Αργύρης Χιόνης, «Όσο για τα ποιήματα, μες στα κουβάρια των χαρτιών…

ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΚΑΤΙ ΤΟ ΤΟΠΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ, τυφλών τοπία, που μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος για να δεις κανένας δεν υπάρχει, γιατί ‘ναι μυστικά τοπία και το φως κρατούν μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς ή, μάλλον, ένα μέρος τους μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ‘ναι απέραντα τοπία, μυστικά, εσωτικά τυφλών τοπία.
***
ΤΟΠΙΑ ΜΑΓΙΚΑ που, χαραγμένα στο ταβάνι, η όραση τα βρίσκει και τα χάνει. Της μοναξιάς τοπία, τυλιγμένα στην ομίχλη απανωτών τσιγάρων, μόνον εν κατακλίσει ορατά, τοπία στοργικά που παρεμβάλλονται ανάμεσα στην τόσο φοβερά παρούσα γη και τον απαίσια απόντα ουρανό.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αργύρης Χιόνης, «Όσο για τα ποιήματα, μες στα κουβάρια των χαρτιών…»

Ερευνάτε τας Γραφάς

«Η προδοσία του Ιούδα», Ξυλογραφία, 17 Χ 22,5 εκ. Αγγλία, 1850

Του Παντελή Μπουκάλα

Ο Ιούδας παραμένει, αν όχι σημείον αμφιλεγόμενον όπως ο Ιησούς, πάντως σημείο προσφερόμενο για πολλές αναγνώσεις. Γι’ αυτό και δεν έπαψε να ερεθίζει τη σκέψη θρησκειολόγων και φιλοσόφων, τη ρητορική των κληρικών, τη φαντασία των λαϊκών και την όρεξη των λογοτεχνών· μια καλή εικόνα λ.χ. για τη μορφή του στην ελληνική μεσοπολεμική δραματουργία παρέχει η πανεπιστημιακός Αρετή Βασιλείου στο φρέσκο βιβλίο της «“Επί ξυρού ακμής”: Ιστορία νεοελληνικού θεάτρου» (εκδ. Παπαζήση). Xονδρικώς, τα αενάως επανερχόμενα ερωτήματα είναι τα εξής: Εφόσον ο Ισκαριώτης ήταν τμήμα του θεϊκού σχεδίου, που προέβλεπε τον κατόπιν προδοσίας σταυρικό θάνατο του Χριστού, πόσο προδότης ήταν, πόση ελεύθερη ήταν η βούλησή του; Δεύτερον, ο Ιούδας ήταν δόλιος επειδή έτσι είχε αποφασίσει η ειμαρμένη ή η θεϊκή πρόνοια, επειδή άλλα ήθελε να δει να γίνονται κι άλλα έβλεπε ή επειδή ήταν Εβραίος, όπως πιστεύουν όλοι οι αντισημίτες που κρυμμένοι υπό το όνομα του αντισιωνισμού κηρύσσουν ότι για όλα τα δεινά του κόσμου, και ιδίως των Ελλήνων, φταίνε οι όπου γης και οποιασδήποτε εποχής Εβραίοι; Ανάμεσα στους φυλετικά «κακούς», ο Φρόιντ, ο Μαρξ, το «εβραιοκινούμενο Χόλιγουντ», οι εβραιοτραπεζίτες, η Μακάμπι κ.ο.κ.

Αν η δολιότητα του Ιούδα ήταν σύμφυτη της εβραϊκότητάς του, όπως θα βεβαίωναν όσοι ασπάζονται τα συνωμοσιολογικά δόγματα της Χ.Α., του ΛΑΟΣ και σε μεγάλο βαθμό των ΑΝΕΛ (της ηγεσίας τους οπωσδήποτε) καθώς και τα τηλεκηρύγματα διαφόρων εβραιοφάγων· αν η εβραϊκότητα είναι συνώνυμη της πονηρίας· αν, απλούστερα, ο Ιούδας πρόδωσε όχι επειδή ήταν κακός άνθρωπος (ή βιαστικός επαναστάτης ή αναγκαίο όργανο της θεϊκής θέλησης), αλλά μόνο και μόνο επειδή ήταν Εβραίος, τότε εγείρεται και πάλι το αφελές ερώτημα: Μα και ο Χριστός, ο άνθρωπος Χριστός, Εβραίος δεν ήταν; Κι αν η εβραϊκότητα του Ιησού ήταν περιστασιακή ή τυχαία και άφηνε άθικτη την οικουμενικότητά του, η Παναγία δεν ήταν καθαρόαιμη Εβραία; Και οι Απόστολοι; Δεν προσέγγισαν τον Χριστό και δεν οικοδόμησαν τον χριστιανισμό μέσα από τη μακρά ιουδαϊκή τους παράδοση και με τα ιουδαϊκά γονίδιά τους παρόντα; Και οι οπαδοί επίσης, τουλάχιστον ώσπου να αποταθούν στον Φίλιππο μερικοί Ελληνες για να δουν τον Ιησού, που είπε τότε το γνωστό «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου»;
Για να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου ήταν αναγκαία η σταύρωσή του, άρα και η προδοσία του. Ισως γι’ αυτό ο Χριστός, στο απόκρυφο ευαγγέλιο που αποδίδεται στον Ιούδα (εκδ. National Geographic), σχεδόν παροτρύνει τον μαθητή του να τον προδώσει, για να περαιωθεί το σχέδιο, λέγοντάς του: «Εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς [όσους είχαν βαπτιστεί στο όνομα του Χριστού]. Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει». Αυτά όμως μοιάζουν υποθέσεις ενός άλλου κόσμου. Λιγότερο δογματικού και περισσότερο ερευνητικού – ή «ελληνικού», όπως ίσως θα έλεγαν τον καιρό του Χριστού

Στάθης Ιντζές «Κάτω η σκουριά»

