Νίκος Βλαχάκης, ποίηση

 
Χορικό Β’
(της απόγνωσης)

Τα ναυάγια μου στο βυθό
κι οι κούρσαροί μου
παλικάρια αμούσκευτα
στου πελάγου την αύρα.

Πόση δόξα άδολη
στης ακτής το μυχό.
Εγώ που σε πόθησα
πόσο λάθος είχα! Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Βλαχάκης, ποίηση»

Μάνος Χατζιδάκις: «Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι»

«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτειιδεολογία.

Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.
Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη, αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Ομως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.
Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.
Πρόσφατη περίπτωση ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μια ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς, με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως, απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα, επικίνδυνη, που επιθυμούσε να μας υποτάξει.
Ενας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.
(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης.)
Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Ομως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.
Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα, άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους.)
Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Ομως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.
Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους, ή παθητικός, μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.
Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα ΜΜΕ ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.
Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία, όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός, η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.
Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ωσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια, αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.
Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος».

Μάνος Χατζιδάκις

Φεβρουάριος 1993

(Πρώτη δημοσίευση του κειμένου στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων στην «Ελευθεροτυπία«)

Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη, Η Ζαργάνα

Από μικρή της άρεσε να χώνεται στην κουζίνα. Έπλενε πιάτα στο νεροχύτη, τα έβαζε στη στεγνώστρα, παρακολουθούσε τη μάνα της να μαγειρεύει και απ’ τα οχτώ της άρχισε να μαγειρεύει. Η οικογένεια άναυδη απ’ τη μαεστρία της. Ακόμα και στο σχολείο μαθεύτηκε. Όταν η δασκάλα πήγε να τους εξηγήσει τι είναι τα μακαρόνια, η Νικολέτα σήκωσε το χέρι.

