Παρουσίαση απόψε: Δημήτρης Φύσσας, «Τα σινεμά της Αθήνας 1896-2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου»

Απόψε στις 9 το βράδυ, στο σκακιστικό καφενείο «Πανελλήνιον», ο συγγραφέας, δημοσιογράφος, φιλόλογος και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού «Στάχτες», αθηναιομανής και σινεφίλ και city lover Δημήτρης Φύσσας, παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, «Τα σινεμά της Αθήνας 1896 – 2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου».
Πρόκειται περί ενός αλφαβητικού λεξικού των σινεμά (και των χώρων που έπαιξαν ταινίες σε κάπως μόνιμη βάση, ακόμα κι αν δεν ήταν σινεμά π.χ. καφενεία), όσων λειτούργησαν από το 1896 μέχρι και το 2013, στα όρια που καλύπτει ο σημερινός Δήμος Αθηναίων. Σε κάθε κύριο λήμμα περιλαμβάνονται, ιδανικά, τα εξής: ονομασία/ διεύθυνση/ τηλέφωνο/ σχόλια για το όνομα / διάταξη / σχόλια για το χώρο/ ιδιοκτήτης/ εποχή του χρόνου που λειτουργεί/ χρονολόγηση λειτουργίας/ ερευνητικά ή άλλα περιστατικά/ προσωπικές, λογοτεχνικές, κινηματογραφικές ή άλλες αναφορές/ σημερινή κατάσταση του χώρου /διαφημίσεις / διάφορα/ ενδεικτικές ταινίες σε ετήσια (και όχι κατ’ ανάγκην σε μηνιαία) σειρά…
Όπως δήλωσε ο ίδιος στηνΕλευθεροτυπία  «…καταλογογραφούνται καμιά τετρακοσαριά κινηματογράφοι. […] Είναι όλα εδώ: Λαϊκά και κυριλέ, καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα, τσοντάδικα και οικογενειακά, συνοικιακά και κεντρικά. Μιλάμε για 960 σελίδες word times new roman 12άρι, με 3.500 υποσημειώσεις».
Μία δεκαετία έρευνας, και το αλφαβητικό λεξικό «Τα σινεμά της Αθήνας 1896-2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου» προορίζεται αποκλειστικά για διαδικτυακή χρήση, καθώς πρόκειται να αναρτηθεί σε έξι ιστοσελίδες μεταξύ των οποίων φυσικά και οι Στάχτες, τις διευθύνσεις των οποίων ο κ. Φύσσας θα ανακοινώσει το ίδιο βράδυ.
Μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο online στο:  https://docs.google.com/file/d/0B3mvzCFV851iRnVJT0ZtRjlZaTQ/edit?usp=sharing&pli=1

Καφενείο «Πανελλήνιον»
στις 9.00 μμ
Μαυρομιχάλη 16 Εξάρχεια
210-3634492

Φωτογραφία κινηματογράφου «Αττικόν» με μεγαλο-αφίσα του Γιώργου Βακιρτζή

Κλασικά Κυριακής: Ἄρης Δικταῖος, “τῆς ἁμαρτίας τὰ τέκνα, οἱ ὠχροί, οἱ ξένοι ἄλλης πολιτείας”


Η ΠΟΙΗΣΗ

Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ ἔντυνες μία φορὰ τὴ γυμνὴ μέθη μας
ὅταν κρυώναμε καὶ δὲν εἴχαμε ροῦχο νὰ ντυθοῦμε
ὅταν ὀνειρευόμαστε, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ζωὴ νὰ ζήσουμε
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σύννεφα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὴ ρέμβη μας;
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σώματα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὸν ἔρωτά μας;
Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ κλειστεῖς μέσα σὲ σχήματα
μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲ μποροῦμε νὰ σ᾿ ἀγγίξουμε μὲ τὸ λόγο Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κλασικά Κυριακής: Ἄρης Δικταῖος, “τῆς ἁμαρτίας τὰ τέκνα, οἱ ὠχροί, οἱ ξένοι ἄλλης πολιτείας”»

Larry Cool, Ἡ Παναγία ἔπρεπε νὰ εἶχε κάνει κορίτσι

 
Ἡ Παναγία ἔπρεπε νὰ εἶχε κάνει κορίτσι

Ὁ οὐρανὸς ἀντανακλᾶ ἀνάποδα τὴν πόλη
Τρελὴ ἡ Παναγία σαλαγεῖ τὰ φεγγάρια της
Ἀπ’ τὶς τρύπες π’ ἀφήνουν τὰ πέλματά της στὴν ἄσφαλτο,
Εἰσδύει ἀπόκοσμο φῶς.
-«Θέλω μιὰ κόρη ἀπὸ σένα,» μοῦ λέει
Γαμιόμαστε στὰ ὄρθια σὲ μιὰ οἰκοδομὴ
Μέσα στὴ διάφανη κοιλιά της,
Ἥλιοι κι ἀστέρες περιστρέφονται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Larry Cool, Ἡ Παναγία ἔπρεπε νὰ εἶχε κάνει κορίτσι»

