Πέτρος Κυρίμης, Η Πειραϊκή ξυπνάει από τη θάλασσα

Η Πειραϊκή ξυπνάει από τη θάλασσα. Ένας μονότονος ειρηνικός ήχος από κάποια τράτα, ένα χαρούμενο παρατεταμένο σφύριγμα καραβιού που έρχεται ή ένα λυπημένο από καράβι που φεύγει. Οι εργάτες του λιμανιού κι εκείνοι που δουλεύουν βάρδια αμίλητοι κι αγουροξυπνημένοι περιμένουνε στις στάσεις των λεωφορείων.
Η Πειραϊκή ξυπνάει από τη θάλασσα.
Και πάντα η μέρα τελειώνει έτσι. Με τον ήλιο να βασιλεύει πορτοκαλής και μεγαλόπρεπος σαν βυζαντινός αυτοκράτορας πίσω από τα βουνά της Σαλαμίνας.
Αχ, βράχια της Πειραϊκής. Σκόρπια θα είναι ακόμα και σκουριασμένα πια τα τσιμπιδάκια απ’ τα μαλλιά της. Ίσως κάποια χέρια τα πιάσουν με προσοχή να μην κοπούν κι αδιάφορα τα πετάξουν στη θάλασσα, να καθαρίσουν το χώρο, να τον κάνουν δικό τους…
 
~~~*~~~
Το βιβλίο διατίθεται προς πώληση online στο epubli.
~~~*~~~
*
Ο Πέτρος Κυρίμης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία τηλεόρασης. Άρχισε να γράφει από πολύ νέος. Πρώτα τραγούδια και ποίηση κι αργότερα διηγήματα και παιδικό θέατρο. Από το 1986 μέχρι το 2000 έζησε στη Γερμανία όπου εργάστηκε ως διευθυντής προγράμματος στο πανευρωπαϊκό ελληνικό ραδιόφωνο «Το Πρώτο». Τα τελευταία χρόνια ήταν αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ταχυδρόμος» που διανέμεται σε όλη τη Γερμανία. Από το 2006 μέχρι το 2008 αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα».

Ο μυστηριώδης Μ. Καραγάτσης

Σαν σήμερα, το 1960, έφυγε από τη ζωή ο Δημήτριος Ροδόπουλος που έμελλε να γίνει γίνει ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της «Γενιάς του ‘30» με το όνομα Μ. Καραγάτσης.

Εραστής της λογοτεχνίας, συνήθιζε να περνάει τα εφηβικά καλοκαίρια του στη Ραψάνη της Θεσσαλίας, καθισμένος κάτω από ένα καραγάτσι (το δέντρο πτελέα) που βρισκόταν στον περίβολο της εκκλησίας του χωριού, διαβάζοντας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Κάπως έτσι ο Δημήτρης Ροδόπουλος έγινε ο πασίγνωστος πεζογράφος Μ. Καραγάτσης. Το «Μ.» του ψευδωνύμου του προήλθε πιθανότατα από το ρώσικο όνομα «Μίτια» (ρωσική εκδοχή του Δημήτρης) , με το οποίο τον αποκαλούσαν φίλοι και συμφοιτητές του, εξ αιτίας της μεγάλης του αγάπης στη ρωσική λογοτεχνία.
 
Ο Καραγάτσης Αυτοβιογραφείται
Γεννήθηκα στην Αθήνα σε ένα από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους. Δεν σας λέω όμως σε ποιό. Και το κάνω επίτηδες αυτό, για να μπλέξω άγρια-σε αυτό το αθηναϊκό σταυροδρόμι- τους διαφόρους «αρμοδίους», όταν έρθει η στιγμή να εντοιχισθεί η αναμνηστική πλάκα. Εγώ βέβαια θα τα έχω τινάξει προ πολλού, και θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό, με τη μεταθανάτια φάρσα μου. Θα έχω παρέα το Σολωμό, που θα μου λέει κουνώντας το κεφάλι: «Τράβα και σύ Καραγάτση, όσα τράβηξα εγώ από τον Καιροφύλλα, τον Αποστολάκη και το Σπαταλά». 
 
Όπως βλέπετε το κυριότερο γνώρισμά μου είναι η μετριοφροσύνη. Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πώς, υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθητριές μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου. Γεγονός που μαρτυράει τη σκοτεινή ερωτική ιδοσυγκρασία μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προβιβαστώ, να μείνω στην ίδια τάξη, κοντά στην «γυναίκα των ονείρων μου». Το υπέροχο λογοτεχνικό μου ταλέντο φανερώθηκε στο Γυμνάσιο, όταν έγραφα εκθέσεις αριστουργηματικές. Οι καθηγητές μου δεν πρόφταιναν να μου βάζουν δεκάρια. Ένας μονάχα- ένας ξερακιανός και καταχθόνιος- έβρισκε τα κείμενά μου απαίσια και τα μηδένιζε αράδα. Δεν μπορούσα να καταλάβω…αργότερα όμως κατάλαβα. Ο καθηγητής ήταν λογοτέχνης. Εννοείται πώς τον εκδικήθηκα σκληρά… Ήμουν νεαρότατο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών όταν ο κ.Καθηγητής -γέρος πια- ζήτησε την ψήφο μου για να μπει και αυτός στο επίσημο αυτό Πρυτανείο της ελληνικής διάνθησης. Του την αρνήθηκα. Αποτέλεσμα: Αυτός είναι και εγώ δεν είμαι πια μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών…
 