Εκδόσεις Ενδυμίων, 2013

(απόσπασμα)
Το διάδρομο που απλωνόταν αμέσως μετά την είσοδο, κοσμούσανε πορτραίτα σπουδαίων αντρών του παρελθόντος. Η Νοέλ σε έναν πίνακα αναγνώρισε το Λούκουλλο και άλλες σπουδαίες προσωπικότητες από τον χώρο τής καλοπέρασης. Κάπου υπήρχε και μια τοιχογραφία που αναπαρίστανε το κυνήγι ενός κάπρου που μετά από ένα σάλτο που έκανε για να ξεφύγει από τους κυνηγούς, κατέληξε στο στομάχι του Καίσαρα αμάσητος. Αμέσως μετά την εικαστική πανδαισία των πρώτων χιλιομέτρων, ο διάδρομος κοβόταν απότομα στα δυο από μια σειρά παγίδων που είχε προνοήσει να εγκαταστήσει η ασφάλεια του ανακτόρου. Πρώτα η τάφρος με τα πεινασμένα κυπαρίσσια και το πέρα δώθε του Ιερού Σαλίγκαρου, το σάλιο του οποίου συνέλεγαν οι άνθρωποι του Καίσαρα κάθε δίσεκτο έτος και το χρησιμοποιούσαν ως βοηθητικό χώνευσης όποτε αυτό κρινόταν απαραίτητο. Έπειτα, τα μυτερά μουστάκια του Κάπρου της Τοιχογραφίας, ανάμεσα από τα οποία έπρεπε να συρθείς εκτελώντας άριστα ασκήσεις ενόργανης γυμναστικής. Ίππο στους καλογυαλισμένους χαυλιόδοντες που ήταν μπηγμένοι παράλληλα με τους τοίχους και μονόζυγο στην ξεκούρδιστη ουρά του που έκρωζε φάλτσα κάθε φορά που κάποιος ακουμπούσε τη φουντίτσα της. Τέλος, θα ερχόσουν αντιμέτωπος με τις ερωτήσεις ζωής ή θανάτου που απηύθυνε ο τριτεξάδελφος του γιου του Πάνα καθισμένος πρόστυχο σταυροπόδι στο πρώτο σκαλί της σκάλας. Η Οντέτ και η Νοέλ που είχαν μακρά εκπαίδευση σε ασκήσεις τραμπολίνου πάνω στην κοιλιά της Ζοζεφίν, δεν αντιμετώπισαν την παραμικρή δυσκολία να ξεπεράσουν τα εμπόδια των παγίδων. Έτσι, είχανε φτάσει σώες και αβλαβείς στην άλλη μεριά του διαδρόμου, στην αφετηρία της πολύπαθης σκάλας, πίσω από την οποία ξεπρόβαλλε καμουφλαρισμένη με κισσούς πολύπλοκων μοτίβων, η εκρού πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο όπου φυλασσόταν η πολυπόθητη τηλεφωνική συσκευή και τα κειμήλια του καθεστώτος. Όσο για τον τριτεξάδελφο του γιου του Πάνα ,έκαναν σαν να μην υπήρχε και αυτός ύστερα θύμωσε και ξεχάστηκε ολωσδιόλου από την ανθρωπότητα.
*
©Στάθης Ιντζές

Έφη Καλογεροπούλου, ποίηση

Από την ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ
Η φωνή, η εικόνα που σβήνει, η φωνή χωρίς φωνή, το τέλος, ο φόβος χωρίς φωνή χωρίς εικόνα, η εικόνα άδεια που δεν θυμάται, ποιος είναι αυτός ο ένας ή ο άλλος πιο μετά, έπειτα η φωνή που αδειάζει από ήχους σιγά-σιγά και αδύναμη γίνεται λεπτή γραμμή στο στόμα και δε θυμάται πια, άρα έχει πεθάνει αυτός που δε βρίσκει να ονομάσει, δεν έχει πρόσωπο η εικόνα, ο φόβος, δεν είσαι άλλο εδώ, ούτε εκεί σου λέει όχι εδώ, η φυγή, η σιωπή της εικόνας της άδειας, πασχίζει να θυμηθεί, να γεμίσει από χρώμα λίγο ακόμη στα μάτια, να φαίνεται πιο πίσω το ανέκφραστο, πιο μακριά, το ανείπωτο, η μικρή εκείνη μαϊμού του χρόνου που κρέμεται από το κλαδί, η μνήμη, κι αναπνέει όπως όπως η εικόνα αναβοσβήνοντας καθώς λαίμαργα ρουφάει το σκοτάδι, καταπίνει χρόνια και εκπνέει αναβοσβήνοντας διαρκώς το φως και πίσω βάθος άνθρωποι, άλλος βιολί και κόντρα μπάσο και σαξόφωνο και πιάνο κι άλλοι, μια ορχήστρα όλοι μαζί να παίζει μια μελωδία σακατεμένη.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Έφη Καλογεροπούλου, ποίηση»

Νίκος Κυριακίδης, Πρωτομαγιά

 
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
«Αὔριο θὰ κόψουμε
»Κάτι λουλούδια.
»Αὐριο θὰ ψάλουμε
»Κὰτι τραγούδια,
»Εἰς τὴν πολύανθη
»Πρωτομαγιά»
Διονύσιος Σολωμός

Όσοι αρνήθηκαν τον πατέρα και την μητέρα τους, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, Πρωτομαγιά»