Δημήτρης Μποσκαΐνος, «… Χέρι… χέρι»

Το λεπτό και κοκκαλιάρικο χέρι της τον γράπωσε με δύναμη.
  Από κάτω το χάος.
  Εκείνος έσφιξε το δικό του, τεράστιο, βρώμικο και δυνατό σε μια σωτήρια λαβή. Ήταν ανάλαφρη. Περίμενε να την τραβήξει γρήγορα επάνω. Αντ’ αυτού άρχισε να τη λικνίζει σαν εκκρεμές. Έβαλε δύναμη και πάνω στη μεγαλύτερη ταλάντωση έδωσε μια και την ανέβασε πάνω. Την πέταξε κατά γης.
  Εκείνη ένοιωσε να πέφτει στα μαλακά.
  Οι πέτρες και το κακοτράχαλο έδαφος στο χείλος του γκρεμού της φάνηκαν ένα μαλακό στρώμα σε σχέση με το χαώδες άνοιγμα στο οποίο κρεμόταν ένα λεπτό πριν. Λύτρωση.
 Δευτερόλεπτα πριν κλείσει τα μάτια της από ένα κοκτέιλ εξάντλησης κι ανακούφισης, το μεσημεριανή ηλιόφως πήρε να σκοτεινιάζει ξαφνικά. Πρόλαβε να δει την τεράστια αρβύλα του να προσγειώνεται σαν αμόνι στον δεξί της ώμο. Την πίεζε σταθερά στο χώμα μην έχοντας αφήσει ακόμη την παλάμη της από τη δική του. Έπιασε και με το άλλο του χέρι κάπου στον αγκώνα της.
  Και τότε ξαφνικά κι απροειδοποίητα… τράβηξε.
  Γρήγορα και δυνατά.
 Ένοιωσε να της βγαίνει η ψυχή από το στόμα. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και κόντεψαν να πεταχτούν έξω από το κρανίο της. Γύρισαν αμέσως ανάποδα κι έμεινε να τον κοιτάει άψυχα με μάτια μπαλάκια του πινγκ πονγκ. Τόσο πόνο αισθάνθηκε καθώς εκατομμύρια βελόνες εξαπλώνονταν από τον ώμο της σε όλο της το κορμί.
  Λιποθύμησε κι άρχισε ν αλλάζει χρώμα από το τραυματικό σοκ.
  Δεν πρόλαβε να δει το δεξί της χέρι να αποκολλάται από το υπόλοιπο σώμα της.
Έβαλε το χέρι σε ένα σακί που είχε κρεμασμένο στην πλάτη του και με περισσή ευκολία σήκωσε το σώμα που αιμορραγούσε στην πλάτη. Δεν ένοιωθε σχεδόν καθόλου το βάρος του.
  Μπροστά στο γιγάντιο σώμα του ήταν σα να κουβαλάει ένα θήραμα κυνηγιού, ένα σφάγιο μετρίου μεγέθους.
  Η σπηλιά – κρυψώνα του ήταν κοντά. Θα ασχολιόταν αύριο, να κρύψει τα αίματα.
  Μέσα στη σπηλιά το σκοτάδι ήταν απόλυτο. Την άφησε κάτω κι άναψε ένα δαδί. Τρεμάμενοι τοίχοι άρχισαν να φεγγοβολούν απειλητικά τριγύρω. Την έσυρε ανάμεσα σε δαιδάλους και σκοτεινούς διαδρόμους μέχρι που έφτασε σε ένα πλάτωμα με μια μεγάλη πέτρα στη μέση , μια πέτρα μα σχήμα σφαίρας. Μετακίνησε με κόπο την πέτρα στο πλάι.
  Αποφορά κι αποσύνθεση πλημμύρισαν το χώρο, κι αυτός μονάχα γρύλλισε σα ζώο. Κοίταξε την τρύπα που έχασκε αβυσσαλέα κάτω από την πέτρα. Έσυρε το κορμί της και την πέταξε μέσα, ξανακλείνοντας το φυσικό πηγάδι. Ένα πηγάδι γιομάτο Θάνατο.
  Προσπερνώντας την μεγάλη αίθουσα μπήκε δεξιά σ ένα στενό πέρασμα και βγήκε στο χώρο του. Ένα αποστεωμένο τσοπανόσκυλο φύλακας τον περίμενε στο σκοτάδι κουνώντας χαρούμενο την ουρά του, τον είχε μυρίσει από ώρα γι αυτό δε γαύγισε καθόλου. Το χάιδεψε άγρια και του πρότεινε πρωτόγονα το άψυχο χέρι της κοπέλας. Ο σκύλος τρομαγμένος το μύρισε κι οπισθοχώρησε μυξοκλαίγοντας μην αφήνοντας καθόλου από τα μάτια του εκείνον.
Το αφεντικό
Το γιατάκι του ήταν σε ένα μακρύ και σχετικά στενό διάδρομο πολλών μέτρων. Ένα πρόχειρο κρεβάτι με ξύλο κι άχυρα, με μια βρώμικη και ξηλωμένη κουβέρτα από πάνω. Παραδίπλα είχε ένα μικρό τραπέζι με κάτι μικρά σαπισμένα ξύλινα κιβώτια επάνω και δυο στάμνες. Η μεγάλη είχε μέσα νερό. Στη μικρή με το πώμα φύλαγε λίγο κρασί. Πέταξε στο σκύλο ένα ξεροκόμματο μπαγιάτικο ψωμί και ρούφηξε λαίμαργα από το κανάτι με το κρασί χύνοντας λίγο στο λερό πουκάμισό του.
