François Villon, Επιτάφιος

 
 
François Villon (c. 1431–1464)
XVIII. ΕΠΙΤΑΦΙΟ
ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΕΔΩ ΣΤΟ ΔΩΜΑ ΑΥΤΟ.
ΑΠ’ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΤΗ ΣΑΪΤΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ,
ΕΝΑ ΣΚΟΛΙΤΑΡΟΥΔΙ ΤΡΥΦΕΡΟ:
ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ ΤΟ ΛΕΓΑΝ, ΤΟ ΚΑΗΜΕΝΟ.
ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΡΟΥΠΙ ΓΗΣ, ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΟ
ΕΙΧΕ ΟΛΟ ΤΟΥ ΤΟ ΒΙΟΣ ΕΔΩ ΚΙ ΕΚΕΙ:
ΣΚΑΜΝΙΑ, ΤΡΑΠΕΖΙ ΚΑΙ ΨΩΜΙ ΦΡΥΜΕΝΟ.
ΠΕΣΤΕ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΣΤΟ ΘΕΟ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΥΚΗ:

ΕΥΚΗ

Χάρισε αιώνια ανάπαψη και φως,
Κύριε, σ’αυτόνε το συφοριασμένο, Συνεχίστε την ανάγνωση του «François Villon, Επιτάφιος»

Μαρία Πετρίτση, Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι

Αρχείο 16/05/2013

Δεν είναι ηρωίδα μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι. Το «Έγκλημα και Τιμωρία» δεν το διάβασε ποτέ. Δεν είναι καλοζωισμένη νοικοκυρά που της κόψανε τη σύνταξη του μακαρίτη και παραπονιέται στο ρετιρέ ποτίζοντας τις γαρδένιες. Με λίγα ζούσε εξαρχής. Δεν είναι δημόσιο πρόσωπο. Όλη της η ζωή επικεντρώθηκε στους οικείους της και στη μικρή της κοινωνία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι»

Χρύσα Αλεξίου, από την ποιητική συλλογή «Δωμάτιο»

Εκδόσεις Ενδυμίων

***

πάρε απο πάνω μου αυτά
τα μάτια
έχω κι εγώ
γκρεμό
στον εδωσα με χάδι
τώρα που όλα σίγησαν
να με θυμάσαι θέλω
γυμνή
όπως ζώ
μαχαίρι στον αέρα

***

μη σταματάς να υπάρχεις
έστω σαν όμικρον
μια μολυβιά στο σύμπαν
ανάσα που σε χρέωσα
με έρωτα
μη σταματάς να υπάρχεις
είσαι ο λόγος που ζούν
οι ορχιδέες στον ύπνο
αυτός που με στεφάνωσε
στο όνειρο
απών
σε λογαριάζω στα χαμένα
χρόνια και δεν μεγαλώνω
πιά

***

ανοίγαν δρόμο οι ουρανοί
έτρεχε έτρεχε το αλωνάρι
των φιλιών
σκορπούσε θάλασσα
στο βήμα
μα πώς βρεθήκαμε εδώ
ρωτούσες κάθε μέρα
τα πουλιά
κι εκείνα έσταξαν
λίγο απο αίμα ανάμεσα μας
αυτό το κόκκινο
αγάπησα κι ας με πονάει

***

στην απομόνωση
στο πάτωμα
άνεμος με παραμιλητό
σκοτάδι στα σεντόνια
μπουνιά και έρωτας
άσε το φεγγάρι να μπεί
μου φώναξες
ξέρει απο θάλασσα
ξέρει απο λόγια
μη με κοιτάς
σκοτώνουμε το θάνατο απόψε

*

© Χρύσα Αλεξίου
Δωμάτιο
Εκδόσεις Ενδυμίων

Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…

Σώπασε η μάνα μου μετά την τελευταία αποκάλυψη για άλλη μια ιστορία από το παρελθόν της γιαγιάς μου. Απέμεινα αποσβολωμένη να φέρνω στο μυαλό μου εκείνη την εποχή που ένας- ένας καημός βαρούσανε την πόρτα του φτωχικού τους.
   Πολλές φορές τη μεταφέρω στα όνειρά μου. Την σκηνοθετώ με όλη τη δύναμη της φαντασίας μου. Κάνω την ταινία του χθες περήφανη που κατάγομαι από τέτοια ατρόμητη φύτρα πάντα όμως με βάση μιας βιωματικής, ζωντανής, πικρής αφήγησης που είχε ξεπηδήσει κάποτε απ’ το λιγωμένος της το στοματάκι:

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…»

