Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Απόβραδο

Nighthawks, by Edward Hopper, 1942

Η περίπτωση Έντουαρντ Χόπερ

Ο γελωτοποιός της κλίμακας του Χένρυ Μίλερ στο λαϊκό κατάστημα. Τοίχοι από μίκα ή αλλιώς μια θάλασσα στους τοίχους και το κορίτσι με τις τεχνητά ερυθρές παρειές. Μια κατατομή περασμένων δεκαετιών, μια εποχή δίχως αυταπάτες. Το κορίτσι με το λευκό, νεκρό δέρμα προσομοιάζει εξαιρετικά σε μια ελληνική εκδοχή φιλμ νουάρ. Οι χαμογελαστοί ναύτες και τα κινέζικα φώτα. Ετούτο το μαγαζί βρίσκεται ίσως κάτω από μια γέφυρα. Κανείς δεν θα φανταστεί ποτέ πως σε μια τέτοια ιδιόμορφη θέση θα μπορούσαν να επιβιώσουν οι πρωινές, πιστές σκιάσεις. Καθώς τα ηλιοτρόπια θα γείρουμε κάποτε ο ένας προς τον άλλον, χτίζοντας τις πόλεις μέσα μας. Ετούτοι οι άνθρωποι, όσοι θα επιζήσουν κάτω από τα φώτα τύπου china town θα ομολογήσουν συντριμμένοι, λίγη μόνον ώρα προτού ξημερώσει πως πληγώθηκε ανεπανόρθωτα πια εκείνη η βεβαιότητα πως θα μπορέσουμε τάχα να επινοήσουμε μια άλλη ατμόσφαιρα. Δεν μπορεί παρά να κριθεί ως επαρκέστατη, μια άκρως πετυχημένη σκηνογραφία η προοπτική του τοίχου. Με ένα θαυμάσιο τρόπο θα απομείνει ο γελωτοποιός στη θέση του, με τα χαραγμένα αστέρια στα μάτια του ο γελωτοποιός, με τη λευκή ενδυμασία του που αναγνωρίζουν και αγαπούν τόσο τα παιδιά. Το κορίτσι του κέντρου ερμηνεύει ένα φλογερό τραγούδι. Οι στίχοι του μιλούν για πάθος και αν θα μπορούσε κανείς να αντικρίσει μόνο το κορίτσι εκείνο, αργά τη νύχτα, θα μαρτυρούσε μια φριχτή θλίψη, ένα λασπωμένο πρόσωπο κάτω από τις φωτιστικές απάτες των χαραυγών. Είπαν, εκείνα τα σημάδια δεν ήταν αστέρια. Εκείνα τα σημάδια ήταν αίματα, τα άλικα χείλη ήταν πνιγμένα μες στο αίμα. Ο νεκρός γελωτοποιός σε μερικά έτη θα αποσυρθεί από το κατάστημα. Θα περιφρονήσει την χαρτοπαιξία και όταν αιωρηθούν οι πολύχρωμοι φωτισμοί πάνω από τα κινέζικα, φορτηγά πλοία, λοιπόν τότε ο κρυφός εκείνος άνδρας θα αποσυρθεί στα λιτά, καθολικά ησυχαστήρια, λησμονώντας τις κλίμακες και τους ζωηρούς φθόγγους του κόσμου. Ο χαμογελαστός ναύτης, εκείνος που μοιάζει τόσο στον ζωγράφο Ρέμπραντ, ο μελαγχολικός εκατομμυριούχος, ακόμη και το κορίτσι με την αμήχανη γύμνια θα κοιτάξουν με δέος τον γελωτοποιό που αποσύρεται πολύ πάνω από τις κλίμακες, διαλυμένος ήδη σε θεωρίες και εικασίες.

  Εκείνος ο άγιος με τα αιμάτινα μάτια είναι ο φωτισμένος άνθρωπος των συνοικισμών. Ανήκει σε εκείνους τους πολύ δικούς μας ανθρώπους που εξέρχονται των αιθουσών, χύνονται σαν νερά μες στα οδοστρώματα για να ξεθωριάσουν ως αργά το μεσημέρι, δίχως να θυμίζουν τίποτε από τις νεοανακαλυφθείσες ηπείρους των εκατομμυρίων προοπτικών. Τα μάτια του είναι πάντα στυλωμένα στο άδειο. Είναι πηγάδια τα μάτια του και η περηφάνια του κοριτσιού λαμπρή. Μια επιβλητική συγκίνηση σε εκείνη την παρουσία, προτού απομείνουν κρεμασμένα στις πόρτες και πάνω στα δρεπάνια φεγγάρια τα κατάμαυρα σακάκια. Αργά το πρωί ο απόκοσμος γελωτοποιός θα είναι διάφανος μες στην αυλική του στολή, μονάχα σημάδια κόκκινα πάνω στα μάτια, έξω τα καταραμένα νερά των πρωινών βροχών, η σκουριασμένη κλίμακα και το στενό, δαντελένιο κολάρο. Ένα λευκό τριαντάφυλλο πάνω στο τραπέζι και το περήφανο κορίτσι που χάνεται μες στη βρόχινη θάλασσα, μια αθεράπευτη μοναξιά, εξαιρετικά μακρινή στο μέσον του λαϊκού κέντρου που σβήνει τους φωτισμούς του και όλοι μπορούν με ησυχία να θρηνήσουν το τέλος της νύχτας και την τραχιά, καινούρια μέρα που ανοίγεται μες στις βορειοελλαδίτικες ομίχλες που τόσο αγαπούν οι λάτρεις του συγγραφέα Ιωάννου. Σε όλο το μήκος του λιμανιού τα απόμακρα πλοία με τα διεθνή χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο βάθους οι καινούριες σκιές και η υδατογραφία ενός ολοένα και λιγότερο, ανθρώπινου Θεού. Το κορίτσι τραγουδά στους δρόμους κάτω από τις γέφυρες, μια ζαχαρένια κούκλα με σπασμένα μέλη και το πρόσωπο κολλάζ με όλους τους εραστές νωπούς στα ερειπωμένα της μάτια.
  Οι γέφυρες θα΄ναι πάντα οι σκληρές, σκιερές μέρες του ζωγράφου Έντουαρντ Χόπερ, η ομίχλη και οι γερασμένοι φάροι από αντοβιανά τούβλα και παλιά σιένα. Η μοναξιά και η αποτίμησή μας, μια ίδια μουσική παιγμένη από χίλια, πανομοιότυπα χέρια που διαφέρουν μονάχα στις γραμμές και τις μοίρες. Η μορφή του γελωτοποιού απαντάται συχνά στα καταστήματα φαρμάκων, στα μεσημεριανά, αμερικανικά τοπία, στα μπαρ των διασταυρώσεων, τα νυχτερινά γραφεία και σε εκείνα ακόμη τα μοτέλ των δυτικών πολιτειών. Πρώτο πλάνο, γυναικεία φιγούρα, τα δυτικά βουνά, τελευταίο οχυρό πριν τον κόσμο των Αζτέκων, φωτεινές αιχμές και τα φετίχ των ανδρικών οραμάτων. Ο φωτογραφικός χρωστήρας, δαιμονικός, γεροντικός και ατομικός. Μια ανεπαίσθητη, ψύχραιμη, εξπρεσιονιστική ποίηση, φωτορεαλιστικών προδιαγραφών. Ο λυπημένος γελωτοποιός αποσύρεται αργά προς την αποβάθρα των μεγάλων Αυγουστίνων. Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης θα μπορούσε να ξερνά κατάμαυρες πεταλούδες μέσα από το υδραίικο στόμα του.
©Απόστολος Θηβαίος

