Νίκος Γκάτσος, Ἀμοργός

 
Κακοὶ μάρτυρες ἀνθρώποισιν ὀφθαλμοὶ
καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχὰς ἐχόντων.
HPAKΛEITOΣ

Μὲ τὴν πατρίδα τους δεμένη στὰ πανιὰ καὶ τὰ κουπιὰ στὸν ἄνεμο κρεμασμένα
Οἱ ναυαγοὶ κοιμήθηκαν ἥμεροι σὰν ἀγρίμια νεκρὰ μέσα στῶν σφουγγαριῶν τὰ σεντόνια
Ἀλλὰ τὰ μάτια τῶν φυκιῶν εἶναι στραμένα στὴ θάλασσα
Μήπως τοὺς ξαναφέρει ὁ νοτιᾶς μὲ τὰ φρεσκοβαμένα λατίνια
Κι ἕνας χαμένος ἐλέφαντας ἀξίζει πάντοτε πιὸ πολὺ ἀπὸ δυὸ στήθια κοριτσιοῦ ποὺ σαλεύουν
Μόνο ν᾿ ἀνάψουνε στὰ βουνὰ οἱ στέγες τῶν ἐρημοκκλησιῶν μὲ τὸ μεράκι τοῦ ἀποσπερίτη
Νὰ κυματίσουνε τὰ πουλιὰ στῆς λεμονιᾶς τὰ κατάρτια
Μὲ τῆς καινούργιας περπατησιᾶς τὸ σταθερὸ ἄσπρο φύσημα
Καὶ τότε θά ῾ρθουν ἀέρηδες σώματα κύκνων ποὺ μείνανε ἄσπιλοι τρυφεροὶ καὶ ἀκίνητοι
Μὲς στοὺς ὁδοστρωτῆρες τῶν μαγαζιῶν μέσα στῶν λαχανόκηπων τοὺς κυκλῶνες
Ὅταν τὰ μάτια τῶν γυναικῶν γίναν κάρβουνα κι ἔσπασαν οἱ καρδιὲς τῶν καστανάδων
Ὅταν ὁ θερισμὸς ἐσταμάτησε κι ἄρχισαν οἱ ἐλπίδες τῶν γρύλων

Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν κι ἐσεῖς παλληκάρια μου μὲ τὸ κρασὶ τὰ φιλιὰ καὶ τὰ φύλλα στὸ στόμα σας
Θέλω νὰ βγεῖτε γυμνοὶ στὰ ποτάμια
Νὰ τραγουδῆστε τὴ Μπαρμπαριὰ ὅπως ὁ ξυλουργὸς κυνηγάει τοὺς σκίνους
Ὅπως περνάει ἡ ὄχεντρα μὲς ἀπ᾿ τὰ περιβόλια τῶν κριθαριῶν
Μὲ τὰ περήφανα μάτια της ὀργισμένα
Κι ὅπως οἱ ἀστραπὲς ἁλωνίζουν τὰ νιάτα.