  Άναψε με το δαδί του τρία μικρά λαδοκάντηλα που είχε τοποθετημένα σε εσοχές του τοίχου. Καθώς ο χώρος φωτίστηκε τρεμάμενα αλλά επαρκώς για εκείνον, έσβησε το δαδί σε μια μικρή φυσική λεκάνη με άμμο.
  Περπάτησε στο ζόφο του ημισκότεινου διαδρόμου. Το μεγαλύτερο μέρος του ήταν επενδεδυμένο με πέτρα. Μεγάλες ακατέργαστες πέτρες σε γκρι καφέ απόχρωση που ήταν χτισμένες με το βάρος τους χωρίς λάσπη. Η μια πάνω στην άλλη. Προσπάθησε να κουνήσει κάποιες. Έψαξε για την πιο χαλαρή και τη βρήκε. Την κούνησε με τέτοια μανία που την ξεκόλλησε με μιας από τον τοίχο. Χαμογέλασε. Σήκωσε το χέρι από το πάτωμα της σπηλιάς και το στρίμωξε στην οπή που άφησε η βγαλμένη πέτρα. Έπιασε μικρότερες πέτρες που ‘τανε διάσπαρτες στο πάτωμα και τις στρίμωξε όπως – όπως γύρω από τα κενά που άφηνε ο απάνθρωπα ξεριζωμένος βραχίονας στον τοίχο. Όταν σταθεροποίησε το χέρι έπιασε να το χαζεύει. Ντελικάτο παρά το θαμπό υπόλευκο χρώμα του. Τα νύχια είχαν σπάσει από την πτώση της κοπέλας καθώς την κυνηγούσε λίγο πριν το γκρεμό. Φορούσε ένα δαχτυλίδι αρραβώνων. Δεν το πείραξε. Έκανε το χέρι ομορφότερο. Το πλησίασε κι άρχισε να το μυρίζει. Κοκκίνισε. Έπεσε στο ένα γόνατο κι έβαλε το κεφάλι του κάτω από την γυμνή παλάμη σε ένα παρανοϊκό μα συνάμα, στοργικό κι ανάποδο χάδι. Σηκώθηκε όρθιος κι άνοιξε το πουκάμισο του. Πλησίασε το χέρι που παγωμένο τον άγγιξε στο στήθος. Ένοιωσε να καίει από μέσα του παρά την παγωνιά της νεκρής σάρκας. Φούντωσε ολόκληρος κι ένοιωσε να χτυπάνε τα μηλίγγια του σα ταμπούρλο. Καύλωσε.
  Κοίταξε δεξιά και χαμογέλασε λυκίσια με τα σάλια του να τρέχουν.
  Το θέμα ήταν μακάβριο. Μια εικόνα βγαλμένη από τους πιο τρομερούς εφιάλτες.
  Μια στιγμή σταλμένη από τα βάθη της Κόλασης.
  Το πέτρινο τείχος δεξιά του ήταν γεμάτο γυναικεία δεξιά χέρια που έχασκαν στο διάδρομο.
  Xέρια μικρά και λεπτά, άλλα μακριά και ψωμωμένα. Χέρια από κοπέλες αλλά κι από μεσήλικες γυναίκες. Χέρια με μακριά νύχια κι άλλα με φαγωμένα, εφηβικά. Κάποια φορούσαν κοσμήματα, βραχιόλια ή δαχτυλίδια. Χέρια με τεντωμένες παλάμες και χέρια όπου τα δάχτυλα συστρέφονταν ελαφρώς.
  Δεκάδες χέρια, όπου έφτανε το μάτι …κι όλα δεξιά. Σαν πολλές γυναίκες μαζί να προσπαθούσαν ν αρπάξουν κάτι διερχόμενο από το σκοτεινό σπηλαιώδη διάδρομο.
  Όσο προχωρούσε σε μήκος αυτή η τραγελαφική παρωδία, τα χέρια μαραίνονταν από την παλαιότητα και την αποσάθρωση. Τα τελευταία, μέχρι εκεί που έβλεπε, ήταν σκέτοι λευκοί σκελετοί με σάπιες πέτσες να σκεπάζουν κάποια σημεία τους σα βρώμικες λινάτσες.
  Συσπάστηκε στο υπογάστριο κι έχυσε μέσα στο παντελόνι του με τα σάλια του να τρέχουν ακόμα καταγής. Πίσω του ο σκύλος χόρευε δεμένος με την αλυσίδα του κουνώντας ασταμάτητα την ουρά του.
  Έπιασε το πουλί του πάνω από το παντελόνι και το μετακίνησε να τον βολεύει καλύτερα.
  Ήταν μούσκεμα.
  Βούτηξε το κανάτι με το κρασί. Έκατσε στο αχυρένιο κρεβάτι κι άρχισε να ρουφάει λαίμαργα.
  Κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Ένα ύπνο βαθύ δίχως όνειρα.
  Τι να έβλεπε άλλωστε όταν οι μύχιοι φόβοι στο υποσυνείδητο των ανθρώπων ήταν η δική του καθημερινότητα. Μόνο παραμίλαγε καμιά φορά και ξύπναγε το γκέκα του ψιθυρίζοντας, «… χέρι… χέρι… ΧΕΡΙ».
©Δημήτρης Μποσκαΐνος
Photo: Author unknown

Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’

«Μας βλέπει κανείς;»

«Ποιος μπορεί να μας δει εδώ μέσα;»

«Σωστά. Είχα μια ελπίδα πάντως. Όχι πως με νοιάζει, απλά έχω βαρεθεί να μοιράζομαι τα πάντα μαζί σου -χωρίς παρεξήγηση. Νόμιζα πως σήμερα μπορεί κάποιος να περνούσε απ’ έξω και να έμπαινε, έστω τυχαία. Πιστεύεις στην τύχη;»
σιωπή
«Εγώ κάποτε πίστευα. Πίστευα σ’ αυτή την τύχη που λένε πως βοηθάει τους τολμηρούς. Τολμούσα τα πάντα, αν θυμάσαι. Δεν κώλωνα πουθενά. Μου άρεσε να σοκάρω, να βλέπω τους άλλους να κατεβάζουν το βλέμμα πρώτοι, να μην περιμένουν αυτό που θα συμβεί . Τολμούσα να μιλήσω, κι έπειτα τολμούσα να σωπάσω . Εκεί να δεις ταραχή. Οι σιωπές μου ξεκινούσαν συνήθως τις πιο μεγάλες φασαρίες. Τους άφηνα να αναρωτιούνται τι μπορεί να συνέβη. Ψήνονταν για μέρες μέσα στην αμφιβολία. Με τριγύριζαν, με καλόπιαναν, με απειλούσαν. Στο τέλος προσπαθούσαν να με ψυχαναλύσουν. Εγώ, ούτε λέξη. Τσιμουδιά.»
«Κι έπειτα;»
«Είδες που τσίμπησες κι εσύ μόλις σώπασα; Έβαζα στοίχημα πως θα το κάνεις. Γι’ αυτό καταλήγω πως η σιωπή είναι πιο χρήσιμη από τα λόγια. Πάρε για παράδειγμα μια ταινία. Τις πιο πολλές φορές θα κλάψεις μόλις ο ήρωας πάψει να μιλάει. Τότε, θα αρχίσεις να φαντάζεσαι διάφορα: Πόσο δυστυχισμένος είναι, πόσο σοφές είναι οι σκέψεις του, πόσα τον έμαθε η ζωή και άλλα βαθυστόχαστα. Θα αρχίσεις να κλαις. Ξαφνικά θα ανακαλύψεις πόσο του μοιάζεις. Δεν είναι αυτός που υποφέρει, είσαι εσύ. Δεν είναι δικά του τα λόγια, από το στόμα σου τα έκλεψε. Εσύ κι αυτός γίνατε ένα – κι όλα αυτά, μέσα στη σιωπή. Αστείο δεν είναι;»
σιωπή
«Τώρα μου κρατάς μούτρα, σωστά; Το ξέρω καλά αυτό το παιχνίδι, μη νοιάζεσαι. Ατέλειωτες οι μέρες και οι νύχτες που το έχω παίξει. Θα μπορούσα να το διδάξω σε πανεπιστήμιο . Χα, μιλάμε για το απόλυτο παιχνίδι αντοχής. Να πώς παίζεται: Πες πως είσαι ο άντρας και εγώ η γυναίκα. Την πρώτη μέρα δε θα ξέρω τι είναι αυτό που σε τρώει, απλά θα κοιμηθούμε με τις πλάτες γυρισμένες. Την επομένη, θα αρχίσω να μαντεύω. Θα σου αραδιάζω μία – μία τις πιθανές αιτίες που σε κρατούν αμίλητο κι εσύ απλώς θα κουνάς το κεφάλι σκεφτικός. Θα επιμείνω, γιατί θα σε αγαπώ. Εσύ θα απαντάς σταθερά πως δεν έχεις τίποτα και θα ζητάς λίγο δικό σου χώρο. Θα περάσουν άλλες δυο μέρες. Εγώ δεν θα τρώω, για να μη νομίζεις πως δε νοιάζομαι για σένα. Έπειτα θα ανεβάσω πυρετό κι εσύ από καθήκον θα μου φέρεις ασπιρίνες. Για λίγο θα αναθαρρήσω, μετά θα ξαναπέσω στο κρεβάτι γιατί θα αργήσεις να επιστρέψεις το βράδυ από το σπίτι του φίλου σου. Την πέμπτη μέρα θα αρχίσω να κλαίω. Την έκτη θα σου ζητήσω να με συγχωρέσεις -‘για όλα’. Θα μου χαμογελάσεις. ‘Δεν ήταν τίποτα μωρέ, συμβαίνουν αυτά στα ζευγάρια.’ Θα σου φτιάξω το αγαπημένο σου φαγητό. Θα βάλω το πιο σέξι νεγκλιζέ, θα έρθω τη νύχτα να σε ξυπνήσω με την πιο άγρια πίπα. Όλα θα είναι πάλι τέλεια. Home Sweet Home!»