Κάποτε σπούδαζα νομικά. Είχα συμφοιτητές τους κ.Πέτρον Χάρην, Άγγελο Τερζάκην, Γιώργο Θεοτοκάν, Πετσάλην και Οδυσσέα Ελύτην, τα εξαιρετικά αυτά νομικά πνεύματα που τόσο διέπρεψαν στη δικανική σταδιοδρομία τους- όπως και εγώ εξάλλου. Ο ισχυρισμός του κ. Κλ. Παράσχου ότι υπήρξε συμφοιτητής μου είναι ανακριβέστατος. Όταν ο νεαρότατος κ. Παράσχος γράφτηκε πρωτοετής στη νομική, εγώ ήμουν κιόλας δικηγόρος παρ’Αρείω Πάγω. Έφηβος ήμουν όταν έγραψα τα πρώτα μου και τελευταία ποιήματα. Δεν τα δημοσίευσα ποτέ. Αργότερα τορριξα στην πεζογραφία, ένας Θεός ξέρει το γιατί…
 
Έγραψα πολλά και διάφορα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Οι ήρωες μου- Λιάπκιν, Μαρίνα Ρεϊζη και ιδίως Γιούγκερμαν- είναι άνθρωποι αγνοί, αθώοι, ιδεολόγοι και στέκουν ψηλότερα από τις αθλιότητες του χαμερπούς υλισμού. Απορώ πως το εκπαιδευτικό συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δεν μου έδωσε ακόμα το βραβείο Αρετής, πώς δεν με εκάλεσε ακόμα να παρακαθήσω στους ενάρετους κόλπους της κοντά στον κ.Σπύρο Μελά.
 
Δεν επείραξα ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο. Και θα φύγει από το νεκροταφείο ο κόσμος και ο κοσμάκης βγάζοντας στεναγμούς ανακούφισης. Είμαι βέβαιος πώς ο Θεός θα με κατατάξει μεταξύ των αγίων στον Παράδεισο.


ΑΜΗΝ 
Μ. Καραγάτσης

tvxs.gr

Περιηγήσεις Ναυτίλου: «Η γραμμή του ορίζοντος», του Χρήστου Βακαλόπουλου

«Είναι

ένα πασίγνωστο μέσο των οδηγών και των εξερευνητών. Όταν συνειδητοποιούν πως έχασαν το δρόμο ή πως πλανιούνται άσκοπα στο δάσος, έχουν ως κανόνα να μην προσπαθούν ποτέ να ξαναβρούν τον προσανατολισμό τους με βάση το ένστικτό τους. Πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις ξαναγυρίζουν σιγά σιγά και προσεκτικά προς τα πίσω για να ξαναβρούν το σημείο από το οποίο ξεκίνησαν ή το σημείο από το οποίο άρχισαν να χάνονται.» (Άλφρεντ Χίτσκοκ)

 