Καὶ μὴ γελᾶς καὶ μὴν κλαῖς καὶ μὴ χαίρεσαι
Μὴ σφίγγεις ἄδικα τὰ παπούτσια σου σὰ νὰ φυτεύεις πλατάνια
Μὴ γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δὲν εἶναι ὁ σταυραητὸς ἕνα κλεισμένο συρτάρι
Δὲν εἶναι δάκρυ κορομηλιᾶς οὔτε χαμόγελο νούφαρου
Οὔτε φανέλα περιστεριοῦ καὶ μαντολίνο Σουλτάνου
Οὔτε μεταξωτὴ φορεσιὰ γιὰ τὸ κεφάλι τῆς φάλαινας.
Εἶναι πριόνι θαλασσινὸ ποὺ πετσοκόβει τοὺς γλάρους
Εἶναι προσκέφαλο μαραγκοῦ εἶναι ρολόι ζητιάνου
Εἶναι φωτιὰ σ᾿ ἕνα γύφτικο ποὺ κοροϊδεύει τὶς παπαδιὲς καὶ νανουρίζει τὰ κρίνα
Εἶναι τῶν Τούρκων συμπεθεριὸ τῶν Αὐστραλῶν πανηγύρι
Εἶναι λημέρι τῶν Οὔγγρων
Ποὺ τὸ χινόπωρο οἱ φουντουκιὲς πᾶνε κρυφὰ κι ἀνταμώνουνται
Βλέπουν τοὺς φρόνιμους πελαργοὺς νὰ βάφουν μαῦρα τ᾿ αὐγά τους
Καὶ τόνε κλαῖνε κι αὐτὲς
Καῖνε τὰ νυχτικά τους καὶ φοροῦν τὸ μισοφόρι τῆς πάπιας
Στρώνουν ἀστέρια καταγῆς γιὰ νὰ πατήσουν οἱ βασιλιάδες
Μὲ τ᾿ ἀσημένια τους χαϊμαλιὰ μὲ τὴν κορώνα καὶ τὴν πορφύρα
Σκορπᾶνε δεντρολίβανο στὶς βραγιὲς
Γιὰ νὰ περάσουν οἱ ποντικοὶ νὰ πᾶνε σ᾿ ἄλλο κελλάρι
Νὰ μποῦνε σ᾿ ἄλλες ἐκκλησιὲς νὰ φᾶν τὶς Ἅγιες Τράπεζες
Κι οἱ κουκουβάγιες παιδιά μου
Οἱ κουκουβάγιες οὐρλιάζουνε
Κι οἱ πεθαμένες καλογριὲς σηκώνουνται νὰ χορέψουν
Μὲ ντέφια τούμπανα καὶ βιολιὰ μὲ πίπιζες καὶ λαγοῦτα
Μὲ φλάμπουρα καὶ μὲ θυμιατὰ μὲ βότανα καὶ μαγνάδια
Μὲ τῆς ἀρκούδας τὸ βρακὶ στὴν παγωμένη κοιλάδα
Τρῶνε τὰ μανιτάρια τῶν κουναβιῶν
Παίζουν κορῶνα-γράμματα τὸ δαχτυλίδι τ᾿ Ἅη-Γιαννιοῦ καὶ τὰ φλουριὰ τοῦ Ἀράπη
Περιγελᾶνε τὶς μάγισσες
Κόβουν τὰ γένια ἑνὸς παπᾶ μὲ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ γιαταγάνι
Λούζονται μὲς στὴν ἄχνη τοῦ λιβανιοῦ
Κι ὕστερα ψέλνοντας ἀργὰ μπαίνουν ξανὰ στὴ γῆ καὶ σωπαίνουν
Ὅπως σωπαίνουν τὰ κύματα ὅπως ὁ κοῦκος τὴ χαραυγὴ ὅπως ὁ λύχνος τὸ βράδυ.

Ἔτσι σ᾿ ἕνα πιθάρι βαθὺ τὸ σταφύλι ξεραίνεται καὶ στὸ καμπαναριὸ μιᾶς συκιᾶς κιτρινίζει τὸ μῆλο
Ἔτσι μὲ μιὰ γραβάτα φανταχτερὴ
Στὴν τέντα τῆς κληματαριᾶς τὸ καλοκαίρι ἀνασαίνει
Ἔτσι κοιμᾶται ὁλόγυμνη μέσα στὶς ἄσπρες κερασιὲς μία τρυφερή μου ἀγάπη
Ἕνα κορίτσι ἀμάραντο σὰ μυγδαλιᾶς κλωνάρι
Μὲ τὸ κεφάλι στὸν ἀγκώνα της γερτὸ καὶ τὴν παλάμη πάνω στὸ φλουρί της
Πάνω στὴν πρωινή του θαλπωρὴ ὅταν σιγὰ σιγὰ σὰν τὸν κλέφτη
Ἀπὸ τὸ παραθύρι τῆς ἄνοιξης μπαίνει ὁ αὐγερινὸς νὰ τὴν ξυπνήσει!

Λένε πὼς τρέμουν τὰ βουνὰ καὶ πὼς θυμώνουν τὰ ἔλατα
Ὅταν ἡ νύχτα ροκανάει τὶς πρόκες τῶν κεραμιδιῶν νὰ μποῦν οἱ καλικάντζαροι μέσα
Ὅταν ρουφάει ἡ κόλαση τὸν ἀφρισμένο μόχθο τῶν χειμάῤῥων
Ἢ ὅταν ἡ χωρίστρα τῆς πιπεριᾶς γίνεται τοῦ βοριᾶ κλωτσοσκούφι.

Μόνο τὰ βόδια τῶν Ἀχαιῶν μὲς στὰ παχιὰ λιβάδια τῆς Θεσσαλίας
Βόσκουν ἀκμαῖα καὶ δυνατὰ μὲ τὸν αἰώνιο ἥλιο ποὺ τὰ κοιτάζει
Τρῶνε χορτάρι πράσινο φύλλα τῆς λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρὸ νερὸ μὲς στ᾿ αὐλάκια
Μυρίζουν τὸν ἱδρώτα τῆς γῆς κι ὕστερα πέφτουνε βαριὰ κάτω ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τῆς ἰτιᾶς νὰ κοιμηθοῦνε.