«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Διά πυρός και αγάπης

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα προς έκδοση 

ε

ίναι τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που μας βοήθησαν να μεγαλώσουμε!.. Ξεχασμένοι τώρα πολύ βαθιά στη μνήμη μας, έρχονται και φεύγουν σαν δέντρα που τα κοιτάς μέσα από το τρένο καθώς τρέχει.
  Ο χρόνος σαν ένας θεόρατος τροχός γυρνάει ακατάπαυστα. Κάνει το ίδιο δρομολόγιο πάντα από καταβολής κόσμου. Αδιάφορος σαν τον Χάροντα και συμπονετικός σαν τον Θεό και το ίδιο αμίλητος μας παίρνει απάνω του τη στιγμή που γεννιόμαστε κι αφού μας κάνει ένα μικρό σεργιάνι, μας αφήνει μετά να πέσουμε στο σκοτάδι και στη λησμονιά.
   Αν έχω ένα πράγμα στη ζωή μου που μίσησα πιο πολύ, είναι ο χρόνος.
  Από τότε που ήμουν μικρός αισθανόμουν εχθρικά απέναντι του. Όταν μας ανάγκαζε να κόβουμε ξαφνικά το παιχνίδι γιατί η ώρα πέρασε. Όταν αργότερα έβγαινα ραντεβού με το κορίτσι μου και εκείνη κοιτούσε διαρκώς το ρολόι να μην αργήσει στο σπίτι και ο χρόνος έτρεχε απελπιστικά γρήγορα. Ακόμα και οι πολλοί οδυνηροί αποχωρισμοί που είχα στη ζωή μου και που πολύ θα ήθελα τότε να επιβραδύνω τον χρόνο. Και τώρα που μεγαλώνω ο χρόνος είναι ο μοναδικός μου ανίκητος αντίπαλος. Ένας αγώνας άνισος που η έκβαση του είναι να παραδοθείς άνευ όρων, καταδικασμένος να πεθάνεις έναν δειλό ταπεινωτικό θάνατο μέσα στα γερατειά και στην ανημποριά. Ο Νίτσε λέει ότι γερατειά είναι όταν πια κανείς δεν σε παρατηρεί, κανείς δεν σε προσέχει. Θυμάμαι τη γιαγιά μου που κάθε απόγευμα καλοκαιριού έβγαζε τη καρέκλα της έξω από την αυλή να κάθεται πολλές φορές απρόσεκτα και όταν της έλεγα «γιαγιά μαζέψου λίγο» εκείνη έλεγε σχεδόν με παράπονο «ποιος θα με παρατηρήσει παιδάκι μου;»
  Θα ήμουνα δεν θα ήμουνα δεκαοχτώ χρονών τότε και το μόνο που αγαπούσα πραγματικά ήτανε το ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο και το διάβασμα. Θυμάμαι έγραφα κι όλας. Δηλαδή τι έγραφα. Παρ όλα αυτά όταν είχε προκηρυχθεί ένας Πανελλήνιος σχολικός διαγωνισμός ποίησης, είχα πάρει το δεύτερο βραβείο. Ήμουνα τότε στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Τίποτα το σπουδαίο κι ούτε είχα δώσει και πολύ σημασία, μόνο που αυτό ήτανε χωρίς να το ξέρω η «μαγιά» μέσα μου για αυτό που μου επιφύλασσε η μοίρα μου. Να γνωρίσω τον άνθρωπο που χωρίς να το επιδιώξει μου έδειξε το δρόμο που θα ακολουθούσα. Έναν δρόμο που όταν τον ξεκινήσεις δεν έχει σταυροδρόμια να μπερδευτείς. Περίπτωση να χαθείς δεν υπάρχει. Ούτε γυρισμού και να θέλεις. Ένας δρόμος απέραντος, κατασκότεινος με θεριά, τρομαχτικά να σε καλούν να παλέψεις μαζί τους σε κάθε βήμα σου, βρικόλακες να σου πιουν το αίμα, να σε εμποδίσουν να περάσεις, ξέροντας ότι αν τους ξεφύγεις τέλειωσε. Σώθηκες. Στο τέρμα αυτού του δρόμου μια ανθρώπινη φιγούρα βγαίνει από τη σκιά. Το ίδιο πρόσωπο με το δικό σου. Το ίδιο βάδισμα και το χαμόγελο που σε καλωσορίζει ίδιο κι απαράλλακτο με το δικό σου. «Γεια σου» λέει και εσύ ακούς τη φωνή σου γνώριμη και φιλική. Σαν καταφύγιο, σίγουρο κι απόρθητο μπαίνεις μέσα σου, σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια του Έζρα Πάουντ «…για να γνωρίσεις τον εαυτό σου, πρέπει πρώτα να φτάσεις στο Αμήν…»
  Στην πλατεία Βικτωρίας του ΄65 δεν είχα ξαναπάει. Πειραιώτης φανατικός τα στέκια μου ήτανε στο Πασαλιμάνι και συγκεκριμένα στο καφέ «Φοντάνα» πάνω στη πλατεία και δίπλα από το μικρό ξενοδοχείο του φίλου μου του Φάνη Σπανουδάκη που τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια του άφησαν ιστορία στο μπάσκετ με την ομάδα του Ολυμπιακού. Μαζευόμασταν καθημερινά και οι ώρες μας περνούσαν με συζητήσεις συνήθως γύρω από το ποδόσφαιρο και τα κορίτσια. Οι πιο πολλοί από εμάς παίζαμε μπάλα (είχαμε δηλαδή δελτίο) ή στον Ολυμπιακό ή στον Εθνικό. Τότε κανείς από εμάς δεν ονειρευότανε να κερδίσει λεφτά και μεγαλεία από το ποδόσφαιρο. Αν κάποιος έφτανε να γίνει διεθνής ίσως να τον έβαζαν να δουλεύει στη ΔΕΗ ή να τον έβαζαν φωτογραφία μέσα σε τσιχλόφουσκες να παίζουν τα παιδιά. Μερικά χρόνια αργότερα λέγαμε για τον Γιώργο Σιδέρη που ερχότανε στο γήπεδο με μια βέσπα «πως αυτός τα κονόμησε.» Έτσι λοιπόν ή κάπως έτσι πέρναγε η ζωή μου ώσπου ένα βράδυ που είχα ανέβει στην Αθήνα να αγοράσω ένα παντελόνι ή κάτι τέτοιο, η πωλήτρια ένα όμορφο μελαχρινό κορίτσι που τώρα ούτε που θυμάμαι το όνομα της, μου έδωσε ραντεβού την άλλη μέρα το βράδυ στην πλατεία Βικτωρίας.
  Εγώ πήγα, εκείνη δεν ήρθε. Οι μοίρες που έλεγα, στη θέση της έστειλαν τον άνθρωπο που άλλαξε τη ζωή μου. Προς το καλύτερο. Ακόμα και σήμερα μετά από τόσα χρόνια κι από τόσα που έχω τραβήξει μπορώ να το πω.
  Καθώς περίμενα όρθιος στην έξοδο του ηλεκτρικού κι εκείνη δεν φαινότανε, παρατήρησα έναν άντρα λίγο πιο πέρα που κάθε τόσο με κοίταζε.
  Ήταν ψηλός μελαχρινός, καλοντυμένος. Όμορφος άντρας και δεν έμοιαζε με αυτό που το μυαλό μου πήγε αμέσως. Από εκείνους, τους άλλους.