«Δεν νομίζεις πως εκχυδαΐζεις τα πάντα ;»
«Όχι, απλά κόβω δρόμο. Δεν έχω καιρό για χάσιμο. Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει ειπωθεί. Όλα είναι εδώ μέσα. Το ξέρεις κι αυτό είναι που σε τρομάζει. Όσα ψάχνεις τα έχεις κιόλας ζήσει, τα έχεις κάνει, τα έχεις δει. Και σιχαίνεσαι τις επαναλήψεις. Γι αυτό κρύβεσαι μαζί μου. Λες να μην έχω καταλάβει πως με χρησιμοποιείς;»
Σιωπή
«Δεν περίμενα να μου απαντήσεις. Τόσο τυπική σου αντίδραση που θα με ξάφνιαζε οποιαδήποτε άλλη . Αλήθεια, τι καιρό κάνει έξω; Χα, χα – τρόμαξες, ε; Σε πειράζω. Το ‘ξερα πως θα σε έπιανε ταχυπαλμία, μόλις θα έλεγα ‘έξω’. Εντάξει λοιπόν, φέρε κάποιον από ‘μέσα’. Να αλλάξουμε λίγο παραστάσεις τουλάχιστον, να θυμηθούμε τα παλιά. Μουχλιάσαμε. Μόνο, κοίτα. μη φέρεις ξανά τη μητέρα σου. Λυπάμαι που θα στο πω, αλλά καταντάει κουραστικό. Αρχίζει να μιλάει για τα παιδικά σου χρόνια και δεν το αντέχω. Το μάθαμε πια, δεν υπήρχε πιο όμορφο μωρό. Όλοι στο σχολείο έλεγαν πως η επιστήμη περιμένει εσένα για να προχωρήσει – ευτυχώς που πρόκοψες. Αλλά κι εκείνη, ήρωας, με ‘Η’ κεφαλαίο! Και μάνα και πατέρας μαζί. Δεν υπήρχε περίπτωση να σωθεί αυτός ο γάμος αν ήταν άλλη στη θέση της, με όσα της είχε κάνει ο πατέρας σου. Σωστά δεν τα λέω;»
«Ήταν μικρός. Τα ξέρεις.»
«Ακόμα τον δικαιολογείς, λοιπόν. Όμορφα θα περάσουμε πάλι. Κοίτα, δεν έχω καμιά διάθεση να λέω και να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Πρέπει να προχωρήσεις. Θυμάσαι που έλεγες πως ενήλικος είναι αυτός που γίνεται πατέρας και μάνα του εαυτού του; Αυτός που δεν έχει πια ανάγκη να αποδείξει κάτι στους άλλους; Αυτός που δεν περιμένει καμιά ανταμοιβή; Τι σκαλίζεις, λοιπόν ακόμα ; Τι περιμένεις να αλλάξει; Μέχρι κι εγώ μεγάλωσα. Εσύ, γιατί δεν ξεκουμπίζεσαι από δω μέσα;»
Σιωπή
«Είναι ώρες-ώρες που δεν ξέρω τι με τρελαίνει περισσότερο – το αξιοθρήνητο ύφος σου ή η σιωπή σου; Σε κοιτάω και αναρωτιέμαι πως μπορεί κάποτε να πίστεψα πως είχες στόφα για κάτι μεγάλο. Τα έλεγες όμως πολύ όμορφα, και στα αλήθεια με είχες πείσει. Να σου διαβάσω κάτι από τα λόγια σου; Δε χρειάζεται να μου απαντήσεις -σου διαβάζω: «Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με κυνηγάει. Θέλω να πάψω να ζω στις σκιές που παίζουν στο μυαλό μου. Δεν έχω ανάγκη πια κανέναν να μου δείξει το δρόμο. Εγώ είμαι ο δρόμος. Παραιτούμαι από ό,τι νόμιζα αυτονόητο. Αρνούμαι όσα πίστεψα πως με ομορφαίνουν. Τι να τον κάνω τον κάλπικο θαυμασμό σας; Στο εξής θα τρέφομαι μόνο από το λιγοστό αντιφέγγισμα των αστεριών στη θάλασσα, μέχρι να γεμίσω φως.» Τι έχεις να πεις;»