Απόστολος Θηβαίος, Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου

 
«Η ΠΡΟΤΟΜΗ»
Μια συμβολιστική προσέγγιση στο αναμνησιακό έργο
Του Τάκη Σινόπουλου,
«Νεκρόδειπνος»
Ξύπνησε κατατρομαγμένος. Έτσι, λοιπόν ξυπνούν οι φονιάδες και οι φταίχτες, συλλογίστηκε. Κοίταξε το λίγο φως που έμπαινε από το κλειστό παράθυρο και τεμαχιζόταν και εσκόρπαγε στα αναρίθμητα μάτια του ήλιου. Συλλογίστηκε το λιοπύρι που θα έδερνε σήμερα την πόλη, συλλογίστηκε τη λύπη του, θυμήθηκε ακόμα έναν εγκάρδιο φίλο που εχάθη προσφάτως και ετάφη προχείρως, δίχως τιμές. Στην Κόρινθο, εκεί ετάφη, στο κοιμητήριο που είναι πάνω ψηλά, κοντά στο στρατόπεδο. Δεν μπόρεσε να παρευρεθεί, έτσι γέρος και μονάχος που είναι, δεν μπόρεσε και πικράθηκε πολύ. Που δεν τίμησε την εγκαρδιότητα, που δεν τον αποχαιρέτησε, όλοι οι φίλοι είναι πια σκισμένες σημαίες σε εδάφη κυριευμένα. Τίποτε άλλο.
    Ξοδεύτηκε μες στη μέρα σε ανώφελες υποχρεώσεις. Πέρασε και από τα καφενείο, στάθηκε απόμερα, έξω πυρκαγιές και λίγοι άνθρωποι. Γεννιόταν, έλεγαν πάντα τέτοια εποχή το καλοκαίρι. Είδε τις γυναίκες που βιάζονταν για τις λειτουργίες, τα πρόσφορα, τη φροντίδα της μνήμης των νεκρών που κοιμούνται στα χώματα, καθώς οι εργάτες στα υπαίθρια λιοτρύβια. Ετοίμασε μάλιστα και ένα δέμα και το δωσε στο παιδί για τα θελήματα. Να το πάει λέει στον Μαδριλένο Φιντέλ που γερνά στις φυλακές, επειδή δεν άντεξε και έκοψε τρυφερά και ήσυχα το λαιμό της άτυχης Ευδοξίας με την τσαγκαράδικη φαλτσέτα του και τώρα μετανιώνει και δίδει ονόματα ισπανικών δρόμων στους συγκρατούμενους και όλοι μαζί στην αρχή της εποχής των ναυαγίων που θα σταθεί αδιάκοπη και αμίλητη. Με άλλα λόγια, μια πολύ οδυνηρή τρυφερότητα τον έκαμε να νοιαστεί για τον Φιντέλ και να τακτοποιεί εδώ και χρόνια, στις αρχές του εκάστου μήνα, τις ανάγκες του δύστυχου άνδρα για καπνό, χαρτί, γραφίδα και άνθρωπο. Αργά το απόγευμα, ανάμεσα σε πιστούς, γυναίκες με θεσπέσιο, εφηβικό φύλλο, αγόρια που σε λίγο καιρό θα στρατευθούν εις την αδηφάγα υπηρεσία της πατρίδος, πήρε να περπατά. Ήμερα, με το πρόσωπό του ασκητικό, μες στο λιγοστό φως ήταν όλος μία άσκηση. Προσπέρασε τα ανθοπωλεία με τις πολύχρωμες φρέζιες, τα ζαχαροπλαστεία που κλείναν το ένα μετά το άλλο, γιατί μια τέτοια μέρα όλος ο τόπος μυρίζει θλίψη και ντροπή.
     Ανέβαινε αργά και σε όλο το μήκος της οδού τον εντυπωσίαζαν τα διάσπαρτα συντρίμμια, ολοένα και περισσότερα και τα μάτια του θολά και ένα θάμπος απρόσμενο από το ύψωμα και τα σύρματα και τα σχοινιά τεντωμένα. Εκείνα που κρατούν τον κόσμο και ξεχωρίζουν τη γη από τις πελώριες, νεφελώδεις πεδιάδες. Αισθάνθηκε μια διάθεση λυρική και έτσι τρυφερά ανασηκώθηκε από τη θέση του, όλος ο κόσμος χτυπούσε σαν καρδιά. Στην πλατεία γύρω από την προτομή είχαν κρεμάσει πετονιές με βυζαντινές σημαίες και τα μικρά παιδιά, ντυμένα για κάποιο δράμα, ταπεινότερο, συνοικιακό πάσχιζαν να εννοήσουν τη λύπη του κόσμου. Ανάψαν οι φωτισμοί στους εξώστες, οι δημοτικοί στύλοι γυρτοί, με το βλέμμα τους κατά το χώμα έσταζαν ωραίο, κάτωχρο φως. Στάθηκε εμπρός από τη μισόκτιστη οικοδομή που έχει σίδερα όρθια σαν κεραίες, άλλοτε μοιάζουν με σταυρούς και εκεί χτίζουν πάντα τα παιδιά το τρομερό οχυρό, σαν να είναι ο δρόμος ένας δύσκολος ποταμός και οι δυο του όχθες που θα πλημμυρίσουν καταμεσίς του χειμώνα με τώρα κρατούν τις ανάσες τους. Ένα παράξενο θέαμα, μια παράδοξη όψη στυλώθηκε εμπρός του. Ένα ξαφνικό, ανθρώπινο κοπάδι από τους παλαιούς φίλους, τους αγωνιστές, τα κορίτσια με τα κοντά κρινολίνα, με τις θεσπέσιες φωνές που σπάσαν στα τσιμέντα