  Μετά από λίγο άλλαξα γνώμη. Άκουσα τη φωνή του δίπλα μου, σιγανή καλλιεργημένη να με ρωτάει αν περίμενα κάποιον. «Κάποια» απάντησα εγώ κι αμέσως έδεσε μες το μυαλό μου ότι ο τύπος ήτανε από τους άλλους. Μάλλον ο τρόπος που του απάντησα του έκοψε τη φόρα. Έφυγε λίγα μέτρα πιο πέρα και ένοιωθα να με κρυφοκοιτάζει. Εκείνα τα χρόνια το να σου κολλήσει ένας ομοφυλόφιλος ήτανε κάτι πολύ συνηθισμένο. Και σήμερα βέβαια το ίδιο γίνεται μόνο που τότε ήμασταν λίγοι και φαινότανε ενώ σήμερα πολλοί και δεν φαίνεται. Μάλιστα με τους ξένους τώρα έχουν διαταραχθεί και οι ισορροπίες. Είναι πιο μεγάλη η προσφορά από τη ζήτηση.
  Το κορίτσι δεν ερχότανε, η ώρα είχε περάσει κι εγώ ετοιμάστηκα να κατέβω τις σκάλες να πάρω τον ηλεκτρικό για τον Πειραιά. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου να πλησιάζει κι εκνευρισμένος όπως ήμουνα προσπάθησα να φέρω στο στόμα μου ότι χειρότερη βρισιά ήξερα. Και ήξερα πολλές.
  «Δεν ήρθε ε;»
  «Όχι» είπα εγώ κάνοντας μια προσπάθεια να μη βρίσω ακόμη.
  «Εκείνη έχασε» έκανε πάλι σχεδόν χαρούμενα.
  Τον κοίταξα και δεν μπόρεσα να θυμώσω. Παρ όλο το «κόλλημα» δεν έδειχνε θρασείς. Είχε σχεδόν τα διπλάσια χρόνια από μένα όμως κάτι απάνω του ήτανε παιδικό και αθώο συνάμα.
  «Άκουσε –του λέω- χάνεις την ώρα σου μαζί μου…
  Εκείνος με μπέρδεψε.
  «Και που το ξέρεις;» είπε χαμογελώντας. Στα μάτια του είχε μια περιπαιχτική έκφραση σαν τα μικρά παιδιά που νομίζουν πως ξεγελάνε τους μεγάλους.
  «Σιχαίνομαι τις σχέσεις μεταξύ αντρών…
  «Δηλαδή δεν έχεις φίλους;»
  Άρχισα να τσαντίζομαι.
  «Έχω, –είπα ειρωνικά – μήπως θες να γίνουμε φίλοι;»
  «Ναι»
  Είχε μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Εγώ κατέβηκα ένα σκαλάκι.
  «Ας πιούμε έναν καφέ αν δεν βιάζεσαι… εδώ στη γωνία έχει ένα ήσυχο καφενείο.»
  Κάτι απάνω του με έκανε να ξανανέβω τη σκάλα. Κάτι με έσπρωξε να τον ακολουθήσω στο καφέ. Σε λίγο καθισμένος απέναντι του ένοιωθα σαν παγιδευμένος. Κοιτούσα γύρω μου και νόμιζα πως όλοι εκεί μέσα ήξεραν. Τον κοίταξα πιο προσεχτικά και λίγο ησύχασα γιατί τίποτα επάνω του δεν φανέρωνε την ομοφυλοφιλία του. Σχεδόν ήτανε ένας όμορφος αρρενωπός κομψός άντρας. Μάλιστα νόμισα σε κάποια στιγμή ότι η απέναντι κοπέλα του έριχνε βλέμματα με ενδιαφέρον.
  Στη μια ώρα που έκατσα μαζί του είχα εντυπωσιαστεί από τον τρόπο που κρατούσε τη συζήτηση. Με ρωτούσε για μένα με πραγματικό ενδιαφέρον. Έστρεψε την κουβέντα στα βιβλία και με εντυπωσίασε πόσα πολλά ήξερε.
  Δεν έδειξε περιπαιχτική διάθεση όταν διαπίστωσε ότι εγώ δεν είχα ιδέα για τόσους συγγραφείς που ανέφερε καθώς και βιβλία. Κάναμε δυο συμφωνίες στο τέλος. Η μία ότι ποτέ δεν θα μου έκανε πρόταση που θα ξέφευγε από τα όρια της φιλίας και η άλλη πως θα με προμήθευε εκείνος βιβλία που εγώ θα διάβαζα. Βγήκαμε έξω και καθώς περνούσαμε από το περίπτερο της πλατείας εκείνος κοντοστάθηκε και αφού πλήρωσε μου έδωσε το περιοδικό που αγόρασε. Ήτανε το περιοδικό «ΕΠΟΧΕΣ» που αργότερα έμαθα πως μαζί με την «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ» ήτανε τα δυο πιο έγκυρα περιοδικά λογοτεχνίας και τέχνης εκείνα τα χρόνια.
  Μου έδειξε στο εξώφυλλο ένα διήγημα που υπήρχε μέσα και μου είπε απλά πως «αυτό είναι δικό μου.»
  Το όνομα του συγγραφέα από κάτω, ήταν Μένης Κουμανταρέας.
  Η φιλία μου με τον Μένη Κουμανταρέα κρατάει μέχρι σήμερα και δεν μετάνιωσα ποτέ που τον γνώρισα. Ίσα, ίσα που με έκανε υπερήφανο.
  Στα χρόνια που ακολούθησαν στάθηκε η αιτία να ριχτώ με τα μούτρα στο διάβασμα, μα το καλύτερο από όλα ήταν ότι με έβαλε σε έναν κύκλο που ποτέ μόνος μου δεν θα μπορούσα να μπω. Στον κύκλο της διανόησης εκείνης της εποχής. Κάθε βράδυ σχεδόν πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο, κάποιος θα διάβαζε τα ποιήματα του ή τα πεζά πριν να τα δώσει στον εκδότη. Ακολουθούσε συζήτηση πάνω στα κείμενα, ανάλυση, γνώμες. Ο πρώτος συγγραφέας που διάβασε και ήμουνα κι εγώ εκεί ήτανε ο Βασίλης Βασιλικός είχε φέρει τα χειρόγραφα από την τριλογία του «Το πηγάδι, το φύλο και το αγγέλιασμα.» Στην παρέα αυτή θυμάμαι ακόμη εκτός από τον Μένη Κουμανταρέα, τον ποιητή Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον ζωγράφο Βασίλη Κυπραίο, τους αδελφούς Ψυχοπαίδη, την Αθηνά Σχοινά, τον ηθοποιό αργότερα Χρήστο Βαλαβανίδη, τον μεγάλο σήμερα θεατράνθρωπο Λευτέρη Βογιατζή, τον Κρίτωνα Χουρμουζιάδη διανοούμενο δάσκαλο Αγγλικών, τον Βασίλη Διοσκουρίδη σήμερα εκδότη και πολλούς άλλους που τώρα δεν μου έρχονται στο νου.
  Ας είναι καλά όλοι και τους ευχαριστώ από καρδιάς που με δέχτηκαν, με έκαναν φίλο κι αναπόσπαστο μέλος της παρέας τους έστω κι αν εγώ τότε δεν είχα στόμα να μιλάω παρά μόνο αυτιά ορθάνοιχτα να ακούω.
  Και θυμάμαι με συγκίνηση όταν μετά από αρκετά χρόνια κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο «Η καρδιά του Κότσυφα» και το διάβασε, που μπήκαμε μαζί σε ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο στη Φωκίωνος Νέγρη που τον γνώριζαν και που στο κέντρο της βιτρίνας φιγουράριζε το δικό του καινούργιο μυθιστόρημα και απαίτησε να μπει δίπλα στο δικό του και το δικό μου. Δεν θα το έκανε ποτέ για λόγους φιλίας, ούτε για κανέναν άλλο λόγο. Με αυτή του την κίνηση, με αυτόν τον απλό τρόπο με έχριζε συγγραφέα.
©Πέτρος Κυρίμης
φωτογραφία χωρίς δικαιώματα -ειδική επεξεργασία Στάχτες.