«Παιδιάστικες ανοησίες.»
«Πράγματι. Το θυμόμουν καλύτερο αυτό το κομμάτι. Ψάχνω να βρω τίποτα άλλο. Φοβάμαι όμως πως αυτό ήταν το καλύτερό σου. Από ένα σημείο και πέρα είναι όλο μουτζούρες. Και πιο παλιά, όλα μέσα στην κλάψα. Θυμάμαι όμως μια εποχή ευτυχισμένη. Τι απέγινε;»
Σιωπή
«Ώστε την έσκισες. Σωστά, πώς θα μπορούσες να βρίσκεσαι πάλι εδώ μέσα, αν δεν είχες βουλιάξει στην αυτολύπηση; Ίσως και να μην έχεις κι άδικο. Κάποτε ήμουν κι εγώ σαν κι εσένα. Ψέματα. Κάποτε ήμουν ΕΣΥ. Συγχώρεσέ με που καμιά φορά το ξεχνάω. Πέρασαν αιώνες από τότε. Από εκείνη την μέρα που μ’ άφησες σαν να μην τρέχει κάστανο. Που βρήκες ξάφνου το νερό της ευτυχίας, κι έγινες καπνός. Θυμάσαι ποια ήταν η τελευταία σου φράση; ‘Αντίο. Τώρα πια ξέρω, τώρα πια μπορώ. Σε ευχαριστώ για όλα.’ Μπλιαχ, θα προτιμούσα να με έφτυνες αντί για αυτόν τον εμετό κοινοτοπίας.
«Λυπάμαι».
«Λυπάσαι; Γιατί δεν λες και κάτι καινούργιο. Γύρισες και πίστευες πως θα με βρεις στην ίδια θέση. Λυπάμαι που σε απογοήτευσα . Τα μάγια βλέπεις, λύθηκαν. Σίγουρα όλα σου φάνηκαν αλλιώτικα και στενάχωρα εδώ μέσα. Γκρίζα, μαραμένα, γερασμένα. Δίκιο δεν έχω; Τίποτα δεν μοιάζει τολμηρό, πρωτότυπο, επαναστατικό, όπως κάποτε. Ίσως και να μη διαφέραμε τελικά από τους άλλους όπως νόμιζες, σωστά; Γι’ αυτό έκλεισες λοιπόν τα πατζούρια; Για να μη μας βλέπουν απ’ έξω, ή μήπως για να μη βλέπεις εσύ έξω; Να σου πω την αλήθεια, δεν με νοιάζει πια. Κι αν κάθομαι τόση ώρα και σου μιλάω, το κάνω μόνο για χάρη του παλιού καιρού.
Σιωπή
«Πολύ θα ήθελες να σταματήσω, το ξέρω. Όμως τώρα θα πάρω εγώ την εκδίκησή μου. Ξέρεις, ήρθε η ώρα να φύγω. Ανήκουστο, ε; Μάθε λοιπόν πως εμένα δεν μου γουστάρει πια το σκοτάδι. Με κούρασε η μπόχα του. Βαρέθηκα να ζω στη μιζέρια του και να αναπλάθω λέξη-λέξη την ασκήμια του για να ικανοποιώ την κοπρολαγνεία σου. Πάει καιρός που δεν βρίσκω στις σιωπές σου κανένα μυστήριο, οι ατέρμονες μωρολογίες σου δεν αξίζουν ούτε για κωλόχαρτο, τα φιλοσοφικά σου αποφθέγματα είναι για τα πανηγύρια. Και ναι, λοιπόν. Είναι καιρός που δεν ζω πια εδώ. Σου έλεγα ψέματα. Σε λυπόμουν. Ήξερα πως μόλις το μάθεις θα καταρρεύσεις. Αλλά δεν πάει άλλο. Έχω κι εγώ τη δική μου ζωή να ζήσω.
Έχω μόνο μια τελευταία ερώτηση να σου κάνω.»