Γιώργος Χρονάς, Στο μάθημα των αισθημάτων του Γιάννη Ρίτσου

Σαν σήμερα γεννήθηκε o Γιάννης Ρίτσος. Θυμάμαι την επίσκεψη στο σπίτι του

Στο μάθημα των αισθημάτων του Γιάννη Ρίτσου
Γράφει ο Γιώργος Χρονάς

Στο διάλειμμα ενός μαθήματος λατινικών, το 1962, στον Πειραιά, πρωτοδιάβασα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου. Το τετράδιο, που τα είχαν αντιγράψει, ήταν ανοιχτό και η ανάγνωσή τους με άλλαξε. Οι λέξεις του σχημάτιζαν εικόνες. Οι εικόνες στοιχεία της φύσεως. Κίνηση. Αναπνοές. Ιδρώτας. Πέρασαν χρόνια και τον συνάντησα στο σπίτι του στον Άγιο Νικόλαο, στην Αχαρνών. Δίπλα στον ομώνυμο ηλεκτρικό σταθμό. Περάσαμε στο σαλόνι. Η φωνή του θερμή. Μιλούσε σαν να συνέθετε μουσική. Τα χέρια του όπως σε έργο του Γκρέκο. Μου πρόσφερε καφέ και νερό. Γλυκό του κουταλιού. Τον έβλεπα να με φροντίζει σαν μπάτλερ. Με τρόμαξε. Με κινήσεις αυστηρές. Όλοι οι ρυθμοί εντός του. Εδώ κάθομαι το βράδυ. Είπε. Ακούω Μπαχ στο πικ-απ. Και γράφω. Μέχρι αργά. Είδα τη σκηνή. Νύχτα. Η κουρτίνα να γέρνει. Η υγρασία να ανεβαίνει. Θα μπορούσατε να είσαστε ο Τέννεση Ουίλιαμς, της Μεσογείου, μ’ όσα έχετε γράψει, του είπα. Δεν απάντησε. Ήταν ο Ρίτσος του Κόσμου. Τον ξαναείδα άλλη μια φορά. Είχαμε πάει με τον Τσαρούχη. Του έδωσε έναν πρόλογο για τις Τρωάδες του Ευριπίδη, που ανέβαζε• για το βιβλίο που προήλθε από την μετάφραση του ζωγράφου. Εφαίνοντο πόσο φίλοι ήσαν και αγαπιόνταν με λόγια και σιωπές. Κάτι μεγαλειώδες. Τελευταία φορά τον είδα να βγαίνει από τον ηλεκτρικό, στο Μοναστηράκι – από τους ελάχιστους διανοούμενους στην Ελλάδα, που κινούνταν με δημόσια μέσα – και πήγαινε στην Μητρόπολη όπου γινότανε μια διάσημη κηδεία, το όνομα του νεκρού ήταν τυπωμένο στον Τύπο της ημέρας. Έκανε κρύο. Φορούσε γούνα. Άναψε τσιγάρο βγαίνοντας και προχώρησε. Ο Βισκόντι, είπα, από την Μονεμβάσια – η πατρίδα του Ρίτσου. Κάθε φορά που διαβάζω ποιήματά του – δεν τον ένοιαζε που ήταν πολυγραφότατος – ξαναμπαίνω στο μάθημα των αισθημάτων. Άρρωστα ή υγιή έρχονται και με απαλύνουν. Μια σάλπιγγα ακούγεται, ένα παιδί ψηλά κοιτά πάνω από την Πύλη των Λεόντων, στην είσοδο του Κάστρου της Μονεμβάσιας, το σπίτι που γεννήθηκε ο ποιητής. Πιο κάτω, ο τάφος του, μες στη νύχτα φέγγει. Έχει πανσέληνο απόψε. Ο Ξένος, από την ομώνυμη συλλογή του, με υποδέχεται – προηγήθηκε ο Ρίτσος και ακολούθησε ο Παζολίνι με το Θεώρημά του, έχουν το ίδιο θέμα. Κάποιο ραδιόφωνο παίζει. Ένα παράθυρο ανοίγει. Ο Γιάννης Ρίτσος είναι εδώ. Πάντα μένει εδώ.
Δεν έχει φύγει.
*
Οι Στάχτες ευχαριστούν προσωπικά τον κ. Χρονά για την παραχώρηση του κειμένου.

*

από το βιβλίο, 
Γιώργος Χρονάς: Σάββατο, 
Εκδόσεις Οδός Πανός, 2011

T.S.Eliot, Σκέψεις για τον ελεύθερο στίχο

Mια κυρία, γνωστή στον μικρό κύκλο της για την ακρίβεια των πληροφοριών της σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις στον χώρο της λογοτεχνίας, μου παραπονείται για μιαν απάθεια στην οποία ολονέν και περισσότερο βυθίζεται. «Αφότου ήρθαν οι Ρώσοι, δεν μπορώ να διαβάσω τίποτε άλλο. Τέλειωσα τον Ντοστογιέφσκι και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω.» Παρατήρησα ότι ο μεγάλος Ρώσος ήταν θαυμαστής του Ντίκενς και είπα ότι θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι και αυτός ο συγγραφέας είναι αναγνώσιμος. «Αλλά ο Ντίκενς είναι αισθηματίας, ο Ντοστογιέφσκι είναι ρεαλιστής.» Σκέφτηκα τους έρωτες της Σόνιας και του Ρασκόλνικωφ αλλά δεν θέλησα να επιμείνω· της πρότεινα όμως να διαβάσει το Ποτέ δεν είναι αργά να επανορθώσουμε του Τσαρλς Ρηντ.(1) «Αλλά οι βικτωριανοί δεν διαβάζονται πια με τίποτα!». Και ενώ αποσπούσα ένα-ένα τα πλεονεκτήματα της άποψης ότι ο Ντοστογιέφσκι είναι χριστιανός, ενώ ο Τσαρλς Ρηντ είναι απλά και μόνο ευσεβής, η κυρία πρόσθεσε ότι δεν μπορούσε πια να διαβάσει ποιήματα που δεν ήταν γραμμένα σε ελεύθερο στίχο.

 