Ελένη Κοφτερού, Το ταξίδι της Παρασκευής

Ήταν τόση η χαρά μας που συναντιόμαστε, κατάφερε να βάλει φράγμα στο ηχητικό κακόγουστο πανηγύρι του ταξιτζή. Τα εκνευριστικά σκυλέ τραγούδια – που άλλοτε μου προκαλούσαν νευρικότητα σε βαθμό υστερίας – και οι αναλύσεις για τον ΠΑΟΚ, δεν έφταναν στ’ αυτιά μας.
  Μια ελαφριά ζαλάδα προερχόταν από το ανακάτεμα των αρωμάτων μας, μα κυρίως από τη λαχτάρα της για τη συνάντηση. Ξέραμε κι οι δυο ότι “εκείνος” θα έπαιρνε μέρος στην παράσταση. Σ’ όλη τη διαδρομή μιλούσε γι αυτόν, όπως το περίμενα. Όλες οι λέξεις της, οι τρυφερές, οι σκληρές, οι παραπονιάρικες, τα γιατί, τα πως, τα πότε, τα άραγε, κουβαλούσαν στην ακρούλα τους το “Αχ!”. Στα σύμφωνά τους φύτρωναν ζουμπούλια. Στα φωνήεντα ισορροπούσαν και λικνίζονταν άσπρα χελιδόνια. Ναι, άσπρα, έτσι τα ήθελε τα χελιδόναι της φωνής της, χωρίς μια στάλα μαύρο. Δικές της ήταν οι λέξεις και τις έκανε ότι ήθελε στο κάτω -κάτω της γραφής. Και τα δάκρυα δικά της ήταν, μόνο το δάγκωμα στα χείλη της φτεροκοπούσε και καθόταν για λίγο και στους δικούς μου ώμους τρεμάμενο. Έπειτα φώλιαζε στα μαλλιά της και κοιμόταν. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε για να την απαλλάξω από την εξαίσια οδύνη της, ούτε είχα τέτοια πρόθεση φυσικά.
  Το ταξίδι μέχρι το θέατρο έγινε ασυνήθιστα μακρύ, λόγω της κίνησης στους δρόμους. Φτάσαμε όμως κάποτε και βγήκαμε από το ταξί, άσπρες σαν τα χελιδόνια της και διψασμένες όπως κάτι σπιτικά γατάκια που τα ξεχνούν για ώρες οι ιδιοκτήτες τους. Αγοράσαμε χυμό απ’ το περίπτερο και καθίσαμε στο παγκάκι, αυτή σφιχταγκαλιασμένη με την αγωνία της, εγώ να κανακεύω αμήχανα ένα παλιό ξεχασμένο χαμόγελό της. Οι λέξεις της υποταγμένες πια, μπήκαν και κούρνισαν στα πνευμόνια της να ξαποστάσουν, να νιώσουν την υγρασία του χυμού. Πως ξέφυγαν, πότε προλάβανε να βάλουν τη στολή τους κάτι λέξεις-στρατιώτες σ΄επιφυλακή, μόλις η άκρη του ματιού της χύθηκε επάνω του; «Καλησπέρα, πανέτοιμος να κατακτήσεις τα πλήθη;» θυσιάστηκαν στην πρώτη γραμμή για να σωθούν οι υπόλοιπες.
  Μ’ ένα νεύμα της απάντησε, μια “καλησπέρα” από δεύτερο χέρι που είχε πρόχειρη στην δεξιά τσέπη του. Καπνίσαμε δυο τσιγάρα κι έπειτα μπήκαμε να δούμε την παράσταση. Θεατής του πάθους της, του πόθου της κρυφακουστής έγινα εκείνη τη νύχτα, δεμάτια έδενα τα στάχυα της λύπης της, μα δεν υπήρχε αλώνι να τ’ αφήσω.
  Αυτός ήταν απόμακρος, εντοιχισμένος σ’ ενα θολό αόρατο κουβούκλιο. Του έριχνα κλεφτές ματιές, μήπως βρω εκείνο το ελάφι που τη μάγεψε. Τίποτε δεν κατάφερα να δω, μόνο για μια στιγμή, ένα ελάχιστο κόκκινο δευτερόλεπτο, (ίσως ήταν απ’ το λευκό κρασί που ήπιαμε στο διάλειμμα) είδα δυο τεράστια βαλσαμωμένα ελαφίσια μάτια στο χρώμα του χαλκού. Τα κρατούσε στις παλάμες του, τα χάιδεψε για λίγο κι έπειτα τα πέταξε προς το μέρος της. Διαλύθηκαν στη διαδρομή, έγιναν χρυσοχάλκινη σκόνη που κάθισε αθόρυβα στο πίσω μέρος του λαιμού της, εκεί στη ρίζα των μαλλιών.
  Στον γυρισμό το ταξί ήταν πιο άνετο, η μουσική ευτυχώς δεν ήταν ανυπόφορη. Καθίσαμε κοντά, την αγκάλιαζα απαλά, προστατευτικά. Οι λέξεις της ξυπνούσαν σιγά – σιγά, τεντώνονταν και φώναζαν σαν κακομαθημένα νήπια: «Δεν είμαι καλά! Δεν είμαι καλά!». Ήξερα ότι δεν είχα καμιά ελπίδα να τις κάνω να σωπάσουν. Χρησιμοποίησα το πιο ύπουλο κόλπο για να τις αποδεκατίσω: «Πήγαινε ν’ αγκαλιάσεις τον γιο σου, να νιώσεις την κοιμισμένη του ανάσα και οι λέξεις θα ησυχάσουν.»
  Δεν ξέρω αν το έκανε. Τη σκεφτόμουν όλη την ώρα της επίμονης αυπνίας μου. Στο τέλος κουράστηκα, αγκάλιασα την ήττα μου, όπως υποψιάζομαι ότι θα έκανε κι εκείνη και αποκοιμήθηκα.
  Το πρωινό του Σαββάτου, ο ουρανός ήταν κάπως πιο διάφανος, οι αιχμές της Δημητρίου Γούναρη κάπως πιο λειασμένες. Πριν αποχαιρετιστούμε, ήπιαμε από ένα σφηνάκι μαρτίνι, αγκαλιαστήκαμε για λίγο, μου πήρε δώρο μια μπλε τσάντα. Με κοίταξε με τρυφεράδα και μου είπε συνωμοτικά: « Άστο, δεν είμαι εγώ για έρωτες που μιμούνται τα ποιήματα… δεν ξέρω να τους διαχειριστώ, αδυνατώ να τους διαβάσω… μου διαλύουν το μυαλό…»
  «Ε, τότε, βρες τα ποιήματα που μιμούνται τους έρωτες!» της απάντησα για να πετάξω κι εγώ μια δήθεν εξυπνάδα… Έβγαλε τη γλώσσα της κοροϊδευτικά… Σκάσαμε στα γέλια…

