breakdown, founder and curator at the @ColoradoPoetry Twitter project.

Learn more about Uche’s forthcoming book!

Visit All «English Wednesdays»