    «Τι ‘ναι, παιδί μου, τι θες;»
   «Κυρία, τα μακαρόνια θέλουν λίγο λάδι στο νερό που βράζει για να μη κολλήσουν», είπε και δεν ξαναμίλησε.
   Στις εκθέσεις, από δω to πήγαινε από ‘κει το ‘φερνε, έγραφε και τι μαγείρεψε για την οικογένειά της. Κάποια στιγμή, η δασκάλα δεν άντεξε, κάλεσε τη μάνα της στο σχολείο. Την πέρασε από ανάκριση.
  Και πότε προλαβαίνει να παίξει; Μα το μαγείρεμα είναι το παιχνίδι της. Και πότε διαβάζει; Μαγειρεύοντας. Και εσείς που είσαστε; Εγώ είμαι στη δουλειά. Και τα αδέλφια της; Τα αδέλφια της είναι μεγαλύτερα. Και μαγειρεύει για την οικογένεια; Ναι, για ποιον να μαγειρεύει; Και τι θα γίνει αυτό το παιδί; Τι θέλετε να γίνει, απ’ την τρίτη δημοτικού θ’ αποφασίσει η κόρη μου;
    Η δασκάλα έμεινε με την εντύπωση ότι η Νικολέτα βασανίζεται σ’ ένα σπίτι με άστοργους γονείς κι η μάνα της με την εντύπωση ότι η δασκάλα θέλει την κόρη της για μαγείρισσα. Η ίδια η Νικολέτα συνέχισε να μαγειρεύει σε όλο το δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο, το πανεπιστήμιο. Σπούδασε νομικά γιατί κατά τη γνώμη της τα μαγειρέματα των νόμων είχαν την ίδια γοητεία με τα μαγειρέματα των τροφών.
   Φυσικά τραβούσε τ’ αρσενικά όπως η μέλισσα το μέλι. Κάτι οι στρογγυλάδες της, κάτι οι κουβέντες της, ειδικά όταν έλεγε τι μαγείρεψε, κάτι τα γέλια της, οι άντρες τρελαίνονταν για τη Νικολέτα και η Νικολέτα για τους άντρες. Όλοι την παίνευαν για τη μυρωδιά της – ένα μίγμα αρώματος, σαπουνιού και κάτι άλλο, απροσδιόριστο. Ούτε η ίδια ήξερε ποιο ήταν το τρίτο συστατικό της μυρωδιάς της, αλλά της το είχαν πει τόσες φορές που πίστευε ότι όντως υπάρχει.
   Γύριζε τα βράδια στο σπίτι, έβαζε να μαγειρέψει για την επόμενη μέρα και σκεφτόταν απορημένη τι είναι το τρίτο, το απροσδιόριστο της μυρωδιάς της, ποιος θα το βρει να της το πει. Πήρε το πτυχίο της στη Νομική, έπιασε δουλειά, ασκούμενη σ’ ένα δικηγορικό γραφείο, δεν της άρεσε, ήθελε τα δικαστήρια, τη βαβούρα, τον κόσμο, το μαγείρεμα των νόμων. Η οικογένειά της διαμαρτυρόταν, ήταν πια εικοσιεφτά και πουθενά γαμπρός στον ορίζοντα.
   Ο Γρηγόρης ήρθε στο σπίτι τους, τραβηγμένος απ’ τις μυρωδιές. Στην αρχή, μόλις τέλειωνε απ’ την οικοδομή, στεκόταν στην ταράτσα της πολυκατοικίας που έχτιζε και οσμιζόταν να καταλάβει από πού προέρχονταν. Στο μήνα, συσχέτισε τη Νικολέτα με τα μαγειρέματα. Μισή ώρα αφότου έμπαινε στο σπίτι της, άρχιζε η λιγούρα του. Τα κουβέντιασε με τη μάνα του, ρώτησε και στη γειτονιά, μόνο καλά λόγια άκουσε, πήγε και τη ζήτησε.
   Ήταν ένα βράδυ που η Νικολέτα, συγχυσμένη απ’ το γραφείο γιατί δεν την άφησαν να παραστεί σε μια δίκη, δήλωσε παραίτηση και γύρισε νωρίτερα να μαγειρέψει μουσακά και σαραγλί. Ο Γρηγόρης χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού της, έτοιμος να λιποθυμήσει. Του άνοιξε ο πατέρας της κι έμεινε να τον κοιτάζει. Κρατούσε γλαδιόλες κι ένα κουτί πάστες. Τον πέρασαν στο σαλόνι. Μάνα και πατέρας έκατσαν και τον άκουσαν αποσβολωμένοι. Ήταν αρχιτέκτονας, παρακολουθούσε τη Νικολέτα ενάμιση μήνα, έχτιζε την απέναντι πολυκατοικία, ήθελε να την παντρευτεί.
   «Δηλαδή, αγαπιόσαστε;» ρώτησε συγκινημένη η μάνα της.
   «Θα αγαπηθούμε μετά το γάμο», μουρμούρισε.
   Σε λίγο κατέφθασαν και τ’ αδέλφια της. «Ό,τι πει η Νικολέτα», κατέληξαν.
  Η ίδια άργησε να εμφανιστεί στο σαλόνι. Κανείς δεν την είχε ενημερώσει, εξάλλου έφτιαχνε το σιρόπι για το σαραγλί κι απαγόρευε να τη διακόψουν. Έκατσαν να φάνε, χωρίς να της εξηγήσουν ποιος είναι ο Γρηγόρης. Αυτή ήταν η συμφωνία, έμπνευση του πατέρα της. «Αν σε σερβίρει πρώτο, σημαίνει ότι της αρέσεις».
  Και τον σερβίρισε πρώτο. Μετά το φαγητό, βγήκαν έξω οι δυο τους να μιλήσουν. Της εξηγήθηκε. «Μυρίζεις άρωμα, σαπούνι και κανέλα, είμαι σίγουρος, έτσι μύριζε η γιαγιά μου, ήταν απ’ τη Σμύρνη».
  Η Νικολέτα ενθουσιάστηκε. Σ’ ένα τρίμηνο παντρεύτηκαν. Εκτός από καταπληκτική μαγείρισσα αποδείχτηκε και καταπληκτική ερωμένη. Ο Γρηγόρης δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι του, να δει τι φαγητό του έφτιαξε και με τι αμφίεση. Γιατί η Νικολέτα απ’ τη στιγμή που έφυγε απ’ το πατρικό της και παράτησε τη δικηγορία, κάθισε και το σκέφτηκε. Ναι, ο έρωτας περνάει απ’ το στομάχι, αλλά πριν το στομάχι είναι τα μάτια, άρα, πρέπει να τον έχω μονίμως σε διέγερση. Τη μια του έκανε παστίτσιο με δαντελένιο κορμάκι και ζαρτιέρες, την άλλη γουρουνόπουλο με διάφανα πέπλα, την παράλλη κολιούς πλακί με τσαντόρ, ό,τι κατέβαζε ο νους της, ό,τι διάβαζε στα περιοδικά, ό,τι άκουγε στην τηλεόραση, όλα τα ‘κανε, όλα τα απολάμβανε ο Γρηγόρης. Μόνο παιδιά δεν έκαναν. Ο άντρας της έλεγε, «καλύτερα οι δυο μας, αν γεννήσεις, θα με βάλεις στην άκρη», όμως η Νικολέτα σκεφτόταν πως μεγαλώνοντας, το παιδί κρατάει την οικογένεια, κι ας διαλύει το ζευγάρι, κουβέντα της η μάνας της.