© Ελένη Κοφτερού 
φωτο© Στράτος Φουντούλης 2012

*

Η Ελένη Κοφτερού είναι γεωπόνος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Κείμενα και ποιήματά της βρίσκοντια δημοσιευμένα στο διαδίκτυο όπως και η πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο «Περί Άνοιξης και άλλων εμμονών» που διατίθεται ελεύθερα σε μορφή e-book από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις 24 grammata. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και η έντυπη συλλογή της με τίτλο «Γράμμα σε γενέθλια πόλη» από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ.

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ‘Αυτό’

Ήταν εκεί. Στο δεξί μέρος της ντουλάπας, πάνω στο πρώτο ράφι. Πάντα εκεί· από την πρώτη μέρα που της το είχε χαρίσει ο μπαμπάς. Όταν δεν κοιμόταν μαζί στο μαξιλάρι, ήταν εκεί. Το έβλεπε από το κρεβάτι της. Η ίδια ηλιαχτίδα το φώτιζε κάθε πρωί. Το αρκουδέλι. Καφετί. Γυαλιστερό. Με δυο μικρές μαύρες χάντρες που σε κοιτούσαν πεινασμένα. Τρυφερά. Χαϊδευτικό. Χνουδωτό. Μπορεί να ’ταν και σκίουρος· ίσως και κάστορας -σπάνιο· της είχανε μάθει όμως και γι’ αυτά- ρακούν, ασβός, πιθηκάκι. Εκείνη μέσα της το ’λεγε «αυτό». Το. Τοτό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ‘Αυτό’»

Νανά Τσόγκα, Momentum –ποίηση

~~*~~
(Antonio Vivaldi : La Follia)

Momentum ~ η διάσωση 

Μπαίνοντας στο σπίτι βλέπω – σε ξένη κλίμακα –
έχει τεράστιο μεγαλώσει
λιάζεται όμως γνώριμα χωρίς να ξεθωριάζει˙
ήχοι φωνές και νανουρίσματα σε καρεδάκια

χαρωπά κι ανάλαφρα
πινακοθήκη βιολετί και φούξια
αλλά και ασπρόμαυρα πλακάκια στην κουζίνα.
Γυρίζει απότομα η μαμά να δει ποιος ήρθε ακάλεστος
ή κάποιο γράμμα απ’ το μέλλον
– ολοφώτεινη και με κοιτάζει γέλιο˙
έχω καιρό αμνημόνευτο να λούσω
τα μαλλιά μου σε τόσες ηλιαχτίδες.
Μου κάνει νόημα να πετάω
να μην πατήσω το που μόλις έστρωσε
στ’ αρχαία σανίδια φευγάτο σκηνικό από ινδικό μετάξι
στους δρόμους του Καΐρου˙
δυο δρασκελιές ολόκληρη η ζωή της
μύριες σκηνές φωτοχυσίας και λίγες
– αναπόδραστες – του ερέβους˙
τα πιο πολλά απ’ τα πρόσωπα δεν τα αναγνωρίζω
– οδεύουν κι άλλα θαύματα εκτός απ’ τα σωσμένα –
είναι φορές που στέκονται σε πλήρη ακινησία
και με διάθεση παιδιού κλονίζουν τους ανθρώπους.
Ταβάνια διάσπαρτα εσώτατα σύμπαντα
που αναζητούν ψυχής καθρέφτες
ως τη ζώνη του Ωρίωνα περίτρανα κιονόκρανα
αχναγγίζουν αχειροποίητες ζωγραφιές
και το διάστημα ανάμεσα στα δέντρα
ως άυλες μορφές Δομήνικου στα γαλανά του Βερονέζε˙
φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα σημαίες φύλλα λεβάντας
αρώματα απαράλλαχτα, συν η “Σανέλ” της μάνας
και χρώματα αδιάρρηκτα από Μονέ και πέρα
ως πέρα η ορατότητα γυμνή και αστραποβόλος˙
κάτω απ’ την στέγη μας που δείχνει κατευθείαν ουρανό
χαζεύουνε στην ετοιμόρροπη σκαλωσιά του αιώνα
πουλιά χρωματιστά – εκείνα που δραπέτευσαν
κι έμειναν τα ποιήματα άδεια
ως χάθηκε η γενναιότητα απ’ τον κόσμο.

Ζαλίζομαι ώσπου να συνηθίσω
ή να πιαστώ από γνώριμη αρτηρία –
α! να ο Φειδίας, πνιγμένος ως συνήθως στη δουλειά
– Αγνώριστη η πόλη μου! θέλω να του φωνάξω –
με χαιρετά από άλλο ποίημα ξετυλίγοντας
διπλώματα ευρεσιτεχνίας ως την ανακτημένη
όραση του Ομήρου
του Αισχύλου οι στίχοι δέντρα πια θεόρατα
ο Βράχος, αν προσέξεις, έλιωσε – μου λέει με νοήματα –
εκεί που οργιώδεις αναβλύζουν˙
να κι η αναφορά της μέλισσας με υπογραφή Καβάφη
κι ο σκύλος που συνόδευσε την εξόδιο του Μότσαρτ
υπό βροχήν και κάτω από τις αστραπές του Λούντβιχ˙
άρθρα ανάγλυφα του Καστοριάδη
με λίγο αίμα απ’ του Πουλαντζά την πτήση˙
πιο δω, προσγειωμένος ο πατέρας μου
ζωή που ξεχειλίζει – και μια βροχή:
λουλούδια, φρούτα, ψάρια στον αέρα
όπως συμβαίνει πριν τελειώσει ο Μάης.
Και η άλλη που με γνώρισε – η τελευταία, θυμάμαι –
η Αριγνώ, κατέβηκε από την ράχη της Σφίγγας
έλυσε το φουλάρι της πάνω απ’ τις Πυραμίδες
και ήρθε και με ξύπνησε με χίλια μετρημένα ροδοπέταλα
– με γεύση κερασιού στην μνήμη
και έναν πόνο ελαφρύ στον δεξιό μου κρόταφο
– μάλλον νοτιοανατολικά της τύρβης.