Υποτίθεται ότι υπάρχει ελεύθερος στίχος. Υποτίθεται ότι ο ελεύθερος στίχος είναι σχολή· ότι διαθέτει ορισμένες θεωρίες· ότι η ομάδα ή οι ομάδες των θεωρητικών του είτε θα κάνουν τη μεγάλη τομή στην ποίηση είτε θα την εξαχρειώσουν, εφόσον η επίθεσή τους στο ιαμβικό πεντάμετρο αποβεί επιτυχής. Δεν υπάρχει ελεύθερος στίχος και είναι καιρός αυτό το παράλογο μύθευμα να ακολουθήσει το elan vital και τους ογδόντα χιλιάδες Ρώσους στη λήθη.
Όταν μια καλλιτεχνική θεωρία μείνει στα αζήτητα, συνήθως διαπιστώνουμε ότι τέχνη μιας δεκάρας αγοράστηκε με διαφημίσεις εκατομμυρίων. Η θεωρία που πούλησε τα εμπορεύματα μπορεί να αποδείχτηκε κίβδηλη ή μπορεί να ήταν συγκεχυμένη και ανεπίδεκτη αποσαφήνισης ή μπορεί απλώς να μην υπήρξε ποτέ. Μια μυθική επανάσταση θα έχει συντελεστεί και θα έχει δώσει λίγα καλλιτεχνικά έργα τα οποία ίσως θα ήταν ακόμη καλύτερα αν δεν είχαν κολλήσει πάνω τους στανικά διά- φορες επαναστατικές θεωρίες. Στις νεότερες κοινωνίες οι επαναστάσεις αυτές είναι σχεδόν αναπόφευκτες. Ένας καλλιτέχνης βρίσκει τυχαία μια μέθοδο που είναι νέα με την έννοια ότι διαφέρει ουσιαστικά από αυτές των δευτέρας διαλογής συγχρόνων ομοτέχνων του και διαφέρει σε όλα εκτός από τα ουσιώδη από τις μεθόδους των μεγάλων προκατόχων του. Η καινοτομία συναντά την αδιαφορία· η αδιαφορία προκαλεί την επιθετικότητα· η επιθετικότητα απαιτεί μια θεωρία. Σε μια ιδανική κοινωνία θα μπορούσαμε να φανταστούμε το καλό Νέο να προκύπτει αβίαστα από το καλό Παλαιό, χωρίς την ανάγκη πολεμικής και θεωρίας· αυτή θα ήταν μια κοινωνία με ζώσα παράδοση. Σε μια κοινωνία που σέρνεται, όπως είναι οι πραγματικές κοινωνίες, η παράδοση καταντά πρόληψη και το βίαιο ερέθισμα της καινοτομίας είναι αδήριτη ανάγκη. Αυτό είναι κακό για τον καλλιτέχνη και τη σχολή του διότι είναι ενδεχόμενο να περιχαρακωθούν από τη θεωρία τους και να περιοριστούν από την πολεμική τους· αλλά ο καλλιτέχνης μπορεί πάντα στα γηρατειά του να παρηγορείται για τα λάθη του με τη σκέψη ότι αν δεν ήταν μαχητικός, δεν θα είχε κατορθώσει τίποτα.
Ο ελεύθερος στίχος δεν έχει καν την πρόφαση της πολεμικής· είναι μια κραυγή ελευθερίας, και στην τέχνη δεν υπάρχει ελευθερία. Και καθώς ο αποκαλούμενος ελεύθερος στίχος μπορεί να είναι καλός μεν αλλά όχι ελεύθερος, θα τον υπερασπιζόταν κανείς καλύτερα με ένα άλλο σύνθημα. Κάποιοι συγκεκριμένοι τύποι ελεύθερου στίχου στηρίζονται στην επιλογή του περιεχομένου ή στη μέθοδο χειρισμού του περιεχομένου. Δεν μου διαφεύγει ότι πολλοί από εκείνους που χρησιμοποιούν ελεύθερο στίχο έχουν εισαγάγει τέτοιους νεωτερισμούς -και ότι η καινοτομία της επιλογής και χειρισμού του υλικού έχει μπερδευτεί –αν όχι στο μυαλό τους, στο μυαλό των αναγνωστών τους με την καινοτομία στη μορφή. Αλλά εδώ δεν θα ασχοληθώ με τον Εικονισμό, μια θεωρία που αφορά τη χρήση του υλικού· θα ασχοληθώ μόνον με τη θεωρία της στιχουργικής μορφής την οποία ακολουθεί ο Εικονισμός. Αν ο ελεύθερος στίχος είναι μια γνήσια στιχουργική μορφή, θα έχει έναν θετικό ορισμό. Αλλά εγώ μόνο αρνητικά μπορώ να τον ορίσω: (1) απουσία σχεδίου, (2) απουσία ομοιοκαταληξίας, (3) απουσία μέτρου. Με την τρίτη από αυτές τις ιδιότητες ξεμπερδεύουμε εύκολα. Δεν μπορώ να φανταστώ τι είδους στίχος θα ήταν αυτός που δεν θα είχε κανένα απολύτως μέτρο. Ακόμη και στις στήλες των λαϊκών αμερικανικών περιοδικών που έχουν παραδοθεί σήμερα στον ελεύθερο στίχο, δημοσιεύονται συ- χνά στίχοι που επιδέχονται προσωδιακή ανάλυση.
Οποιοσδήποτε στίχος μπορεί να διαιρεθεί σε πόδες και τόνους. Τα απλούστερα μέτρα είναι η επανάληψη ενός συνδυασμού, ίσως μιας μακράς και μιας βραχείας συλλαβής, ή μιας βραχείας και μιας μακράς συλλαβής, που επαναλαμβάνεται πέντε φορές. Ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος γιατί, μέσα σε έναν στίχο, θα έπρεπε να υπάρχει οποιαδήποτε επανάληψη· γιατί δεν θα έπρεπε να υπάρχουν στίχοι (όπως πράγματι υπάρχουν) που να διαιρούνται μόνο σε πόδες διαφορετικών τύπων. Πώς μπορεί η γραμματική άσκηση προσωδιακού συλλαβισμού να κάνει έναν τέτοιο στίχο πιο κατανοητό; Μόνο απομονώνοντας στοιχεία που απαντούν σε άλλους στίχους, και μοναδικός στόχος εδώ είναιη παραγωγή παρόμοιου αποτελέσματος κάπου αλλού. Αλλά η επανάληψη του αποτελέσματος είναι ζήτημα σχεδίου.
Ο προσωδιακός συλλαβισμός δεν μας λέει πολλά πράγματα. Πιθανότατα, δεν κερδίζει κανείς πολλά από ένα περίτεχνο προσωδιακό σύστημα, από τα πολύπλοκα αρχαιότροπα μέτρα του Σουίνμπερν. Με τον Σουίνμπερν, άπαξ και το τέχνασμα γίνει αντιληπτό και εκτιμηθεί η ευρυμάθεια, η εντύπωση ξεθωριάζει. Όταν η έκπληξη, που οφείλεται στο ότι αυτά τα μέτρα δεν είναι οικεία στο αγγλικό αυτί, περάσει και κατανοηθεί, σταματάει κανείς να γυρεύει αυτό που δεν πρόκειται να το βρει στον Σουίνμπερν, τον ανεξήγητο στίχο με τη μουσική που δεν μπορεί ποτέ να ανακτηθεί με άλλες λέξεις. Ο Σουίνμπερν είναι μάστορας στην τεχνική του, πράγμα πολύ σημαντικό, αλλά δεν είναι τόσο μάστορας ώστε να παίρνει ενίοτε ελευθερίες, που είναι το παν. Αν στα μέτρα του Σουίνμπερν υπάρχει κάτι κρυμμένο που είναι ελπιδοφόρο για την αγγλική ποίηση, πιθανότατα βρίσκεται πολύ πέρα από τα συγκεκριμένα μέτρα του ποιητή. Αλλά οι πιο ενδιαφέροντες στίχοι που γράφτηκαν στη γλώσσα μας, γράφτηκαν είτε παίρνοντας ένα απλό μέτρο, όπως το ιαμβικό πεντάμετρο, και παρεκκλίνοντας συνεχώς από αυτό, είτε χωρίς συγκεκριμένο μέτροαλλά προσεγγίζοντας συνεχώς μια πολύ απλή μορφή του. Αυτή η αντίθεση μεταξύ σταθερότητας και ρευστότητας, αυτή η αδιόρατη διαφυγή από τη μονοτονία είναι η καθαυτή ζωή του στίχου.
Έχω στον νου μου δύο αποσπάσματα σύγχρονης ποίησης που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ελευθερόστιχα. Τα παραθέτω και τα δύο για να δειχθεί η ομορφιά τους:

Once, in finesse of fiddles found I ecstasy,
In the flash of gold heels on the hard pavement.
Now see I
That warmth’s the very stuff of poesy.
Oh, God, make small
The old star-eaten blanket of the sky,
That I may fold it round me and in comfort lie.(2)

Αυτό είναι ένα πλήρες ποίημα. Το επόμενο είναι μέρος εκτενέστερου ποιήματος:

There shut up in his castle, Tairiran’s,
She who had got nor ears nor tongue save in her
hands,
Gone – ah, gone – untouched, unreachable!
She who could never live save through one person,
She who could never speak save to one person,
And all the rest of her a shifting change,
A broken bundle of mirrors… ! (3)

Είναι φανερό ότι η γοητεία αυτών των στίχων δεν θα ήταν εφικτή χωρίς τη συνεχή υποβολή και την επιτήδεια αποφυγή του ιαμβικού πενταμέτρου. Στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα, και ιδιαίτερα στους στίχους του Τζων Γουέμπστερ4 (που από ορισμένες απόψεις ήταν πιο δεξιοτέχνης από τον Σαίξπηρ), βρίσκει κανείς την ίδια σταθερή αποφυγή και αναγνώριση της κανονικότητας. Ο Γουέμπστερ είναι πολύ πιο ελεύθερος από τον Σαίξπηρ· το ότι το μειονέκτημά του δεν είναι ατημελησία αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, συχνά σε στιγμές υψηλής έντασης, οι στίχοι του αποκτούν αυτήν την ελευθερία. Δεν αρνούμαι το ότι υπάρχει και απερισκεψία, αλλά η μη κανονικότητα της απερισκεψίας μπορεί αμέσως να ανιχνευθεί από τη μη κανονικότητα της περίσκεψης. (Στον Λευκό διάβολο, ο Μπρατσιάνο μπροστά στον θάνατο και η Κορνηλία τρελή, σπάζουν σκόπιμα τα δεσμά του πενταμέτρου.)

I recover, like a spent taper, for a flash
And instantly go out.5
Cover her face; mine eyes dazzle; she died young.(6)
You have cause to love me, I did enter you in my
heart
Before you would vouchsafe to call for the keys.(7)
This is a vain poetry; but I pray you tell me
If there were proposed me, wisdom, riches, and
beauty,
In three several young men, which should I choose?(8)

Αυτοί δεν είναι αφρόντιστοι στίχοι. Η μη κανονικότητα εντείνεται ακόμη περισσότερο από τη χρήση μικρών στίχων και το σπάσιμο των στίχων στους διαλόγους, πράγμα που μεταβάλλει τις ποσότητες. Και υπάρχουν πολλοί στίχοι στα δραματικά έργα αυτής της εποχής που καταστρέφονται από τον κανονικό τονισμό.

I loved this woman in spite of my heart. (9)
(The Changeling10)
I would have these herbs grow up in his grave.(11)
(Ο λευκός διάβολος)
Whether the spirit of greatness or of woman…(12)
(Η δούκισσα του Μάλφι)

