Σωτήρης Παστάκας, ποιήματα γραμμένα σε SMS

Δεν μιλώ για την αγάπη.
Τι έχω να πω εγώ για την αγάπη;
Δεν ξέρω τίποτα, όπως ο καθένας
από εσάς που με διαβάζει!
Αμαθή κι αδιάβαστο με πήρε μαζί της
η Λύπη και διάβηκα την Πύλη.
Πως την ήξερα, καυχιόμουνα κι εγώ
προτού να την γνωρίσω!
Α, οι μεγάλες λέξεις,
τα ηχηρά επιφωνήματα,
πως σκύβουν τρυφερά και ραίνουν
τον απραγματοποίητο όρκο!

***

Να κατευθύνω τα βέλη μου σε σένα,
όπως κατευθύνει τα κύματα ο αγέρας.
Μελτεμάκι του Καλοκαιριού,
που σ’ εκνευρίζει, και σε στενοχωρεί,
γιατί σου στερεί το μεροκάματο,
κορίτσι του παραλιακού ουζερί,
ταμία της καρδιάς μου.

***

Η απόγνωση δεν είναι ακόμη πόνος.
Είναι θυμός, αντεκδίκηση,
ζώσα λάβα και ζωντανή χειρολαβή,
που σου προσφέρω να πιαστείς,
να σε τραβήξω πάλι κοντά μου.
Πυγολαμπίδα της αυγής
μεταλαβιά μου,
μαύρε κονδυλοφόρε μου
μην με παρεξηγήσεις: σε θέλω
ακόμη ζωντανή, γι’ αυτό
σε λούζει ο θυμός μου.

***

Έχασα πολλά κιλά μέσα σε λίγες μέρες.
Δεν ξέρω πόσα ακριβώς, τον αριθμό τους
δεν μπορώ με ακρίβεια να τον προσδιορίσω.
Απ’ την ενδυμασία μου μόνον το υποπτεύομαι,
απ’ την κοινή διαπίστωση των φίλων:
«είσαι άρρωστος, τι σου συμβαίνει;»
Μακάρι η πάθησίς μου να ’χε ένα απ’ τα κοινά
ονόματα: διαβήτης, μελάνωμα,
παράνοια. Πώς είναι Αγάπη
δεν το λεν, μια αρρώστια σαν κι αυτή
κανείς δεν την προφέρει.

***

Κάποιες σκέψεις αναπαράγονται
από μόνες τους, κάποιες ημέρες
ξεχωρίζουν κι από μία διαφορετική
επινόηση του ταλέντου σου,
μια προβοκάτσια: στο φως της ημέρας
να φαντάζεσαι σκοτάδια,
στις φωτεινές επιγραφές των δρόμων,
διάβαζα την αμετάκλητη καταδίκη μου,
έβλεπα στα κρυφά να σφουγγίζεις
ένα δάκρυ. Κάτι μέσα σου
με είχε καταδικάσει για πάντα.

***

Μόνο καλό μου έκανες.
Κι από τότε που έφυγες
μ’ έκανες καλύτερο.
Η Αλαζονεία, η Ματαιοδοξία
παρέδωσαν τη θέση τους
στην Αλληλεγγύη, την Κατανόηση
την άφεση των ζώντων όλων.
Η αγάπη με είχε κάνει Ψωροπερήφανο
η άρνησή σου με έκανε Ψυχίατρο.

***

Ζηλεύω την πολυάριθμη παρέα σου,
τα σφριγηλά σας ημικύκλια. Ζηλεύω,
αυτόν που κάθεται αντίκρυ
στα γυμνά βυζάκια σου,
κι εσύ τον κοιτάζεις γυμνό.
Ζηλεύω, τις κιθάρες, τα τραγούδια σας,
τη φωτιά που φωτίζει τα μεταμεσονύχτια
μπάνια σας. Να δεις πως όπου να ’ναι
θα ζηλεύω
και τις κουβέντες σας!

***

Γράφω σ’ εκείνο το μεταίχμιο
του πόθου, της απόγνωσης,
όταν μετέωρα όλα στέκονται
αμφίβολα κι εν εξελίξει. Γνωρίζω
τη γραφή σαν αναπλήρωση,
το πλήρωμα των λέξεων ναυτολογώ
Λέξεις-ναυτόπαιδες μονάχα προσλαμβάνω
που θα προφέρουν ξενικά τα ελληνικά μου,
όταν η γλώσσα μας η μια θα έχει γίνει
του κόσμου εσπεράντο.

***

Θέλω να ξέρεις,
πως αν τότε δεν σε αγάπησα
ειλικρινά, τώρα πονώ αληθινά.