Πετᾶτε τοὺς νεκροὺς εἶπ᾿ ὁ Ἡράκλειτος κι εἶδε τὸν οὐρανὸ νὰ χλωμιάζει
Κι εἶδε στὴ λάσπη δυὸ μικρὰ κυκλάμινα νὰ φιλιοῦνται
Κι ἔπεσε νὰ φιλήσει κι αὐτὸς τὸ πεθαμένο σῶμα του μὲς στὸ φιλόξενο χῶμα
Ὅπως ὁ λύκος κατεβαίνει ἀπ᾿ τοὺς δρυμοὺς νὰ δεῖ τὸ ψόφιο σκυλὶ καὶ νὰ κλάψει.
Τί νὰ μοῦ κάμει ἡ σταλαγματιὰ ποὺ λάμπει στὸ μέτωπό σου;
Τὸ ξέρω πάνω στὰ χείλια σου ἔγραψε ὁ κεραυνὸς τ᾿ ὄνομά του
Τὸ ξέρω μέσα στὰ μάτια σου ἔχτισε ἕνας ἀητὸς τὴ φωλιά του
Μὰ ἐδῶ στὴν ὄχτη τὴν ὑγρὴ μόνο ἕνας δρόμος ὑπάρχει
Μόνο ἕνας δρόμος ἀπατηλὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν περάσεις
Πρέπει στὸ αἷμα νὰ βουτηχτεῖς πρὶν ὁ καιρὸς σὲ προφτάσει
Καὶ νὰ διαβεῖς ἀντίπερα νὰ ξαναβρεῖς τοὺς συντρόφους σου
Ἄνθη πουλιὰ ἐλάφια
Νὰ βρεῖς μίαν ἄλλη θάλασσα μίαν ἄλλη ἁπαλοσύνη
Νὰ πιάσεις ἀπὸ τὰ λουριὰ τοῦ Ἀχιλλέα τ᾿ ἄλογα
Ἀντὶ νὰ κάθεσαι βουβὴ τὸν ποταμὸ νὰ μαλώνεις
Τὸν ποταμὸ νὰ λιθοβολεῖς ὅπως ἡ μάνα τοῦ Κίτσου.
Γιατί κι ἐσὺ θά ῾χεις χαθεῖ κι ἡ ὀμορφιά σου θά ῾χει γεράσει.
Μέσα στοὺς κλώνους μιᾶς λυγαριᾶς βλέπω τὸ παιδικό σου πουκάμισο νὰ στεγνώνει
Πάρ᾿ το σημαία τῆς ζωῆς νὰ σαβανώσεις τὸ θάνατο
Κι ἂς μὴ λυγίσει ἡ καρδιά σου
Κι ἂς μὴν κυλήσει τὸ δάκρυ σου πάνω στὴν ἀδυσώπητη τούτη γῆ
Ὅπως ἐκύλησε μιὰ φορὰ στὴν παγωμένη ἐρημιὰ τὸ δάκρυ τοῦ πιγκουίνου
Δὲν ὠφελεῖ τὸ παράπονο
Ἴδια παντοῦ θά ῾ναι ἡ ζωὴ μὲ τὸ σουραύλι τῶν φιδιῶν στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων
Μὲ τὸ τραγούδι τῶν ληστῶν στὰ δάση τῶν ἀρωμάτων
Μὲ τὸ μαχαίρι ἑνὸς καημοῦ στὰ μάγουλα τῆς ἐλπίδας
Μὲ τὸ μαράζι μιᾶς ἄνοιξης στὰ φυλλοκάρδια τοῦ γκιώνη
Φτάνει ἕνα ἀλέτρι νὰ βρεθεῖ κι ἕνα δρεπάνι κοφτερὸ σ᾿ ἕνα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν᾿ ἀνθίσει μόνο
Λίγο στάρι γιὰ τὶς γιορτὲς λίγο κρασὶ γιὰ τὴ θύμηση λίγο νερὸ γιὰ τὴ σκόνη…

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ ἥλιος δὲν ἀνατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε νὰ κοροϊδέψουν τ᾿ ἄστρα
Μόνο φυτρώνουν ἄλογα στὶς μυρμηγκοφωλιὲς
Καὶ νυχτερίδες τρῶν πουλιὰ καὶ κατουρᾶνε σπέρμα.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ δὲ βασιλεύει ἡ νύχτα
Μόνο ξερνᾶν οἱ φυλλωσιὲς ἕνα ποτάμι δάκρυα
Ὅταν περνάει ὁ διάβολος νὰ καβαλήσει τὰ σκυλιὰ
Καὶ τὰ κοράκια κολυμπᾶν σ᾿ ἕνα πηγάδι μ᾿ αἷμα.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ τὸ μάτι ἔχει στερέψει
Ἔχει παγώσει τὸ μυαλὸ κι ἔχει ἡ καρδιὰ πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιῶν στὰ δόντια τῆς ἀράχνης
Σκούζουν ἀκρίδες νηστικὲς σὲ βρυκολάκων πόδια.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ βγαίνει χορτάρι μαῦρο
Μόνο ἕνα βράδυ τοῦ Μαγιοῦ πέρασε ἕνας ἀγέρας
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.

