Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, «Η Φεύγουσα κόρη»

Την είδα που έφευγε μες στη νύχτα. Πέρασε τα ερρειπωμένα εργοστάσια, με την καφετιά της φορεσιά, τις νευρώδεις πτυχώσεις. Τη φώτισαν οι δημοτικοί στύλοι στην είσοδο του «Τιτάνα», τσιμέντο και κλεισμένες υψικάμινοι σ΄ολόκληρο τον ορίζοντα. Η κόρη τρομαγμένη πέρασε εμπρός από το χώρο του τελεστηρίου. Στάθηκε, τη φυσούσε ο ζεστός, νότιος άνεμος του καλοκαιριού. Εκείνοι που φυλούν τα μνημεία, είχαν αποκοιμηθεί μεθυσμένοι, κανείς δεν φυλά την όμορφη Περσεφόνη, κανείς δεν την προσμένει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, «Η Φεύγουσα κόρη»»

Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας»

Διδάγματα για κακομαθημένους

Από τον ΜΙΧΑΛΗ ΨΑΛΙΔΟΠΟΥΛΟ

Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας». Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους, 18ος-21ος αιώνας, Πόλις, Αθήνα 2013, σελ. 894

Το νέο βιβλίο του Κώστα Κωστή γράφηκε όσο ο συγγραφέας ήταν καθηγητής στην Έδρα Μελετών για τη Νεότερη και Σύγχρονη Ελλάδα στην École des hautes études en sciences sociales στο Παρίσι και διευθυντής σχετικού σεμιναρίου που είχε ως αντικείμενο τη μελέτη της συγκρότησης του κράτους στην Ελλάδα σε σύγκριση με αντίστοιχες διαδικασίες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Στηριγμένος σε προγενέστερες μελέτες του στην οικονομική ιστορία της περιοχής και στην ενδελεχή ανάλυση του τραπεζικού συστήματος και της σχέσης κράτους-κοινωνίας στην Ελλάδα, ο Κωστής επιχειρεί να συνθέσει στη μελέτη αυτή τα ως τώρα συμπεράσματά του με ερευνητικά πορίσματα νεότερων Ελλήνων και ξένων ιστορικών σχετικά με τις κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις στα Βαλκάνια κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες. Το αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετικά πρωτότυπη ιστορία της Ελλάδας, πλήρης στοιχείων, που ξεβολεύει κοινούς τόπους και βολικούς μύθους της ελληνικής ιστοριογραφίας οι οποίοι έχουν κληροδοτηθεί στις νεότερες γενιές από προγενέστερους ιστορικούς και ιστοριοδίφες, ειδικά μετά το 1974.
Χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένα ονόματα, ο Κωστής απορρίπτει τις «μεγάλες θεωρίες». Η ιστορία του δεν γνωρίζει «εθνικοαπελευθερωτικές» ή «αστικοδημοκρατικές» τομές, «κομπραδόρους» ή «προλετάριους» σε δράση, αλλά εισάγει, κατά την διατύπωση του ίδιου, εργαλεία μελέτης της δυναμικής του κρατικού μετασχηματισμού τους τελευταίους τρεις αιώνες. Γεγονότα όπως π.χ. η ομιλία του Κωλέττη περί Μεγάλης Ιδέας ή η συγγραφή τού «Τις πταίει», παρότι θεωρούνται ωσεί παρόντα στην ανάλυση, δεν αποτελούν αφετηρίες αφήγησης, όπως αυτό συμβαίνει αλλού.
Η μελέτη, συνολικής έκτασης 869 σελίδων, χωρίζεται σε 12 περίπου ισομερή κεφάλαια που καταλαμβάνουν χρονικά την περίοδο από τον 18ο αιώνα ως το 2010. Περιλαμβάνει περί τους 30 πίνακες και 12 διαγράμματα, καθώς και σύντομο βιβλιογραφικό οδηγό.
Η γένεση, συγκρότηση και τελική διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους ξεκινά από τους μετασχηματισμούς που συντελούνται στην υπό σταδιακή παρακμή περιελθούσα μετά το 1683 Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σε αδρές γραμμές διαμορφώνεται το πλέγμα των «παικτών», Φαναριωτών, εμπόρων, εκκλησιαστικών παραγόντων και τοπικών αρχόντων οι οποίοι συγκλίνουν σταδιακά προς την μεταρρυθμιστική κίνηση που οδήγησε στην επανάσταση του 1821. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το διεθνές πλαίσιο και την σωτήρια παρέμβαση της Δύσης στo Ναυαρίνο, ο Κωστής περνάει στην εποχή του Καποδίστρια και αργότερα των Βαυαρών και τις προσπάθειες εμπέδωσης νόμου και τάξης σε οικονομία και κοινωνία. Οι προύχοντες εξέρχονται κυρίαρχοι του πολιτικού αγώνα μετά το 1863, όχι όμως χωρίς πισωγυρίσματα, παραμορφώσεις και αναδιατάξεις στην πολιτική σκακιέρα και τον έλεγχο των μηχανισμών του κράτους. Ο διακανονισμός του δημόσιου χρέους το 1878 ξαναβάζει την Ελλάδα στο κυνήγι των εθνικών της διεκδικήσεων, για να οδηγηθεί η χώρα σε νέες αναδιπλώσεις μετά την πτώχευση του 1893 και την ήττα του 1897. Και πάλι όμως «ξανά προς τη δόξα τραβά» με την ανορθωτική προσπάθεια του 1910, τους μετασχηματισμούς, τις μεταρρυθμίσεις και τις συγκρούσεις που σε συνδυασμό με διχαστικές πρακτικές οδηγούν στο 1922. Ακολουθεί η προσπάθεια αφομοίωσης των προσφύγων εν μέσω νέων μεταρρυθμίσεων και δημιουργίας βιομηχανίας, η κρίση του 1929 και η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να αποφύγει τις αυταρχικές λύσεις οι οποίες σημαδεύουν την εξέλιξη του κράτους και την παγίωση δομών που καταρρέουν για άλλη μια φορά στη δεκαετία του 1940. Για 25 χρόνια μετά το 1950 το πολιτικό σύστημα παλινδρομεί μεταξύ ατλαντικών δεσμεύσεων και ευρωπαϊκής προοπτικής, με τη δεύτερη να κερδίζει σε έδαφος μετά το 1974. Η Ελλάδα εντάσσεται στην ΕΟΚ/ΕΕ και δεσμεύεται εκ νέου να μετασχηματίσει κράτος, θεσμούς και διαδικασίες σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. «Ασθένειες», ωστόσο, εγγενείς στο πολιτικό σύστημα οδηγούν σε υπερδανεισμό, φούσκα και στην τρέχουσα, μετά το 2010, κατάρρευση του πολιτικού σκηνικού, που δεν είναι βέβαια κάτι πρωτόγνωρο για τη χώρα όπως έδειξαν και οι παραπάνω αναφορές.
Όπως προαναφέρθηκε, η «Ιστορία» του Κώστα Κωστή είναι μια σημαντική συμβολή στην κατανόηση της συγκρότησης και εξέλιξης του ελληνικού κράτους, έργο που αξίζει να διαβαστεί και να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής και αναθεωρήσεων από όσους μελετούν την νεοελληνική ιστορία χωρίς παρωπίδες. Ο συγγραφέας παρακολουθεί βήμα προς βήμα τις προσπάθειες του ελληνικού κράτους να αποκτήσει πόρους και να αναλάβει πρωτοβουλίες οργάνωσης στρατού και δικαιοσύνης, παιδείας και υγειονομικής περίθαλψης, προώθησης δημοσίων πολιτικών εν γένει. Στην πορεία διαφαίνεται η προτίμηση των ελληνικών κυβερνήσεων προς τον δανεισμό, αντί άντλησης φορολογικών εσόδων μονιμότερου χαρακτήρα από όλες τις κοινωνικές τάξεις και μάλιστα σε εποχές διεθνών και περιφερειακών ανακατατάξεων. Η «Ιστορία» αποτελεί ένα καλογραμμένο βιβλίο που καθοδηγεί τον αναγνώστη, ανοίγοντάς του δρόμους. Όπως συμβαίνει σε συγγράμματα τέτοιου τύπου, κάθε αναγνώστης ίσως βρει ορισμένα κεφάλαια πιο καλά δουλεμένα από άλλα. Η σύγχρονη εποχή, όπως ίσως είναι φυσικό, είναι κατά την κρίση του υπογράφοντος πιο ελλειπτική και πιο αδύναμη βιβλιογραφικά από τα αρχικά κεφάλαια. Επιπρόσθετα, ενώ στην εισαγωγή απορρίπτεται η πατρωνία ως το ισχυρό ερμηνευτικό αντικλείδι πολιτικών ιστοριών της Ελλάδας κατά το παρελθόν (σ. 21), στον επίλογο γίνεται λόγος για την «δημοκρατία των φίλων» (σ. 869) που έχει εδραιωθεί στον τόπο, οδηγώντας τον στην παρούσα κρίση. Παρατηρήσεις τέτοιου τύπου ωστόσο δεν μπορούν να αναιρέσουν την ευπρόσδεκτη προσθήκη στην ελληνική βιβλιογραφία που συνιστά η μελέτη του Κώστα Κωστή. Μία πιθανή μετάφραση του βιβλίου του στα αγγλικά θα αποτελούσε ένα μείζον βήμα επανένταξης της Ελλάδας ως περίπτωσης στη σύγχρονη διεθνή συζήτηση, όχι μόνο για την ιστορία της χώρας μας, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ειδικότερα. Θα επιβεβαίωνε το ότι κάποια «κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας» πλήρωσαν κατά καιρούς πολύ ακριβά τις κακές τους συνήθειες και θα ξεκινούσε η συζήτηση σχετικά με το αν και τι διδάχθηκαν από τη μακρόχρονη ιστορική πορεία τους οι «κακομαθημένοι».
©Athens Review of Books τεύχος 43, Σεπτέμβριος 2013 -Ευχαριστούμε για την ευγενή παραχώρηση.