   Κρυφά απ’ το Γρηγόρη έτρεξε στους γιατρούς. Όλοι της έλεγαν το ίδιο πράγμα: «Δε φταίτε εσείς, κυρία μου, να εξεταστεί και ο σύζυγος». Δεν διανοήθηκε να του το πει.
   Στα τριάντα-εφτά της που γιόρταζαν δέκα χρόνια γάμου, έκανε άλλο ένα λουκούλλειο γεύμα για τους δικούς της και την πεθερά της. Τους κάλεσε απ’ το μεσημέρι της Κυριακής, να τους περιποιηθεί ως το βράδυ. Και τι δεν τους μαγείρεψε. Ψάρια, κρέατα, σάλτσες, ζυμαρικά, ατζέμ πιλάφι, πίτες, σαλάτες γλυκά, παγωτό σπιτικό, μέχρι και ψωμί είχε ψήσει. Το κρασί έρεε άφθονο. Ο Γρηγόρης έφερε κι έναν συνάδελφο, ένα γεροντοπαλίκαρο που αναστέναζε παραπονεμένα σε κάθε μπουκιά, λέγοντας, «α, ρε τυχεράκια που βρήκες στα πενήντα σου τέτοια ζαργάνα!» ρίχνοντας θαυμαστικές ματιές στην Νικολέτα.
  Το βράδυ όταν έφυγαν όλοι με τα ταπεράκια τους, «μην πάει χαμένο, αμαρτία είναι», ο Γρηγόρης ζήτησε απ’ την Νικολέτα ένα ακόμα κομμάτι τούρτα σοκολάτα. Κι όπως το έτρωγε στο κρεβάτι, ενώ η Νικολέτα φορούσε μια ρομπίτσα νοσοκόμας να του κάνει τα κόλπα της, πέθανε με το κουτάλι στο στόμα.
  Μπήκε η Νικολέτα στην κρεβατοκάμαρα να τη δει, να της ορμήσει και τον βρήκε να κοιτάζει την τούρτα, καθιστός στο κρεβάτι, με το κουτάλι στο στόμα. Τον πλησίασε, του το πήρε, μα ο Γρηγόρης εκεί, να κοιτάζει το πιατάκι με σκυφτό κεφάλι. Έκατσε απέναντί του, πήρε το πιατάκι, έφαγε την υπόλοιπη τούρτα με το κουτάλι του κι έβαλε τα κλάματα.
  «Πάει, ο Γρηγόρης!» φώναξε στο άδειο σπίτι, γύρισε στην κουζίνα κι ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναμαγειρέψει στη ζωή της.
   Στην κηδεία ξαναείδε το φίλο του που την είπε ‘ζαργάνα’ εκείνη την αποφράδα Κυριακή. Άρχισαν να βγαίνουν κρυφά λόγω πένθους. Ένα χρόνο, κρυφά. Η πρώην πεθερά της τους τσάκωσε σε μια ταβέρνα στη Σαλαμίνα. Η Νικολέτα με τον Παντελή, η πεθερά με μια παρέα απ’ τα ΚΑΠΗ Γλυφάδας.    Κόντεψαν να πάθουν ταμπλά και οι δύο.
   Την επομένη αριβάρισε σπίτι της. Η Νικολέτα περίμενε κατάρες. Όμως η κυρία Ευθυμία είχε μάτια κι έβλεπε. Η νύφη της παραήταν μικρή και νόστιμη, κρίμα να μείνει μόνη της, το ήξερε κι απ’ τον εαυτό της, στα δεκαοχτώ έμεινε χήρα, στα εικοσιδύο ξαναπαντρεύτηκε κι έκανε το Γρηγόρη και τώρα, στα εβδομήντα-πέντε, αν της τύχαινε κάνας κοτσονάτος δε θα έλεγε όχι.
   «Νικολέτα, μια ερώτηση έχω παιδί μου».
   «Ναι, μάνα».
   «Εσύ δεν έκανες παιδιά, ή ο γιος μου;»
   Η Νικολέτα τη σερβίρισε κανταΐφι απ’ τα χεράκια της και σκέτο καφέ. Δεν ήθελε να την πληγώσει. «Μάνα, θα ξαναπιάσω δουλειά. Δε μου πάει να παίρνω τη σύνταξή του…»
   «Να πιάσεις δουλειά και να παίρνεις και τη σύνταξη. Απάντησέ μου».
   «Ο Γρηγόρης μάνα, αλλά δεν του το ‘πα ποτέ».
  «Μπράβο, κόρη μου». Έφαγε το κανταΐφι της κι έφυγε. Στην εξώπορτα της έδωσε την ευχή της.
«Ήσουνα καλή νύφη… η ζωή προχωράει… καλή τύχη».
   Στο δεύτερο χρόνο, ο Παντελής ζήτησε απ’ τους δικούς της. Αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο οι γονείς της και τα τρία αδέλφια της. Ήταν και οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Τον άκουγαν προσεκτικά δεκατέσσερα άτομα. Η Νικολέτα βρισκόταν και πάλι στην κουζίνα – δεν τον κράτησε τον όρκο της, μαγείρευε.
  Ο Παντελής ήθελε παιδιά απ’ τη ζαργάνα του και στον τρίτο χρόνο τον πέτυχαν το γιο. Χαράς ευαγγέλια για τη Νικολέτα. Παράτησε το δικηγορικό γραφείο, ρίχτηκε στον κανακάρη της, τον άντρα της, τα σόγια τους, τις μαγειρικές της. Η αγάπη ξεχείλιζε από μέσα της στις κατσαρόλες και τα ταψιά της. Μέχρι και η πρώην πεθερά της ξαναγύρισε στο σπίτι που μοσκοβολούσε κανέλα, κύμινο, καμένη ζάχαρη, ζυμωτό ψωμί. Τις Κυριακές γινόταν πανηγύρι. Η Νικολέτα ξανάκανε τα κόλπα της και στον Παντελή. Τη μια ντυνόταν πουτάνα, την άλλη καλόγρια, την παράλλη μαθήτρια, μόνο νοσοκόμα δεν ξαναντύθηκε, το είχε γρουσουζιά.
  Ο Παντελής έπλεε σε πελάγη ευτυχίας και οι δουλειές του άνθιζαν. Ποιος δε θέλει έναν κεφάτο αρχιτέκτονα, ποιος δε θέλει μια σύζυγο του αρχιτέκτονα που σε καλεί σε λουκούλλεια γεύματα;
Το ζευγάρι απέκτησε και εξοχικό και σκάφος και δεύτερο αυτοκίνητο και φυσικά ο μικρός πήγε σε ιδιωτικό σχολείο. Στα πέντε του χρόνια εμφάνισε τα μαγειρικά ταλέντα της μάνας του και τα αρχιτεκτονικά του πατέρα του. Οι δάσκαλοι άναυδοι απ’ το παιδί-θαύμα, οι γονείς του σεμνοί, «δεν έγινε και τίποτα», μουρμούριζαν και τον άφηναν να μαγειρεύει και να σχεδιάζει κατά βούληση.