Κι ἂν θὰ διψάσεις γιὰ νερὸ θὰ στίψουμε ἕνα σύννεφο
Κι ἂν θὰ πεινάσεις γιὰ ψωμὶ θὰ σφάξουμε ἕνα ἀηδόνι
Μόνο καρτέρει μία στιγμὴ ν᾿ ἀνοίξει ὁ πικραπήγανος
N᾿ ἀστράψει ὁ μαῦρος οὐρανὸς νὰ λουλουδίσει ὁ φλόμος.

Μὰ εἶταν ἀγέρας κι ἔφυγε κορυδαλλὸς κι ἐχάθη
Εἶταν τοῦ Μάη τὸ πρόσωπο τοῦ φεγγαριοῦ ἡ ἀσπράδα
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.

Ξύπνησε γάργαρο νερὸ ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ πεύκου νὰ βρεῖς τὰ μάτια τῶν σπουργιτιῶν καὶ νὰ τὰ ζωντανέψεις ποτίζοντας τὸ χῶμα μὲ μυρωδιὰ βασιλικοῦ καὶ μὲ σφυρίγματα σαύρας. Τὸ ξέρω εἶσαι μία φλέβα γυμνὴ κάτω ἀπὸ τὸ φοβερὸ βλέμμα τοῦ ἀνέμου εἶσαι μία σπίθα βουβὴ μέσα στὸ λαμπερὸ πλῆθος τῶν ἄστρων. Δὲ σὲ προσέχει κανεὶς κανεὶς δὲ σταματᾶ ν᾿ ἀκούσει τὴν ἀνάσα σου μὰ σὺ μὲ τὸ βαρύ σου περπάτημα μὲς στὴν ἀγέρωχη φύση θὰ φτάσεις μία μέρα στὰ φύλλα τῆς βερυκοκιᾶς θ᾿ ἀνέβεις στὰ λυγερὰ κορμιὰ τῶν μικρῶν σπάρτων καὶ θὰ κυλήσεις ἀπὸ τὰ μάτια μιᾶς ἀγαπητικιᾶς σὰν ἐφηβικὸ φεγγάρι. Ὑπάρχει μία πέτρα ἀθάνατη ποὺ κάποτε περαστικὸς ἕνας ἀνθρώπινος ἄγγελος ἔγραψε τ᾿ ὄνομά του ἐπάνω της κι ἕνα τραγούδι ποὺ δὲν τὸ ξέρει ἀκόμα κανεὶς οὔτε τὰ πιὸ τρελὰ παιδιὰ οὔτε τὰ πιὸ σοφὰ τ᾿ ἀηδόνια. Εἶναι κλεισμένη τώρα σὲ μιὰ σπηλιὰ τοῦ βουνοῦ Ντέβι μέσα στὶς λαγκαδιὲς καὶ στὰ φαράγγια τῆς πατρικῆς μου γῆς μὰ ὅταν ἀνοίξει κάποτε καὶ τιναχτεῖ ἐνάντια στὴ φθορὰ καὶ στὸ χρόνο αὐτὸ τὸ ἀγγελικὸ τραγούδι θὰ πάψει ξαφνικὰ ἡ βροχὴ καὶ θὰ στεγνώσουν οἱ λάσπες τὰ χιόνια θὰ λιώσουν στὰ βουνὰ θὰ κελαηδήσει ὁ ἄνεμος τὰ χελιδόνια θ᾿ ἀναστηθοῦν οἱ λυγαριὲς θὰ ριγήσουν κι οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ κρύα μάτια καὶ τὰ χλωμὰ πρόσωπα ὅταν ἀκούσουν τὶς καμπάνες νὰ χτυπᾶν μέσα στὰ ραγισμένα καμπαναριὰ μοναχές τους θὰ βροῦν καπέλα γιορτινὰ νὰ φορέσουν καὶ φιόγκους φανταχτεροὺς νὰ δέσουν στὰ παπούτσια τους. Γιατὶ τότε κανεὶς δὲ θ᾿ ἀστιεύεται πιὰ τὸ αἷμα τῶν ρυακιῶν θὰ ξεχειλίσει τὰ ζῷα θὰ κόψουν τὰ χαλινάρια τους στὰ παχνιὰ τὸ χόρτο θὰ πρασινίσει στοὺς στάβλους στὰ κεραμίδια θὰ πεταχτοῦν ὁλόχλωρες παπαροῦνες καὶ μάηδες καὶ σ᾿ ὅλα τὰ σταυροδρόμια θ᾿ ἀνάψουν κόκκινες φωτιὲς τὰ μεσάνυχτα. Τότε θὰ ῾ρθοῦν σιγὰ-σιγὰ τὰ φοβισμένα κορίτσια γιὰ νὰ πετάξουν τὸ τελευταῖο τους ροῦχο στὴ φωτιὰ κι ὁλόγυμνα θὰ χορέψουν τριγύρω της ὅπως τὴν ἐποχὴ ἀκριβῶς ποὺ εἴμασταν κι ἐμεῖς νέοι κι ἄνοιγε ἕνα παράθυρο τὴν αὐγὴ γιὰ νὰ φυτρώσει στὸ στῆθος τους ἕνα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιὰ ἴσως ἡ μνήμη τῶν προγόνων νὰ εἶναι βαθύτερη παρηγοριὰ καὶ πιὸ πολύτιμη συντροφιὰ ἀπὸ μία χούφτα ροδόσταμο καὶ τὸ μεθύσι τῆς ὀμορφιᾶς τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Εὐρώτα. Καληνύχτα λοιπὸν βλέπω σωροὺς πεφτάστερα νὰ σᾶς λικνίζουν τὰ ὄνειρα μὰ ἐγὼ κρατῶ στὰ δάχτυλά μου τὴ μουσικὴ γιὰ μία καλύτερη μέρα. Οἱ ταξιδιῶτες τῶν Ἰνδιῶν ξέρουνε περισσότερα νὰ σᾶς ποῦν ἀπ᾿ τοὺς Βυζαντινοὺς χρονογράφους.