Άνθρωποι! δεν θα δύσουμε!
φώναζε ο τελάλης σαν κατάρα.

Momentum ~ η παραπομπή

Λίγο πριν επιστρέψουν οι ρακένδυτες ανάγκες
ραγδαίως σαρκοβόρες όμως
παρατηρώ τον βαριεστημένο θόλο˙
ξαφνικά αποκαλύπτεται η ηλικία του
στην μεσημβρινή αχλύ του αρχαίου απογεύματος
– ακόμη αφανή τ’ αστέρια.
Χρειάζεται να μετατοπισθούν
αγάπες πολυσύλλαβες για να συλλάβεις
το αίνιγμα
– το νιώθεις από την αγριότητα
της βλάστησης που το καλύπτει.

Λύσεις αργόπλοες εμφανίζονται στον ορίζοντα
σε σχήμα βιολετί και ρόδες ρόδα
επάνω, στην αριστερή γωνία του πίνακα
ως να προφέρεις υπερσυντέλικο τετέλεσται
ξυπνά από το όνειρο η Κοιμωμένη του Πικάσο
απ’ την αφέλεια του κυκλάμινου
κερνά την αντοχή του
και παίρνουν τα νοήματα σειρά
– αρχή για τον Αρχίλοχο στεφάνι
από την σύρραξη των Παρο–Ναξίων
ως τις σφαγές στο Μογκαντίσου˙
αμέσως μετά, Οδύσσεια ο δρόμος του ανθρώπου
στις στριμωγμένες ώρες οι θάλασσες
αόρατες μέχρι να καταφθάσει η γαλήνη.

Προς το παρόν, ανάβεις το Ανεκπλήρωτο
μήπως ντραπεί το επερχόμενο σκοτάδι.
Λιγοθυμούν τα αρώματα με την ησυχία τους
στο δικό σου βιβλίο η ανησυχία του έρωτα
δεν λέει να ξεθυμάνει στον παρακείμενο
καθώς τεμπέλες νότες στην ατμόσφαιρα
και τα πουλιά απουσιάζουν ως συνήθως
στα όνειρα.
Λίγο τα νέφη πολύ οι σκέψεις
νωρίς κιόλας βραδιάζει
– ανάμεσα μυρτιά και αγριοκέρασο
οι σφριγηλές ανάσες της μνήμης
ω, θέρος των σωμάτων –
να χαριζόταν λίγη ταραχή μακριά του
άγαλμα λευκό και με σβησμένα μάτια
να γινόταν ο έρωτας
ή χαλασμένο ρολόι
δίκιο να έχει
μόνο δυο φορές τη μέρα.


Momentum ~ η επικράτηση

Τα χρόνια που περάσανε σαν στιγμιαίο φύσημα
σαν αστραπή πιο άγουρη απ’ τη λάμψη
πιάνουν χώρο πελώριο εκεί που δεν τα βλέπεις
– έχεις τη θέα τους στο πιάτο
μόνο από τους εξώστες της ψυχής
που ξέρει από πέταγμα σε αχανή πελάγη.
Ακόμα και παρά τη θέλησή σου
πάντα ένα Κάτι αόρατο, μυστήριο και βραδυφλεγές
θα σε ανυψώνει πιο πολύ κι από το χνούδι της λεύκας
θα σε γυρίζει πιο βαθιά στην ουσία τού μη όντος
ψηλά πάνω απ’ τη θέα της ομορφιάς μονάχα
του υλικού κόσμου – εκεί που γεννιέται
η ανεπιστρεπτί νοσταλγία.
Από θαλασσινό νερό κι από κεράσι χείλι
άλλο τίποτα δεν θα σου λείψει
ανάμεσα στην ταραχή των άστρων
και του Σαγκάλ τα μούσμουλα φεγγάρια.

Πετάω από τώρα πετραδάκια
στη λίμνη του εφησυχασμού τους
για να συνηθίσω στα άσφαιρα και αχρεία(στα).
Χόρτα, κρασί, χαρτί, ροδάκινα, τυρί και σοκολάτες
βγαίνω πάλι για ψώνια στην επικράτεια
των ανιάτων
σήμερα όμως σ’ έναν ανεξήγητα ανυψωτικό
ρυθμό απειθαρχίας
με βηματάκια ωστόσο χαλαρά – κόντρα στο ρεύμα.

Η ορατότητα γυμνή τού “πώς περνά η ώρα”
πεθαίνει χωρίς αίμα ο θάνατος
στο άκουσμα και μόνον ενός φλοίσβου.

*

© Νανά Τσόγκα τρίπτυχο από το βιβλίο ‘σημειΟμματα’, εκδόσεις Δωδώνη, 2010 
photo © Stratos Fountoulis, « Sur les rives de la Seine », Paris 2012

Supurna Dasgupta, «They say margin gives the privilege of freedom» -poetry

 
‘Old Masters’

The night History slept with Fate, Tragedy died.
At least through its other, history had been distanced, in comedy et al.
But in this unequal match- history stood triumphant, deified.

But History knows its cunning turncoat ways,
Knows that it will die with the many,
And live commemorated in singular eternal royal days.

When I read Auden I shivered
like one among a pack of newborn cubs just out of the caves;
For until then I was looking for Icarus in the painting, and looking, and not finding him.
Auden pointed him out- those dying calves raised out of the waves.
I thought of those two legs still thrashing against fate.
Is it because that artisan’s son dared not aspire?
Did Sun burn his wings, or history with destiny did mate?

They say margin gives the privilege of freedom.

What freedom, when nearly not seen?
What margin, when it keeps closing in?

*
Another ****poem

I had a blueprint in my hands-
A book of quotes that told me what to say and where to go.
But they stretched like a skein of threads of different shades
All knotted and wound about one lonely reel.
So I took to the paper-boats that recall Tempest, Helen, World War II
And the many affections therein.
Sat and chained them together in a string of paper-sails,
A veritable army
From Yeats’ launching of a thousand ships
To the elegy on my captain.

And I wrote a letter of your name on each boat,
Such that when they drown down below,
Swimming backwards and forwards they will coagulate and name you
Paddling in a puddle of mush.

Then the world will have a new blueprint:
Of boats and corals fusing fair in **** and war
In the said and unsaid
In the named and the unnamed
In time and without
Glowing through those fishbones from the riverbed.

*
(…)

death is mundane. it makes you pick up your phone first and become a grapevine curtly letting the circuit know. Next you switch the wifi on and send letters through the clouds across the seas. Then you sit and talk until you are too tired for words. And in the middle of the night in a dark room your phone flashes with a message from the dead. in that moment of mundane presence you apprehend a spirit. then you press buttons to call back and gather more tidbits- death, bills, body, cremation. then you gasp for water and air drowning in a bad nightmare. you sink and sink and hit the seabed and bury bits of you in the sand with the shells and forget poetry and think of stories.
it is only when you are sucked dry of words and poetry
That Death comes to you:
Silently
Making eyes burn and throb
Throats ache
And sleep flee.
That
is
when
Death
C(onnives)
O(gles)
M(asticates)
E(nters)
S(mirks)
.
Puts you in parenthesis.
Elliptically
To kill language.