***

Τυχαία επιλογή από τη συλλογή:
Σωτήρης Παστάκας, σώμαΜΕσώμα
100 ποιήματα γραμμένα σε SMS
Απλές Εκδόσεις

*
photo© Stratos Fountoulis / Στράτος Φουντούλης

Μάνος Χαριτάτος


Φραγκίσκη ΑμπατζοπούλουΈνας εθνικός ευεργέτης

Πολλές φορές σκέφτομαι ότι οι περισσότερες και καλύτερες εργασίες στον τομέα των νεοελληνικών σπουδών εξαρτήθηκαν από ένα εύρημα στη βιβλιοθήκη ή στο αρχείο ενός συγγραφέα, και ακόμη πιο συχνά σκέφτομαι τις εργασίες που δεν έγιναν, που σταμάτησαν μπροστά στην αδυναμία εύρεσης υλικού, κυρίως από τον περιοδικό Τύπο, λόγω της ανεπάρκειας των βιβλιοθηκών μας. Όμως τέτοιες δυσκολίες έχουν περισσότερη σχέση με το απώτερο παρελθόν. Γιατί εδώ και τρεις δεκαετίες, ο νεοελληνιστής γνωρίζει ότι υπάρχει σε μέρος γνωστό και φιλόξενο ένας θησαυρός που τον περιμένει. Και υπάρχει χάρη στον Μάνο Χαριτάτο.
   Οι νεότεροι συνάδελφοι φιλόλογοι και ιστορικοί δεν μπορούν να αντιληφθούν τι σήμαινε να προσπαθείς να κάνεις μια ολοκληρωμένη έρευνα στις δημόσιες βιβλιοθήκες, ειδικά στον Τύπο του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, κάτω από τις συνθήκες της δεκαετίας του ’60 και ’70. Όλα αυτά άλλαξαν όταν ο Χαριτάτος αποφάσισε να ιδρύσει το ΕΛΙΑ. Θυμάμαι ότι συχνά, όταν έφτανε ένα αρχείο στα χέρια του, ο ίδιος τηλεφωνούσε σε πιθανούς ενδιαφερόμενους για να τους προτείνει να το μελετήσουν.
   Ο Μάνος Χαριτάτος ήταν ουσιαστικά ο άνθρωπος που ανέτρεψε την παλαιότερη λογική ότι ο λόγιος στηρίζεται στη «βιβλιοφιλία» του, στα σπάνια ευρήματα, βιβλία και αρχειακό υλικό της προσωπικής του βιβλιοθήκης. Τα «σπάνια», τα πανάκριβα δυσεύρετα βιβλία, τέθηκαν στη διάθεση του φιλέρευνου κοινού, και το τεράστιο αυτό σχέδιο του Χαριτάτου ολοκληρώθηκε με τη συγκρότηση ειδικών συλλογών και το μεγαλόπνοο σχέδιο της ψηφιοποίησης των λογοτεχνικών και άλλων περιοδικών, που πραγματοποιήθηκε χάρη στην πρωτοβουλία και τη φροντίδα του.
   Συχνά αναρωτιέμαι πόσες εργασίες έχουν γίνει και πόσοι νεότεροι ελληνιστές χρωστούν την πορεία της σταδιοδρομίας τους στο υλικό που συγκέντρωσε γι’ αυτούς και έθεσε στη διάθεσή τους ο Μάνος Χαριτάτος. Και δεν ξέρω αν ευχαρίστησαν αρκετά τον ίδιο και τους συνεργάτες του, και αν το δήλωσαν δημόσια. Εμένα προσωπικά οι επισκέψεις μου στο ΕΛΙΑ συνοδεύονται πάντα από ένα αίσθημα ευφροσύνης και ευγνωμοσύνης γι’ αυτόν τον άνθρωπο ο οποίος, χωρίς να είναι ο ίδιος ένας διαμορφωμένος «λόγιος», επέλεξε να αφιερώσει τη ζωή του, τον χρόνο του και την περιουσία του σ’ αυτή την ανυπολόγιστη προσφορά στα γράμματα, ανοιχτή σε ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα, χωρίς συντεχνιακές διαδικασίες και περιορισμούς. Συχνά έφυγα από το ΕΛΙΑ με την αίσθηση ότι κρατώ στα χέρια μου έναν θησαυρό, και μου είναι δύσκολο να απαριθμήσω τις εκπλήξεις που μου επεφύλασσε η κάθε επίσκεψή μου.
   Τώρα που μας έφυγε ο Μάνος Χαριτάτος, δεν μπορώ να τον σκεφτώ διαφορετικά από ό,τι πραγματικά ήταν: ένας εθνικός ευεργέτης. Θέλω, κυρίως, να υπογραμμίσω ότι η αφιλόκερδη και γενναία προσφορά του δεν ήταν αυτονόητη. Οι επιλογές του υπήρξαν καθοριστικές για την πολιτιστική ζωή του τόπου μας, και ο τρόπος που τις σχεδίασε και τις πραγματοποίησε γεννά μόνο τον απόλυτο θαυμασμό, την ηθική υποχρέωση, την συγκίνηση μπροστά στην απαράμιλλη γενναιοδωρία του, σε έναν κλάδο κατά κανόνα υποτιμημένο γιατί δεν έχει αντίκρισμα στην προβολή του τόπου μας εκτός Ελλάδος ή στον τουρισμό, όπως τα μουσεία ή άλλα πνευματικά ιδρύματα. Και αυτό έχει τεράστια σημασία για τη σύγχρονη και τόσο μίζερη νεοελληνική πραγματικότητα, που κατά κανόνα στηρίζεται στους νόμους του συμφέροντος, της δημόσιας προβολής και της ιδιοτέλειας.
   Γνωρίζω πόσο επώδυνη είναι η απουσία του για τους στενούς συνεργάτες του, αλλά και για μας, που υπήρξαμε αποδέκτες της μεγάλης, και εκ του αφανούς, ευεργεσίας του.