εδώ και χρόνια πια, κατηφόριζαν νεύοντας με τα ισχνά τους χέρια. Μα ήταν πριγκηπικοί και αποφασισμένοι, σαν εκείνους που τίποτε δεν έχουν να χάσουν μια και ξεμπέρδεψαν με ζητήματα όπως η ζωή και η επιβίωση. Ο Μάρκος, ο Γεράσιμος, η Νανά, η Λίτσα, η Φανή, ο Ελεμίνογλου, ο Τζανής, παιδιά μεγαλωμένα μες στη φρίκη, άνδρες σκοτωμένοι τα σκοτεινά χρόνια, άλλοι που τους αφήσαμε καρφωμένους στο κατώι και εμπρός σφάδαζε σφαγμένο ζώο η μάνα και οι πυροβολισμοί πέρα στα χωράφια δεν είναι παρά ο σκοτωμένος γιος που επλήρωσε επιτέλους τα κρίματά μας. Θυμήθηκε τους αγώνες, τους οπλισμούς, τα σκληρά νύχια που καρφωμένα μες στα χώματα μας οδηγούσαν πάνω στα υψώματα, τους αρρώστους, όσους εγκαταλείψαμε με κατάμαυρους επιδέσμους, ανεμίζοντες από τις άθρεφτες πληγές τους.
    Ταράχτηκε και είπε πως τούτο είναι ένα σημάδι. Πείστηκε πια πως η ιστορία δεν είναι πια χρόνος, μήτε εξέλιξη, μα κατάσταση, πως εκτείνεται κάποτε καθέτως, σαν τα βουνά που αντικρίζεις εμπρός σου στις αγαπημένες επαρχίες. Έπειτα, έφερε στο νου του πως έτσι πια βιώνεται το τέλος του προσωπικού μύθου, με πράξεις και επαναλήψεις να αγγίζουν τα όρια της επιθυμίας. Η στοργική λύπη για την Νανά, την Λίτσα, τον Μάρκο δεν συνιστούν παρά μια επιβεβαίωση της παραπάνω υποψίας. Έτσι λοιπόν γίνεται, με τον ποιητή και τον άνθρωπο να ζητούν την απεικόνιση των φαντασμαγοριών που τους περιστοιχίζουν, ως να ήταν στέρεα πράγματα, υπαρκτά, πρακτικά. Λέγοντας τούτα, ανακάλεσε,-με τι θλίψη ενθυμήθηκε το φίλο ποιητή-, εκείνον που μεριμνούσε πάντοτε για «τη λησμονημένη», εκείνον που μεγάλωσε, έζησε και σκοτώθηκε μες στα χτιστά ποτάμια. Τώρα έκλαιγε και γύρω του ένα κορίτσι με βραχιόλια από χρυσάφι, εξωφρενικά γελούσε και χόρευε. Ίσως ήταν η Κατερίνα, ή η Αργώ ή πάλι μια κάποια άλλη που ποτέ δεν θα θυμηθεί, διότι έτσι επιβάλλει η μοίρα των ερώτων. Χόρευε και γελούσε παθιασμένο το κορίτσι και οι φίλοι χειροκροτούσαν. Κάποιος είπε, μες σε εκείνο το χαμό, κάποιος από τους πεθαμένους είπε πως αγαπά πολύ την ποίηση και εξηγήθηκε. Είπε πως πάντα υφίσταται μια στιγμή που ολόκληρο το σκοτάδι του κόσμου αποκαλύπτεται μες σε ανυπόφορα, δηλητηριώδη φώτα και τότε δεν υπάρχει καμιά διαφυγή, μήτε μπορεί κανείς να επιβιβαστεί στα μεγάλα φορτηγά πλοία που τραβούν κατά την Αίγυπτο.Είπε πως είναι μέτρο και στιγμή, ικανή να διαρκέσει για πάντα, ας πούμε ένα είδος σήμανσης, ουσιώδους. Η θέα μες στη νύχτα είναι το μέτρο και αν τελικά εκείνος είδε τους φίλους και τις αγαπημένες ερωμένες, τότε λοιπόν τέτοιο είναι το σκοτάδι που θρέφει εντός του και έσφιξε τα χέρια του, τον αγκάλιασε, η ανάσα του μύριζε σαν κήπος, είχε υγρασία πολύ και ίσως φταίει το χώμα, ξερνούσε χώμα σε κάθε του λυγμό. Έκλαιγε, γιατί θυμήθηκε τον Ρουμάνο φίλο Εμίλ που μιλούσε για μια νοσταλγία άγρια, μια νοσταλγία για εκείνη την πρώτη, τη βάρβαρη, τελευταία λέξη κάθε πολιτισμού που είναι ο πόλεμος. Πόσοι από τούτα τα παιδιά χαθήκαν μες στις πυρκαγιές, πόσοι φίλοι λησμονήθηκαν για πάντα όταν κάποτε έφτασε το γράμμα από το μέτωπο και η σημαία και η ευχαριστήρια, εγκωμιαστική επιστολή. Μπήκε μες στο σπίτι, έξω κρατούσε ο χορός του νεαρού κοριτσιού και οι άλλοι, σαν κένταυροι μέσα από τα νερά ανδύονταν και καταπατούσαν και την ιστορία και τη βιολογία του ανθρώπου. Εκείνος έγραψε, με μεγάλα, βρόχινα γράμματα.