*
©Supurna Dasgupta
photo © Stratos Fountoulis, «Paris café» -May 2012

*

Supurna Dasgupta, 22, is a student of English literature from Delhi University

Visit All «English Wednesdays»

Brenda Wilson Wooley, Pencil Fingers

He sashayed into my life without warning and ran away with my heart. “Konstantas Dimitri Papadopoulos,” he laughed, “But you can call me ‘Costa.’”

We met at my best friend’s wedding. I was maid of honor; he, best man. Slim and graceful, with startling black hair, his high cheekbones and arched Roman nose put me in mind of a tall, slim Al Pacino. Although his true love was art, he made his living as a chef at an upscale Manhattan eatery. He had recently moved back home to the Detroit suburb of Bloomfield Hills to pursue his dream.
“It’s now or never; I’m giving myself one more chance to make it with my art,” he said, “If not, I guess I’ll be forced to give it up.”
Costa was electrifying, impulsive, and dangerous; a free spirit, one of a kind. The most exciting man I had ever met. It was only after we married that I realized there were two sides to him. Many sides, really. But the good times were so enchanting that I anxiously awaited them. He encouraged things I would never have done before he came along, singing our favorite Air Supply song, “All Out of Love” in a packed Karaoke bar, running naked in the rain, smoking pot, flipping the bird to drivers who cut me off on Telegraph Road. And trading obscenities with him during our screaming fights.
He painted my portrait as I lay naked on our bed, his worn bomber jacket draped across my thighs. He taught me Greek dances as the musicians strummed their mandolins in the dark, cozy bars down in Greek Town. He took me to Reggie’s, where we danced the night away to the old Motown sound, and to Flood’s Bar & Grill, where we dined on soul food and listened to smooth jazz.
But the best times were our nights at home. And the best of them all was the rainy night of our last wedding anniversary. He zipped around the kitchen, preparing Spanakopita, Dolmathakia; Moussaka and Baklava, yelling “Opa!” as he lit the flame, squeezed lemon juice and a smattering of Cognac over the sizzling Kefalotere cheese, serving it all with the pizzazz of the superb chef that he was.
Costa dined like he made love, slowly, savoring each course, a look of pure joy on his face. “What a delight,” he said, taking sensuous bites of the filo-layered spinach pie, tangy stuffed grape leaves, creamy Moussaka. Washing it down with cheap red wine.
“More Dom Perignon, madam?” he said, bowing gracefully.
Everything about him was graceful: his long, slim legs whirling me around the dance floor; his flowing arms, pretending to direct an orchestra when he was tipsy from too many Rusty Nails; his artistic fingers, so long that friends called him “pencil fingers.”
We planned our future as we smoked a joint, legs entwined on our old tattered sofa. “You’re the next Eudora Welty,” he said, tracing my eyebrow with one long, tapered finger. “You’re the next Jackson Pollock,” I said, running my fingers through his black, silky hair.
Later, his gold-brown eyes held mine as we made love to the sound of the rain falling softly on the eaves.
But, like flipping a switch, things always changed.
“Why are you ruining it all?” I cried.
We had just arrived home from visiting an Air Force buddy who had served with him in Vietnam. We had enjoyed a lovely evening with Mark and his wife Cindy. Until Costa and Mark closeted themselves in the den with a bottle of Ouzo. Cindy and I sat in the living room, trying to ignore their talk about “Nam,” the Viet Cong, “jarheads,” babies with bombs strapped to their diapers and whores with razor blades in their vaginas. Subjects which had become all too familiar to me.
“You don’t understand, Sarah, you can’t possibly understand,” he said, “I’ve fucking murdered men, women and children. Babies, god damn it, tiny, innocent babies!”
I held him in my arms until he fell asleep. And I lay awake the rest of the night.
“I promise that will never happen again, sweetheart,” he said the next morning, taking a sip of tomato juice mixed with hot sauce, his cure for a hangover.
“You need help.”
“How many times have I told you, I’m not going to a god damned shrink? They don’t understand. Nobody understands!”
The nightmares began coming more often, the night sweats and flailing, scrambling for cover. “Gooks!” he screamed, “Look! They’re right there in the bushes! Fuck! Watch out! No, no, no!”
He clung to me when I awakened him, thin body slick with perspiration, hands shaking as he lit one Marlboro after another. He never slept after the nightmares. Not that he slept much anyway.
He began spending more time away from home, obsessing about Vietnam, painting less and less, fits of anger, fists through doors. And his infidelities.
“Give me another chance, my love,” he said, gathering me in his arms the mornings after, “Please.”
And I did. Time after time. But I felt I was hanging by a thread at the peak of a cliff, slipping toward the swirling abyss below.
And, as it turned out, I was.
It was around three o’clock on a freezing February morning when I received the call. I don’t remember getting dressed or even leaving the house; I suddenly found myself speeding down 13 Mile Road, sleet spitting at the windshield. And when I arrived at Beaumont Hospital, all I could see was a clutch of people in white, all staring at me.
As the doctor moved toward me, a thin veil descended over my vision, dim and moving, shifting and blending, mind numb, body frozen, thoughts fading in, fading out. He spoke the words in a soft, gentle voice, the sounds around me receding; muffled, like underwater. But they struck with the force of a sledgehammer.
“No!” I heard myself cry out through the haze, “No!”
I waited two long weeks before I let them take him off life support. Thick, heavy snowflakes drifted past the window that cold, gray morning as I kissed his parched lips, touched his smooth, familiar face, caressing his hands and committing to memory his long, pencil fingers.
I am no longer the woman Costa knew, nor am I the woman my family and friends know. She is boxed up; put away, along with his cards and gifts, pictures, the painting of me with his bomber jacket draped across my thighs, and the tiny gold locket in which I placed a lock of his black, silky hair.
There are times, though, when the faint strings of a mandolin drift through a soft summer night, or I hear Air Supply’s “All Out of Love,” or a Greek waiter yells “Opa!” and I am cuddling with Costa on our tattered sofa, his gold-brown eyes holding mine as we make love to the sound of the rain falling softly on the eaves.
©Brenda Wilson Wooley
photo © Stratos Fountoulis, «Hoeilaart», 2011
bio
Brenda Wilson Wooley’s work has appeared in more than forty-five publications in the United States and around the world, including The Birmingham Arts Journal, Kentucky Monthly Magazine, Barely South Review and Looking Back Magazine. She lives in Paducah, Kentucky, where she is working on a novel.

Γιώργος Κοζίας, «Το πλήθος την περίμενε στην αίθουσα οδύνης» -ποίηση

 
ΤΑ ΕΠΙΠΛΑ ΤΕΡΑΤΑ

-Τα έπιπλα είναι ζωντανά, είπε ο ξεναγός,
με το παραμικρό νεύμα βαδίζουν.

Το τραπέζι προχωρά,
στέκεται στο κέντρο της αίθουσας,
γύρω παίρνουν θέση καθρέφτες,
καρέκλες, πολυθρόνες, καναπέδες,
ο πολυέλαιος κατεβαίνει απ’ το ταβάνι
με την ψυχή ανάποδα.

Ανάμεσα στα τέρατα έπιπλα
ανοίγω δρόμο με το ηλεκτρικό πριόνι μαινόμενος:
«Το όνομά μου Λεγεών…
Δεν θέλω να με προσκαλέσουν ποτέ!»