«Η ταυτότητά της γράφει Ρέα Φραντζή, ελαφρά ντυμένη, έχει μερικά λεφτά, κάθεται με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο του μικρού μαγέρικου, στην πλατεία του Άνω Κάμπου, απέναντι από την άσπρη εκκλησία, χιλιάδες χρόνια μετά την Αποκάλυψη, εννιακόσια χρόνια από τότε που ο μοναχός Χριστόδουλος έχτισε ένα μοναστήρι εκεί που ήταν ο ναός της Αρτέμιδος, τρεις μέρες από τότε που χώρισε με τον άντρα της…»
Η Ρέα Φραντζή, τριανταδύο χρονών, μεγαλωμένη τη δεκαετία του ’60, έχοντας διανύσει κατά τη δεκαετία του ’70 και ’80 όλες τις διαδρομές που επέβαλε ο περίγυρός της, η γοητεία του συρμού και η αναγκαιότητα να συμβαδίζει με την εποχή της, αναχωρεί για την Πάτμο σε μια προσπάθεια αυτογνωσίας.
«Είναι η ιστορία μιας φυγής. Στη διάρκεια όλου του βιβλίου περιγράφεται ένα αδιέξοδο που έχει νιώσει η Ρέα κάνοντας έναν απολογισμό, τι έγινε τα τελευταία είκοσι χρόνια…»
Οι εικόνες της τουριστικής Πάτμου του 1988 εναλλάσσονται με αυτές της Κυψέλης των παιδικών κι εφηβικών χρόνων της Φραντζή. Από τη μία η Ελλάδα του ’60 και από την άλλη η Ελλάδα του ’80. Πόσα άλλαξαν μέσα σ’ αυτά τα χρόνια; Η Ρέα είναι μια τυπική εκπρόσωπος αυτής της γενιάς. Μιας γενιάς που «συμμετείχε σε μια καταστροφή χωρίς να ‘χει πάρει την ευθύνη της. Αντίθετα μάλιστα, τη συνεχίζει…»
«Τριανταδύο χρονών, ελαφρά ντυμένη, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο του κόσμου. Κάποτε το κέντρο του κόσμου βρισκόταν παντού, ακόμα και η πλατεία Κυψέλης ήταν το κέντρο του κόσμου, γνωστού και αγνώστου, ορατού και αοράτου, φανερού και κρυφού. Ζούσαν εκεί η Βάνα, η Έρση, η Μίνα, οι οικογένειές τους. Πίστευαν ότι πρώτα έγινε η πλατεία Κυψέλης και αργότερα σχηματίσθηκε γύρω της ο υπόλοιπος κόσμος».
Από την Κυψέλη της εφηβείας και της αθωότητας, στα βόρεια προάστια της αποξένωσης και της κατανάλωσης. Η Ρέα ανατρέχει στο παρελθόν για να ανακαλύψει την αρχή αυτής μετάλλαξης, να βρει τι έφταιξε… Στην Πάτμο της Αποκάλυψης, στην Πάτμο των κρουαζιερόπλοιων και των ξανθών τουριστών, θ’ ανέβει σκαλί-σκαλί την κλίμακα προς την αυτεπίγνωση.
Κυψέλη, Αίγινα, ένα χωριό στην Ναυπακτία, Γενεύη, Βενετία και Πάτμος, είναι οι τόποι που σημάδεψαν την πορεία της Ρέας. Το καθετί που είχε αξία γι’ αυτήν σιγά σιγά χανόταν. Έχασε τη συντροφικότητα, έχασε την οικειότητα, έχασε το κέντρο του κόσμου… Το τραγικό είναι ότι χρειάστηκε να χάσει όλα αυτά ανεπιστρεπτί, για να συνειδητοποιήσει την αξία που είχαν. Η αναμόχλευση του παρελθόντος είναι ουσιαστικά η ελεγεία αυτής της απώλειας.
«Πέντε χιλιάδες βόλτες στο κέντρο της πόλης της δίδαξαν τον τρόπο ν’ αποφεύγεις τους άλλους, να γλιστράς σα σκιά, να πεθαίνεις στο πλάι τους, να κάνεις ότι δεν τους ξέρεις, ότι ποτέ δεν τους γνώρισες…»
Η μαντάμ Φραντζή είναι ο Χρήστος Βακαλόπουλος και το αδιέξοδό της είναι το αδιέξοδο της γενιάς του! Μια γενιά που σαν τη Ρέα ηττήθηκε. Ένιωσε τα τείχη να την κλείνουν και μόνον η θάλασσα της απέμεινε. Όσο όμως φωτεινή και απέραντη κι αν είναι, το τέλος δεν μπορεί παρά να είναι ζοφερό…
Το έργο του Βακαλόπουλου είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα ελληνικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Στόχος του δεν είναι μόνο να δείξει, μέσω της Ρέας, την πορεία της γενιάς του αλλά και την πορεία ολόκληρης της χώρας. Μιας Ελλάδας που αιώνες τώρα παραδέρνει μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Από το 1204 έως το 1988 η ιστορία είναι πάντα δυναμικά παρούσα, ακόμα κι όταν το μόνο έχει μείνει απ’ αυτήν είναι μερικά ονόματα και κάποια ερείπια.
Ο ρυθμός της αφήγησης έχει μια ιδιόρρυθμη μουσικότητα καθώς κάποια μοτίβα αλλά και θέματα επανέρχονται δίνοντας νέες διαστάσεις σ’ αυτό που έχει ήδη ειπωθεί. Ο ίδιος ο συγγραφέας ονόμασε τη μέθοδό του ως «βότσαλο στη λίμνη»: «σαν να πετάς ένα βότσαλο και να φτιάχνονται κύκλοι, και σχεδόν σ’ όλο το βιβλίο είναι αυτή το βότσαλο και τα κεφάλαια οι κύκλοι». Υπάρχουν κεφάλαια αριστουργηματικά, όπως ο Κάμπος, το Λεωφορείο, το Απόγευμα, ο Πάγκος και το Παραμύθι και υπάρχουν κι άλλα που χαρακτηρίζονται από μια γραφή δημοσιογραφικού τύπου, σα να γράφτηκαν με άλλη αφορμή και να στριμώχτηκαν εδώ ως εμβόλιμα. Από τη μία η ευφυής οργάνωση του μυθιστορήματος με πρότυπο το ασκητικό κείμενο της Κλίμακος του Ιωάννη και από την άλλη η χαλαρή αλλά πάντοτε πάλλουσα γραφή του. Είναι μάλλον υπερβολικό να αναμένει κανείς να βρει στο βιβλίο, αυτό που αποκαλούμε: «le mot juste». Ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956-1993), σκηνοθέτης, σεναριογράφος, πεζογράφος, παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, κριτικός κινηματογράφου, μουσικής και τηλεόρασης, κατόρθωσε να γράψει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα δίνοντας μέσα σε λίγες σελίδες το στίγμα μιας ολόκληρης γενιάς. «Μιας γενιάς αιχμαλώτων των ιδεών και αιχμαλώτων ενός μοντέλου ζωής που δεν ήρθε ποτέ έτσι όπως το είχαν φανταστεί, αλλά η αιχμαλωσία παρέμεινε ως διαδικασία. Δεν μπορούν δηλαδή αυτοί οι άνθρωποι να ξεφύγουν από κείνο που είχαν σκεφτεί για το μέλλον όταν ήταν μικροί…».
Η Ρέα Φραντζή, νοσούσα, κάμνουσα κι αιχμάλωτος, το καλοκαίρι του ’88 στην Πάτμο, συνειδητοποιεί ότι το μόνο σημείο φυγής είναι η γραμμή του ορίζοντος και κολυμπάει αργά προς αυτήν…
«Δεν είμαστε πια όλοι μαζί: ίσως επειδή, όπως λέει ο Χρήστος, χάσαμε το κέντρο και βυθιστήκαμε ένας-ένας στον υποκειμενικό του χρόνο, περιμένοντας το μέλλον για να μαζέψουμε τα κομμάτια… Δεν είμαστε όμως ολότελα μόνοι: γυρίζοντας πίσω μέσα μας, ανακαλύπτουμε ένας-ένας πως είμαστε όλοι εκεί, πως κουβαλάμε ακόμα ο ένας τον άλλον… Δεν έχουμε ακόμη απάντηση στο ερώτημα «πώς πέρασαν τα χρόνια;» κι ίσως είναι καλύτερα έτσι (δεν ωφελεί να φτάνει κανείς πριν της ώρας του, δεν πρέπει να τρομάζουμε τα φαντάσματα). Μέσα μας ξέρουμε μόνο -με τη χάρη μιας πάντα διφορούμενης γνώσης- πως τα παιδιά το ‘σκασαν, οι γυναίκες στέρεψαν, τα τραγούδια σώθηκαν «κι όλοι μαζί είμαστε πια ένας-ένας».
© Ναυτίλος
Στη φωτογραφία, ο Βακαλόπουλος σε νεαρή ηλικία.

