T.S.Eliot, Οι φωνές της ποίησης

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2013

Τίτλος πρωτοτύπου:
Τα δοκίμια προέρχονται από τις εκδόσεις: «Selected Essays», Faber and Faber, 1932 – «On Poetry and Poets», Faber and Faber, 1957 – «To Critisize the Critic and other writings», Faber and Faber, 1965

Περιγραφή

Θεωρούμενος ως ένας από τους κορυφαίους ποιητές του 20ού αιώνα, ο Τόμας Στερνς Έλιοτ είναι αναμφισβήτητα και ο σημαντικότερος λογοτεχνικός κριτικός. Οι απόψεις του για τη λογοτεχνία και τη λογοτεχνική κριτική αποτέλεσαν τη βάση της αγγλοσαξονικής Νέας Κριτικής και διαμόρφωσαν καθοριστικά, και διεθνώς, τη μοντερνιστική προσέγγιση της λογοτεχνίας. Η βασική θέση του Έλιοτ περιέχεται στην πεποίθησή του ότι η λογοτεχνική κριτική θα πρέπει να συμπληρώνεται από μιαν ηθική και οντολογική οπτική. Επιμένοντας, εις πείσμα των εστέτ, ότι η μεγάλη ποίηση δεν θα έπρεπε να αξιολογείται μόνο με λογοτεχνικά κριτήρια, ο Έλιοτ υπογράμμιζε ταυτόχρονα ότι αν ένα κείμενο είναι λογοτεχνικό ή όχι θα μπορούσε να κριθεί μόνο με λογοτεχνικά κριτήρια.
Η φιλοσοφία της σειράς «Οι ποιητές μιλούν για την ποίηση»
Σκοπός της νέας αυτής σειράς είναι να προσφέρει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, σε υπεύθυνες μεταφράσεις, δοκιμιακά κείμενα κορυφαίων ξένων ποιητών για την τέχνη της ποίησης και τη σχέση της με τα πολιτισμικά και κοινωνικά συμφραζόμενα της εποχής. Η επίσκεψη στο εργαστήρι αυτών των ποιητών, οι οποίοι γνωρίζουν εκ των έσω τη φύση και τη λειτουργία του ποιητικού κειμένου, παρέχει μιαν εισαγωγή στην έννοια του λογοτεχνικού λόγου ουσιαστικότερη και αναγνωστικά πιο ευχάριστη από εκείνη των θεωρητικών της λογοτεχνίας.
***
Κριτική-παρουσίαση
Του Κωστή Παπαγιώργη στη Lifo
 