*

Στο αφιέρωμα του Athens Review of Books,για τον Μάνο Χαριτάτο γράφουν ακόμη:
Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Ο φίλος που έφυγε για τ’ ανοιχτά»
Γιάννης Στεφανίδης, Ο δικός μας Πρόεδρος
Αλεξάνδρα Σαμουήλ,Ένας ιδιότυπος ευεργέτης
Λάμπρος Βαρελάς, Ερευνητική μέριμνα και θαλπωρή
Μανώλης Βασιλάκης, Εωθινός και ανιδιοτελής

*
Οι Στάχτες ευχαριστούν τον κ. Μανώλη Βασιλάκη, διευθυντή τηςAthens Review of Books, για την ευγενή παραχώρηση.

Τέος Ρόμβος, H Πρώτη ύλη

Εδώ και χρόνια γράφω βιβλία. Η προετοιμασία ενός κειμένου και η παρουσίασή του μοιάζουν λίγο με την παράσταση του μάγου- ταχυδακτυλουργού. Ο συγγραφέας θυμάται, αυτοαναλύεται, εφευρίσκει, παρουσιάζει, αφηγείται, αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται. Πετάει στον αέρα φραστικές εικόνες, σπινθηρίζοντα λόγια, ελευθερώνει λέξεις μυρωδάτες, εμφανίζει δραματοποιημένες καταστάσεις, μιλάει για να μιλάει, ανεμίζει διαλόγους πυρακτωμένους, βγάζει από το καπέλο του πολύχρωμες φράσεις, εξιστορεί με λέξεις στολίδια. Έπεα πτερόεντα. Λόγια του αέρα. Scripta mannent. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.
   Ο άνθρωπος πεθαίνει αλλά η γλώσσα του δε σαπίζει… Όσοι γράφουν γνωρίζουν ότι ερέθισμα μπορεί να αποτελέσει απλά η σιωπή ή ο χρόνος που κυλάει αργά, το φευγαλέο γέλιο ενός παιδιού, ο ήχος του νερού, κάποια απροσδιόριστη μυρωδιά, η αντανάκλαση του ήλιου στην αντικρινή τζαμαρία, μια θολή μνήμη, απίστευτα πολλά πράγματα. Κάθε αίτιο έχει και τη δική του αποτύπωση. Διαφορετικά αποτυπώνεται η εσώτερη αγωνία, αλλιώς ο ήχος και η εικόνα.
   Ο συγγραφέας υφαίνει αργά τον ιστό του. Εφησυχάζει και κινητοποιεί. Σαγηνεύει, γοητεύει, μαγεύει. Συγκινεί και συμπαρασύρει. Τη μια στιγμή απευθύνεται στο γνωστικό και την άλλη στο συγκινησιακό. Ανιχνεύει τη σκοτεινή, την αθέατη πλευρά του αναγνώστη, εκείνη που περιέχει την
αθωότητα, την απλότητα, μαζί και την πολυπλοκότητα των αισθημάτων. Την περίπλοκη υπόσταση του κάθε ανθρώπου. Αγγίζει τον Απόλλωνα, την Αφροδίτη και το Διόνυσο που ενυπάρχουν στον καθένα μας.
   Κύρια φροντίδα του συγγραφέα είναι η αποπλάνηση. Επιδιώκει να πλανέψει το πνεύμα του  αναγνώστη και να εμφανίσει τα πράγματα αλλιώτικα απ’ ό,τι πράγματι είναι, ώστε να τον παρασύρει και να θεωρήσει τη φαινομενικότητα πραγματικότητα. Ο συγγραφέας είναι αήθης και δεν έχει όρια. Το κείμενο είναι ο σκοπός. Μπορεί να γίνεται κίβδηλος και απατηλός, να σκορπίζει υποσχέσεις και αναλήθειες μέχρι να πετύχει το στόχο του.
   Εμένα τον ίδιο το γράψιμο με βοηθά να σμιλέψω την ψυχή μου. Γράφοντας γίνομαι όλο και καλύτερος, εσωτερικά. Και αυτό με οδηγεί στην αρχική μου αναζήτηση, που είναι η εσώτερη ανάγκη μου να επικοινωνώ με τους άλλους ανθρώπους.
   Καμιά φορά αισθάνομαι το γράψιμο σαν πράξη χαράς, άλλοτε πάλι σαν ένα βάσανο. Συχνά ταλαιπωρούμαι αφάνταστα, ώσπου να βρεθώ σε «κατάσταση εγρήγορσης». Μέσα από αυτή την προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης και εσωτερικής αυτοπειθάρχησης διεισδύω όλο και βαθύτερα στον εαυτό μου, ώσπου φτάνω στην ψυχική ταύτιση με υπαρκτούς και ανύπαρκτους δαίμονες. Βυθίζομαι στα έγκατα της ύπαρξης.
   Με την ίδια ευκολία εισχωρώ στα μυαλά των άλλων. Γίνομαι μέρος τους. Γεύομαι την ευτυχία τους, νιώθω τη δυστυχία, αισθάνομαι τη μοναξιά και την απελπισία, αφουγκράζομαι την απόγνωση, συλλαμβάνω την οδύνη και το απόλυτο κενό του θανάτου.
   Με κυνηγούν φαντάσματα της παιδικής μου ηλικίας, μύχιοι πόθοι και ανεκπλήρωτες επιθυμίες, και συχνά όλα αυτά εμφανίζονται στα βιβλία μου. Προσπαθώ να ανασυνθέσω την προσωπική μου ιστορία μέσα από σπαράγματα και σκόρπιες μνήμες που με έχουν ανεξίτηλα χαράξει. Ήδη από την παιδική μου ηλικία κατέγραφα κρυφά τις εμπειρίες μου. Έστυβα ένα λεμόνι σε φλιτζάνι, βούταγα μέσα στο χυμό τον κοντυλοφόρο μου κι έγραφα. Σίγουρα όλη αυτή η σκοτεινή τάση να μη διαβαστούν τα κείμενά μου από άλλους εξυπηρετούσε κάποια ψυχική μου ανάγκη για μυστήριο, γρίφους και αινίγματα. Όταν στέγνωνε η αόρατη μελάνη δε διακρινόταν καθόλου το γραφτό και εμφανιζόταν μόνο αν πλησίαζα το λευκό χαρτί στη φωτιά.