O ἄνθρωπος κατὰ τὸν ροῦν τῆς μυστηριώδους ζωῆς του
Κατέλιπεν εἰς τοὺς ἀπογόνους του δείγματα πολλαπλᾶ καὶ ἀντάξια τῆς ἀθανάτου καταγωγῆς του
Ὅπως ἐπίσης κατέλιπεν ἴχνη τῶν ἐρειπίων τοῦ λυκαυγοῦς χιονοστιβάδας οὐρανίων ἑρπετῶν χαρταετοὺς ἀδάμαντας καὶ βλέμματα ὑακίνθων
Ἐν μέσῳ ἀναστεναγμῶν δακρύων πείνης οἰμωγῶν καὶ τέφρας ὑπογείων φρεάτων.

Πόσο πολὺ σὲ ἀγάπησα ἐγὼ μονάχα τὸ ξέρω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.

Ἕνα καράβι μπαίνει στὸ γιαλὸ ἕνα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Μιὰ τούφα γαλανὸς καπνὸς μὲς στὸ τριανταφυλλὶ τοῦ ὁρίζοντα
Ἴδιος μὲ τὴ φτερούγα τοῦ γερανοῦ ποὺ σπαράζει
Στρατιὲς χελιδονιῶν περιμένουνε νὰ ποῦν στοὺς ἀντρειωμένους τὸ καλωσόρισες
Μπράτσα σηκώνουνται γυμνὰ μὲ χαραγμένες ἄγκυρες στὴ μασχάλη
Μπερδεύουνται κραυγὲς παιδιῶν μὲ τὸ κελάδημα τοῦ πουνέντε
Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μὲς στὰ ρουθούνια τῶν ἀγελάδων
Μαντήλια καλαματιανὰ κυματίζουνε
Καὶ μία καμπάνα μακρινὴ βάφει τὸν οὐρανὸ μὲ λουλάκι
Σὰν τὴ φωνὴ κάποιου σήμαντρου ποὺ ταξιδεύει μέσα στ᾿ ἀστέρια
Τόσους αἰῶνες φευγάτο
Ἀπὸ τῶν Γότθων τὴν ψυχὴ κι ἀπὸ τοὺς τρούλλους τῆς Βαλτιμόρης
Κι ἀπ᾿ τὴ χαμένη Ἁγια-Σοφιὰ τὸ μέγα μοναστήρι.
Μὰ πάνω στ᾿ ἀψηλὰ βουνὰ ποιοὶ νά ῾ναι αὐτοὶ ποὺ κοιτᾶνε
Μὲ τὴν ἀκύμαντη ματιὰ καὶ τὸ γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιᾶς πυρκαγιᾶς νά ῾ναι ἀντίλαλος αὐτὸς ὁ κουρνιαχτὸς στὸν ἀγέρα;
Μήνα ὁ Καλύβας πολεμάει μήνα ὁ Λεβεντογιάννης;
Μήπως ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες;
Οὐδ᾿ ὁ Καλύβας πολεμάει κι οὐδ᾿ ὁ Λεβεντογιάννης
Οὔτε κι ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες.
Πύργοι φυλᾶνε σιωπηλοὶ μία στοιχειωμένη πριγκίπισσα
Κορφὲς κυπαρισσιῶν συντροφεύουνε μία πεθαμένη ἀνεμώνη
Τσοπαναρέοι ἀτάραχοι μ᾿ ἕνα καλάμι φλαμουριᾶς λένε τὸ πρωινό τους τραγούδι
Ἕνας ἀνόητος κυνηγὸς ρίχνει μία ντουφεκιὰ στὰ τρυγόνια
Κι ἕνας παλιὸς ἀνεμόμυλος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους
Μὲ μία βελόνα δελφινιοῦ ράβει τὰ σάπια του πανιὰ μοναχός του
Καὶ κατεβαίνει ἀπ᾿ τὶς πλαγιὲς μὲ τὸν καράγιαλη πρίμα
Ὅπως κατέβαινε ὁ Ἄδωνις στὰ μονοπάτια τοῦ Χελμοῦ νὰ πεῖ μία καλησπέρα τῆς Γκόλφως.