Μαρία Πετρίτση, Τα ξένα σπίτια

Θυμάμαι μια παλιά συνέντευξη του Βασίλη Αλεξάκη που περιέγραφε το σπίτι του στην Αθήνα. Ένα μικρό ισόγειο είναι, έλεγε, που όμως το αγαπά επειδή στην αυλή του υπάρχει μια λεμονιά, και αυτό του φαίνεται σπουδαίο. Και μια άλλη, της Φρανσουάζ Σαγκάν, που μιλούσε για το διαμέρισμά της στο Παρίσι όπου είχε περάσει τα νεανικά της χρόνια. Έλεγε πως ήταν λιλιπούτειο και με εκθαμβωτική θέα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Τα ξένα σπίτια»

Τζούτζη Μαντζουράνη –παρουσίαση της ποιητικής συλλογής ‘Καφές και τσιγάρα’

Τη Δευτέρα 14 Οκτωβρίου:
Οι εκδόσεις Φίλντισι σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής τη Τζούτζης Μαντζουράνης «Καφές και τσιγάρα».

Στο Sq. Café Bar 
Πραξιτέλους 43 και Αγίου Μάρκου. 

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν:

Η συγγραφέας και κριτικός Ελένη Γκίκα και ο ποιητής και κριτικός Κώστας Παπαθανασίου.
Θα προβληθεί η μικρού μήκους ταινία τουΆκανθου ‘Τζούτζη Μαντζουράνη, παρατηρήσεις στη ζωής μιας ποιήτριας-παιδιού-γυναίκας

Από τη συλλογή –επιλογή τυχαία 

*

«Μεγάλο δρόμο θα διαβείς,
χιόνι παλιό και νέο φορτωμένο.

Θα λιώνει όμως στο διάβα σου.
Γιατί καυτές είναι οι πατημασιές σου
και ζεστή η ανάσα σου
καθώς με τη δική της σμίγει.
Και η φωτιά στα μάτια σας,
το χιόνι θα λειώνει.»

-Ήρεμος δεν θα ‘ναι ο δρόμος μας,
γιατί σαν λιώνει το χιόνι,
πέτρες έχει πολλές
κι ανηφόρα.
Αγάπη μου…

Μα σαν φτάσουμε στην κορυφή,
η θέα είναι πανέμορφη.
Και ‘κει θα ξαποστάσουμε.