   Έμελλε να ξαναδώ αυτά τα κείμενα έπειτα από χρόνια, όταν ανακάλυψα το λησμονημένο μπλοκ και το ακούμπησα πάνω στο πρεβάζι του παραθύρου κι ο αέρας ξεφύλλισε τις σελίδες και ο δυνατός ήλιος έκαψε το χαρτί και τότε εμφανίστηκαν τα αόρατα γραφτά, οι ξεχασμένες λέξεις, ολόκληρο το κείμενο.
   Έγραφα για τις συναντήσεις των γονιών μου με τους φίλους τους σε σπίτια σκοτεινά με κλεισμένα πατζούρια και τραβηγμένες τις κουρτίνες.
   Μιλούσαν ψιθυριστά για ταπεινώσεις σε μια αθηναϊκή παραλία, τη Βάρκιζα. Συχνά, όταν οι φωνές ανέβαιναν, κάνανε με το δάχτυλο, σουτ! και λέγανε: «Πιο σιγά, κι οι τοίχοι έχουν αυτιά». Περιέγραφα τους τοίχους των σπιτιών της γειτονιάς απ’ όπου ξεφύτρωναν τ’ αυτιά του κουρέα, του φούρναρη, το περίπτερο ολόκληρο ήταν ένα πελώριο αυτί που μέσα του καθόταν ο περιπτεράς. Στο διπλανό μας δρόμο έμενε ένας μικροσκοπικός άντρας που δεν είχε καθόλου αυτιά και πίστευα ότι τα ’χε κρύψει μέσα στους τοίχους. Πολύ αργότερα έμαθα ότι του τα είχαν κόψει οι αντάρτες, γιατί συνεργαζόταν με το στρατό κατοχής.
   Έγραφα για κάποιο γέρο και μου ήρθε αόριστα στο μυαλό η εικόνα ενός ισχνού άντρα με αξούριστα μούτρα, που φόραγε στο πάνω μέρος του κορμιού μια μάλλινη φανέλα, κάτω φαρδιά παντελόνια, κι έστεκε, γιγάντιος, μπροστά σε μια παλιά αποθήκη, κι εγώ, μικρούλης, τρέχω προς το μέρος του, εκείνος σκύβει και με αρπάζει στα χέρια του, με σηκώνει και με πετάει στον αέρα• είναι καταμεσήμερο, ο ήλιος καίει, οι ακτίνες του πέφτουν κατακόρυφα, βλέπω στο έδαφος τη σκιά μου με τ’ ανοιχτά χέρια να ίπταται σαν μικρό αεροπλάνο• προσγειώνομαι στο ξύλινο πάτωμα ενός παλιού βαγονιού, ο ήλιος περνάει από τη σήτα του παραθύρου, οι ακτίνες του γίνονται φωτεινοί αγωγοί στα στροφιλίσματα των τσιγάρων που καίγονται, ολόγυρα στις καρέκλες και στο κρεβάτι καθισμένοι άντρες και γυναίκες πίνουν καφέ, καπνίζουν, κουβεντιάζουν, κάποια γυναίκα στο τραπέζι διαβάζει το φλιτζάνι, εγώ μπουσουλάω στο πάτωμα και γλιστράω δίπλα σε λασπωμένα παπούτσια, σιγά σιγά βγαίνω έξω, στον ήλιο που με στραβώνει, ακούω τα νερά να τρέχουν κι ακολουθώ το μικρό ποταμάκι, γίνομαι ένα με τη γη για να περάσω κάτω από κλαδιά δέντρων, δίπλα στο τρεχούμενο νερό που οδηγεί σε μια λίμνη σκοτεινή, κρυμμένη κάτω από τα γυρισμένα κλαδιά των δέντρων που κατεβαίνουν σχεδόν μέχρι την επιφάνεια του νερού, στην όχθη ένα κορίτσι, η Μουσέτ, παίρνει κουτρουβάλες και φτάνει μέχρι κάτω στο νερό, πάνω στην επιφάνεια της λίμνης πλέουνε νούφαρα με πλατιά πράσινα φύλλα• μια κότα περνάει κακαρίζοντας και την ακολουθώ, πανικοβάλλεται και τρέχει, τρέχω κι εγώ πίσω της• ακούω από το ανοιχτό παράθυρο τη φωνή ενός άντρα να τραγουδάει περιπαικτικά στη γυναίκα που πηγαινοέρχεται στην κουζίνα: «δώσε μου την κούκλα σου, δώσ’ τη μου να παίξω και τα χρυσά της τα μαλλιά εγώ θα της τα πλέξω…» κι η γυναίκα, ενώ μαζεύει τα πιάτα, του απαντάει: «δε στη δίνω, δεν μπορώ, θα μου τη χαλάσεις, το μικρό μου το μωρό εσύ θα μου το σπάσεις…» τη στιγμή που πιάνω την κότα σκοντάφτω και πέφτω με τα μούτρα, τα μάτια μου κλείνουνε, το σκοτάδι πλημμυρίζει κόκκινο του αίματος… ανοίγω τα μάτια μου μέσα σε ένα τσαντίρι, όπου για πρώτη φορά θα δω την «Ομιλούσα Ασώματο Κεφαλή»• μπροστά σ’ ένα στενόμακρο κιβώτιο που κρύβεται από ένα κόκκινο βελούδινο παραβάν στέκονται όρθιοι άνθρωποι και περιμένουν• ένας χοντρός άντρας με τιράντες σπρώχνει και προσπερνάει κι αφού ξεροβήχει, λέει: «Θα παρακαλέσω το ευγενές ακροατήριον, εάν υπάρχουν γυναίκες έγκυες καλό θα ήταν να εξέλθουν της σκηνής. Θα ιδείτε κάτι το απίστευτο που θα το θυμούστε ακόμη και στα έσχατα γηρατειά σας. Θα το διηγούστε στα εγγόνια και στα δισέγγονά σας και δε θα σας πιστεύουν. Θα ιδείτε τη σοφή ασώματο κεφαλή!» Αυτά είπε και με μια απότομη κίνηση τράβηξε το κορδόνι. Το κόκκινο βελούδινο κουρτινάκι άνοιξε. Έγινε πανδαιμόνιο, μια – δυο γυναίκες στριγκλίσανε. Μέσα σε γυάλινο κουβούκλιο και πάνω σε μια βάση που έμοιαζε με μεγάλη αυγουλιέρα ήταν τοποθετημένο το κεφάλι ενός νέου άντρα, πίσω του υπήρχε ένας καθρέφτης που έδειχνε το κουρεμένο κεφάλι από την πίσω πλευρά.