    «Η ποίηση οφείλει να είναι αφηγηματική. Παραστατική, σχεδόν θεατρική. Μα με μια αίσθηση ολοφάνερη της αρχικής της υπόστασης, του χώρου ας πούμε, τον οποίο καταλαμβάνει.Όσον αφορά το ζήτημα της θεατρικότητας, επικροτείται η απεικόνιση του ίδιου του θεατρικού μηχανισμού. Έπειτα, με την αφηγηματικότητα, υπάρχει πάντοτε ζωντανή και ακμαία η πιθανότης να προβούμε σε μία αντιστροφή του κλίματος, ακυρώνοντας όλες τις δυστυχίες, με τις οποίες μας προίκισε το παρελθόν. Βεβαίως, είναι παρήγορο αν συλλογιστούμε πως το βίωμα της δυστυχίας συνιστά αναπόσπαστο ζήτημα του βίου και είναι αδύνατον να αναπαρασταθεί σε πληρότητα και επάρκεια η ζωή ενός ανθρώπου. Και άρα να μετουσιωθεί σε τέχνη.Όμως μπορεί το ιστορικό παρελθόν να ακυρωθεί ή να το θέσουμε αποδεκτό, να το αναγνωρίσουμε.
    Ίσως εξαιτίας ετούτου του γεγονότος, μιας τελείωσης συναισθηματικής, ενός υπερβολικού σκοπού επανέρχονται ενώπιόν μου σήμερα οι πιο καλοί φίλοι, οι πιο αδικημένοι νεκροί, σήματα από σταθμούς που κάποτε επισκεφτήκαμε και κατά την αποχώρησή μας, ευτυχήσαμε να επιζήσουμε των τραυμάτων, των κακκουχιών. Η μονάδα στην ποίηση, επισημαίνει ο Γεώργιος Σεφέρης είναι η ίδια η λέξη, το όνομα, η ιδιότητα που προσδιορίζει ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός και έτσι θεσπίζεται το σύμβολο με τις ευφάνταστες αναγωγές και την ηθελημένη ελλειπτικότητα. Η ποίηση είναι η βροχή που πέφτει ανάμεσα στα σπίτια και γεμίζει τα διακριτικά κενά, τους κοινόχρηστους χώρους, έτσι ώστε να μην τεθεί ποτέ θέμα και αν πάλι αυτό συμβεί, ένα τόσο στέρεο υλικό είναι αδύνατον να επιτρέψει μια αμφισβήτηση της μονιμότητάς του.Ο Στέφαν Σπέντερ πάντοτε υποστήριζε πως η αφήγηση αποκρυσταλλώνει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται αληθινό κάτι το οποίο εμείς νιώσαμε.Και είναι ακριβώς σε τούτες τις συνθήκες όπου πάλλεται η τρομερή μας ύπαρξη, ασύμβατη και δίχως δυνατότητα υποβλητική. Και είναι πάλι μια ένδειξη λατρευτική της ίδιας της ζωής η ποίηση, καθώς θα επιτρέψει να κοινωνηθεί η πιο καίρια ουσία της, σε όλους τους κόσμους, εκπληρώνοντας ένα ζητούμενο μεταφυσικής φύσεως.Η πρόταση ενός ποιητή, για όσους αμφισβητούν τέτοια πράγματα, στέκει πάντα πέρα και έξω από τα ανθρώπινα. Με μια γλώσσα καταδικασμένη να κοπιάζει να εξηγήσει τη δική της ερημιά, πλάι στο θάνατο του σώματος, σε χαιρετώ μαινόμενε φίλε μου, Νίκο Καρούζο.
    Μην απορρήσετε λοιπόν για το ειδικό βάρος των λέξεων, για την αδράνεια που θηρεύεται,για τη μνήμη που στήνει ξανά το αρχαίο θέατρο, για τους σκοπούς που σαν αδέξιοι αργοναύτες γυρεύουν να φτάσουν όπου οι άλλοι αρνήθηκαν. Εμπρός σε τέτοια ζητήματα, καμιά κατηγορία να μην ευσταθεί.»
    Άφησε το γράμμα έτσι, μισάνοιχτο πάνω στο τραπέζι του γραφείου και βάδισε προς το φως. Έξω οι φίλοι χειροκροτούσαν, υπήρξε μία αίσθηση εορταστική, το πλήθος παραληρούσε και όλοι υπήρχαμε πολύ τότε. Ύστερα αποχώρησαν όλοι μαζί. Τη σωρό του ποιητή τη βρήκαν το επόμενο πρωινό. Είχε στα χέρια του το δέμα του Φιντέλ. Είπαν πως ότι κατάφερε, το έπραξε δίχως χρυσάφι, μα με δάκρυα, αίματα και ακαθαρσίες, υλικά εξαιρετικά ανθρώπινα. Επιβεβαίωσαν τούτο και οι γλωσσολόγοι τονίζοντας την εκφραστική λιτότητα. Εκείνο δε που με ευθύτητα αναγνωρίστηκε ήταν η προσήλωση της τέχνης του προς έναν σκοπό συμμετρικό με εκείνον του βίου του.
    Το σπίτι του αποτέλεσε δωρεά του δήμου εις τις προσεχείς γενιές. Το γράμμα επιδεικνύεται ακόμη στους επισκέπτες. Η προτομή του Τάκη Σινόπουλου διατηρεί ακέραια την αρετή των αγαλμάτων. Μήτε αράχνες ή επιδέσμους θα δεις στην προσωπογραφία του. Μονάχα μέρες που είναι ήδη γερασμένες, την παύση του χρόνου, ό,τι κληροδότησε ο θάνατος, ότι αντιμάχεται η ποίηση. Τέτοια πράγματα.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Χρήστος Φασούλας, Ένα σπίτι πέτρινο -απόσπασμα