  Όταν ο Γιωργάκης δήλωσε ότι δε θέλει να σπουδάσει, δεν έφεραν αντίρρηση. Τους έφερε μια κοπέλα, της έκαναν το τραπέζι κι ύστερα ο Παντελής σχολίασε ότι, «δεν θα κρατήσει αυτή η σχέση, αυτή δεν είναι ζαργάνα», χωρίς να ξέρει ότι τον άκουσε ο γιος του.
  Απ’ την άλλη μέρα, τους ανακοίνωσε ότι για να τους ξεκουράσει και να τους ευχαριστήσει που δέχτηκαν την κοπέλα του, θα τους μαγείρευε αυτός από δω και στο εξής. Το δέχτηκαν. Η Νικολέτα γιατί δεν προλάβαινε αφού τα δύο τελευταία χρόνια έτρεχε με τις αρρώστιες των γονιών της κι ο Παντελής γιατί όταν κλεινόταν στην κουζίνα, την έχανε.
  Μόνο που στη βδομάδα πάνω αρρώστησαν με τροφική δηλητηρίαση, έτσι είπε ο γιατρός που κάλεσαν.
  «Τι έβαλες Γιωργάκη στο φαί;» ρώτησε η μάνα του μόλις σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι.
  «Ό,τι βάζεις κι εσύ, μαμά».
  Όμως η Νικολέτα ήταν σίγουρη ότι κάτι τρέχει. Έπιασε και τ’ αυτί της μια συζήτηση του κανακάρη της με τη φιλενάδα του όπου γελούσαν κι έλεγαν πως αν πεθάνουν οι γέροι του θα ξεκοκαλίζουν μέχρι τα δισέγγονά τους την περιουσία τους.
 Δε μίλησε. Όμως φρόντιζε να ταΐζει τον Παντελή μόνο στο γραφείο του. Μια δυο φορές ξεγελάστηκε σαν μάνα κι είπε μέσα της ότι κολάζεται άδικα, αποκλείεται να τους το κάνει αυτό ο λεβέντης τους, αλλά ξερνούσαν όλη νύχτα.
  Τελικά τη βρήκε τη λύση. Θα καλούσε Κυριακή τη φιλενάδα του για φαγητό, μαζί με το υπόλοιπο σόι, ένδειξη ότι την εγκρίνουν.
  «Ζαργάνα μου, θα μαγειρέψεις εσύ;» ρώτησε ο Παντελής και η γυναίκα του σιγούρεψε ότι κι αυτός είχε τις ίδιες υποψίες.
  Ήρθαν όλοι. Οι γονείς τους, τα αδέλφια της, τα ανίψια της, δυο αρχιτέκτονες με τις γυναίκες τους, η πρώην πεθερά της. Ο γιος της έφυγε στις 11 και γύρισε στις 1 με την κοπέλα του. Έκατσαν στο τραπέζι. Η Νικολέτα τους έδινε τα πιάτα ένα-ένα. Πρώτη και καλύτερη σερβίριζε τη νύφη, όπως έλεγαν οι υπόλοιποι γελώντας, και στεκόταν από πάνω της να σιγουρευτεί ότι θα δοκιμάσει. Η νύφη δοκίμαζε κι αναστέναζε. Οι άλλοι την περίμεναν ν’ αποφανθεί με υγρά μάτια απ’ τη λιγούρα.
  Άμα απόφαγαν, τους πέρασε στο σαλόνι να τους κεράσει τούρτα σοκολάτα, κανταΐφι και σαραγλί. Η νύφη πάλι δοκίμασε πρώτη, λίγο απ’ όλα πίνοντας καφέ.
  Έπιασαν τα τραγούδια και το χορό. Σε μια στιγμή ο γιος τους σηκώθηκε όρθιος και τους ανακοίνωσε ότι θέλει ν’ αρραβωνιαστεί.
   «Να ζήσετε! Να ζήσετε!» ευχήθηκαν όλοι.
  Ο Παντελής δήλωσε ότι την άλλη Κυριακή θα καλούσαν και τους γονείς της κοπέλας για να περάσουν βέρες. Κιχ για την ανεργία και των δυο τους. Μόνο η γιαγιά είπε ένα, «άντε να βρείτε και δουλίτσα» και ο Γιωργάκης την αγριοκοίταξε.
  Η Νικολέτα ζήτησε απ’ τη νύφη της να τη βοηθήσει στο μάζεμα. Η κοπέλα σηκώθηκε κρατώντας την κοιλιά της.
  «Πονάς;» τη ρώτησε μόλις βρέθηκαν μόνες τους στην κουζίνα.
  «Ναι».
  «Ωραία. Σε μία ώρα θα έχεις πεθάνει. Πλύνε τα πιάτα τώρα». Είχε βάλει στον καφέ της καθαρτικό και κρατιόταν να μη σκάσει στα γέλια.
  Η μικρή δεν την πίστεψε. Σε μία ώρα την έπιασαν οι σπασμοί. Μπροστά στα μάτια όλων. Ο γιατρός διέγνωσε ανακοπή από τροφική δηλητηρίαση.
   «Μα πώς; Αφού όλοι τα ίδια φάγαμε», μουρμούριζαν αποσβολωμένοι οι συγγενείς.
  Στη νεκροψία διαπιστώθηκε ότι δηλητηριάστηκε από μανιτάρια. Όμως στο τραπέζι δεν υπήρχαν μανιτάρια κι ο γιος τους είπε στο σόι ότι πριν συναντηθούν στις 11, η κοπέλα του είχε φάει τηγανητά μανιτάρια σπίτι της. Η Νικολέτα έκλαιγε στην κηδεία αγκαλιά με την παρ’ ολίγο συμπεθέρα της. Κανείς δεν έμαθε ότι είχε βάλει καθαρτικό στην πρώτη μπουκιά που έδωσε στην υποψήφια νύφη. Το γιο της τον κρατούσαν παραμάσχαλα ο πατέρας του κι ο συμπέθερος. Του πήρε καιρό να συνέλθει.
  Μια μέρα η μάνα του τον έστειλε στο φούρνο να ζητήσει λίγο προζύμι. Γυρίζοντας ήταν άλλος άνθρωπος. «Μάνα, την ξέρεις την κόρη του φούρναρη;»
  «Μια ξανθούλα, είναι;»
  «Μάνα, μυρίζει κανέλα!»
  «Μπράβο αγόρι μου, να τη φέρεις σπίτι να της μαγειρέψουμε».
  Το βράδυ η Νικολέτα τη ρώτησε αν ξέρει κι αυτή από μαγειρική.
  «Κόρη φούρναρη είμαι, γίνεται να μην ξέρω;»
  Ο Παντελής αντάλλαξε ματιές με τη γυναίκα του. Ύστερα κοίταξαν το γιο τους με τρυφερότητα. Τους δήλωσε ότι θα βρει δουλειά, ό,τι να’ ναι.
  Στα τρία χρόνια και αφού τσεκάρισαν για τα καλά τη νέα νύφη και βεβαιώθηκαν ότι οι γονείς της τη χρυσοπροικίζουν όπως κι αυτοί τον δικό τους, το πήραν απόφαση, τους πάντρεψαν. Αλλά ο Γιωργάκης δουλειά δεν βρήκε ούτε καν στο φούρνο των πεθερικών του πήγαινε.