   Ρώτησε με στόμφο ο χοντρός άντρας με τις τιράντες:
   «Αγαπητή κεφαλή, πώς ονομάζεσαι;»
   «Από πού είσαι;»
   «Έχεις γονείς;»
   «Φαντάρος έχεις πάει;»
   «Πόσο μας κάνει 49 επί 34;»
   «Για πες μας στ’ αλήθεια πώς ευρέθης καταμεσής στο πέλαγος;»
   «Πάρε τώρα ένα τσιγάρο να ξεχαρμανιάσεις…»
   Ο άντρας με τις τιράντες άνοιξε το κουβούκλιο, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα της «ασωμάτου κεφαλής» και το άναψε. Η «κεφαλή» ρούφηξε με μανία κι οι καπνοί που βγήκαν από τα ρουθούνια την τύλιξαν, η αυλαία έκλεισε και ο κόσμος ξέσπασε σε χειροκρότημα.
Στα όρια του παιδικού κόσμου που διαβιούσα, υπήρχαν κάποιοι ξεχωριστοί άνθρωποι: Ο Αρχηγός με τα μακριά κάτασπρα μαλλιά. Στο νοικιασμένο δωμάτιο που ζούσε οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με βιβλία, βιβλία στοιβαγμένα σε ντάνες, άπειρα βιβλία, σε μια γωνιά κρεμασμένο το σπαθί με το χρυσαφί θηκάρι, ενθύμιο από τον αξιωματικό αδελφό του που είχε πέσει στο πεδίο της μάχης. Ένας φιλόσοφος της εποχής, που περιερχόταν τις συνοικίες της πόλης και μιλούσε για τα προβλήματα των ανθρώπων, για τις πολιτικές εξελίξεις, για το μυστικισμό των αριθμών και τη μαγική αιτιότητά τους.
   Τον καλούσε συχνά στο σπίτι ο πατέρας μου και τρώγαμε μαζί. Κι εκεί, στο τραπέζι, μιλούσε με μεγαλόπρεπες χειρονομίες για τα κρυφά μηνύματα που έβρισκε στις σελίδες των βιβλίων και για τα μυστικά σημεία. Μιλούσε με οίστρο και φιλοσοφούσε ακόμη και για τα πιο ταπεινά πράγματα. Οι γονείς μου, σε μια πράξη υπέρτατης τρυφερότητας, του πλένανε τα πληγωμένα και ταλαιπωρημένα πόδια, του τα σκουπίζανε, και του κόβανε τα νύχια που γυρίζανε και πληγώνανε τη σάρκα.
   Ήταν κι ένας κοκαλιάρης άντρας όλο νεύρο, ο Τσαν Τσον Τσίμπλερ, που χοροπηδούσε σαν ακρίδα και κομμάτιαζε τράπουλες, στράβωνε μπετόβεργες χτυπώντας τες πάνω στα μπράτσα του, ξάπλωνε καταγής και του ρίχνανε στιλέτα που κάναν γκελ πάνω στη γυμνή πληγωμένη κοιλιά του. Γύρναγε το καπέλο του και ζήταγε να ρίξουν μέσα ό,τι προαιρούνταν «για τη φασουλάδα», ζητούσε από το κοινό του δρόμου να τον δέσουνε με αλυσίδες που τις κλειδώνανε τέλος με λουκέτα και κείνος αγωνιζόταν, πάλευε, σερνόταν στο έδαφος, τιναζόταν κι αρνιόταν κάθε βοήθεια μέχρι να λυθεί. Μαζί με τους φίλους της παιδικής ηλικίας τον ακολουθούσαμε ύστερα που ανέβαινε στο λόφο των Νυμφών, το «Βουνό» για τα παιδικά μας μάτια, και κατευθυνόταν στη «Μεγάλη Σπηλιά». Στην είσοδο τον περίμενε μια νταρντανογυναίκα, τον αγκάλιαζε και χάνονταν μαζί στα βάθη της σπηλιάς «για τη φασουλάδα». Ήταν ακόμη ένας άντρας με ταραγμένο μυαλό, ο ξακουστός Μπαμπάλαρος, που περισσότερο έτρεχε παρά περπατούσε, συνήθως στην άσφαλτο, ανάμεσα στα κινούμενα αυτοκίνητα, με σηκωμένο το δεξί χέρι και τεντωμένο το μεσαίο δάχτυλο προς τα μπρος που το κούναγε μπροστά στο πρόσωπο σαν βεντάλια, ενώ μονολογούσε ασταμάτητα: «Μαλακοπούστη, μαλακοπούστη, σε κόβω γερά, σε κόβω ισπανικά, σε κόβω γιαπωνέζικα…». Στο λεωφορείο, όταν ο εισπράκτορας του ζητούσε εισιτήριο, ο Μπαμπάλαρος τον έβαζε στη θέση του: «Ελευθέρας, τρελός…». Και όταν κάποτε πέθανε η γυναίκα που του έδινε πότε πότε ένα πιάτο φαΐ, πήγε και στάθηκε πάνω από το φέρετρό της και την κοίταζε για ώρα, σκοτεινιασμένος, ώσπου κάποια στιγμή της είπε: «Κωλόγρια, πας, έσπασες», και οι γριές φρικιάσανε. Παιδικά γραφτά, παιδικές μνήμες, παιδικοί ήρωες. Δεν ξέρω πόσο έχουν συμβάλει όλα αυτά, σίγουρα όμως αυτή είναι η πρώτη ύλη κι από το υλικό αυτό είμαι πλασμένος. Ενηλικιώθηκα κι έγινα ένας άντρας της παραφοράς, πλημμυρισμένος από πάθη, ενθουσιώδης, παρορμητικός, έτοιμος να εκραγώ και να γίνω παρανάλωμα στις μνήμες και τις ψυχικές διαθέσεις μου, στα πάθη, στις ζήλιες και τα μίση, την οργή και τα αχαλίνωτα αισθήματά μου, κι όποτε ενθυμούμαι τα πρόσωπα αυτά τα σκέπτομαι με άπειρη τρυφερότητα…
*
©Τέος Ρόμβος, από το βιβλίο «Κρυφά ταξίδια» 