Η γενική μομφή της παρακμής δεν μπορεί να διατυπωθεί. Ο Τέρνερ και ο Σίρλεϋ,13 οι οποίοι πιστεύω ότι μπορούμε να πούμε πως έφτασαν στο τελευταίο σκαλοπάτι της παρακμής, έχουν πολύ πιο κανονικό μετρικό σχέδιο από τον Γουέμπστερ και τον Μίντλτον. Ο Τέρνερ δεν θα διστάσει, προκειμένου ο ίαμβος να είναι άψογος, να κόψει μια πρόθεση, και στην Τραγωδία του άθεου αφήνει ένα τελικό “of” σε δυο στίχους από τους πέντε. Συνεπώς, μπορούμε να διατυπώσουμε την εξής πρόταση: το φάντασμα ενός απλού μέτρου πρέπει να κρύβεται πίσω ακόμη και από τον πιο «ελεύθερο» στίχο· για να προελαύνει απειλητικά όταν κουτουλάμε και να υποχωρεί όταν ξυπνάμε. Ή, η ελευθερία είναι πραγματική ελευθερία μόνον όταν παρουσιάζεται έναντι ενός τεχνητού περιορισμού. Το ότι δεν έχει γίνει αντιληπτή η απλή αλή- θεια ότι κάποιος τεχνητός περιορισμός είναι αναγκαίος, με εξαίρεση στιγμές πρώτης έντασης, είναι, πιστεύω, κεφαλαιώδες σφάλμα, σφάλμα στο οποίο έχει υποπέσει ακόμη και ένας τόσο ταλαντούχος ποιητής όπως ο κ. Έντγκαρ Λη Μάστερς.(14) H Spoon River Anthology δεν είναι υλικό πρώτης έντασης· είναι ποιήματα στοχαστικά, όχι άμεσα· ο συγγραφέας είναι μάλλον ηθικολόγος παρά παρατηρητής. Το υλικό του είναι τόσο κοντά στο υλικό του Κραμπ (15) ώστε διερωτάται κανείς γιατί χρησιμοποίησε διαφορετική φόρμα. Ο Κραμπ είναι, σε γενικές γραμμές, πιο έντονος· είναι κοφτερός, άμεσος, αδυσώπητος. Το υλικό του είναι πεζολογικό, όχι με την έννοια ότι θα εκφραζόταν καλύτερα με πεζό λόγο, αλλά με την έννοια ότι απαιτεί έναν απλό και μάλλον αυστηρό στιχουργικό τύπο· αυτόν τον τύπο ο Κραμπ τον έδωσε. Ο κ. Μάστερς χρειάζεται μια πιο αυστηρή στιχουργική μορφή απ’ όσο οι δύο σύγχρονοι ποιητές στους οποίους αναφερθήκαμε παραπάνω, και τα επιτάφιά του πάσχουν από αυτήν την έλλειψη.
Αυτά ως προς το μέτρο. Δεν υπάρχει απόδραση από το μέτρο· υπάρχει μόνο δεξιοτεχνία. Αλλά ενώ προφανώς υπάρχει απόδραση από την ομοιοκαταληξία, οι ποιητές του ελεύθερου στίχου δεν είναι οι πρώτοι που απέδρασαν από το σπήλαιο.

The boughs of the trees
Are twisted
By many bafflings;
Twisted are
The small-leafed boughs,
But the shadow of them
Is not the shadow of the mast head
Nor of the torn sails.16
When the white dawn first
Through the rough fir-planks
Of my hut, by the chestnuts,
Up at the valley-head,
Came breaking, Goddess,
I sprang up, I threw round me
My dappled fawn-skin…(17)

Εκτός από την πιο ανθρώπινη αίσθηση στο δεύτε- ρο από αυτά τα αποσπάσματα, ο βιαστικός παρατηρητής δύσκολα θα αντιληφθεί ότι το πρώτο είναι ενός σύγχρονου ποιητή, και το δεύτερο του Μάθιου Άρνολντ. Δεν υποτιμώ τις προσπάθειες των νεότερων ποιητών να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες του ανομοιοκατάληκτου στίχου. Αποδεικνύουν τη δύναμη ενός Κινήματος, τη χρησιμότητα μιας Θεωρίας.

 

Αυτό που ούτε ο Μπλέηκ ούτε ο Άρνολντ μπόρεσαν να καταφέρουν μόνοι τους, γίνεται στην εποχή μας. Ο “blank verse”, το ανομοιοκατάληκτο ιαμβικό πεντάμετρο, είναι ο μόνος αποδεκτός ανομοιοκατάληκτος στίχος στα αγγλικά. Το αγγλικό αυτί είναι (ή ήταν) πιο ευαίσθητο στη μουσική του στίχου και λιγότερο εξαρτημένο από την επανάληψη των ίδιων ήχων σε αυτό το μέτρο απ’ όσο σε οποιοδήποτε άλλο. Δεν γίνεται σταυροφορία εναντίον της ομοιοκαταληξίας. Αλλά είναι πιθανόν η υπερβολική έκθεση στην ομοιοκαταληξία να σκλήρυνε το σύγχρονο αυτί. Η απόρριψη της ομοιοκαταληξίας δεν είναι φυγή προς την ευκολία· αντιθέτως, επιβάλλει μια μεγαλύτερη δοκιμασία στη γλώσσα. Όταν η καθησυχαστική ηχώ της ομοιοκαταληξίας εκλείψει, η επιτυχία ή αποτυχία στην επιλογή των λέξεων, στη δομή της πρότασης, στη διάταξη του λόγου, γίνεται αμέσως πιο αισθητή. Όταν εκλείψει η ομοιοκαταληξία, ο ποιητής αμέσως παραδίδεται στους κανόνες του πεζού λόγου. Όταν εκλείψει η ομοιοκαταληξία, πολλή αιθέρια μουσική ακούγεται ξαφνικά από τη λέξη, μια μουσική που ως τότε τιτίβιζε απαρατήρητη στο αναπεπταμένο πεδίο του πεζού λόγου. Και αν απαγορευτεί η ομοιοκαταληξία, πολλοί βασιλιάδες θα μείνουν χωρίς γένια.
Και αυτή η απελευθέρωση από την ομοιοκαταληξία θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η απελευθέ- ρωση της ομοιοκαταληξίας. Απελευθερωμένη από την επίπονη φροντίδα να στηρίζει χωλούς στίχους, θα μπορούσε να εφαρμοστεί με καλύτερα αποτελέσματα εκεί που είναι περισσότερο αναγκαία. Υπάρχουν συχνά σημεία σε ένα ανομοιοκατάληκτο ποίημα όπου η ομοιοκαταληξία χρειάζεται για να προκαλέσει μια εξαιρετική εντύπωση, μια αιφνίδια συμπύκνωση, μια ένταση, ή μια ξαφνική αλλαγή διάθεσης. Αλλά είναι βέβαιο ότι ο τυπικός ομοιοκατάληκτος στίχος δεν θα χάσει τη θέση του. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να εμφανιστεί ένας σατιρικός ποιητής το σπανιότερο είδος μεγαλοφυούς– για να αποδείξει ότι το ομοιοκατάληκτο δίστιχο (“heroic couplet”) δεν έχει χάσει την αιχμηρότητά του από τον καιρό που το θεσμοθέτησαν ο Πόουπ και ο Ντράιντεν. Ως προς το σονέτο, δεν είμαι τόσο βέβαιος. Αλλά η παρακμή των περίτεχνων μορφών δεν έχει να κάνει με την εμφάνιση του ελεύθερου στίχου. Είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Μόνο σε μια συνεκτική και ομοιογενή κοινωνία, όπου πολλοί άνθρωποι επεξεργάζονται τα ίδια προβλήματα, μια κοινωνία όπως αυτές που παρήγαγαν το ελληνικό χορικό, το ελισαβετιανό λυρικό ποίημα και την καντσόνα των Τροβαδούρων, η ανάπτυξη τέτοιων μορφών μπορεί να φτάσει την τελειότητα. Και ως προς τον ελεύθερο στίχο, συμπεραίνουμε ότι δεν ορίζεται από την απουσία σχεδίου ή ομοιοκαταληξίας, εφόσον και άλλου είδους στίχοι υπάρχουν χωρίς αυτά· δεν ορίζεται από την ανυπαρξία μέτρου, εφόσον ακόμη και ο χειρότερος στίχος μπορεί να μετρηθεί· και συμπεραίνουμε ότι η διάκριση μεταξύ Συντηρητικού Στίχου και ελεύθερου στίχου δεν υφίσταται, διότι υπάρχει μόνον καλός στίχος, κακός στίχος, και το χάος.