*

Σημειώσεις: Τα αποσπάσματα με κόκκινους χαρακτήρες προέρχονται από το μυθιστόρημα. Αυτά με μπλε είναι από συνεντεύξεις του Βακαλόπουλου και βρίσκονται στο βιβλίο: «Η ονειρική υφή της πραγματικότητας» (εκδ. Εστία), όπου έχουν συγκεντρωθεί κείμενα και συνεντεύξεις του με την επιμέλεια του Κώστα Λιβιεράτου. Από το ίδιο βιβλίο και το τελευταίο απόσπασμα με πράσινους χαρακτήρες. Πρόκειται για την τελευταία υποσημείωση στο επίμετρο του Λιβιεράτου. Εκτός από τα λογοτεχνικά του έργα, στη βιβλιοθήκη μου υπάρχει και η συλλογή άρθρων και δοκιμίων: «Από το χάος στο χαρτί», εκδ. Εστία σε επιμέλεια Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου. Στο ομώνυμο δοκίμιο υπάρχει, ως μότο, και το απόσπασμα του Χίτσκοκ, που παραθέτω στην αρχή της ανάρτησης. Δυστυχώς, μια άλλη συλλογή με κινηματογραφικές κριτικές του («Δεύτερη προβολή», εκδ. Αλεξάνδρεια 1990), παραμένει εξαντλημένη. Στην αρχή της «Γραμμής του ορίζοντος» υπάρχει η φωτογραφία μιας παρέας του Βακαλόπουλου με τη λεζάντα: «Υπέρ νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων της δεκαετίας του ’70». Επίσης, το μότο στο μυθιστόρημα είναι του Ιωάννη της Κλίμακος (525-605): «Δεξάμενος φλόγα, τρέχε, ου γαρ γινώσκεις πότε σβέννυται και εν σκοτία σε καταλείψει». Η Κλίμακα είναι ένα ασκητικό κείμενο σε τριάντα συν ένα λόγους: βαθμίδες που ανεβάζουν τον πιστό από τα χαμηλότερα στα υψηλότερα, όπως και η Ρέα, στα 31 κεφάλαια, φαίνεται να πηγαίνει «σκαλί-σκαλί προς την αυτεπίγνωση» (Δ. Κοσμόπουλος). Η φράση «le mot juste» («η σωστή λέξη») αποδίδεται στον Φλωμπέρ και χαρακτήριζε το λογοτεχνικό του πιστεύω. (17/20)

[πηγή]

Χρήστος Βακαλόπουλος Η γραμμή του ορίζοντος Εκδόσεις Εστία. To εξώφυλλο του βιβλίου είναι σχεδιασμένο από τον Αλέξη Κυριτσόπουλο

Patrick Lodge, “under the painted gaze of long dead bishops and saints” -poetry

 
VESPERS AT AGIOS CHARALAMBOS

At the top of the village, at the top of the day,
the caldera below is a cooling skillet in the sinking sun.
In Agios Charalambos a white-robed priest flits
between ikons, lighting the lamps.

Each gutter and flare of candle flame
reveals miracles performed anew:
hollow-eyed and churlish a corpse is raised to a second chance,
a dragon flinches before Agios Georgio’s sword.
Between lectern and ikonostasis,
word and flesh,
the priest chants this joyful mourning of the dying day
eleison…eleison…eleison…

He looks at me, narrow-eyed and questing;
“Catholiki”, I mouth, as if this explains anything
about our shared presence here; we are
priest, chanters and people together.
Call and response have elided, have become one
under the painted gaze of long dead bishops and saints

A single bell chimes, the so und palpable,
a measuring–rod for the space between silences.
My steps echo its rhythm into the yard,
down the cobbled slope to the village;
For the congregation below the day is ending
in bars and tavernas,
in hopes of wonders to be worked
before next day break.

*
TRISAGION

1
Tiresias the seer comes towards me,
stands in sun-faded red flowered dress,
transparent bag stuffed
with gleanings of street and shore.
He holds out a present of driftwood
bleached and salty, entwined like albino snakes.
Tells me what the birds have said today,
in couplets I cannot understand;
reclaiming this temple mound

from saints and sinners,
he dances off.

2
In the Café Caryatids an old man rests,
chair tilted in the doorway.
He sat there yesterday,
will be there tomorrow.
Teeth and pullover holed and brown,
he stares mute at the road,
a drone of tourists passing.
Bacchants and satyrs
they follow the umbrella thyrsos
snake through café chairs
and shop front T-shirts,
short-stepping in rhythm after a guide;
yellow tights, black ankle boots,
she is a queen,
finding honey in the columns and slabs
littering the temple site of Apollo.
The resid ue, a carved henge,
faces westwards, leads nowhere now,
admits to nothing – a lizard’s eye
unblinking red, through which
shutters click and cameras flash;
the moment when light folds
into darkness remains elusive.

3
The kouros at Apollonas reclines obtuse against the hillside,
breathes out asphodels in wave-froth to the edge of the cliff.
Tourists climb and slither in search of the shot
to validate memory’s convivial hyperbole.
Unrealised Dionysus, a marble moraine,
a black smudge against the darker quarry wall,
suffers them; but dreams of standing free of this rock umbilical –
the headland a plinth floating between sea and bluer sky,
arms raised in welcome to sail and oar.

When the gods went, villagers dropped hammers,
stopped chipping against the hard grain
returned to their goats and groves – their piss-poor soil.
Those terraces, tribal scars cut into the mountain-sides,
in turn abandoned for easier fleeces
each Summer boat disgorged;
a new mythology of excess is today’s orthodoxy.
Dionysus, be content to lie,
weeping ferns into the pockmark pools.