photo André Kertész, 1915

Ιφιγένεια Σιαφάκα, To σημάδι

Χθες το απόγευμα έλαβα στο σπίτι ένα γράμμα. Ήταν η ώρα που σκοτείνιαζε, κι έλεγα στον πατέρα «όπου να ’ναι θά ’ρθει», κι ανάβαμε το τζάκι με τα καυσόξυλα που άρον άρον είχα μεταφέρει από την αποθήκη στην ποδιά μου. Η αποθήκη βρωμάει σαν νεκρός, δεν έχουμε παράθυρα, κι έχει και νεογέννητα ποντίκια που τσιρίζουν. Εγώ έχω εφεύρει να πηγαίνω πάντα γρήγορα την ώρα που όλοι ανάβουμε τα τζάκια και η ομίχλη βρίσκει χώρο να καθίσει στην κοιλάδα — μυρίζει τότε καμένο ξύλο στην αυλή, και είναι όλα θολά κι ονειρεμένα, κι εγώ ρουφάω μιαν ανάσα. Χθες κατέβασα δυο ανάσες, κατ’ εξαίρεση, και ύστερα χτύπησε και η πόρτα δύο φορές.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα, To σημάδι»

Κ.Γ.Καρυωτάκης, Δύο

 
Δον Κιχώτες

Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ώς την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.

Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσής του δρόμου,
ο Σάντσος λέει «δε σ’ το ’λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ’ άλογό μου!»

Έτσι αν το θέλει ο Θερβαντές, εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες.

Τους είδα πίσω να ’ρθουνε –παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο–
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

***
Επιστροφή

Εγώ δεν επλανήθηκα σε δάση απάρθενα, βουερά,
μηδέ η ριπή μ’ εχτύπησε του ωκεανείου ανέμου.
Σκλάβο πουλί, τ’ ανώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερά
και δε θα ιδώ τους ουρανούς που νοσταλγώ, ποτέ μου.
Μα πάντα, ω φύση, αλίμονο! πόσο η ψυχή μου ταπεινή
λάτρισσα στο παραμικρό γίνεται μάντεμά σου,
και πόσο, τώρα που η βραδιά θα πέσει φθινοπωρινή,
το καθετί περσότερο μου λέει την ομορφιά σου!
Με μιαν ακρούλα σύννεφου ταξιδεμένου με καλείς,
με το χρυσό χαμόγελο του μαραμένου βρύου,
μ’ ένα χορτάρι ανάμεσα στις πλάκες όλες της αυλής,
που το σαλεύει μοναχό η πνοή του Σεπτεμβρίου.
Και τη φωνή σου ακούγοντας, τη μυστικιά, τη δυνατή,
ω φύση, θα ‘ρθω κάποτε φέρνοντας το σταυρό μου.
Θα’ ναι το χώμα σου ελαφρό, και θα ‘ναι πάντα ονειρευτή
η ώρα με τ’ αναπάντεχο τέλος του μάταιου δρόμου!