 
Σ’ αυτό το σπίτι γεννηθήκαμε
Σ’ αυτόν τον κόσμο πεταχτήκαμε
Σαν ένα σκυλί δίχως κόκκαλο
Σαν ένας ηθοποιός εκεί έξω, μόνος
Τζιμ Μόρισον
(Από το τραγούδι των Doors
«Riders On The Storm»)
[ ΣΠΙΤΙ 1
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ.
   Ένα Σπίτι πέτρινο. Νεοκλασικό.
   Από τα μετρημένα πέτρινα νεοκλασικά που ’χουν απομείνει στο λεκανοπέδιο.
   Αλλά δεν πρόκειται ν’ απομείνω για πολύ ακόμα· στα τελευταία μου είμαι. Πνέω τα λοίσθια, που λέτε κι εσείς οι άνθρωποι.
   Το πού ακριβώς κατοικοεδρεύω, δεν έχει και τόση σημασία. Έτσι κι αλλιώς θα το μάθετε κάποια στιγμή στην πορεία.
   Διαθέτω δύο πατώματα, οχτώ δωμάτια, δύο υπόγεια ―κι ένα ημιυπόγειο―, τρεις βεράντες, δύο αυλές, τρία γκαράζ, δύο τζάκια, μία πισίνα και δύο βόθρους. Έχω υποστεί δυο τρεις ανακαινίσεις, άλλες τόσες αναπαλαιώσεις και μία αναδόμηση εκ βάθρων. Και εκ βόθρων.
   Το τι μαρτύρια έχω υποστεί στον έναν αιώνα και πλέον της ζωής μου δεν μπορεί να το χωρέσει ανθρώπου νους, παρά μόνο Σπιτιού. Οι πρόκες που μου έχουν ξεσκίσει τις σάρκες όλ’ αυτά τα χρόνια είναι αμέτρητες. Και δεν πάνε στο διάολο οι πρόκες. Μεγαλύτερο πόνο μού έχει προκαλέσει όλος αυτός ο συρφετός από μαστόρους (μπετατζήδες, σοβατζήδες, μπογιατζήδες, πατωματζήδες και πάει λέγοντας) που έχουν «περιποιηθεί», τάχαμου, τους τοίχους, τα πατώματα, τα ταβάνια και τη σκεπή μου.
   Μεγαλύτερο πόνο μου έχει προκαλέσει ο συρφετός των ανθρώπων.
   Παρ’ όλα αυτά, δε γυρεύω εκδίκηση. Τα Σπίτια δεν είναι εκδικητικά, οι άνθρωποι είναι. Και μην ακούτε τις αηδίες που λένε για Σπίτια στοιχειωμένα. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Αλλά ακόμα και να υπάρχει, ποτέ ένα Σπίτι δε στοιχειώνεται από μόνο του· οι άνθρωποι το στοιχειώνουν.
   Κι αν επιμένετε σώνει και καλά να είστε καχύποπτοι, να το ξεκαθαρίσω μια και καλή: δεν είμαι στοιχειωμένο. Το διευκρινίζω εξαρχής για να μη βγάλετε εσφαλμένα συμπεράσματα. Για να το πω διαφορετικά: η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν είναι θρίλερ. Μπορεί να διακρίνετε στην πορεία κάποια στοιχεία γκραν γκινιόλ, αλλά σας διαβεβαιώνω, καμία σχέση. Άσε που οι ιστορίες τρόμου εμένα μ’ ανατριχιάζουν.
   Τώρα θα μου πείτε, άμα δεν είμαι στοιχειωμένο, πώς σκατά μιλάω. Ανάγκα και θεοί πείθονται, δε λένε; Ε, εφόσον πείθονται ακόμα κι οι θεοί, φαντάσου τα Σπίτια.
   Λοιπόν, μία φορά θα το πω μόνο κι όσοι πείστηκαν, πείστηκαν ―κι όσους δεν πειστούν τους έχω γραμμένους στα υδραυλικά μου συστήματα: Η δική μου ανάγκη είναι να ξεφορτωθώ από πάνω μου το βάρος. Από τη στιγμή που μου πήραν τα μέτρα για να με κάνουν και μένα πολυκατοικία, ένιωσα την ακατανίκητη ανάγκη να σας αφηγηθώ την ιστορία μου. Και μάλιστα είμαι υποχρεωμένο εκ των πραγμάτων να σας την πω βιαστικά και συνοπτικά, προτού προλάβουν να με κατεδαφίσουν.
   Ή μάλλον όχι. Άλλαξα γνώμη.
   Δε θα σας την πω συνοπτικά. Βιαστικά ναι, συνοπτικά όχι.
   Απλώς θα σας πω τη νεότερη ιστορία μου. Εξάλλου, τα παλιά τα ’χω σχεδόν ξεχάσει. Αν η μνήμη των ανθρώπων είναι επιλεκτική, των Σπιτιών είναι απλώς αδύναμη. Και το Αλτσχάιμερ δεν είναι ανθρώπινη αποκλειστικότητα. Άσε που είμαι Σπίτι υπεραιωνόβιο, Σπίτι με όλη τη σημασία της λέξης δηλαδή, όχι σαν κι αυτά τα φτερά στον άνεμο που χτίζουν τα τελευταία χρόνια και που τους δίνουν καταχρηστικά το όνομα Σπίτι.