*
 
THE LOOKY-LOOKY MEN

You can’t see the looky-looky men;
they are translucent, a slight
disturbance of light at table edge,
through which the bay can still be seen.

Shadow figures on clockwork rounds,
they flip-flop ceaselessly around tourist
cafes and beaches like waves rolling in from
Africa to break against a barren shore.

Wound up in some warehouse, circuited,
set off, staggered; each convinced they will
sell something – blinkered to the one a few
tables on, the one a few tables behind.

Specialists in cheap tat – headband
torches, fake DVDs, plastic souvenirs
that glow malevolently green in the dark –
their black faces take on a grave mien.

These men speak but are not heard;
“good stuff, looky looky, give best price”.
Knock off Prada, Chanel, Vuitton hang off
arms and neck dragging down like shackles.

Thousand yard stares quarantine them; they
learn a thousand ways of saying no. Still,
pour another glass of wine, fork the Caesar
salad, admire the view from the terrace.

***

© Patrick Lodge
© Santorini Caldera, photo by Josh Trefethen

bio

Patrick Lodge was born in Wales, lives in Yorkshire and travels on an Irish passport. He travels as much as he can and his poems are inspired by visits to many countries. He does not, though, write travel poems as Patrick uses the dislocation produced by travel to reflect his own displacements of growing up, family life and adult relationships – his own search for an understanding of a “home” that might be lived in comfortably and at ease. His prizewinning poems – which have been published in magazines and anthologies in Australia, New Zealand, USA, Wales and England – have been described as enjoyable for their relish of language and their ample sense of what poetry might accommodate. Often the poems work across a variety of deeper meanings, images and allusions which underwrite the commitment to emotional honesty. The poems have a wide range of subject matter embracing memories of seaside picnics as a child, immigrant deaths, cremations, his Irish roots, working as a tea-boy, convict settlements in Australia and holidays in Italy, Greece and, Spain. Always though he comes back to the same question – how am I different from when I started off and does it matter? His debut collection – An Anniversary Of Flight – is published by Valley Press in October 2013.

Michael Magee, “In this twilight, he waxed and waned the beard that weighed him down” -poetry

 
ODYSSEUS AND THE ECLIPSE
Homecoming of Odysseus may have been in Eclipse.”
The New York Times

As Odysseus traveled, the world
got darker
all along the path of his eclipse
evening deepened
left in tatters all the worse
his warrior’s heart was broken.

No longer beating for war
he dreamed of Penelope, Telemachus
his only son
his words unstrung, his ship and crew
destroyed
he wandered the Aegean like a swallow
off its course.

Looking for stars to guide him
his bribed, borrowed and battered crew
cut loose
across the Ionian sea with a new moon
to mark this verse.
Come stay awhile to hear my sorrow.

Except for war Odysseus would be home
no more ambrosia, no more Circe
no more siren-song,or the giant Cyclops
not on the rocks, just a memory
meandering his way home to Ithaca.

The birds no longer sang
their Mixolydian melodies, depressed
at so many ill omens, prophecy
that filled him with dread
a penumbra filled his head
craving,his heart ached.

In this twilight, he waxed and waned
the beard that weighed him down
his hair filled with eels,
eyes always staring ahead
toward a flat-screen horizon.

ODYSSEUS ON HYDRA

On a Greek Island floating
in the Saronic gulf
the hydra-headed monster
has been replaced by windmills
and the donkeys bray to us at sunrise.

Tourists swim like sea-turtles,
sunning themselves naked
on the rocks while below
the white walls of Hydra tell us
we have all been lost.

Bouginavillea follows us
flourish of the slipper parade at dusk,
dolphins, lovers of Zeus
sport in the sea, banished
long ago by Hera.

While grey-eyed Pallas Athena still
watches, patron of Athens to keep
us from falling overboard as we ride
on the Flying Dolphin.

I’ve come here wanting to drift
across the Peloponnesus
no does to write, no loom to mend,
so I’m not ready to be found out yet.
Still looking for a few good goddesses.

ODYSSEUS AT REST

I sit in my seaweed chair
looking out the window
daydreaming about Circe,
my lost shipmates, the Cyclops.

Since I have slain the suitors
Penelope won’t speak to me,
my loyal dog died of happiness
and Telemachus has gone back to Rodos.

While I sleep deep in my cups
wish only for Lethe or Crete.
I am no longer seasick.
I dream creme-de-menthe.

My clothes tumble dry
in the sunlight. I long for
another journey. With my webbed
hands I close this book.

*

© Michael Magee
Photo ©Stratos Fountoulis “A stadium stroll”, Athens, 2011

Μαρία Πετρίτση, Φορτηγό

Aπό την Αθήνα ξεκινήσαμε αχάραγα ακόμα. Γύρω μας μαύρο σκοτάδι, υγρασία και λασπουριά. Η λαχαναγορά επί ποδός. Άλλοι φορτώνανε μηλοπορτόκαλα εκτός εποχής και άλλοι ξεφόρτωναν λάχανα και μελιτζάνες μέσα σε ευρωπαϊκά καφάσια. Ελληνικό το προϊόν, ξένη η συσκευασία. Ή και το αντίθετο. Οι χαμάληδες ανάκατοι. Χίλιες ράτσες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Φορτηγό»

Mario Benedetti, Η Ανακωχή

(α π ό σ π α σ μ α)

Το δεξί μου χέρι είναι ένα χελιδόνι
Το αριστερό μου χέρι είναι ένα κυπαρίσσι
Το κεφάλι μου από μπροστά είναι ένας κύριος ζωντανός
Και από πίσω ένας κύριος νεκρός
VICENTE HUIDOBRO