Χρόνια καὶ χρόνια πάλεψα μὲ τὸ μελάνι καὶ τὸ σφυρὶ βασανισμένη καρδιά μου
Μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ σοῦ κάμω ἕνα κέντημα
Ἕνα ζουμπούλι πορτοκαλιᾶς
Μίαν ἀνθισμένη κυδωνιὰ νὰ σὲ παρηγορήσω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιὰ μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, δύο ποιήματα


Μάγια

Μάγια κορίτσι,
Μάγια πόρνη,
(άκου πώς ο άνεμος σφυρίζει τ΄όνομά σου)
αίσθηση είσαι
ανένταχτη στον χώρο και τον χρόνο,
προσκυνάς αυτόν που σε χάλασε

Αχόρταγη για το στόμα του
αφρός της θάλασσας
σύννεφο έτοιμο να πέσει
βροχή ηχηρή
(στο αγγιγμά του
γινόσουν μουσική!)

Γυμνή σιωπή
υπάρχει μέσα σου ένα πουλί
φυλακισμένο

Ιούλιο κάνατε έρωτα
πάνω στη θάλασσα
φθινόπωρο σε είχε κιόλας
σκοτώσει

Αγάπη μου,του είπες,
Μάγια,σε άλλους τόπους ξημερώνεσαι τώρα
έγινες ψιθύρισμα μοναχικό.
Αγάπη μου,του είπες,
πάρε τη σιωπή μου
δώσε μου τη λήθη.

***
 
Σαν αγρίμια

«…κι όμως, μου λές,μονάχα
μέσα από τα κορμιά μας
υπάρχουμε»

Σαν αγρίμια
γαντζώνεστε ο ένας πάνω στον άλλο
τον μυρίζεις
κάθε που έρχεται απ΄έξω
μπαίνεις μέσα στο στόμα του
ελέγχεις την υγρότητα της γλώσσας του
έπειτα αρχίζεις να τον τρως
μετά μανίας
επιδεικτικά
ξεδιάντροπα
κι αυτός αφήνεται
κι ενδίδει
και σκληραίνει
και σου επιτίθεται
σε βιάζει
κι αρχίζει τώρα να σε τρώει εκείνος
με λύσσα
να σου διαλύει το αιδοίο
με τους πιο απίθανους τρόπους
οδηγώντας σε
κάπου πολύ μακριά…
(Εκείνη την ώρα η Ποίηση
δεν έχει κανένα απολύτως νόημα)

***

Από τη συλλογή «Η Μυστική Ζωή της Μάγιας Μ.»

Copyright© Ασημίνα Ξηρογιάννη 

photo©Zeanna Romanovna

Περιηγήσεις Ναυτίλου: James Joyce, Οδυσσέας [17]

Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.