***

photo © The Sartorialist “On the Street…..Porta Ticinese, Milano”

Αχιλλέας Κυριακίδης, Μπονζάι

Ετών 43. Άγαμος. Εργάζεται σ’ ένα ραφείο. Το ραφείο το ’χει ένας εβραίος με τ’ όνομα κι είναι στο βάθος μιας παλιάς στοάς, δεξιά. Εργάζεται οκτώ ώρες την ημέρα, έξι μέρες τη βδομάδα. Κάθε μέρα, στις 11, διακόπτει για να φάει το κολατσιό του. Το κολατσιό του είναι ένα σάντουιτς που το φέρνει από το σπίτι του. Το σπίτι του είναι ένα διαμέρισμα δύο δωματίων. Το ένα δωμάτιο βλέπει στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αυτός που κατεβαίνει απ’ το σταθμό, περνάει μπροστά απ’ τη Βιβλιοθήκη και, πέντε τετράγωνα πιο κάτω, αλλάζει όνομα. Το όνομα του ανθρώπου είναι κοινό. Κοινός είναι κι ο τρόπος που περνάει τα βράδια του. Τα βράδια, το χειμώνα, έρχονται γρήγορα, μα αυτός τα προτιμάει απ’ το να μπαίνει σπίτι του ιδρωμένος και να φέγγει. Μπαίνει στο σπίτι του, κι αν πρέπει, ανάβει φως• κάθεται στη μοναδική του πολυθρόνα, μπρος απ’ το παράθυρο του ενός από τα δύο δωμάτια, αυτού που βλέπει στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αυτός που ξεκινάει απ’ το σταθμό αλλά το είπαμε. Ο σταθμός είναι ένα γκρίζο σιδερένιο κτίριο όπως όλα τα γκρίζα σιδερένια κτίρια που είναι σταθμοί. Σ’ αυτόν κατέβηκε πριν τριάντα χρόνια. Τα χρόνια πέρασαν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Κυριακίδης, Μπονζάι»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Πάσχα Ρωμέϊκο

Ομπάρμπα-Πύπης, γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν  ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργα, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου τοῦ κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἑνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, ἐσυνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ’ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.

 

   Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ’ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ’ ἐπικληνὴς πρὸς τὸ οὕς, ὅλα παρ’ αὐτῶ ἐμειδίων.
   Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ• ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἥν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἐφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδιν, μὰ δότο, δοτίσσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον, μὰ μπράβο! τὸν Σιορπιέρρο, κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράϊλαν, διὰ τὸν τίτλον ὅν τοῦ εἶχαν ἀπονείμει, φαίνεται οἱ Ἄγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).
   Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!), τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα:
Ὡσὰν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι’ ἀνάφτει
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.
   Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσιν ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ’ ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλε πότε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκτεσι, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴ τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.
   «Ἲλ τραδιτόρε νὸν ἃ κομπασσιόν» -ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπησι. Ἐνίοτε πάλι ἐμαλάττετο κ’ ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ’ ἡ γῆς ἀναμάρτητος -ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκάμπιλε.» Καὶ ὕστερον, ἀφ’ οὗ ἡ γῆ δὲν εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν’ ἀναγνωρίσει τὴν διαφοράν.
   Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δυὸ ἢ τρεῖς προσευχάς, ἅς εἴξευρεν τὰς εἴξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του εἴξευρε ρωμέϊκα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος κύριος Σαβαώθ… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις» Ὅταν μὲ ἐρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο, τὸ ὡς ἐνάντιος, προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πράγμα. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»
   Ἕν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν’ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν Δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν’ ἀκούση τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου…
   Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνη τὶς εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν’ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου ἢ θὰ τὰ εἶχε κ’ ἔκαμνεν οἰκονομίαν.
   Ἀλλ’ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβὴς καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνη κατ’ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, ν’ ἀκούη τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν’ ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.
   Ἦτο ὁ μπάρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς τὸν Πειραιὰ διὰ ν’ ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ’ εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.
   Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός!
   Ὁ μπάρμπα-Πύπης, Ἰταλοκερκυραῖος, ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός. Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α’ «εἶχε μεταλάβει ρωμέϊκα» ὅταν ἐκινδύνευσε ν’ ἀποθάνη, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς, τοῦ ἔλεγε τίς: «Διατὶ δὲν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.
   Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήση τις τὴν ἑβδομάδα τοῦ Ποντίφηκος• τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.
   Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἰδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανὴς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ, κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον, ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὐρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ὁ μπάρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.
   Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ὄτε κατέβαινεν εἰς Πειραιὰ πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χείρα τὴ λαμπάδα του, ἢν ἔμελλε ν’ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ, ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ’ ὀλίγον ν’ ἀναπαυθῆ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ’ ἐκεῖ ἐκάθησεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ἐπέστρωσε τὸ εἰς πολλᾶς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σιγαροθήκην του, ἤναψεν σιγαρέττον κ’ ἐκάπνιζεν ἠδονικῶς.
   Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί, πρὶν προφθάση νὰ στραφῇ νὰ ἴδῃ, ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.
   Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ’ ἀνέτελλε μετ’ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρὸν τί ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.
   Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῆ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χείρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ’ ἔκραξεν ἐναγωνίως.
   -Φίλος! Καλός! μὴ ρίχνεις…
   Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερεν τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν οὐδὲ καταβίβασε τὴν σκανδάλην.
   -Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.
   -Τί θέλω; ἐπανέναβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι νὰ φουμάρο τὸ τσιγάρο μου.
   -Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρης, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὖρες τὸν τόπο, ρέ, νὰ φουμάρης τὸ τσιγάρο σου!
   -Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Τί σας ἔβλαψα;
   -Δὲν ξέρω ‘γω ἀπ’ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης• ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι’ ἄλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ. Ἐγελάστηκες.
   Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῆ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῶ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.
    Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.
   -Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν• ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω, οὔτε λωποδύτης εἶμαι• ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν’ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.
   Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.
   -Στὸν Πειραιά; στὸν Ἀϊ-Σπυρίδωνα; κι’ ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
   -Ἀπ’ τὴν Ἀθήνα.
   -Ἀπ’ τὴν Ἀθήνα; καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίαις, ν’ ἀκούσης Ἀνάσταση;
   -Ἔχει ἐκκλησίαις, μὰ ἐγὼ τώχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Πύπης.
   Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν, εἴτα ἐπανέλαβε.
   -Νὰ φχαριστᾶς, καϋμένε…
   Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμον του.
  -Νὰ φχαριστᾶς καϋμένε, τὴν ἡμέρα ποὺ ξημερώνει αὔριον, εἰ δὲ μή, δὲν τώχα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!
   Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἠτοιμάζετο νὰ ἀπέλθη, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώση τελευταίαν ἀπάντησιν.
   -Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νἆσαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ’ εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ μ’ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε.., δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνεις γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης, κ’ ἐπήγαινα, σοῦ λέω στὸν Πειραιά.
   -Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ…
   Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολιοῦ, κ’ ἔγινεν ἄφαντος.
   Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.
   Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἠμπόδισε τὸν μπάρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ’ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνει πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.
   Ἐφέτος τὸ μισοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα.