Και μαζί θα καπνίσουμε
το πρώτο μας τσιγάρο…

*
«ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ»…

Οι Λέξεις πρώτα,
τα Μάτια ύστερα
μετά, τα Χείλια…
όλα ένα μεγάλο χαμόγελο.
Και τέλος,
το Άγγιγμα.
Ενός κορμιού,
που είχε ήδη παραδώσει τη ψυχή του….

*
«ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ»…
 

«Σε φιλάω και νομίζω ότι είναι Άνοιξη», της είπε
χαϊδεύοντας την απαλά στην κοιλιά …
«Τον Μάρτη να φοβάσαι»,
του απάντησε εκείνη…
Και τον φίλησε τρυφερά ανάμεσα στα μάτια…
Μετά κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του,
για να ξορκίσει το κρύο του Φλεβάρη
που λυσσομανούσε έξω από το παράθυρό τους
και αποκοιμήθηκε .
Έτσι, εκεί,
γυμνή,
στην αγκαλιά του.

*
«ΠΕΡΠΑΤΗΣΑ»…

Περπάτησα,
όλα τα δρομάκια που είχαμε μαζί περπατήσει…
Πήγα,
σε όλα τα μπαρ που είχαμε πιεί από το ίδιο ποτήρι…
Χόρεψα,
όλους τους χορούς που είχαμε αγκαλιασμένοι χορέψει…
Κοίταξα,
τον ίδιο ουρανό, και το ίδιο ολοστρόγγυλο φεγγάρι.

Με κάποιον άλλον…
Ξανά.

Και ήταν διαφορετικοί οι δρόμοι,
άλλες οι γεύσεις των ποτών,
άλλοι οι ρυθμοί των σωμάτων μας,
άλλο το σχήμα του φεγγαριού,
διαφορετικοί οι αστερισμοί.

Άλλος ο πόνος,
Ίδια η Αγάπη….

*
ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ…

Σκορπισμένα παντού στο βρεγμένο πλακόστρωτο
Τα άνθη της νεραντζιάς,
μύριζαν ακόμα τόσο έντονα.
Και η μυρωδιά τους ανακατωμένη με το μουσκεμένο χώμα
με πλάκωνε στο στήθος και έκανε την απουσία σου
γι’ ακόμα μια μέρα, πιο δύσκολη.
Δεν είναι που βρέχει και όλα είναι μουντά.
Είναι που στη βροχή ,
τα δάκρυα μου δεν φαίνονται πια,
δεν ξεχωρίζουν,
δεν έχουν σημασία…
Σβήνουν και χάνονται μαζί με το νερό
Και μένει μόνο η μουτζούρα της πληγής
που άφησαν πίσω, τα λόγια σου
Όταν ακόμα πονούσες τόσο,
που, το μόνο που ήθελες,
ήταν να με πονέσεις…

*
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΣΙΓΑΡΟ

Να σε καπνίσω θέλω,
σαν το τελευταίο μου τσιγάρο.
Και να μην σε σβήσω
στην τελευταία ρουφηξιά .
Κι ας καούν τα δάχτυλα μου!
Να αφήσει η καύτρα πάνω τους
το σημάδι σου…

*
©Τζούτζη Μαντζουράνη

Τέος Ρόμβος, «Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου»

(Απόσπασμα)

Κάθε νέα ημέρα, πρωί-πρωί, κατεβαίνω τα 752 σκαλοπάτια από τη μεσαιωνική Απάνω Χώρα μέχρι κάτω στη νέα πόλη και πηγαίνω στο Ιστορικό Αρχείο. Περνάω όλο το πρωινό μου εκεί.