James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).
James Joyce: Ulysses. Penguin 1992, annotated by Kiberd (1960).
16. Εύμαιος
Στο «Καταφύγιο του Αμαξά» περασμένα μεσάνυχτα.
Μετά τις περιπέτειες στην «Κίρκη», ο αποκαμωμένος Μπλουμ, ως καλός Σαμαρείτης, οδηγεί τον ζαλισμένο κι εξαντλημένο Στήβεν σε ένα κιόσκι αμαξάδων για μια ανάπαυλα. Εκεί, ανάμεσα σε απόκληρους του Δουβλίνου γίνεται η αναπάντεχη «αναγνώρισή» τους. Ο νηφάλιος, γήινος και πρακτικός Μπλουμ καταφέρνει να βρει σημεία επαφής με τον εσωστρεφή, είρωνα και διανοούμενο Στήβεν. Ο Οδυσσέας φεύγει μαζί με τον Τηλέμαχο από το καλύβι του Εύμαιου με κατεύθυνση την Ιθάκη.
«Παρόλο που δεν έβλεπαν τα πάντα με το ίδιο μάτι, οπωσδήποτε υπήρχε μια κάποια αναλογία, σαν, κατά κάποιο τρόπο, το μυαλό και των δυο τους να ταξίδευε στο ίδιο τραίνο σκέψης».
Η μεταμεσονύχτια γραφή του Τζόυς σχεδόν υπνοβατεί. Η κόπωση των ηρώων του «Εύμαιου» παρασύρει  και το ύφος του 16ου επεισοδίου. Οι φράσεις κομπιάζουν, σκοντάφτουν και χάνονται μες στα λαβυρινθώδη αδιέξοδα της σκέψης των κουρασμένων και ξενυχτισμένων οδοιπόρων. Μακρόσυρτες προτάσεις που μένουν ανολοκλήρωτες, άναρχη σύνταξη και αφθονία στερεοτύπων δημιουργούν μια νυσταλέα ατμόσφαιρα, που απλώνεται ως τον αναγνώστη για να τον υποβάλλει στη δοκιμασία της παραίτησης και της υπνηλίας. Αν μάλιστα έχει την ατυχία να διαβάζει τον Εύμαιο μεταμεσονύχτια, αναμφίβολα, θα καταλήξει στην αγκαλιά του «Μέρφυ»!
Ο «Εύμαιος» είναι ένα από τα πιο αριστοτεχνικά δομημένα κεφάλαια του «Οδυσσέα». Ο τρόπος με τον οποίον «σβήνει» είναι αριστουργηματικός. Ο αόρατος αφηγητής του θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο Μπλουμ (ως επίδοξος συγγραφέας) σε μια προσπάθειά του να αφηγηθεί λογοτεχνικά τις εμπειρίες του από το Καταφύγιο των αμαξάδων. Αν και η πρόζα είναι, τις περισσότερες φορές, μπλουμική, πλήθος στοιχείων συνηγορούν για το αντίθετο, προκαλώντας για μια ακόμη φορά τους μελετητές του Τζόυς!
Μεταφραστικά σχόλια
Για μια ακόμη φορά ο Καψάσκης δεν κατάφερε να αποδώσει σε ικανοποιητικό βαθμό το ύφος του επεισοδίου. Η μεταφραστική του ατολμία και αστοχία προδίδουν το κείμενο. Επιπλέον, σ’ αυτό το αλλόκοτο κεφάλαιο, πολύ συχνά, προσπαθεί να εξομαλύνει την ιδιόρρυθμη σύνταξη του πρωτοτύπου αλλοιώνοντας τη γραφή του Τζόυς.
Χαρακτηριστικά θα αναφέρω ένα απόσπασμα, από την πρώτη παράγραφο του κεφαλαίου, που το μεταφράζει και ο Μαραγκόπουλος, μένοντας όμως πιστός στην ασυνταξία του αγγλικού κειμένου:
(Καψάσκης) «Στη συνέχεια, ύστερα απ’ αυτά τα προεισαγωγικά και παρά το γεγονός ότι δεν θυμόταν να σήκωσε από το έδαφος το αρκούντως σαπουνισμένο μαντήλι του, μετά τις εξαιρετικές υπηρεσίες, που αυτό του είχε προσφέρει κατά το ξύρισμα, συνεχίζοντας το ξεσκόνισμα, προχώρησαν μαζί κατά μήκος της οδού Μπήβερ…»
«Accordingly, after a few such preliminaries, as, in spite of his having forgotten to take up his rather soapsuddy handkerchief after it had done yeoman service in the shaving line, brushing, they both walked together along Beaver street…»
(Μαραγκόπουλος) «Στη συνέχεια, ύστερα από κάτι τέτοια προκαταρκτικά, όπως, παρόλο που είχε ξεχάσει να σηκώσει το γεμάτο σαπουνάδες μαντήλι του αφού έκανε γενναία θητεία στην επιχείρηση ροκανίδια, το ξεσκόνισμα, περπάτησαν αμφότεροι στην οδό Μπήβερ…»
Σύμφωνα με τον Μαραγκόπουλο, η εκτενής δευτερεύουσα εναντιωματική πρόταση («παρόλο που είχε ξεχάσει» έως «ροκανίδια») μένει ασυμπλήρωτη, ενώ το προηγούμενο «όπως» ολοκληρώνεται μετά στη φράση «το ξεσκόνισμα». Ο Καψάσκης αφαιρεί το «όπως»(«as») εξομαλύνοντας τη σύνταξη. Επίσης μεταφράζει το shaving ως ξύρισμα ενώ πρόκειται, σύμφωνα με τα συμφραζόμενα, για ροκανίδια. Άλλωστε λίγες σειρές παραπάνω το είχε μεταφράσει σωστά.
1. σελ. 633, 13η & 24η σειρά. Αντί για «λατζέρισσα» («washkitchen»), πιο σωστό θα ήταν το «πλύστρα» (Gifford). Το αστείο εδώ γίνεται εντονότερο γιατί οι πλύστρες (ρούχων) βρίσκονται στην κατώτερη βαθμίδα του υπηρετικού προσωπικού καθώς δεν έχουν καμία επαφή με τους ένοικους του αρχοντικού.
2. σελ. 637, 10η σειρά. Πέρα πάλι από την αλλοίωση της σύνταξης, λείπουν μετά τη λέξη «Μάλλιγκαν» τα ακόλουθα: «ως καθοδηγητή, φιλόσοφο και φίλο». Το «εννοώ» δεν χρειάζεται.
3. σελ. 638, λίγο μετά τη μέση: «Το πλήθος των αμαξάδων…» («The hoi polloi of jarvies…»). Εδώ ο Τζόυς χρησιμοποιεί το ελληνικό: «οι πολλοί». Ο Καψάσκης όχι μόνο δεν το διατηρεί στη μετάφραση αλλά δεν χρησιμοποιεί και πλάγια γραφή για να δείξει ότι βρίσκεται με αυτή τη μορφή στο πρωτότυπο.
4. σελ. 651, λίγο πάνω από τη μέση και μετά τη φράση: «έχει αποδειχθεί οριστικά…» λείπει το εξής: «από μερικά από τα πιο γνωστά εδάφια της Αγίας Γραφής, πέρα απόσυμπαρομαρτούντα στοιχεία».
5. σελ. 655, 14η σειρά: «Είχε περάσει αναρίθμητες φορές από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος…». Στο πρωτότυπο αναφέρει μόνο «Ακρωτήριο» χωρίς όνομα και, σύμφωνα με τον Gifford, εννοεί μάλλον το Χορν. Τώρα γιατί ο Καψάσκης παίρνει την πρωτοβουλία να βάλει όνομα στο Ακρωτήρι, δεν μπορώ να καταλάβω. Είναι πάντως μια τακτική που τη συνηθίζει.
6. σελ. 663, 12η σειρά από το τέλος: «όταν απογινόταν» («when rotto»). Εννοεί: όταν κοκκίνιζε από το πολύ ποτό. Rotten with drink (Kiberd).