Tα μοτίβα του Έλιοτ. Ο Κωστής Παπαγιώργης ανθολογεί παραγράφους του Έλιοτ περί ποίησης.
Γεννημένος στο Σαιντ Λούις της πολιτείας του Μισούρι (1888), από πατέρα επιχειρηματία και μητέρα πολυγράφο ποιήτρια, ο Έλιοτ φοίτησε στο Μίλτοντης Μασαχουσέτης και κατόπιν στο Χάρβαρντ, όπου επηρεάστηκε από τον φιλόσοφο Σανταγιάνα. Το 1910 παρακολούθησε τις διαλέξεις του Μπερξόν στη Σορβόννη και έγινε κάτοχος της γαλλικής και της ποίησης του Μπωντλαίρ και του Στεφάν Μαλαρμέ. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν επανήλθε στην Αμερική ούτε και στο Χάρβαρντ. Μεγάλο ρόλο στη ζωή του έπαιξε ο Έζρα Πάουντ, μαζί με τον οποίο αποτέλεσαν ένα δίδυμο Αμερικανών που εγκατέλειψαν τη Νέα Αγγλία για να ζήσουν στην Ευρώπη.
Ο κομψός τόμος των δοκιμίων του (σε περισπούδαστη μετάφραση και κομψότατη έκδοση) αναφέρεται στο ζήτημα της ποίησης, είτε πρόκειται για τον ελεύθερο στίχο, τον Σαίξπηρ, το κλασικό έργο και την ελάσσονα ποίηση, είτε για τη μουσική της ποίησης, τη θρησκεία σε σχέση με τη λογοτεχνία και άλλα παράλληλα μοτίβα που αναδεικνύουν τον Έλιοτ σε έναν βαθυνούστατο -αν όχι τον κορυφαίο- κριτικό της εποχής του. Προφανώς, παρόμοια έργα δεν κρίνονται. Άρα, το μόνο που απομένει είναι να ανθολογήσουμε εδώ κι εκεί κάποιες παραγράφους που αναδεικνύουν τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του.
Γίνεται, τάχα, σταυροφορία εναντίον της ομοιοκαταληξίας; 
«Είναι πιθανόν η υπερβολική έκθεση στην ομοιοκαταληξία να σκλήρυνε το σύγχρονο αυτί. Η απόρριψη της ομοιοκαταληξίας δεν είναι φυγή προς την ευκολία. Αντιθέτως, επιβάλλει μια μεγαλύτερη δοκιμασία στη γλώσσα. Όταν η καθησυχαστική ηχώ της ομοιοκαταληξίας εκλείψει, η επιτυχία ή αποτυχία στην εκλογή των λέξεων γίνεται αμέσως πιο αισθητή. Όταν εκλείψει η ομοιοκαταληξία, πολλή αιθέρια μουσική ακούγεται ξαφνικά από τη λέξη, μια μουσική που ως τότε τιτίβιζε απαρατήρητη στο αναπεπταμένο πεδίο του πεζού λόγου. Και αν απαγορευτεί η ομοιοκαταληξία, πολλοί βασιλιάδες θα μείνουν χωρίς γένια» (σ. 24).
 Άραγε ο «Άμλετ» είναι το αριστούργημα του Σαίξπηρ; 
«Ως προς το “απείθαρχο υλικό” δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Άμλετ όχι μόνο δεν είναι το αριστούργημα του Σαίξπηρ αλλά είναι βεβαιότατα καλλιτεχνική αποτυχία. Είναι το εκτενέστερο και πιθανότατα το έργο για το οποίο ο Σαίξπηρ κατέβαλε τη μεγαλύτερη προσπάθεια. Ωστόσο, του άφησε σκηνές περιττές και χωρίς συνοχή, που θα είχαν γίνει αντιληπτές ακόμα και σε μια βιαστική αναθεώρηση» (σ. 32).
Τι είναι το κλασικό έργο; Η ωρίμανση του ποιητή;
Η περιρρέουσα κοινωνία; «Παρατηρούμε ότι μερικά πνεύματα ωριμάζουν νωρίτερα από άλλα και ότι εκείνα που ωριμάζουν πολύ γρήγορα δεν έχουν πάντα μεγάλη εξέλιξη. Θίγω αυτό το θέμα για να επισημάνω, πρώτον, ότι η αξία της ωρίμανσης εξαρτάται από την αξία αυτού που ωριμάζει, και δεύτερον, ότι πρέπει να γνωρίζουμε πότε αυτό που μας απασχολεί είναι η ωρίμανση συγκεκριμένων συγγραφέων και πότε η ανάλογη ωρίμανση λογοτεχνικών περιόδων. Η ωριμότητα της λογοτεχνίας καθρεφτίζει την ωριμότητα της κοινωνίας εντός της οποίας παράγεται» (σ. 47).
   «Στη ζωή, αυτός που αρνείται να θυσιάσει οτιδήποτε για να κερδίσει κάτι άλλο, καταλήγει στη μετριότητα ή στην αποτυχία. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ο ειδικός που έχει θυσιάσει πάρα πολλά για πολύ λίγα ή που είναι εκ φύσεως τόσο ειδικός ώστε δεν έχει τίποτα να θυσιάσει. Αλλά έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι στον αγγλικό δέκατο όγδοο αιώνα αποκλείστηκαν πάρα πολλά. Η ώριμη σκέψη υπήρξε, αλλά ήταν στενή. Η αγγλική κοινωνία και τα αγγλικά γράμματα δεν ήταν επαρχιώτικα, με την έννοια ότι δεν ήταν αποκομμένα ούτε έμειναν πίσω από τις εξελίξεις στις καλύτερες ευρωπαϊκές κοινωνίες και στα ευρωπαϊκά γράμματα. Ωστόσο, η ίδια η εποχή ήταν, τρόπος του λέγειν, επαρχιώτικη» (σ. 58).
Διαβάστε το υπόλοιπο στη LIFO
 

Γιάννης Σκαρίμπας, Ταμάρα

 
Ταμάρα

Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι’ επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ’ εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ’ Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι’ εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.

Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί — εμβατήριο τέλειο —
κι’ είχε κάτω απ’ τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά—
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.

Κι’ εγώ την ειχ’ αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ’ τ’ αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει…

Κι’ ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι’ οι Άγιοι του, για με πια ουδ’ αρωτάγαν
κι’ ενώ ουδ’ εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού — αυτηνής —
— κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν…

Και πέθανε… Και με παπά τη θάψαμε! και να
—μ’ αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ’ τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε.