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου

Λείπουν μόνο έξι μήνες και εικοσιοκτώ μέρες για να είμαι σε θέση να πάρω σύνταξη. Πάνε τουλάχιστον πέντε χρόνια που κάνω αυτόν τον καθημερινό υπολογισμό του εργάσιμου χρόνου που μου απομένει. Πραγματικά, έχω τόση ανάγκη από ελεύθερο χρόνο; Λέω στον εαυτό μου ότι όχι, ότι δεν είναι ο ελεύθερος χρόνος αυτό που έχω ανάγκη, αλλά το δικαίωμα να δουλεύω σ’ αυτό που θέλω. Για παράδειγμα; Η κηπουρική, ίσως. Είναι καλή ως χαλαρωτική άσκηση τις Κυριακές, για να αντισταθμίσει την καθιστική ζωή, καθώς επίσης και ως μυστική άμυνα απέναντι στην μελλοντική και εγγυημένη μου αρθρίτιδα. Φοβάμαι, ωστόσο, ότι δεν θα μπορούσα να την αντέξω σε καθημερινή βάση. Η κιθάρα, μπορεί. Νομίζω πως θα μου άρεσε. Πρέπει να είναι κάπως θλιβερό, πάντως, να ξεκινάει να μάθει κανείς σολφέζ στα σαρανταεννιά του χρόνια. Γράψιμο; Ίσως να μην τα πήγαινα άσχημα, τουλάχιστον ο κόσμος συνηθίζει να διασκεδάζει με τα γράμματα μου. Και τι μ’ αυτό; Φαντάζομαι τη βιβλιογραφική σημειωσούλα σχετικά με τις «αξιοσέβαστες αξίες αυτού του νέου συγγραφέα που αγγίζει τα πενήντα» και μόνο η πιθανότητα αυτή μου προκαλεί αηδία. Το ότι εγώ νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα αφελής και ανώριμος (έχω, με άλλα λόγια, μόνο τα ελαττώματα και καμιά από τις αρετές της νεότητας) δεν σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα να εκθέτω αυτήν την αφέλεια και την ανωριμότητα. Είχα μια ξαδέρφη γεροντοκόρη που κάθε φορά που έφτιαχνε ένα γλυκό το έδειχνε σε όλους μ’ ένα μελαγχολικό και παιδιάστικο χαμόγελο που είχε μείνει κρεμασμένο στα χείλη της από την εποχή που έκανε τα γλυκά μάτια στον μοτοσικλετιστή αγαπητικό της που λίγο αργότερα σκοτώθηκε σε μια από τις τόσες «Στροφές του Θανάτου» που έχουμε. Εκείνη ντυνόταν όπως έπρεπε, όλα σύμφωνα με τα πενήντα τρία της χρόνια. Σ’ αυτό και σ’ όλα τα υπόλοιπα ήταν διακριτική, ισορροπημένη• εκείνο το χαμόγελο, όμως, απαιτούσε, αντίθετα, τη συνοδεία από τα φρέσκα χείλη, το στιλπνό δέρμα, τα καλλίγραμμα πόδια μιας εικοσάχρονης. Ήταν μια αξιολύπητη έκφραση, μόνο αυτό, μια έκφραση που δεν έφτανε ποτέ να μοιάζει γελοία γιατί σ’ αυτό το πρόσωπο υπήρχε, εκτός των άλλων, καλοσύνη. Πόσες λέξεις μόνο για να πω πως δεν θέλω να μοιάζω αξιολύπητος.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Mario Benedetti, Η Ανακωχή»

Νίκου Κυριακίδη, ‘Δρόμοι με ματωμένα γόνατα’ ή αλλιώς η χαμένη παιδικότητα

από τη Τζούλια Φορτούνη

Πολλές φορές αναρωτιέμαι, τι πραγματικά γυρεύουμε όλοι όσοι γράφουμε. Όλοι όσοι σκύβουμε με αφοσίωση, ψάχνοντας απεγνωσμένα εκείνη τη λέξη, ή την εικόνα, που θα κυοφορήσει και θα γεννήσει το ποίημα. Και δεν μου αρκούν πια οι έτοιμες απαντήσεις περί ποίησης, δοσμένες από λόγια μεγάλων ποιητών και διανοητών. Ίσως γιατί επιζητώ πάντα την προσωπική εμπλοκή μου στα πράγματα. Και ο εαυτός μου μόνο, είναι φυσικά δείγμα ελλιπές. Ψάχνω λοιπόν την απάντηση στους φίλους μου που γράφουν. Εκεί όπου μπορώ να αγγίξω λίγο αυτά τα λεπτεπίλεπτα φτερά της έμπνευσης. Τουλάχιστον να αισθανθώ το ανεπαίσθητο πέταγμά της, «το φευγαλέο θρόισμα» στα μάτια τους.