   Εμένα προσωπικά με χτίσανε ―που να μην έσωναν― στο έμπα του εικοστού αιώνα. Στην αρχή έμενε και στα δυο πατώματά μου μία πολυμελής οικογένεια, ξέρετε, απ’ αυτές των παλιών χρόνων που η γυναίκα γεννοβολούσε σε ρυθμούς σκύλας. Τη δεκαετία του ’20, ξεπουλήθηκα σε κάτι νταβατζήδες κι έγινα κεκαλυμμένο μπουρδέλο πολυτελείας. Στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο βομβαρδίστηκα κι ερημώθηκα. Μετά τον εμφύλιο, υπέστην την πρώτη γερή αναπαλαίωση ―ή ανακαίνιση, δεν είμαι σίγουρο, αυτοί οι όροι μια ζωή με μπέρδευαν―, καθότι ως τότε την έβγαζα με κάτι μερεμέτια. Αλλά το ζευγάρι που μ’ αγόρασε στις αρχές του ’50 την είχε δει ρομαντικά τη δουλειά. Τρίχες. Ύστερα από τρία τέσσερα χρόνια σορόπια, ο σύζυγος άρχισε τα κερατώματα, και η σύζυγος τον καθάρισε. Και μετά αυτοκτόνησε. Έμεινα μόνο κι έρμο για κάμποσα χρονάκια, ώσπου ξαναπουλήθηκα στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ―ή στις αρχές του ’60, δε θυμάμαι καλά, δεν κρατούσα και τεφτέρι. Μόνο που κι αυτοί που με αγόρασαν τότε, άρχισαν ν’ αραιώνουν σιγά σιγά. Ο μοναχογιός έφαγε το κεφάλι του κάνοντας κόντρες με τη μηχανή στην παραλιακή, λίγο μετά ο γέρος πήγε από συμφόρηση και η γριά, καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, τα κακάρωσε στον ύπνο της από αναθυμιάσεις γκαζιού. Το ’χε αφήσει ανοιχτό όλη νύχτα, η ξεμωραμένη, το φαντάζεστε; Πάλι καλά δηλαδή που δεν πήρα καμιά φωτιά να τα τινάξω πριν από την ώρα μου. Πάντως, η γριά ξεκούτω είχε προλάβει να κάνει διαθήκη.
   Κι από την οικογένεια που με κληρονόμησε τότε, ξεκινάει ουσιαστικά η ιστορία που σκοπεύω να σας διηγηθώ.
   Αν και βασικά η ιστορία ξεκινάει καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα: στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Και τελειώνει στις μέρες μας.
   Αν τελειώνει…
   Α, να μην ξεχάσω μια βασική λεπτομέρεια: Το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας που θα σας πω διαδραματίστηκε έξω από ’δώ. Έξω από τους τοίχους μου, δηλαδή, μακριά από μένα. Και δεν πιστεύω να αναρωτιέστε τώρα πώς διάολο την έμαθα και σας τη λέω. Εσείς οι άνθρωποι, ξέρετε, έχετε ένα κακό συνήθειο: μιλάτε πολύ μες στα Σπίτια σας. Συζητάτε με τους άλλους, κουβεντιάζετε με τους εαυτούς σας, μουρμουρίζετε στον ύπνο σας. Μιλάτε κι αποκαλύπτετε ένα σωρό ιστορίες, ένα κάρο απόκρυφα και μυστικά. Κι όλ’ αυτά παρόλο που ξέρετε πολύ καλά ―και το λέτε κάθε τόσο και λιγάκι― ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά…
   Έτσι, λοιπόν, την έμαθα την ιστορία: από συζητήσεις των ενοίκων και των επισκεπτών μου. Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε γιατί κόπτομαι τόσο πολύ να σας την αποκαλύψω. Μα, σας είπα, για να την ξεφορτωθώ από πάνω μου, για τι άλλο; Δε θέλω να εγκαταλείψω το μάταιο τούτο κόσμο παίρνοντας όλ’ αυτά τα ανομολόγητα μυστικά και ψέματα στον άλλο κόσμο που θα πάω. Αν και ξέρω βέβαια ότι οι πιο ψαγμένοι από σας κρυφογελάτε και σκεφτόσαστε ότι λέω σαχλαμάρες. Και πως απλώς ο συγγραφέας του βιβλίου, αναποφάσιστος μπρος στο μόνιμο βασανιστικό δίλημμά του, αν θα κάνει το αφήγημά του πρωτοπρόσωπο ή τριτοπρόσωπο, σκαρφίστηκε τελικά το εύρημα του Σπιτιού-αφηγητή και ξεμπέρδεψε.
   Όπως και να ’χει, εγώ απλώς θα σας την πω την ιστορία. Κι εσείς βγάλτε ό,τι διάολο συμπέρασμα σας κατέβει στο τέλος.
   Η ιστορία, λοιπόν, ξεκινάει περίπου στα μισά του 1978. Αν κι εγώ θα ξεκινήσω να σας τη λέω ανάποδα. Από τα πιο πρόσφατα χρόνια δηλαδή, γιατί έτσι τη θυμάμαι καλύτερα. Και η αφήγηση των πιο φρέσκων γεγονότων με βοηθάει να ξεσκουριάσω τη μνήμη μου και να ανασύρω στην επιφάνεια ξεχασμένα περιστατικά.
   Λοιπόν, πάμε σιγά σιγά.
   Α, κι αν τυχόν αναρωτιέστε αν έχω παίξει κι εγώ ρόλο στην εξέλιξη τούτης εδώ της ιστορίας, σας διαβεβαιώνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν έχω παίξει τον παραμικρό.
   Κι αν θέλετε το πιστεύετε…]