  Μια μέρα η νύφη ήρθε στα πεθερικά της κλαμένη. «Τι έχεις κορίτσι μου;» τη ρώτησαν ανήσυχοι.
  «Δε θέλει να μαγειρεύω εγώ, θέλει να μαγειρεύει μόνο αυτός».
  Ο Παντελής κοίταξε τη Νικολέτα. «Ζαργάνα μου, τι λες;» τη ρώτησε τρομαγμένος και δεν άγγιξε τον μπακλαβά με παγωτό καϊμάκι που του σερβίρισε στη βεράντα.
  «Να έρθετε την Κυριακή για φαγητό, κορίτσι μου» είπε εκείνη στη νύφη της.
  Όντως την Κυριακή το μεσημέρι ήρθαν με το υπόλοιπο σόι – είχαν προστεθεί στην οικογένεια οι συμπέθεροι. Έφαγαν και ήπιαν του σκασμού. Τελειώνοντας η Νικολέτα ζήτησε απ’ το γιο της να τη βοηθήσει στην κουζίνα. Σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα του με κόπο. Ίδρωνε κι είχε πρασινίσει.
  «Πονάς;» τον ρώτησε η μάνα του.
  «Πολύ».
  «Ωραία. Σε μια ώρα θα ‘χεις πεθάνει. Πλύνε τα πιάτα τώρα», του απάντησε και του γύρισε την πλάτη.
 Την πρόλαβε στο διάδρομο ο Παντελής. «Ζαργάνα μου, τι έχεις;» ρώτησε βλέποντάς την βουρκωμένη.
  «Τίποτα, τίποτα», μουρμούρισε και πήγε στο σαλόνι.
  «Ζαργάνα μου, τι έκανες;» επέμενε ο Παντελής.
  «Μάνα!» ακούστηκε απ’ την κουζίνα.
  Έτρεξε μόνη της, πείθοντας τους υπόλοιπους να μείνουν στις θέσεις τους.
  «Πες μου, έχεις γκόμενα;»
  «Ναι…» απάντησε με βογκητά.
  «Και γι’ αυτό θες να δηλητηριάσεις τη γυναίκα σου;»
  «Όχι, κάνεις λάθος».
  «Ε, καλά, αφού κάνω λάθος, μείνε εδώ, σε μισή ώρα θα πεθάνεις».
  Έμεινε πίσω απ’ την κλειστή πόρτα της κουζίνας ν’ ακούει τα βογκητά του. Στο τέλος δεν άντεξε και μπήκε. Στάθηκε μπροστά του με τα χέρια στη μέση.
  «Ο πρώτος μου άντρας έλεγε ότι μυρίζω κανέλα και ο δεύτερος με λέει ζαργάνα, εσύ τι λες στη γυναίκα σου και τι στη γκόμενα;»
  «Η μία μυρίζει κανέλα και η άλλη…» κοίταξε γύρω του ψάχνοντας τη λέξη. «Δεν ξέρω…» κατέληξε κάθιδρος.
  «Γιατί δεν παίρνεις διαζύγιο;»
  Δεν της απάντησε. Σφάδαζε.
  «Αγόρι μου, δεν ξέρω πώς σε κάναμε τέτοιο φιλοχρήματο καθίκι. Θες να πεθάνει η γυναίκα σου για να την κληρονομήσεις;» είπε παρατηρώντας τον να ξερνάει χωρίς την παραμικρή κίνηση βοήθειας.
  «Μάνα, σώσε με».
  «Μόνο αν μου ορκιστείς ότι θα φύγεις!»
  «Πού να πάω μάνα;»
  «Όπου θες, αρκεί να μη μας ενοχλείς και να περιμένεις να πεθάνουμε στην ώρα μας».
  «Σώσε με, μάνα!»
  «Ορκίσου!»
  Ο Παντελής μπήκε στην κουζίνα. «Ορκίσου!» είπε ήσυχα στο γιο του.
  «Ορκίζομαι!»
  «Ωραία, πιες ένα ποτήρι γάλα! Ηλίθιε που φαντάστηκες ότι θα σε δηλητηριάσει η μάνα σου. Καθαρτικό έβαλα στο γλυκό σου, να χέζεις δυο μέρες».
  Ο γιος τους όντως εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Σε πέντε χρόνια η γυναίκα του με την έγκριση των γονιών του, τον κήρυξε εξαφανισθέντα. Κανείς δεν τον έψαξε.
  Μόνο η μάνα του διάβαζε υποψιασμένη τις εφημερίδες κάθε φορά που έγραφαν για θάνατο από τροφική δηλητηρίαση και τις πετούσε μην τις δει ο Παντελής.
  Η πρώην νύφη τους ξαναπαντρεύτηκε ένα παλικάρι δυο μέτρα που τους είπε ότι μυρίζει κανέλα, τη φώναζε ζαργάνα και του έτρεχαν τα σάλια κοιτώντας την.
  Τους υιοθέτησαν και τους δυο και τους περίμεναν πώς και τι κάθε Κυριακή στο οικογενειακό τραπέζι.
  Μετά από οχτώ χρόνια, εμφανίστηκε στην πόρτα τους ένας μουσάτος. Ήταν ο γιος τους. Μετανοημένος. Του εξήγησαν ότι έπρεπε να ξαναγυρίσει σε άλλα οχτώ χρόνια που θα ήταν πια χούφταλα και δεν θα τους ένοιαζε αν θα τους δηλητηρίαζε.
  Εκείνο το βράδυ ο Παντελής ήταν πολύ συγκινημένος που ξαναείδε το Γιωργάκη. Η Κατερίνα τον κοίταζε λυπημένη. Γερνούσε άσχημα ο Παντελής της, έφταιγε η κράση του, θέλει δίαιτα, είπε ο γιατρός.
  Το πρωί σηκώθηκε πρώτη να φτιάξει όπως πάντα τους καφέδες τους, να τους πιουν κουβεντιάζοντας στη βεράντα. Στα εβδομήντα-τρία η Νικολέτα, στα 90 ο Παντελής, αυτό το καφεδάκι τους είχε μείνει. Μπαίνοντας στην κρεβατοκάμαρα, τον είδε με μισάνοιχτο στόμα, κατάλαβε. «Αχ, βρε Παντελή μου», είπε.
  Πήρε ένα χαρτί, έγραψε τη διαθήκη τους. Άφησε σε ακριβοδίκαια μερίδια τα πάντα στα ανίψια της και στην πρώην νύφη της. Στο γιο της τίποτα. Υπέγραψε και για τον άντρα της, τόσα χρόνια στο γραφείο του, ήξερε να αντιγράφει την υπογραφή του. Έβαλε περσινή ημερομηνία.
  Έριξε στον καφέ της ποντικοφάρμακο. Πήγε και ξάπλωσε δίπλα του.
  Τους βρήκε η γειτόνισσα που είχε κλειδιά. Το ταψί με το κανταΐφι περίμενε συγγενείς και φίλους να φάνε, να σχωρεθούν τα ‘ποθαμένα τους, που έλεγε κι η γλυκομιλούσα η μάνα της.
*
©Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη
(part of a) Photo copyright-free, creative commons 2011, επεξεργασία Στάχτες