    Γιατί γράφει λοιπόν ο φίλος μου ο Νίκος Κυριακίδης; Ποια ανάγκη βαθιά τον κάνει να περνά ώρες ατέλειωτες, «παις εν καμίνω», να βγάζει τις λέξεις του φλεγόμενες πέτρες από τη φωτιά και να τις πετάει σε δρόμους χωμάτινους; Και γιατί διάλεξε αυτόν τον ευάλωτο τίτλο για μια τόσο «σκληρή» ποιητική συλλογή που ανατρέπει τις συνήθεις λυρικές φόρμες αλλά και τους μεταμοντέρνους μιμητισμούς;
Α’ ενότητα: «Τα ταξίδια»
   Μένω έτσι στη λέξη «δρόμοι» και ακολουθώ τον ήρωα σαν σε ένα movie road. Κάθε ποίημα μοιάζει με κραυγή σ΄ ένα σκοτεινό κι απρόσωπο δωμάτιο ενός μοτέλ. Ακούγεται το «my old flame» ίσως και το «the passenger» του Iggy Pop.
   Γιος ναυτικού, αλλά με μια άγκυρα δεμένη στο λαιμό του, στέκει μπροστά στο φινιστρίνι «μ’ έναν φόβο αδιόρατο». Θλιμμένο και απόμακρο πλάνο όπου μικρά πουλιά πετάνε σε σχηματισμούς και θολώνουν τον ορίζοντα. Ο χρόνος και ο τόπος εδώ δεν είναι μεγέθη σχετικά, αλλά ομογενοποιούνται μέσα από «λέξεις συμπαγείς». Άλλες πάλι φορές έχω την αίσθηση πως ακολουθώ έναν πρόσφυγα σε μια πορεία ατέλειωτη κάπου στην ανατολή και τότε οι νότες της τζαζ καταλήγουν σε αμανέ σμυρνέικο. Γιατί ο χρόνος τελικά καταλύεται στους δρόμους. Δεν έχει σημασία αν βρίσκεσαι στη Νέα Ορλεάνη ή στα προσφυγικά του Νέου Κόσμου, ούτε αν γεννήθηκες τη δεκαετία του 50 ή του 80. Οι δρόμοι είτε χωμάτινοι είναι, είτε ασφαλτοστρωμένοι, έχουν πάντα ματωμένα γόνατα. Αρκεί να είσαι παιδί για να μπορείς να διασχίσεις τη φθορά. Ή να βρεθείς –ανυπόμονο- στο τέλος του ταξιδιού. Άλλωστε «ποιος νοιάζεται για τη διάρκεια;» Όταν διασχίζει κανείς δρόμους ατέλειωτους, ως «εμπορικός αντιπρόσωπος με κάτι Βίβλους σε μια τσάντα», όταν περνάει έξω από αφύλακτους κήπους, αφουγκράζεται τη λαχτάρα της ζωής που αναβλασταίνει μέσα στα καμένα. Κρυφακούει από τα ανοιχτά παράθυρα τους πόθους και τις μουσικές από τα τρανζίστορ των αθώων. Και τις κραυγές των κρεμασμένων στις πλατείες, τα αναπάντητα ερωτηματικά. «Πενθούμε ή ποθούμε;» Είναι τότε που ξεπροβάλλει πίσω από τη μάντρα του νεκροταφείου πάλι το παιδί: «όχι ποθούμε στην επιμονή σαν βγάζει τη γλώσσα στην υπομονή. Ποθούμε». Γιατί όταν έρχεται κανείς αντιμέτωπος με τον υπέρτατο φόβο σκάβει μέσα του και αν είναι τυχερός και γόνιμος θα ανασύρει τη θαμμένη σωτηρία του: « Η βασιλεία είναι του παιδιού». Και ο Νίκος δεν είναι μόνο τυχερός και γόνιμος. Είναι και τολμηρός. Το παιδί αυτό μέσα του, αφού το γλιτώσει δεν το κανακεύει, το εκθέτει στις πιο σκληρές εικόνες, να το δει να χλευάζει τις «απόλυτες απογοητεύσεις» και να κλέψει λίγο από τη δύναμη και τη σοφία του. Πώς να σωθεί κανείς αν δεν γιατρέψει τις ελλείψεις του με άλλες πιο υπόγειες, αν δεν εμβολιάσει το φόβο με άλλο φόβο, πιο αρχέγονο. Μόνο όσοι έχουν φοβηθεί πολύ το τολμούν αυτό.
Β’ ενότητα: «Τα αίματα»
   Τα μεγάλα ταξίδια δεν είναι ποτέ αναψυχής ούτε καν περιηγητικά. Δεν τα επιλέγεις. Βρίσκεσαι ξαφνικά –νύχτα- με μια βαλίτσα σε ένα ΚΤΕΛ κάποιας επαρχιακής πόλης, μένεις σε φτηνό ξενοδοχείο. Ξαπλώνεις πάνω από τα σεντόνια. Δεν κοιμάσαι. Οσφραίνεσαι το αίμα γύρω σου. Την ωμή σάρκα που ανασαίνει, ερωτεύεται, πεθαίνει. Δίχως δέρμα οι κάτοικοι αυτής της πολιτείας. Κάποιοι χωρίς κεφάλι. Πλησιάζεις δειλά στο παράθυρο, κοιτάς πίσω από την κουρτίνα τους βρώμικους δρόμους. Όπου οι αρουραίοι δαγκώνουν τους ανθρώπους. Κι εκείνοι πιστεύουν πως θέλουν απλώς να τους φιλήσουν. Τι γυρεύεις σε τούτο το «θέρετρο φασισμού;» «Πέταξε πάνω από τους βρώμικους δρόμους» .
    Αυτή την εικόνα είχα όταν διάβασα τη δεύτερη ενότητα. Δεν ξέρω αν η Πανούκλα του Καμύ σε μια άλλη ανάγνωση, συγγενεύει με τούτο το πλάνο, ούτε πώς ο Καβάφης και η Πόλη του ξετρύπωσαν από κάποιο παράθυρο τούτης της σκηνής. Ούτε αν ακουγόταν το “Strange Fruit” ή κάποιο βαρύ ζεμπέκικο. Ξέρω μόνο πως το αίμα δεν το βλέπει ποτέ κανείς. Το μυρίζεται. Κι εδώ, σε τούτες τις λέξεις υπήρχε πολύ. Δεν το άντεξα και συνεχίζω το ταξίδι. «Από μένα θυμηθείτε μόνο τη φυγή μου»