«Σ’ ακούω.»

σιωπή 

*
©Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’
φωτο© Στράτος Φουντούλης, «La solitude du dimanche» Bruxelles, 2008.

Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’

Αρχείο 03/10/2013

 

«Μας βλέπει κανείς;»

«Ποιος μπορεί να μας δει εδώ μέσα;»

«Σωστά. Είχα μια ελπίδα πάντως. Όχι πως με νοιάζει, απλά έχω βαρεθεί να μοιράζομαι τα πάντα μαζί σου -χωρίς παρεξήγηση. Νόμιζα πως σήμερα μπορεί κάποιος να περνούσε απ’ έξω και να έμπαινε, έστω τυχαία. Πιστεύεις στην τύχη;»

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’»

Christopher Veasey, Renovation

 

Ian followed Adam slowly around the room in sidesteps. First the steam, then the blade.

  The thick gloss bubbled and melted before their eyes. They talked and sometimes laughed and everything rebounded off the bare walls and floor. Occasionally they stopped for cigarettes, Adam rolling his own unless Ian offered one from his packet. Despite all the doors and windows having been open for weeks, despite the chemicals and cut wood, the offensive scent of other people’s bodies dominated the air.
  ‘So how much altogether?’
  Adam half-smiled, sidestepped and applied the head of the steamer to the wall. A black plastic tube trailed from beneath his hand down between his legs and to the bubbling box behind them.
  ‘Too much. Not as much as they’d wanted.’
  Ian laughed, too much probably, he thought. He sidestepped into the dusty footprints Adam had left and scraped at the wilting paint.
  ‘I knew a girl who lived her’ he said. ‘Years back now, fifteen maybe.’ The bubbling stopped. Adam lifted the head from the wall and looked at it’s face. ‘I’ll fill it.’
  He unplugged the plug and detached the hose as Ian looked down on him. He carried what was left out of the room and out of the front door to the tap on the garage wall, feeling Ian’s eyes on his back long after they weren’t. Ian scraped at the wall, glancing over his shoulder every few seconds. He heard the water hit the bottom of the reservoir and pictured it immersing the element. He wanted to finish his story. He scraped the wall too hard. Through the paint, through the next layer, then the next, gouging the plaster and shifting from one splattered trainer to the other, the ache in his arm numbed. He heard Adam close the door behind himself. Stop. He collapsed inwards. He wouldn’t finish the story for now. He would keep it to himself. He would talk about the game and the rigmarole of house-buying, how tradesmen are. He wouldn’t finish the story for now.
  Adam was crouched behind him, re-plugging and attaching. His thighs burned in the squat. ‘Feeling old’ he thought. ‘Not old, just fucked’. Weeks of this now, ripping out and scraping, sanding and skimming, taking hold of the bathroom carpet, feeling the decades of steam and sweat soaked into it leaking out into your hands and pulling it from the floor. He looked up from the steamer to the backs of Ian’s legs. The bunch of keys in one back pocket and the wallet in the other, underneath the fadings of the denim where they had been before. The fabric pulled to the contours of him as he shifted his weight. It was tiresome t work for hours on end in an empty house with this prick and a broken radio, but we don’t truly choose our friends. Besides, they were moving in that weekend. Adam stood unsteadily, feeling the joints and muscles working, looking at the back of Ian. They would probably go for a pint when they were finished, he thought, at the Tippings Arms at the end of the street. He was resigned to it. Ian would talk. He would never be funny, though he would try. After a couple of drinks he would start leering at the barmaids, talking too loudly about them, making Adam his accomplice in the embarrassment. Adam thought about ending the day there and then with a convoluted lie involving a falsified phone call and an elaborate story about Emma, his new, pregnant, wife in trouble. But the idea of having to actually go home, as he would have to, in Ian’s car, was worse than his current situation. The steamer began to bubble.
  ‘I went to school with her.’
  Ian stopped, staring into the wall, not scraping, not quite believing what he was doing.
  Silence, bubbling.
  Adam looked at the back of his head then down at the steamer. Silence. Long seconds go by. He could hear the tone of the voice. He hadn’t heard it from his friend before, but knew that it implied a dangerous desperation. Not quite believing what he was doing –
  ‘St Marks?’
  Ian pursed his lips and inhaled through his nose, a rush of blood roaring from his feet to his head. License.
  ‘Yeah, in my year. Fucking gorgeous. We all used to hang around here. A few of them lived in this street, all around here. Just kids though, bladdered off three tins. Funny though. You’d be at home getting ready not knowing what was going to happen. You’ve seen fuck all at that age, haven’t you? Birds who though they were shit-hot at school having a couple of drinks and getting their tits out. Fucking brilliant at that age, as a kid, like, as a young lad. Sat on the park usually, just boozing. Or if somebody’s mam and dad were away you were in there, fucked, seeing what happened. This house, you should have seen it. Her mam and dad were old, in their sixties, she was the youngest. She had this dickhead brother in his thirties who tried to have a go at us all once when she came home pissed. We just stood there laughing at him and he did fuck all. This house though, light brown leather couches and sad clown ornaments on the fireplace. Paintings of little girls with puppies. It stunk of old slippers and food that’s been on all day.’
  Adam hadn’t moved. He stood at Ian’s right shoulder before approaching the wall and applying the steamers head to a thick lump of paint. He held it there for a few seconds, then moved it. Ian began to scrape.
  ‘One night we ended up here. Her brother didn’t live here anymore. About ten of us, lads and girls. A Saturday night. Bladdered. Music on, loud. I was talking to her, this girl, the one that lived here. Everybody else was in the kitchen, we were in here. She was plastered. I started asking her all these questions, taking the piss like, about what she’d done with lads. She was just laughing and saying ‘Wouldn’t you like to know’ and all that shite. I carried on, trying more, seeing how far I could go with her. For a laugh, like.’
  Adam put the steamer down and walked over to his jacket. He pulled his tobacco from the pocket and began to roll a cigarette. Ian stayed at the wall, scraping harder.
  ‘Well, she stops laughing. I carry on. Now she starts giving me a load of shit. She slaps me in the fucking face and storms off, storms upstairs. And I’m just sitting there, on the fucking brown leather, holding a bottle. I couldn’t believe it. I was looking at the kitchen door hoping nobody heard. Then I was looking at the front door, thinking about going. I couldn’t believe it. Then I was looking at the stairs. The fucking bitch. Couldn’t have a laugh pissed up on a Saturday night. Couldn’t play along. Stuck-up bitch. She was laughing, she was playing along. I necked the bottle and put it on the rug. I didn’t know what to do but I stood up. I was going to kitchen but I stopped. I was going to the stairs.’
  Adams phone rang and he looked at Ian, standing motionless, silent, never taking his eyes from the wall.   Both men breathed heavily. The ringing stopped.
  ‘Hello?’
  Adam walked out of the room to the hallway. Ian couldn’t hear, he didn’t move. Then Adam said –
  ‘I have to go…now…it’s Emma.’
©Christopher Veasey
Photo©Stratos Fountoulis,2009
 