Larry Cool, ποίηση

Ἀνέμελος Νεκρὸς

Κρατῶ στὴν παλάμη τὸ μυαλό μου
Ἐντός του ὑποφώσκουν ὁ κόσμος καὶ ὁ βίος μου:

…βρίσκομαι ἀποκλεισμένος στὴ “Μεγάλη Βρετάνια”
Στὴν κορνίζα τῆς ὀροφῆς,
Κουρνιάζουν ἀγγελούδια μὲ γούνινα μάτια
Στὸ πλακόστρωτο ἕρπει ὁ παραπληγικὸς Σόϊμπλε
Ῥάμφη τοῦ τρυποῦν ἐκ τῶν ἔνδον τὸ πρόσωπο 
Ὄρνεα μέσα του τοῦ καταβροχθίζουν τοὺς ὀφθαλμοὺς
Διακοπὴ ῥεύματος…
Βυθίζω τὰ χέρια στὸ σῶμα τῆς μαγείρισσας
Τῆς ἀναδεύω μὲ λαγνεία τὰ σπλάγχνα
Χώνει τὰ δάκτυλα καὶ πιάνει τὴν καρδιά μου
-«Δὲν μ’ἀγαπᾶς» διαπιστώνει, «νὰ γαμήσῃς θέλεις»…

Κλειδώνω τὴν φαιὰ οὐσία σ’ἕνα συρτάρι
Τὸ ἄδειο μου κρανίο,
Εἶναι τὸ πανδοχεῖο τῶν ἀνέμων.

***
Ἀπὸ τὴν μυρωδιὰ θὰ εἰσέλθουμε στὴν Οὐτοπία

Ἄνθρωποι διασταυρώνονται στοὺς δρόμους
Περνοῦν ἀπρόσκοπτα ὁ ἕνας μέσα ἀπ’τὸν ἄλλον,
Προκαλῶντας ἠλεκτρικὲς ἐκκενώσεις.

Ντριίν, ἀνοίγω· ἀντικρίζω μιὰν ἄγνωστη
-«Μὲ καταδιώκουν οἱ ἀρχές,» λέει μὲ κομμένη ἀνάσα
Μ’ἕνα αἰφνίδιο ἅλμα,
Βρίσκεται ὀκλαδὸν στὸ πρόσωπό μου
Ἀπ’τὴ μυρωδιὰ τοῦ μουνιοῦ της,
Ὁ νοῦς εἰσέρχεται σὲ μιὰν ἱδρωμένη οὐτοπία
Στὸ στόμα της ἀναβλύζει μελάνη,
Ἐμβάφει τὴν γραφίδα καὶ γράφει:
“Ποίημα, ποιητής κι ἀναγνώστης, ταυτίζονται”
Φτύνει τὴν μελάνη κι ἁπλώνεται νύκτα.

Ἐναερίτες ποιητές,
Καταρριχῶνται ἀθόρυβα ἀπ’τὴν κοιλιὰ τοῦ νέφους
Πάνω στὶς γλῶσσες τους τρεμοφέγγουν φλογίτσες
Καταλαμβάνουν τὴν πόλη, καίουν ὅλο τὸ χρῆμα.

***

© Larry Cool 
image © ffffound

Κωνσταντίνος Καβάφης, Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων

 

Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων

Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια
ο κόσμος να την δει να κλαίει και να θρηνεί·
και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή.
Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της
απ’ τον καϋμό και τα τυράννια της.
Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε·
και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Aλεξάνδρεια,
πήρε τον υιό της στον ναό του Ποσειδώνος,
και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε
και τον ασπάζονταν, «διαλγούντα», λέγει
ο Πλούταρχος, «και συντεταραγμένον».
Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε·
και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα
είπε στον Κλεομένη «Άγε, ω βασιλεύ
Λακεδαιμονίων, όπως, επάν έξω
γενώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας
ημάς μηδέ ανάξιόν τι της Σπάρτης
ποιούντας. Τούτο γαρ εφ’ ημίν μόνον·
αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων διδώ, πάρεισι.»

Και μες στο πλοίο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ».

Σωτήρης Σελαβής, Κασετίνα -ποίηση

Αρχείο 25/04/2013

Εκδόσεις Περισπωμένη, 2013

Ι

Ἀπόψε, ἡ λύπη μου εἶναι μιὰ λύπη καραβιῶν
ποὺ ἀνοίγουν μέσα μου ἀποβάθρες καὶ λιμάνια
τὰ μήκη καὶ τὰ πλάτη χαμένων ταξιδιῶν
τῆς ἀπεραντοσύνης τὰ ὑδάτινα στεφάνια.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σωτήρης Σελαβής, Κασετίνα -ποίηση»

Απόστολος Θηβαίος, «Ο άνθρωπος των ρεμβασμών»

Αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καβάφη,
Τον Οικουμενικό και τον Ερωτικό.