____________________________________
1. Charles Reade (1814-1884). Άγγλος μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το μυθιστόρημά του It is Never too Late to Mend (1856) τον έκανε διάσημο. Θέμα του είναι οι άθλιες συνθήκες των φυλακών και η αναμόρφωσή τους.
2. Το ποίημα (“The Embankment”) είναι του Άγγλου κριτικού και ποιητή Thomas Ernest Hulme, που γεννήθηκε το 1883 και σκοτώθηκε στη Φλάνδρα το 1917. Ο Χιουμ ήταν θεωρητικός του αγγλικού μοντερνισμού και ομοϊδεάτης σε πολλά του Έλιοτ. Ο Έλιοτ τον έχει χαρακτηρίσει ως«κλασικό, αντιδραστικό και επαναστατικό, στους αντίποδες του εκκεντρικού, ανεκτικού και δημοκρατικού διανοούμενου στα τέλη του 19ου αιώνα». Παρατίθεται μια κατά λέξη μετάφραση του ποιήματος του Χιουμ:
Κάποτε, στην αβρότητα βιολιών την έκσταση βρήκα,
Στη λάμψη χρυσών τακουνιών στο σκληρό πεζοδρόμιο.
Βλέπω τώρα
Ότι η ζεστασιά είναι η ίδια η ουσία της ποίησης.
Θεέ μου, μίκρυνε
Την παλιά αστροφαγωμένη κουβέρτα του ουρανού
Να την τυλίξω γύρω μου και να χουζουρέψω.
3. Το απόσπασμα είναι από το ποίημα του Ezra Pound “Near Perigord” (από τη συλλογή Lustra, 1916). Σε μετάφραση:
Εκεί, κλεισμένη στο κάστρο του, του Ταϊριράν,
Αυτή που δεν έχει ούτε αυτιά ούτε γλώσσα παρά μόνο στα
χέρια της,
Χάθηκε –α, χάθηκε– ανέγγιχτη, απρόσιτη!
Αυτή που δεν θα μπορούσε να ζήσει παρά μόνο μέσ’ από
ένα πρόσωπο,
Αυτή που δεν θα μπορούσε να μιλήσει παρά μόνο σε ένα
πρόσωπο,
Και όλα τα άλλα μια διαφεύγουσα αλλαγή,
Ένα σπασμένο δεμάτι από καθρέφτες…!
4 John Webster (π.1580-π.1634). Άγγλος θεατρικός συγγραφέας, νεότερος κατά δεκαπέντε χρόνια του Σαίξπηρ. Κυριότερα έργα του: The Duchessof Malfi  (Η δούκισσα του Μάλφι) και The White Devil (Ο λευκός διάβολος).
Ζωντανεύω, σαν κερί που έχει λιώσει, για μια στιγμή Κι αμέσως σβήνω. (Ο λευκός διάβολος, πράξη πέμπτη, σκηνή έκτη, στ.262-263.)
Σκεπάστε το πρόσωπό της· τα μάτια μου θαμπώνουν· πέθανε νέα. (Η δούκισσα του Μάλφι, πράξη τέταρτη, σκηνή πρώτη, στ. 266.)
Έχεις λόγο να με αγαπάς, σε έβαλα στην καρδιά μου Προτού καταδεχτείς να ζητήσεις τα κλειδιά. (Η δούκισσα του Μάλφι, πράξη τρίτη, σκηνή δεύτερη, στ. 61-62.)
Αυτά είναι κούφια λόγια· αλλά πες μου σε παρακαλώ Αν μου πρότειναν σοφία, πλούτη και ομορφιά, Τρεις διαφορετικοί νεαροί, τι θα διάλεγα;(Η δούκισσα του Μάλφι, πράξη τρίτη, σκηνή δεύτερη, στ. 33-36.)
Αγάπησα αυτή τη γυναίκα, εις μάτην της καρδιάς μου.
10 Έργο των Thomas Middleton (1580-1627) και William Rowley (1585-1626).
11 Θα ’θελα αυτά τα βότανα να φυτρώσουν στον τάφο του.
12 Είτε το πνεύμα του μεγαλείου είτε της γυναίκας…
13 Cyril Tourneur (1575-1626), James Shirley (1596-1666). Άγγλοι θεατρικοί συγγραφείς, εκπρόσωποι της καλουμένης «Τραγωδίας της Εκδίκησης» (“Revenge Tragedy”).
14 Edgar Lee Masters (1868-1950). Αμερικανός ποιητής, γνωστός από το έργο του Spoon River Anthology (1915), που περιλαμβάνει ελευθερόστιχα μικρά ποιήματα-επιτάφια, το καθένα για ένα κάτοικο της φανταστικής πόλης Spoon River.
15 George Crabbe (1754-1832). Άγγλος ποιητής.
16. Τα κλαδιά των δέντρων
Έχουν στραβώσει
Από πολλούς ενάντιους αέρηδες·
Στριμμένοι είναι
Οι κλώνοι με τα μικρά φύλλα.
Όμως η σκιά τους
Δεν είναι η σκιά του άρμπουρου
Ούτε των σχισμένων άρμενων.
[Από το ποίημα “Hermes of the Ways” της Αμερικανίδας ποιήτριας Hilda Doolittle (1886-1961).]
17 Όταν η λευκή αυγή
Μέσα από τα τραχιά ελάτινα μαδέρια
Της καλύβας μου, δίπλα στις καστανιές,
Ψηλά στην κορφή της λαγκαδιάς,
Χάραξε, Θεά,
Πετάχτηκα, έριξα πάνω μου
Την παρδαλή κάπα μου…
[Από το ποίημα “The Strayed Reveller” του Άγγλου ποιητή Matthew Arnold (1822-1888).]