Μανώλης Μεσσήνης, «υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου» -ποίηση


“Αιρετικός” 

“εις μνήμην Χρόνη Μίσσιου”————————————

Όλο τον χρόνο του σπαταλά να διασπά
το μακελειό των χρήσεων του λόγου – όπως το ρήμα ξέρω,
μη υποκύπτοντας στους όρους της φυλακής του

Κάπου ξεφεύγοντας ονειροπολεί
κλεισμένος στη σιγή του,
δράματα επιλήψιμα

Χθες κτυπούσε το παράθυρό του μια νεροποντή
συνοδεύοντας τους υπαινιγμούς του

Αφήνει ανοίγματα στο τριμμένο του σακάκι,
εξόδους,
έτσι για να συγχωνεύεται με τους ανέμους –
αέναα ένδον της ύπαρξης,
άσαρκος ως αποφράς ημέρα

Η νύχτα του αποσβένει μέρες
υπολειμματικών περιττωμάτων

Τα κείμενά του αποδομιστικά,
ναρκοθετεί αμφιβολίες·
στρόβιλοι σε ζοφερά τοπία

Ανοιγοκλείνοντας παράθυρα,
κτυπώντας τα εκκωφαντικά
σαν κραυγή πριονισμένη,
με την υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου
ως κατανοήσιμη του λόγου ύλη,
ραπίζει διανοήματα που εξουσιάζουν
ως το ικρίωμα και ως τη σάρκα πέρα,
κάνοντας ματ στον βασιλιά
που αντιφάσκει

Και η σκιά,
στερημένη και αυτή από ελαφρυντικά,
στην αρπάγη του λόγου του σιωπά

***

Τούτοι οι δρόμοι

Τούτοι οι δρόμοι δεν οδηγούν πουθενά
Έχουν μια κλίση προς το μη παρέκει
Πορεία ή παραμονή σε σκοτεινό κελί
Βρίθουν υπονοούμενα κι άλλες εικόνες συναφείς
Οι δρόμοι τούτοι είναι απροσπέλαστοι
και υποδοριεί ξοπίσω τους το τρίχωμα του ζώου
Ουλές βαθιές και μνήμες αδυσώπητες
εκεί που το σκοτάδι βαθμιαία επιβάλλεται ως νύχτα
Οι δρόμοι τούτοι μεταλλαγμένη σιωπή
Είναι η σιωπή που σαν λόγος διαλέγεται

***

Λιγοθρύλητα αισθήματα 

Αφού φυγομαχούν οι απαντήσεις,
αφού οι διαπιστώσεις αναβάλλουν,
αφού τα συνειδησιακά ικριώματα χαράσσουν
μια γραμμή καμπύλη ώς το τίποτα,
έλα να γευθούμε την οσμή του ανέλπιστου·

να έρθει ένα κύμα βίαιο,
ένα τετέλεσται των εξαχρειοτήτων,
μια λάγνα σάρωση μ’επιφωνήματα,
σαν μπαλταδιά στη μαύρη κωμωδία·

και μη σε στερεότυπες αρέσκεσαι κραυγές
για δήθεν σωτηρία, χωρίς να κινδυνεύεις
φτωχό πουλί που σου’ μαθαν σε κλουβί να επιβιώνεις

©Μανώλης Μεσσήνης
Photo©Στράτος Φουντούλης, «Wol. Shopping Center», Brussels, 2013

Μανώλης Μεσσήνης, “υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου” -ποίηση

Αρχείο 19/09/2013

“Αιρετικός” 

“εις μνήμην Χρόνη Μίσσιου”

Όλο τον χρόνο του σπαταλά να διασπά
το μακελειό των χρήσεων του λόγου – όπως το ρήμα ξέρω,
μη υποκύπτοντας στους όρους της φυλακής του

Κάπου ξεφεύγοντας ονειροπολεί
κλεισμένος στη σιγή του,
δράματα επιλήψιμα

Χθες κτυπούσε το παράθυρό του μια νεροποντή
συνοδεύοντας τους υπαινιγμούς του Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μανώλης Μεσσήνης, “υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου” -ποίηση»

Bill Yarrow, “Expose those for whom freedom is greed” -poetry

 

THE CITY RISES IN ME

Cities! Cities! I have lived
in cities: habitual, arrogant,
cities circumscribed by cities,

on the alert for alacrity,
filled with false vitality,
rising revised out of history,

burgeoning cities bloated
with stoic pride, notorious
for hope, filled with ethical travail.

These cities, yes, but also
cities reticent, inferential,
embedded with desuetude.