Τον αναγνώρισα με κάποια δυσκολία, καθώς στεκόταν σε μια μακρινή πια απόσταση. Έφερε απλά σημάδια γήρατος, ο χρόνος είχε διανύσει ήδη ολόκληρες εποχές. Ήταν καλοντυμένος, με ένα από εκείνα τα βρετανικά κοστούμια τύπου london cut που τόση εντύπωση προξενούν με την κομψότητά τους. Κάθε τόσο, με έναν εκλεπτυσμένο τρόπο που δεν θα μαρτυρούσε ποτέ την ενόχλησή του από την τόση θερμή ημέρα, εκκινούσε το καπέλο του, τύπου παναμά, κίτρινου, ανοιχτού χρώματος. Φανέρωνε την εντύπωση ενός πολύ αριστοκρατικού ανθρώπου με ανάλογες καταβολές. Δεν θα μπορούσες με τίποτα να φανταστείς ένα τέτοιο τύπο μες σε τούτα τα καφενεία με τους ύποπτους νεαρούς, τους χαρτοπαίκτες, τις ύποπτες συναλλαγές. Ετούτα τα μέρη προσελκύουν μονάχα την έξαψη και την αισχρότητα παράξενων ανδρών, πλάι στο λιμένα με τα παλιά, πορφυρά συντρίμμια ενός φάρου που λέγεται πως κάποτε ανεγέρθηκε σε αυτόν τον τόπο υπάρχουν παραπήγματα με μια απρόσμενη κοσμοσυρροή. Ο ηλικιωμένος, κομψός άνδρας τους παρατηρούσε, κάποτε το ενδιαφέρον του διέγειρε κάποιο από τα νεανικά αγόρια που πουλούν μαστίχα ή τάχα εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες στις ανυπόφορες, θερμές αναμονές τους.

 

    Έπειτα ανασηκώθηκε από τη θέση του. Ήταν μεσημέρι, αργά πολύ, οι εργαζόμενοι της εταιρείας υδρεύσεως τέτοια ώρα περπατούν νωθροί στην προκυμαία, ψωνίζουν καπνό και έπειτα χάνονται σε δρόμους με σιδηρουργεία και ταβέρνες κλειστές. Ανασηκώθηκε, άφησε το αντίτιμο της παραγγελίας του και πλησίασε αργά, αιώνιο το βήμα του ανθρώπου εκείνου καθώς περιφερόταν τάχα άσκοπα μα εποφθαλμιούσε πια με έκδηλο τρόπο εκείνο το αγόρι στη μέσα σάλα. Ήταν ένα αγόρι, σχεδόν ποιητικό, με πρόσχημα και πόζα ακαδημαϊκή. Μα σε τέτοια μέρη δεν συχνάζουν παρά διψασμένοι και φορτισμένοι άνθρωποι και το αγόρι ετούτο φέρει όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά που είναι της νεότητος. Με τι ανεπαίσθητο και διακριτικό τρόπο ο άνδρας εκείνος πλησιάζει το αγόρι, πώς του μιλά, με τι τρυφερότητα περιεργάζεται τα βιβλία του, τα ακουμπά με δύναμη γιατί είναι πριν πιασμένα από τα σφιχτά, τα παρθένα χέρια του παιδιού. Έπειτα η σιωπή και ο καπνός που τους κρύβει καθώς καίγονται και λιώνουν τα κάδρα, οι φωτογραφίες στους τοίχους, πέφτει βαριά, υπέροχη σκιά, καθώς πεθαίνει το μεσημέρι στην Αλεξάνδρεια. Τώρα οι Αγριάνες τοξότες, παιδιά από τα βουνά του Άτλαντα, με τατουάζ και εκδορές εγκαταλείπουν το χαμαιτυπείο και έτσι ο άνδρας με το παιδί μιλούν χαμηλόφωνα, εκείνος του υποδεικνύει τα βρώμικα δωμάτια πάνω από την ταβέρνα και ύστερα αποχωρούν και οι δυο, με τόση, Θε μου ενοχή! Και είναι λησμονημένα πια τα βιβλία και η σχολή και ο τόσος ακαδημαϊσμός, είναι λησμονημένος και αυτός και εξαντλημένος και όλες του κόσμου οι ελπίδες, διαψευσμένες και αυτές και να βρέχει τώρα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και εκείνοι οι δυο πώς δένονται και αφήνονται και τα σημάδια, τα δυνατά χέρια, λείο, γλυπτό της νεότητος το σώμα. Τους είδα που φύγαν, αραιά, σαν να μην γνωρίζονται και να ’ναι τυχαίο το συναπάντημά τους. Οι εργάτες τους κοίταξαν βέβαια με υποψίες, μα και εκείνων τα σώματα ποιος ξέρει σε τι κλίνες έχουν κυλησθεί. Δίστασε να φύγει. Ξυπνούσε η πόλη τώρα, ξανά οι ίδιες, τρωικές μορφές, οι βάρβαροι ξανά στα σύνορα, τώρα που ο έρωτας σκοτώθηκε σε εκείνα τα δωμάτια, τώρα τίποτε, κανένα σημάδι από το μυστικό, εκείνο θίασο που μας μεθά. Τίποτε. Ο κομψός, ηλικιωμένος άνδρας συνέχισε αργά το βήμα του. Απομακρύνθηκε και έπειτα με τον πιο διακριτικό τρόπο, καθώς, ας πούμε μια καταιγίδα που έχει ένα αδιάφορο ξεκίνημα, πέρασε μες στην ιστορία, έγινε ορίζοντας. Το καπέλο τύπου παναμά τώρα πετά ψηλότερα, η κορδέλα του πώς ανοίγει και εκείνο το όνομα του ένδοξου πλοίου που πιάνεται στα πιο ψηλά σημεία, φτάνει σε εξώστες και τελικά αποκαλύπτεται για πάντα. Μιλώ για εκείνο το στίχο που σημαίνει ταξίδι και ανήκει στις τάξεις των ιδεών. Ο κομψός, εκείνος άνδρας έγραψε, λένε με όλο του το σώμα, με τα δάκρυα και τις ακαθαρσίες και τα αμαρτήματά του. Ο άνδρας εκείνος, μες στον κοσμοπολιτισμό και την πλούσια αύρα της πόλεως του αρνήθηκε το χρυσάφι και έτσι σοφός και πικραμένος αντίκρισε τον κόσμο, ευρύτερο από τις πιο πλατιές φυλακές. Της ψυχής και της ανθρώπινης ιστορίας σκληρά δεσμά. «Έτσι, πολύ ατένισε…» ο άνθρωπος αυτός.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Γιάννης Λειβαδάς: La Chope Daguerre + Ποιήματα Κελύφους