*
©Χρήστος Φασούλας
Απόσπασμα από:
Χρήστος Φασούλας, Ένα Σπίτι θυμάται…
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες

Δημήτρης Αθηνάκης, Δωμάτιο μικρών διακοπών

Σενάριο
Οι στίχοι σου
που χρόνια πριν
με ρίξαν σε θολό βυθό
με μάθανε να κολυμπώ
στα αβαθή σου•
μα βρήκα σωσίβιο στην αμμουδιά
γιατί ο κολυμπητής
― το ξέρεις ήδη από παλιά ―
ξεχνά να περπατά όταν η θάλασσα τελειώσει.

***
Σκηνοθεσία

Με λέξεις μόνος γονατίζω
― μια θάλασσα λέξεις γύρω μου ―
τα μάτια μου τα χάνω
μέρες οχτώ•
έξι της δημιουργίας, μια της ξεκούρασης, και μια της δυστυχίας.

Η ανάσα μόνη της μιλά
————την κόβω ― συνεχίζει
————την τιθασεύω ― με προσβάλλει
————την καταπνίγω ― γίνεται απαραίτητη.

Κι ένας ολοκαίνουργιος καιρός τα μάτια μου μού επιστρέφει
τα βάζει με στοργή στα γόνατά μου πάνω
το χώμα πιο κοντά να βλέπω

να με ζητώ, να σε ζητώ
το σώμα σου στο σώμα μου να καταδίδω.

***
Ηχοληψία

Νύχτα σιωπηλή, μάλλον τριγυρνούνε δολοφόνοι.
Θα τους κρύβουνε καλά τ’ αντίο
τα εν ειρήνη αναπαύσου.
Ακέφαλοι γυρνούν οι δολοφόνοι
τα έλα δεν χωράνε σε κεφάλι.

Νύχτα•
οι στεναγμοί ακούγονται καλύτερα
καλύτερα σκοτώνοντας τις λέξεις
μία μία
να μείνουν δυο μονάχα
να σωπαίνει πιο εύκολα (πιο γρήγορα) η νύχτα.