  Ανασκαλεύω χαρτιά, αναφορές του 19ου αιώνα, διαθήκες, νο- σοκομειακά αρχεία, κιτρινισμένα έγγραφα με άπειρα σχεδιά- σματα, άλλα καλλιγραφημένα από επιδέξιους γραφείς κι άλλα καμωμένα με δυσνόητες γραφές και στριφογυριστές ουρίτσες, φαντάζομαι ακροβασίες με τον κοντυλοφόρο πάνω στο χαρτί, πιρουέτες και σπαγγάτο για να γραφούν τα σχεδιάσματα-κείμενα, σαν να χορεύει ένα επιδέξιο ζευγάρι χορευτών ταγκό, απόλυτος συγχρονισμός κινήσεων του ενός κολλημένου πάνω στον άλλο, σαν τα δάχτυλα που τυλίγουν την πένα μέχρι την τελική φιγούρα, το τίναγμα στον αέρα και το βύθισμα στο μελανοδοχείο. Χαϊδεύω τα γράμματα από ξεθυμασμένα μελάνια που θρίφουν στο άγγιγμά μου κι αφήνουν σημάδια στις ρώγες των δαχτύλων και μια αίσθηση παλιών ιστοριών αναδύεται μέσα από δικόγραφα γεμάτα πάθη, ακόλαστους, απονενοημένους, φανερωμένους έρωτες, μοιχείες και μοιχαλίδες, σφαξίματα και ιστορίες με νεαρούς Υδραίους που έβραζε το αίμα τους και χειρίζονταν επιδέξια το λάζο και με τα δύο χέρια. Διαβάζω παλιά έντυπα και πολυκαιρισμένες εφημερίδες των πρώτων χρόνων της εγκατάστασης των προσφύγων στο νησί, εκείνων που δημιούργησαν το θαύμα της Ερμούπολης, μιας ολόκληρης πόλης που ξεφύτρωσε μέσα σε ελάχιστα χρόνια. Ανοίγω βαριά βιβλία με ξεχαρβαλωμένα εξώφυλλα, ξεφυλλίζω σελίδες με μουτζουρώματα από μολύβι και άπειρες σημειώσεις στις άκριες, παλιές μνήμες, κιτρινισμένο χαρτομάνι.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τέος Ρόμβος, «Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου»»

Andy N, «of a stuttering train» -poetry

 
Noir Scene

For only a few seconds
He was stood outside
Next to where she waited
In the heart of the moonlight,
Peeling back her unknown promises
Behind the hiss
Of a stuttering train
In a mystery of bleached hair,

And bright red lipstick
Tangled up in each others footsteps
On a uneven texture
In the mist
Before tossing her cigarette
Back into the
Middle of the river,

And with it
The last remaining evidence
Of the crime
They’d just committed
In black and white.

*
Refugee from the Past

The hills that followed her
To the edge of the waves
Followed her like a keyhole to a door
And the waves that kissed her feet
Reminded her of her long dead cat.

The stars turned into bush fires
Mirroring the blue like breeze
Before declaring war with the sunrise
And the sand stuck to her hair
Like a refugee from the past,

And the slight fog which disappeared
As she walked slowly into the waves
Washing away her demons,

Like a spider cutting away
From it’s own web.

*
Land’s End

Over the cliff I can see
The sea choking itself
Before scattering itself
Over the rocks.

I can see the sun
Jumping up and down
The tip of the horizon
And it’s rays
Drawing the waves in
Like mermaids,

Swaying across broken flowers
And dense, un-scattered sand
Before bleeding countlessly
On the bay
In a blood soaked sunset.

Arrow drive
At Land’s end.

*

©Andy N
photo©Stratos Fountoulis, Gare du Midi5 –Bruxelles, 2009

Andrew Nicholson has published in a variety of online and paper magazines such as Other Voices Poetry, Kritya, Thanalonline, Taj Mahal Review, Remark, Unquietdesperation, Spleen, Undone since 2006. He has published in several collections ‘Emergency Verse’ and ‘Robin Hood’, (Both published by therecusant) ‘Spleen’ and, ‘Best of Manchester Poets Volume 1’ and 3 (Puppywolf Press) to name but five.

Visit All «English Wednesdays»

Lakis Fourouklas, Freebird

She wanted to do something, something small but different, not too weird but a little bit out there, out of her widely known persona. What, though? There were so many things through which she could express herself and her innermost feelings and that could really talk about her well-hidden truths, that she felt at a loss. Confused, that’s what she was, confused and kind of happy. She’d been waiting for so long and in such agony for this day to come that now that’s finally arrived, she just couldn’t decide what to do; to make up her mind as to what the gift she’s supposed to give herself would look like.