Εκδόσεις Κέδρος

Η ατέλεια μες στην οποία το μάταιο
Είμαι το σφυρί και το αμόνι
και η διαμόρφωση ανάμεσα.
Η ατέλεια μες στην οποία
το μάταιο
σφυρηλατείται
ακατάπαυστα.
Γράφω το βιογραφικό
ενός μέχρι
προ ολίγου
αδιάβατου χρόνου
πάνω στο χαρτί περιτυλίγματος
του δημιουργού.
Εδώ συνεχίζεις εσύ.
***
Κάθομαι σʼ όλες τις καρέκλες
Κάθομαι σʼ όλες τις καρέκλες
γιατί δεν υπάρχει θέση
για την τέχνη
που ξεκίνησε το
2008 το 2011
Ή το 2012
Σταγόνες απʼ το πουκάμισό μου
που στεγνώνει.
Οι καμπανιές της Σεν Ζενεβιέβ
καθότι οι κλώνοι δεν είναι θεματοφύλακες•
οι δημοκράτες είναι φτιαγμένοι
να πέφτουν από τα σύννεφα.
Το αδυσώπητο επικεφαλής.
Μια νύχτα στεφάνι στο απροκάλυπτο.
Τα προβλήματα είναι λύση.
Τα οστά μου σούπα
μέσα στου τάφου μου
τη λάσπη.
***
©Γιάννης Λειβαδάς

Χάρης Γαντζούδης, Απόδραση -διήγημα

Αρχείο 23/04/2013

Κυριακή. Μισούσε τις Κυριακές. Ήταν αναγκασμένος να μένει όλη τη μέρα σπίτι και να τρώει στη μάπα την άθλια πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε τα τελευταία χρόνια. Πότε άρχισε να αισθάνεται έτσι; Πότε έπιασε για πρώτη φορά τον εαυτό του να θέλει να αποδράσει; Ούτε που θυμάται.
    Καθισμένος στην πολυθρόνα διάβαζε την εφημερίδα του. Ψέματα. Η εφημερίδα ήταν πρόσχημα. Απλώς ήθελε να αποκοπεί από το υπόλοιπο περιβάλλον. Είχε την ανάγκη να υψώσει έναν τοίχο, έστω και χάρτινο, να μη βλέπει. Το έκανε συχνά τελευταία…

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χάρης Γαντζούδης, Απόδραση -διήγημα»