*


Δημήτρης Αθηνάκης
Δωμάτιο μικρών διακοπών, 
Κέδρος 2012

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Το μεγαλείο της Πορτογαλίας

Της θάλασσας Ήρωες,
ευγενικέ λαέ
Έθνος γενναίο και αθάνατο,
Ορθώστε σήμερα και πάλι
Το μεγαλείο της Πορτογαλίας!
Μεσ’ από την αχλύ της μνήμης
Η φωνή των ένδοξων προγόνων σου
Ω Πατρίδα , ακούγεται
Αυτή που στη νίκη θα σ’ οδηγήσει.
Στ’ άρματα , στ’ άρματα,
Για την Πατρίδα να παλέψουμε!
Στα κανόνια απέναντι
ας προελάσουμε , ας προελάσουμε.
(Από τον εθνικό ύμνο της Πορτογαλίας)
Η Πορτογαλία ήταν ένας από τους τελευταίους αποικιοκράτες της σύγχρονης εποχής. Αγκόλα, Μοζαμβίκη, Γουινέα-Μπισάου, Πράσινο Ακρωτήρι… Αποσύρθηκε απ’ αυτές με την πτώση του Σαλαζαρικού καθεστώτος και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας το 1974 κι αφού πάλεψε με νύχια και με δόντια να τις κρατήσει για πολλά χρόνια.Οι Πορτογάλοι υπήρξαν από τους πιο αιμοσταγείς αποικιοκράτες.Διαβάζοντας στο διαδίκτυο για τις ωμότητες και τις σφαγές που διέπραξαν ένιωθα ότι έμπαινα σ’ ένα εφιαλτικό τοπίο μιας Αφρικής πολύ διαφορετικής απ’ αυτήν που ίσως φανταζόμαστε
Οι εξεγέρσεις στην Αγκόλα ξεκίνησαν το 1961 με αφορμή τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των Αφρικανών σκλάβων στις βαμβακοφυτείες της πορτογαλοβελγικής εταιρίας Κότονανγκ. Εξέγερση που πνίγηκε στο αίμα όπως άλλωστε και όλες οι επόμενες που κράτησαν έως το 1974. Υπήρξαν περιπτώσεις που οι Πορτογάλοι αφάνισαν ολόκληρα χωριά.

Μετά την απόσυρσή τους ξεκίνησε ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις διάφορες υποκινούμενε από ξένες χώρες οργανώσεις που κράτησε έως το 2004. Αφορμή γι’ αυτή την κάθοδο στην κόλαση της Αγκόλας στάθηκε το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες , που υπηρέτησε εκεί ως γιατρός (1971-73) .Μια αφορμή να γνωρίσω κάποιες σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης Πορτογαλικής ιστορίας …

Αλήθεια , υπάρχει κάποιο έθνος που να μην έχει σκοτεινές σελίδες στην ιστορία του ;

Ο τίτλος του «Το μεγαλείο της Πορτογαλίας» μας εισάγει με τρόπο τραγικά ειρωνικό στον εφιάλτη που βιώνουν όλοι οι χαρακτήρες του έργου.
Καθώς οι Πορτογάλοι εγκαταλείπουν την Αγκόλα κι αρχίζει ο εμφύλιος σπαραγμός, η Ιζίλντα, τελευταία μιας γενιάς αποικιοκρατών φυγαδεύει τα τρία της παιδιά στη Λισαβόνα ενώ η ίδια παραμένει πεισματικά εκεί για να διαφυλάξει το υποστατικό, τη φυτεία και τις αναμνήσεις της.

 

«Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει πως αυτό που είχαμε έρθει να βρούμε στην Αφρική δεν ήταν το χρήμα ούτε η εξουσία αλλά οι μαύροι χωρίς χρήμα και χωρίς καμία εξουσία που θα μας έδιναν την ψευδαίσθηση του χρήματος και της εξουσίας τα οποία στην πραγματικότητα και να τα είχαμε δεν θα τα είχαμε γιατί στην Πορτογαλία ήμασταν μετά βίας ανεκτοί, αποδεκτοί με περιφρόνηση , και μας κοίταζαν όπως κοιτάζαμε εμείς τους Μπαϊλούντο που δούλευαν για λογαριασμό μας κι επομένως κατά κάποιον τρόπο ήμασταν οι μαύροι των άλλων ακριβώς όπως οι μαύροι είχαν κι εκείνοι τους δικούς τους μαύρους κι εκείνοι τους δικούς τους σε διαδοχικά σκαλιά που κατέβαιναν μέχρι το πάτο της αθλιότητας, ακρωτηριασμένοι,λεπροί ,σκλάβοι σκλάβων, σκύλοι… καταλήξαμε να αγαπάμε την Αφρική με το πάθος του αρρώστου για την αρρώστια που τον διαμελίζει… κι έτσι μια μέρα όσοι δεν γίνουν λίπασμα για τη φιστικιά διαμελισμένοι στα σοκάκια και στα σκαλιά των σπιτιών θα επιστρέψουν στην Πορτογαλία διωγμένοι μέσω των Αγκολέζων από τους Αμερικανούς, τους Ρώσους, τους Γάλλους, τους Άγγλους που δεν μας δέχονται εδώ για να φτάσουμε στη Λισαβόνα όπου ούτε εκεί θα μας δέχονται…»

 

Η γραφή του Αντούνες είναι δύσκολη και απαιτεί την αυτοσυγκέντρωση του αναγνώστη.Η αφήγησή του έχει μια «άγρια» ομορφιά και μια δύναμη που σε συνεπαίρνει για να σε εκσφενδονίσει στο χάος της Ιστορίας.Η δομή του μυθιστορήματος είναι μουσική:Φράσεις,προτάσεις έως και ολόκληροι παράγραφοι επαναλαμβάνονται σαν μουσικά μοτίβα δημιουργώντας μια μουσική αίσθηση.Άλλωστε κι ολόκληρο το έργο δίνει την εντύπωση μιας πένθιμης συμφωνίας. Ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες συνέθεσε με έξοχο τρόπο το Ρέκβιεμ της «Μεγάλης Πορτογαλίας».
(17/20)

[πηγή]

***

Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, 
εκδ. Καστανιώτης, 
μτφ. Αθηνά Ψύλλια.