A decade here, a decade there,
to what end? Position. Man needs
locus, not looseness, in his life.

What’s a road? A swift excuse
for a city at each end. What is
not a city? Nothing.

Socrates lived in a city.
So did Meyer Lansky. The city
rose against them. That’s what

cities do; they rise,
sometimes in us,
sometimes against us.

The city rises in me.
I hear it whisper.
I ignore its roar.

*
TARIFF HAPPY

Be subversive in your chores.
Knock at the door of indecency and demand to be let in.
Factor in your final calculations the weight of longing among the self-assured.
Do not fob off.
Keep a second set of books for Raphael.
Inculcate imprudence.
Wash with emotion, then with good soap.
Expose those for whom freedom is greed.
Scour the future so as to inure it.
Keep lists.
Change the air in your protocol every time you crave a tattoo.
Lock your knees before you do anything wily.
Wear linen at funerals.
Hands off the secret levers of the world.
Watch out for the kids of Narcissus.

*
THE BEAUTIFUL MERCEDES

No one who saw the beautiful Mercedes
in the summer of 1966 could ever forget her.
When she walked into Café Danglars, heads turned.

I was sent upstate for two years for passing unpopular
checks, but when I got out, I went back to the Café
just to catch a glimpse of her again. It took a month
but she did return. I was there that day, sitting at
the counter in my Bermuda shorts, sucking a 7-Up.

The screen door slowly opened. I was expecting the second
coming of perfection. Not quite. She was bloated like a
bagel. Her thighs looked like freezer bags filled with dimes.
There was no necklace anywhere that could fit around that neck.

Two years earlier, she was real money, a class investment.
When she ate up all her principal, well, we lost interest.

*
RESURRECTION HAPPENS

The doctor diagnosed it as walking pneumonia
but Cid knew better. He had (hadn’t he?)
suffered trauma when Marguerite died of AIDS.

Jesus, he was in a coma. Except he could see.
And hear. And feel. Walk around. And talk.
Damn it, it was. A kind of walking coma.

One where he could remember but not
exactly remember, communicate but not really
communicate, exist but not fully exist.

Then one day all the symptoms just vanished.
He stopped using, got his CDL, drove to Reno,
married a dealer, agreed to raise her kid.

It’s possible to forgive the past its trespasses
stop seeing the future as a threat, reimagine
the present as a goal. Yes, resurrection happens.

*

© Bill Yarrow
Photo © Stratos Fountoulis, “Plateia Derveni, August 2011”

Bill Yarrow is the author of Pointed Sentences, a full-length collection of poems published by BlazeVOX in 2012 and two chapbooks–Wrench published by Erbacce Press in 2009 and Fourteen, published by Naked Mannekin Press in 2011. He has been published in many print and online journals including Poetry International, PANK, Thrush, DIAGRAM, Contrary, and RHINO. He is a Professor of English at Joliet Junior College where he teaches creative writing, film, and Shakespeare, all online. Two chapbooks (Twenty from MadHat Press and Incompetent Translations and Inept Haiku from Červená Barva Press) are forthcoming in 2013.

Felino A. Soriano, “… in the apparitional momentum of memory” -poetry

from Of isolated limning

of Wednesday, the oddity of this summer’s rain becoming subsequent

I found thunder
its thickened wrap in
the apparitional momentum of memory——————-when
whole fruition exercises space into
wealth and the body’s building of
tonal silences ——————————————- this
surprise of amalgamated loudness
reinvents angles’
and
—-their
————-fundamental
—-exposure to
positional freedom of fear-articulation of
physiognomy’s vocal
clarification

*
of watching the mother-daughter mirror’s interaction

in the silent combing a hand
commits solace, tooth-silk
————-slide
afterward the tonal clarity
of reflection rests
in the purpose of self’s
time of added
interactions

*
an endeavor of watching a contour

when rising acclimates its meaning
beyond sun and the body of becoming

a tiredness must rest across page and plural
of the unmarked lassitude

this rest burgeons beyond fiction of the
unbelieving and

casts width of a moment’s quickened disposition
lasting then when or if favor is in the mood

moderating a glass’ shard mixture of sharpened
shaped light, the devotional fixation of light,

insinuating all interaction oscillates, asking when
motion invents an altered interrogation

*
© Felino A. Soriano
Photo © Stratos Fountoulis, «Polytechneio, 2009» -Athens.Gr. 

Felino A. Soriano is the founding editor and publisher of Counterexample Poetics, an online journal of experimental artistry, and the founder of Differentia Press, an electronic-book press dedicated to publishing experimental poetry. He is also a contributing editor at Sugar Mule.
Over 4,100 of his poems have been accepted for publication in over 500 online and print journals since 2006, including experiential-experimental-literature, BlazeVOX, 3:AM, Humanimalz Literary Journal, indefinite space, Full of Crow, Otoliths, Clockwise Cat, Unlikely 2.0, and others. Also, he has 60 print and electronic collections of poetry accepted for publication since January, 2008, including Extolment in the praising exhalation of jazz (Kind of a Hurricane Press, 2013), the collaborative volume with poet, Heller Levinson and visual artist, Linda Lynch, Hinge Trio (La Alameda Press, 2012) and rhythm:s (Fowlpox Press, 2012).