Athens Review of Books, τεύχος Μαΐου ’13

Περιεχόμενα 40ού τεύχους, Μάιος 2013

ARBΤο σύστημα στριμώχτηκε στο μπούνκερ
Ελισάβετ Αρσενίου, Ο μέγας Πάνας δεν πεθαίνει!
Αλεξάνδρα Ιωαννίδου,Η γοητεία της μελαγχολίας
Λίνα Πανταλέων, Η γραφή, μια ιστορία αγάπης
Νικήτας Σινιόσογλου, Οι απαρχές του αστυνομικού διηγήματος στην Ελλάδα
Μαρκ Λίλλα, Ένας νέος, πολιτικός, Απόστολος Παύλος;
Μίλτος Φραγκόπουλος, Συμβολή σε μια βαθύτερη κατανόηση του μεταφραστικού έργου
Σωτήρης Ριζάς, Μεταπολεμική Ευρώπη: ένα πρότυπο για τον κόσμο ή μήπως όχι πια;

Αφιέρωμα στον ΜΑΝΟ ΧΑΡΙΤΑΤΟ

Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ένας εθνικός ευεργέτης
Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Ο φίλος που έφυγε για τ’ ανοιχτά»
Γιάννης Στεφανίδης, Ο δικός μας Πρόεδρος
Αλεξάνδρα Σαμουήλ,Ένας ιδιότυπος ευεργέτης
Λάμπρος Βαρελάς, Ερευνητική μέριμνα και θαλπωρή
Μανώλης Βασιλάκης, Εωθινός και ανιδιοτελής

Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, Μάργκαρετ Θάτσερ: γιατί τόσο μίσος;
Θόδωρος Σκυλακάκης,Τρόικα: Ο Πόντιος Πιλάτος του ασφαλιστικού συστήματος
Άννα Φραγκουδάκη, Μια συμμορία μεγαλώνει
Νίκος Λεβέντης, Άτακτα (ΙΙ). Ποιήματα
Κωνσταντίνα Ευαγγέλου, Η σαρδηνή Γκράτσια Ντελέντα —Tο ξεχασμένο ιταλικό Νόμπελ λογοτεχνίας (1926)
Μάσιμο Σκιλιρό, Το ταξίδι της Γκράτσιας — Στοκχόλμη, 10 Νοεμβρίου 1927
Χάρης Βλαβιανός, Είδε κανείς την Άριελ; Ο σαν μπαμπάς. Ποιήματα
Πέτρος Μαρτινίδης, Αγάπης εγκώμιο
Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης, Σταλινισμός: η τυραννία ως υπόσχεση ελευθερίας — Ο βολονταρισμός ως αναγκαιότητα – η εξουσία ως αιώνια επιβολή πάνω στην κοινωνία (Μέρος Γ΄, τελευταίο)
Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, …για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη
Σπύρος Α. Μοσχονάς, Το γλωσσικό ζήτημα ως ιστορία ιδεών

Σχέδιο εξωφύλλου: Ο Ανδρέας Εμπειρίκος από τον Κωνσταντίνο Παπαμιχαλόπουλο