 

Truth be told, choices there were aplenty, but for the time being she could do nothing more but stand there, as if in a trance, and just look at them, studying their every line and curve, marvel at their beauty. What was she to do? What? She was reluctant, felt almost scared, over choosing one thing rather than the other, and she hated herself for that. Whatever she did in her life thus far, she did after giving it serious thought, after obsessing about it, and always having to worry about what the others would have to say.
The others! That’s the two words that she was going to use if anyone ever asked her what the cause of her misery was. She wanted to make love when she was sixteen, she made it when nineteen; she wanted to travel the world, she travelled too little; she had big dreams, she dreamed of achieving great things, but she’s spent thirty years of her life living a slightly different version of the same day; a routine that reminded her of death. She used to be a dreamer, now she is, as a friend puts it, the ghost of her own being. She was not who she wanted to be. She did not become the woman of her teenage fantasies.
And now, on this special day, the cursed and the blessed one of her birthday, the day that she’s decided that it would mark a new beginning in her life, she feels all the old persistent fears rising as by themselves and for themselves, out of her tortured psyche. She was afraid that she could not swim into unchartered waters; that if she escaped her routine she’d be lost; that it would be impossible for her not to follow the established itineraries and allow herself to wonder the labyrinthine paths of the unknown; she was scared of taking the stairway to an unknown heaven; of finally trying hard to make her dreams come true.
She remained standing in front of a shop’s show case, admiring the objects and the delicate designs, with almost non-seeing eyes, drifting in and out the corridors of her mind and soul, and fighting with her demons, the ones that had never given her a chance to pave her own route in life. People kept coming and going, circling around and observing her with an ironic smile or a sense of sadness, but she could not feel or see any of them. A fierce battle was taking place inside of her, and it kept getting more and more violent by the minute, as if composing an ode to psychological violence.
Every now and then she would close her eyes, trying to picture within the image that she so desperately seemed to seek, but to no avail. However, she knew; she knew that today was the day that she needed to take that first step, the most decisive one, because if she didn’t then all would be lost, her last chance would burn to ashes. Her future, tomorrow’s life, seemed to be hanging for the treacherous thread of that given moment; a decision had to be made.
The solution to all her problems and her worries was there, right in front of her eyes, staring back at her, when she had them open, but yet she could not make up her mind about how that solution should be like. She’d look at one thing and say, No, that’s not me, that’s not my world, and then she’d look at another, and a spark would momentarily lit her eyes, before receding again into the shadows.
There was an image though that kept returning time and again into her mind’s eye that has finally managed to bend her resistance, which has made her believe that, “Yes, this really talks about who I am, or rather of who I want to become.”
She stepped into the shop. There was a customer there already, so she took a sit at a not so comfortable chair and waited her turn. Little by little, a smile started taking shape on her pale lips. And then she started laughing. I can’t wait to see their faces when I show them the gift I’ve got myself, she thought, and she laughed. And she laughed! They would think she was crazy, but so what? Enough was enough; the time has come to live her own life.
When her turn finally arrived she took her sit and allowed the expert work his magic on her. Three hours later, in physical pain but a psychological high, she came out into the real world again, and she was somebody else. Half her shoulder was covered by a big black and white tattoo of an ancient boat. Yes, she was at last ready to set sail into a new life, to let the breeze lead her to a new beginning.
©Lakis Fourouklas
Photo©Stratos Fountoulis, «Ancona 1», 2011
 

Ζηνοβία Αντιδώρου, Τούρτα στο ποτάμι

Το ποτάμι που έγινε σκέπη της λαιμαργίας μου τρέχει και κυλά. Το λένε ποτάμι όλο το χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα το μόνο ποταμίσιο που έχει είναι μια κατάξερη κοίτη που σκονίζεται και περιμένει επί οκτώ συνεχόμενους μήνες. Περιμένει υπομονετικά, δέχεται αγόγγυχτα τα σκουπίδια που το ταίζουν οι περαστικοί, χαίρεται με τα παιδιά που κάνουν σκέιτ μέσα στον μπετόν-αρμέ βυθό του. Μέχρι που ο καιρός αλλάζει και το ποτάμι νιώθει καλύτερα που μπορεί να γίνει επιτέλους λειτουργικό, περήφανο που ονομάζεται ξανά ποτάμι, όχι από συνήθεια, αλλά με την αξία του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζηνοβία Αντιδώρου, Τούρτα στο ποτάμι»