All English Wednesdays

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Χιλιανός παπαγάλος

Ο Πάμπλο μια σπουδαία ρωγμή στα ερείπια της Χιλής. Ο Πάμπλο γερμένος σαν Ιρλανδός έφηβος στους λόφους του Σαντιάγο, μυρίζοντας το χορτάρι και τη δροσιά της τελειωμένης μέρας. Ο Πάμπλο, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου γεννημένος κάτω από λατινικούς ουρανούς. Ο Πάμπλο που γράφει στίχους για τη νεκρή, τη λησμονημένη, τα αμπέλια του στήθους, του εφηβαίου τα ρόδα. Με τη συρτή και λυπημένη φωνή του σπαράζει τη νυχτερινή πόλη, μες στις λεωφόρους το ψυχωμένο, το θερμό σώμα του Πάμπλο που λιώνει τα δέντρα και τους ανέμους. Αναριχώμενοι οικισμοί ως ψηλά στις χιλιανές κορφές, παντού το όνομα σου Πάμπλο. Γραμμένο σε τοίχους, χαραγμένο στα δέντρα, το όνομά σου μες στα νερά των πηγαδιών. Από το Παράλ ως το Σαντιάγο η ευεργετική σου μορφή Πάμπλο, οι ασπρόμαυρες ρωπογραφίες του Παρισιού από τους εξώστες, τα κόκκινα χώματα βαθιά μες στα μάτια, ορίζοντες από σιένα.Τα πέτρινα σπίτια του Σαντιάγο, τα παιδιά που σκοτώνονται μες στα υπόγεια, παλιά σαγματοποιεία και οι ανεμικές που σκορπούν τις στιχογραφίες του σε όλες τις προοπτικές.

      Ο Πάμπλο ραγισμένος από τους δυτικούς ήλιους, ο Πάμπλο που αγαπά τους κόνδορες και τα ευλογημένα πουλιά του λατινικού κόσμου. Εκείνος που ονειρεύεται τις λευκές γυναίκες, τα φιλημένα γόνατα της Παναγιάς, τα ολότελα λησμονημένα ηλιοβασιλέματα. Όταν εκείνη χανόταν μες στις φλαμανδικές, τις βαθιές λίμνες. Ο Πάμπλο που εισβάλλει στην πόλη από όλα της τα σύνορα, κοπάδι πουλιά ο άνδρας εκείνος. Σπάζουν τα παράθυρα, οι τοίχοι και τα γύψινα προσωπεία, ο Πάμπλο πάνω από τα επιτοίχια ρολόγια, πέρα από τις πόλεις και τις κλεισμένες πόρτες. Ο Πάμπλο μια σήραγγα, η μοναξιά των βουνών και η επιβολή τους στην προικισμένη του φωνή. Ένας στερνός Μπολιβάρ κάτω από χρόνια χαρταετούς, μια γερή, σωσμένη γέφυρα ανάμεσα στα χέρια μας, ο άγιος άνθρωπος Πάμπλο, ψυχή βγαλμένη από τους ναούς των Αζτέκων, γνωρίζοντας τις πύλες και τις εξαρθρωμένες κραυγές του Σαντιάγο.
      Είδαν τον Πάμπλο. Ο άνδρας δίχως τιμαλφή, με το χαμόγελο του μόχθου του βαδίζει ανάμεσα στα δέντρα. Χρισμένος όπως τα ασβεστωμένα σπίτια και οι γυναίκες των πολλών. Βαδίζει ανάμεσα στα άγρια δάση, έπειτα κυνηγημένος, στις σαβάνες της οδού Πατησίων. Κρατεί στα χέρια του τον ελληνικό ερωτιδέα. Ο νεαρός θεός, ο ηνίοχος δίχως τ’ άρμα του που απλώνει τα παιδικά και αδέξια χέρια. Ο Πάμπλο στις κακόφημες συνοικίες της οδού Ιουλιανού, ο Πάμπλο με ένα φωσφορικό φως καλά κρατημένο στα δόντια βλέφαρα.
      Ενός λεπτού σιγή από τον ποιητή Πάμπλο, για τον σκοτωμένο ήρωα, για τον στρατηγό που σέρνεται χτυπημένος κοντά στα σύνορα του Μεξικού, για τον Ρεινάλντο που φυλακίζεται μες στη νύχτα από τους στρατιώτες και γράφει επιστολές ως το τέλος του κόσμου. Για τις ερωτικές νοσταλγίες, τις αγαπημένες αμμουδιές. Ενός λεπτού σιγή από τον ποιητή Πάμπλο για τους ορθόδοξους ήρωες της νύχτας, τα κόκκινα κορίτσια, τους σκοτωμένους, απόκρημνους βράχους. Εκείνα τα παιδιά που τάφηκαν απελπισμένα στους ομαδικούς τάφους των επαρχιών. Σπασμένες σιαγόνες σκύλων και σκελετοί παιδικοί από τους πιο σκοτεινούς καιρούς. Οι επίδεσμοι που κρέμονται από τα χέρια του Πάμπλο είναι οι σημαίες της ειρήνης και της ελπίδας και οι φανταχτεροί, χιλιανοί παπαγάλοι από τις κοιλάδες. Ο Πάμπλο Νερούδα που προσκυνά την Σάντα Λουσία, ο ποιητής στον αυτοκινητόδρομο Παναμερικάνα ορθώνοντας αντιανεμικά και οδοφράγματα, ύστερα στον ιππικό όμιλο μες στο κουρνιαχτό. Ένας θεός που τραβά κατά την Ελευσίνα μέσα από τα κτήματα των βιομηχανιών και τους ρόδινους προμαχώνες.
      Ο Πάμπλο δεν χάθηκε μες στα παραπλανημένα χρώματα. Ο Πάμπλο είναι ένα φεγγαρένιο πρόσωπο πάνω ακριβώς από τους κόσμους. Ο Πάμπλο, ο στερνός των πανσελήνων ανθρώπων και οι μακρινές αγάπες μας. Ο Πάμπλο με τους κεραυνούς στα χέρια που γράφει στίχους, μηνύματα σωτηρίας, τσεκούρι ακοίμητο με την αιχμή και την πυρόχρωμη σκουριά του.
        Καθεδρικέ Πάμπλο Νερούδα, ακοίμητε φρουρέ, πρόσοψη εσύ των παλατιών, με το σφιγμό των Ίνκας και το τραγούδι του νεαρού Κόνδορα.

© Απόστολου Θηβαίου
Φωτογραφία: Πάμπλο Νερούδα, ειδική επεξεργασία Στάχτες