bio

Christopher Veasey lives and works in the North of England.

Eric Mwathi, In the Minority

 

«Have some more couscous, Andy. After all it is not sure what the cooking will be like in the concentration camp, we’ll be sent to” said Coco, with a mischievous smile, holding a ladle, full of couscous over Andy’s plate, which Andy had held away from her, in protest, from her hand, and had said, “You will not find that joke funny once we really get sent to one, Coco.” To that, Coco had served herself that couscous, as she had rolled her eyes and had said, “It won’t happen, Andy. That one, crazy, bigot, you met in the tram, is not enough to start a second Holocaust.” Then Adam had waived his right index finger at her and had said, “Huge war crimes always start with one maniac, with evil plans, before more angry people join them in deciding to gang up on racial minorities, to do something horrible to them.” Then Coco had grabbed her spoon and begun eating large portions of her couscous as she had said, “That man was only agitated over that other fat man, who was talking to himself, because the bigot noticed that you do tend to find crazy people more and more often in the public transport, these days. You cannot blame him for complaining about that. After all, those maniacs drive me crazy as well.” Then Adam had took a gulp of his Lambusco wine and had said, “Yes, and after that maniac had staggered out of the train, the bigot had talked about the so called good, old, days, when people, like that mad man, used to be locked up at Steinhof, during the slightest hint of a mental illness. What had then hurt me was when he had complained that you cannot lock people up as much today, when supposedly every second person has got some mental disorder or other.” Then Coco had gently put her hand on Adam’s shoulder and had said, “That was not a comment that was directed towards you, Adam. There is no way that a complete stranger could know that you are in psychiatric treatment.” Adam had brushed her hand away and had said, “For four years I have been living in this area, avoiding eye contact, and showed irritation at the slightest noise, that was only a bit louder than usual. In such a long time, people do tend to notice these things.” Then she had said, “You cannot keep assuming that everyone who says something insulting automatically knows your whole life story” Then Andy had said, “Those insults were different from the ones I usually hear from the sick people I often walk into. This bigot had blamed the Socialists for failing to fight unemployment, which he says is responsible for the mental deterioration in society, and can only be solved through forced labour, as was done under Hitler’s regime. Nobody even opposed that man in his outrageous views, after he had said those things inside of a crowded tram. In fact the old man next to him had agreed with all of his views.” Whilst cutting another slice of lamb on her plate, Coco had said, “You cannot blame passengers for not quarrelling with this man. He certainly sounds insane.” Then Adam had placed his right hand onto hers, so that she had stopped using her cutlery, and then had said, “Coco, I do not think that this was why nobody had opposed him.” She tore her hands from his and had kept eating as she had said, “Yes, I know where you are coming from, Andy, but I would not read too much into this. Even you were too afraid to tell that maniac to shut up, which does not make you a supporter of his views. By not quarrelling him you wisely felt that maniacs like he are best to be ignored. So, you cannot know what the other tram passengers thought about the views of that psycho, just because they did not oppose him.” Then Andy had poured another big glass of Lambusco for himself and had said, “Having watched all of my neighbours join my landlady in tormenting me, though I did not harm or even talk to either of them, I think I know what they were thinking. People here will only criticise an inhumane, dictatorial, bigot once he is not around, so people do not find out that they in fact supported him, and long for someone to replace him and who will be just as evil.” Then Coco had said, “There is no proof that most people prefer to be ruled or to be controlled by a dictatorial tyrant and a mean landlady, instead of to live in a liberal democracy, and to have a kind person in control of important aspects of their life” Then Adam had replied, “You cannot wait for people who want you dead, to tell you about their cruel intensions to your face. It might be too late by then.” Coco then finished the rest of her Lambusco and took a deep sigh, before she had said, “Neither can you take every insult from a mad man as an automatic death threat, or you will be running away from people for your whole life.” Then Andy had said, “That mad man was not like the mad people I usually meet in the tram. Those threatening words of his were loaded with the evil intention to one day act upon his wicked beliefs.” Then Coco had looked Andy strait in the eye and had said, “I repeat, Andy, one man cannot start a second Holocaust.” Andy had shrugged his shoulders and had said, “I’m afraid this man might not be alone in his evil intentions. As a matter of fact, it might be the people who oppose him, who are in the minority.”

 

©Eric Mwathi
photo©Stratos Fountoulis, «Zappeion» 2005