*
Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ

Στο καφενείο «ΟΙ ΑΝΔΕΙΣ» έρχεται κάθε πρωινό
ο μελαγχολικός Ινδιάνος, ανοίγει την εφημερίδα,
διατρέχει τις ειδήσεις, διαβάζει, συλλαβίζει:

Οι ιεραπόστολοι δεν κάνουν τατουάζ. Δεν χαράζουν
βαθιά το δέρμα τους. Βάφουν το πρόσωπό τους
όταν πάνε να ευλογήσουν τους πιστούς ιθαγενείς.

Επιστρέφουν, ξεβάφονται, βγάζουν τα άμφια,
φοράνε σμόκιν, εισπνέουν αιθέρα,
ζαλίζονται, την ιεραποστολή ξεχνούν.

Τις Άνδεις βλαστημάνε που τους πλάνεψαν,
λάγνες-εξωτικές, που αγάπησαν και μίσησαν…

*
ΤΑ ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ

Τα εκτοπλάσματα έφαγαν τους τοίχους,
τρώνε τις πόρτες του σπιτιού,
τα πατώματα, νευρικά με μακρύ τρίχωμα,
πορφυρά μάτια, τεράστια δόντια.

Έντρομοι έφυγαν οι αγαπημένοι φίλοι,
έμειναν τ’ αποφόρια τους, κρύβονται σε απόμερες
γωνιές, μέσα στις ετοιμόρροπες ντουλάπες,
κάτω από τα ράφια δίχως κορμιά.

Την ίδια ώρα στα διπλανά νοικοκυρεμένα σπίτια
εισβάλλουν αόρατα, άυλα, νέα φαντάσματα
καραδοκούν, ξένοι άγνωστοι λοιδορούν:

-Οι παραβάτες στην επίορκη πόλη!

*
ΜΑΡΙΟΝΕΤΤΕΣ Α.Ε.
(Κωμειδύλλιο)

Στους δρόμους της πόλης εμφανίστηκε
ωραία, τολμηρή, ουράνια,
λεπτή μια ρέγκα Πολωνέζικη.
Πούλησε το βαρέλι της αγόρασε στολή
κάθεται στο καφενείο Άστυ,
στην μπυραρία των καταθλιπτικών πίνει αντισηπτικό.

Το πλήθος την περίμενε στην αίθουσα οδύνης.
Οι νεόνυμφοι είχαν χάσει έναν γάμο,
ο βαπτισμένος την κηδεία,
ο τελώνης μετράει τα χρυσά του
κι οι καλεσμένοι -δούκες, βασιλιάδες,
παλλακίδες- εμπορεύονται
δαντέλες, δαχτυλίδια, βελούδα …

Η μαρκησία-Αυτόματο ουρλιάζει:
-Τράβηξε Δήμιε, την αγχόνη-αλεξικέραυνο!

Στο Πάνθεον των ηρώων, η ρέγκα-κυβερνήτης 
με γαλόνια σέρνει την Δόξα απ’ το λουρί.

*
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ

Κόσμος πηγαινοέρχεται. Άλλοι επιστρέφουν.
Οι ξεχασμένοι ετοιμάζονται να ταξιδέψουν.
Περιπλανιέται ο άνθρωπος του πλήθους
του Edgar Allan Poe, κάνοντας πότε-πότε
τράκα ένα τσιγαράκι.

Οι αστοί -πεντάρα τσακιστή δεν δίνουν-
απολαμβάνουν βολεμένοι ψάρια καπνιστά
και τα χρυσά αυγά τους.

Ξένος κόσμος αφιλόξενος, ο μέγας Λήθαργος.

*
CABARET «ΜΙΣ ΥΦΗΛΙΟΣ»

Άκουσε τους μουσικούς να παίζουν, έκαναν πρόβα:
«Μην ερωτευτείτε κοσμικές, τρελές, γαλάζιες οπτασίες,
μην κινήσετε μονάχος σε πόλεμο εναντίων λεγεώνων,
μην παλεύετε με ανεμόπτερα…».

Οι συνοδοί φώναζαν, ούρλιαζαν, σφύριζαν…
τα βαμμένα χείλη τους ψέλλιζαν λόγια ανώφελα,
μάταιες παραινέσεις: «Σηκώστε τον ποδόγυρο, Κυρίες!».
Ο ιμπρεσάριος κτυπάει τα τύμπανα:
«Καμπαρέ μόνο γιρλάντες κι αστραγάλους!».

Στο παλκοσένικο η Αρτίστα θωπεύει, απειλεί, ερεθίζει:
«Πόσα γκρέμισε τείχη! Πόσες άλωσε πόλεις;
Μις Υφήλιος, ερωμένη βασιλέων!».

Όταν τελειώσουν οι ηδονές και σβήσουνε οι πόθοι, η αμοιβή
κρεμιέται στο καρφί, σημειωμένα: Αριθμός, Ημερομηνία, Τιμή:
«Δύο κίβδηλα νομίσματα. Ατιμασμένο τ’ όνομά Της…»
Στον τρύπιο ουρανό γελάει η χρυσόμαλλη Απιστία.

Πελάτες χορεύουν, τραγουδούν, γλεντούν και ξεφαντώνουν,
κι άλλοι αναστενάζουν, δεν τρώνε, δεν πίνουν, μαραζώνουν…
Στο Καμπαρέ «Μις Υφήλιος», καταραμένη εποχή:
«Ελπίζετε οι δυστυχείς-Προσεύχεσθε οι ευτυχείς!».

*

© Γιώργος Κοζίας
φωτο © Στράτος Φουντούλης, Στοά του Βιβλίου, Αθήνα 2011.

*

Γιώργος Κοζίας 
41ος Παράλληλος 
εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά
Στιγμή, 2012

Σαράντα μία συν μία ποιητικές αφηγήσεις χαρτογραφούν τον έρωτα, την μοναξιά, την αναζήτηση της ευτυχίας, την απόλαυση για τη Δεύτερη Ζωή ή τη χαρά για την Πέμπτη Διάσταση.

Εικόνες-ποιήματα, μουσικές-ποιήματα καταθέτουν ιστορίες για αθώους, ταπεινούς, δειλούς, ενόχους που αγαπιούνται, λατρεύονται, προδίδονται και προδίδουν ανάμεσα από χίμαιρες και ευκαιρίες, από ήττες και λιτανείες:

Στον 41ο Παράλληλο γίνεται λιτανεία 
με τα κεριά όλων των προδομένων.

*

O ποιητής Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα το 1958. Πρωτοδημοσίευσε ποίηση στα περιοδικά «Το Δέντρο» και «Ευθύνη», το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ζωολογικός κήπος», 1989, «Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε», 1995, «Πεδίον ρίψεων», 2001, με σχέδια της Εύης Τσακνιά, «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες», 2007, με σχέδια της Εύης Τσακνιά και «41ος Παράλληλος», επίσης με σχέδια της Εύης Τσακνιά, όλα από τις εκδόσεις «Στιγμή». Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα γαλλικά και τα ισπανικά. Ποίησή του έχει μελοποιηθεί από τον Θάνο Μικρούτσικο και έχει παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τον Ιανουάριο του 2009, με ερμηνευτές τη μετζοσοπράνο Αγγελική Καθαρίου και την πιανίστα Νέλλη Σεμιτέκολο.