***

Το Παρόν κείμενο -Το πρώτο κεφάλαιο
του βιβλίου του
T.S.Eliot , «Οι Φωνές της Ποίησης»
διατίθεται ελεύθερα από
την ιστοσελίδα του
©Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2013  
Τις οποίες και Ευχαριστούμε!

Πέτρος Κυρίμης, Μνήσθιτί μου Κύριε

Αφήνω το μυαλό μου ελεύθερο, να τρέχει πάνω κάτω μέσα στα πολλά γυρίσματα του χρόνου και εκείνο επιστρέφει από ένα βεληνεκές που φτάνει μέχρι το ΄60. Εικόνες στη σειρά και ακούγονται τα παιδιά του Πειραιά με τη φωνή της Μελίνας.
    Εμπρός, προχωράνε με βήμα καμαρωτό, κρατώντας ένα μεγάλο πανό που γράφει ανορθόγραφα «Ολυμπιακός», η θρυλική πεντάδα των Αντριανοπουλέων, ακολουθεί ο Ζυλ Ντασέν κρατώντας ένα πλακάτ που γράφει «Ποτέ την Κυριακή», μετά πουτάνες, νταβατζήδες και τσάτσες, ο Χαρίδημος με τον μπερτέ του, αμερικάνοι ναύτες του έκτου στόλου και τσούρμο ξυπόλητα παιδιά να μπαινοβγαίνουν από χαμόσπιτα που έχουν για πόρτες σεντόνια και κουρελούδες, κάνοντας γκριμάτσες, πότε χαρούμενες και πότε κοροϊδευτικές.
    Κάτω στο Τουρκολίμανο, ο Χατζιδάκις τρώει με τη παρέα του γαρίδες γιουβέτσι. Ακούγεται το «Εκεί ψηλά στον Υμηττό, υπάρχει κάποιο μυστικό».
    Πέντε μικρά παιδιά, πάνω σε έναν μικρό χωματόλοφο, πίσω από το σινέ Άνεσις παραβγαίνουν ποιο θα πάει πιο μακριά το κατουρώ του.
    Μνήσθιτί μου Κύριε, -λέω- δοξασθήτω το όνομα σου.
  Ξαφνικά οι εικόνες σκορπίζουν σαν να σηκώθηκε κάποιος δυνατός άνεμος και ακούγονται εμβατήρια, ξεχωρίζει το «…είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς…». Άνθρωποι στους δρόμους σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φωνάζουν ρυθμικά ένα, ένα, τέσσερα, αστυνομικοί χτυπάνε με γκλόπς, κάποιοι βγάζουν λόγους σε μπαλκόνια, ο Γκοτζαμάνης βάζει εμπρός το τρίκυκλο. Μια γνωστή φωνή να ρωτάει, «Ποιός κυβερνάει αυτό τον τόπο;»
    Και μετά, όλες οι εικόνες εξαφανίζονται και από το βάθος φαίνεται να έρχεται προς το μέρος μου μια μικροσκοπική εικόνα λόγο της απόστασης, που καθώς πλησιάζει μεγαλώνει και γίνεται σε λίγο τεράστια, καλύπτοντας όλο το οπτικό μου πεδίο, έτσι που ξαφνικά βρίσκομαι μέσα στην εικόνα περικυκλωμένος από ένα χρώμα χακί, που προέρχεται από στρατιώτες και τανκς και μια φωνή επαναλαμβάνει μονότονα, «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών».
    Στα δημόσια ουρητήρια της Κλαυθμώνος , κάμποσοι ομοφυλόφιλοι κάνουν πιάτσα.
    Μνησθιτί μου Κύριε –λέω ξανά- αγιασθήτω το όνομα σου.
 
    Και μετά άλλες εικόνες έρχονται προς το μέρος μου εκτοπίζοντας σιγά, σιγά τις παλιές. Το χρώμα ξανοίγει, γίνετε γκρίζο και μετά φωτεινό και χαρούμενο.
    Οι εικόνες πετάνε ακανόνιστα ολόγυρα και η κάθε μια έχει τη φωτογραφία ενός γνωστού πολιτικού. Σε διάφορα βολ πλανέ περνάνε μπροστά μου, ο Μαύρος, ο Αβέρωφ, ο Ράλλης, μα σε λίγο ξεχωρίζουν και παραμένουν καθώς οι άλλες εικόνες αποχωρούν, οι εικόνες του Καραμανλή και του Αντρέα Παπαντρέου.
    Το γαλάζιο και το πράσινο εναλλάσσονται με τρελό ρυθμό, ώσπου στο τέλος μέσα σε ένα ολοπράσινο φόντο, πάνω σε ένα μπαλκόνι, ο Αντρέας σηκώνει στα χέρια του ένα μικρό κοριτσάκι.  Κόσμος πολύς, από κάτω, φαίνεται να χειροκροτεί με ενθουσιασμό.
    Λίγο πιο πίσω του η Δήμητρα Λιάνη έχει σκύψει και ισιώνει τις ζαρτιέρες της.
    Το πράσινο χρώμα παραμένει παρ ΄ όλο που είναι λίγο ξεθωριασμένο.
    Πεντοχίλιαρα, δεκαχίλιαρα πάνε κι έρχονται, ο Κoσκωτάς τα εκτοξεύει προς όλες τις κατευθύνσεις μέσα σε κουτιά από πάμπερς.
    Μνησθιτί μου Κύριε –λέω πάλι- αγιασθήτω το όνομα σου.
 
*
©Πέτρος Κυρίμης
– φωτογραφία ανωνύμου -ειδική επεξεργασία: Στάχτες –