Γ’ ενότητα: «Τα στίγματα»
   Η διαδρομή εδώ γίνεται με τρένο. «Το τρένο πάντα μυρίζει/σώματα, σε μια μη αναστρέψιμη διαδικασία» Είναι μια πορεία εντελώς προσωπική. Σαν να κοιτάζεσαι σε ένα καθρέφτη μετά από καιρό και να αναγνωρίζεις κάποια από τα σημάδια σου. Να προσπαθείς να τα ταυτοποιήσεις και να αποδόσεις την αξία ή την απαξία σε τούτη τη δερματοστιξία. Πάντα χωρίς φόβο: «Μη φοβάστε τα αληθινά/μυρίζουν, κολλάνε, τρώγονται, μεταδίδονται/ γίνονται εμμονές, οργίζουν και οργίζονται.» Κι ύστερα να προσπαθήσεις να τ΄ αγγίξεις. Όχι στον καθρέφτη. Στο σώμα σου. Και στο σώμα άλλων.   Αυτών που ερωτεύεσαι. Γιατί όλες αυτές οι ουλές και τα στίγματα γίνονται οι λέξεις στα ποιήματά σου.
Δ’ ενότητα: «Απώλειες»
    «Στους δρόμους που μας ρούφηξαν/ έρχονται άλλοι που ματώνουν/τους ενόχους των φλυαριών/ τους προσκυνητές της κοινοτυπίας»
    Και το ταξίδι συνεχίζεται. Και κορυφώνεται σε μια αποτρόπαια αλλά και λυτρωτική διαπίστωση. Μεταφορικό μέσο εδώ, η μνήμη. Που δεν προσμετρά απλώς τις απώλειες, ούτε τις αποτιμά –γιατί αυτές δεν γίνονται λέξεις και ποιήματα- , αλλά τις σιχτιρίζει με δέος: «ένα τρενάκι του τρόμου η ζωή της-/δηλαδή ταπεινή». Η μνήμη είναι κι αυτή σάρκινη είναι το «δρον σώμα» που συνουσιάζεται –μαζί με τους νεκρούς- ξεδιάντροπα μπροστά μας. Ποιος αντέχει τη «βλασφημία» της σάρκας όταν καταποντίζεται μια βάρκα γεμάτη μετανάστες στο Αιγαίο;
    Και η διαπίστωση: «Το μπακάλικο που ήταν και θα παραμείνει μπακάλικο/θα με κοιτάζει στον κάτω δρόμο, κάθε πρωί/ κι ας έχει κρυφτεί προσωρινά/ απ΄τα δεκαπέντε μου χρόνια»
    Γι΄αυτό λοιπόν είναι δύσκολα τα πρωινά του Νίκου Κυριακίδη: «Διαρκής ήττα/ να συντηρεί τον πρωινό φόβο/κάθε βράδυ».
    Τελειώνουν άραγε τα μεγάλα ταξίδια; Κι αν ναι, πού; Σε ποιο φόβο; Σε ποιο πόθο; Δεν έχω απαντήσεις, ούτε φιλολογικές επισημάνσεις τούτης της προσωπικής διαδρομής. Ταξίδεψα μαζί με τον ποιητή, ως λαθρεπιβάτης και έτσι αυθαίρετα περιγράφω τις σκέψεις μου. Νιώθω πως ο κεντρικός άξονας αυτού του ταξιδιού, είναι ο χρόνος και η κεντρομόλος του δύναμη, που κάνει όλα τα γεγονότα και τις καθημερινές εικόνες, περιστρεφόμενα συμβάντα του τίποτα. Λες και τίποτε δεν μπορεί να εκσφενδονιστεί να φύγει ή να αποκτήσει τη δική του εντροπία, να αυτονομηθεί, έστω μες στην παρακμή του. Μια ιδεολογική αποφόρτιση από τις καθιερωμένες και επιβαλλόμενες φόρμες. Αυτό πιστεύω πως επιδιώκει ο Νίκος μέσα από αυτή τη σκληρά αποστασιοποιημένη γραφή του. Να δημιουργήσει μια μικρή αταξία σ΄ αυτό το άτεγκτο ντόμινο της κοινωνικής νομοτέλειας. Αν και μοιάζει με ιστορική αναδρομή τούτο το ταξίδι, δεν είναι μια αφήγηση, μια καταγραφή σε χρώμα σέπιας. Είναι μια ανασκαφή με νύχια και με δόντια, κυρίως με δόντια, που βγάζει στην επιφάνεια τις κοινές πληγές των ανθρώπων στον τόπο και στο χρόνο, χαίνουσες πάντα. Τις εκθέτει ωμές και ματωμένες στα μάτια μας. Άλλοι αποστρέφουμε το βλέμμα μας, άλλοι απλώς τις παρατηρούμε ως λέξεις, ως ποίηση, ως περιγραφή μιας κοινωνίας που νοσεί, άλλοι πάλι τολμούμε –κι ας φοβόμαστε- ν΄ αγγίξουμε αυτές τις πληγές των ματωμένων δρόμων. Όχι για να τις επουλώσουμε. Άλλωστε πώς να επουλώσει κανείς μια πληγή που αιμορραγεί αιώνια; Ίσα ίσα, για να βγάλουμε τη γλώσσα στη ματαιότητα και να φωνάξουμε μαζί με το πιτσιρίκι: «Ποθούμε» «Δεν Πενθούμε»© Τζούλια Φορτούνη
Η φωτογραφία «Αθήνα, Η οδός Πατριάρχου Ιωακείμ, 1032» είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου -Από το αρχείο της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών στην Αθήνα: «Φωτογραφική Συλλογή Dorothy Burr Thompson». Επεξεργασία του περιοδικού Στάχτες.

***


Νίκος Κυριακίδης
Δρόμοι με ματωμένα γόνατα
Ars Poetica, 2013
80 σελ.
ISBN 978-618-80195-5-3, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 9,00