7. σελ. 671, 5η σειρά από το τέλος: «Εν τούτοις, η νεότης του Ιερέως…» («It does though, St Joseph’s sovereign…»). Πρόκειται για ένα σκοτεινό σημείο, που ο Gabler, στη διορθωμένη και αμφισβητούμενη έκδοσή του, συμπλήρωσε με κάποιες γαλλικές υβριστικές λέξεις («thievery alors. Bandez! Figne toi trop»). Πάντως, ως έχει, θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε: «Εν τούτοις, η κυριαρχία του Αγ. Ιωσήφ…». Πρόκειται μάλλον για μια καλυμμένη βλασφημία καθώς γίνεται αναφορά στην κυριαρχία του Ιωσήφ, έναντι του Θεού, όσον αφορά στην πατρότητα του Χριστού επί γης (Gifford).

8. σελ. 674, 13η σειρά: «…από τον απαραίτητο Τζόουνς» («…from the usual boy Jones…»). Boy Jones είναι ο ρουφιάνος στην ιρλανδική αργκό (Gifford). Συνεπώς θα το μετέφραζα: «… από τον συνήθη ρουφιάνο…»

Τζούλια Φορτούνη, ποίηση

 
~πρωινό εγερτήριο~

πάντα το φως του πρωινού
θα αποκαλύπτει το ευτελές υλικό
που συνθέτει τα όνειρα
καθώς τρυπώνει μες στις γρίλιες
και στα βαριά σκεπάσματα
όσο κι αν το σκοτάδι αντιστέκεται

ξημερώνει

και το φως ανοίγει ήδη
τις βελούδινες κουρτίνες της αυταπάτης
ενώ έξω στον κήπο ο χρόνος
κουρεύει ήδη το γρασίδι
μ΄ ένα ελαφρύ μειδίαμα

τι κι αν η συνήθεια
σερβίρει πάλι
αχνιστό καφέ
και τσάι στην τραπεζαρία

ξημερώνει

και τίποτα
δεν θάναι όπως χτες

***
~touch screen~

Η πόλη μετά τη βροχή
Το δάσος μετά το παραμύθι
Μια εικονική παρτίδα σκάκι
Που τέλειωσε πανηγυρικά
Γιατί ο στρατιώτης μου
Προχώρησε ίσια μπροστά

Μόνο και μόνο
Από αλλόκοτη επιθυμία
Να αγγίξει τη βασίλισσα
Την αμέμπτου ηθικής
Στα γόνατα

Παρασύρθηκαν στους δρόμους
Σκουπίδια καρέκλες και αυτοκίνητα
Στάζουν ακόμα οι ομπρέλες
Κλειστές στις ομπρελοθήκες
Στο ξέφωτο άνοιξε μια τρύπα
Εκεί που φύτρωνε άλλοτε
Το γιγάντιο μανιτάρι

Μα πού πήγαν όλοι;
Οι άνθρωποι. Οι δουλειές τους.
Τα πλάσματα. Τα Εφήμερα.

Καμία κίνηση
Ματ

***
~the end~

εκείνη τη νύχτα έπρεπε
να σκεπάσω τους καθρέφτες με λευκά σεντόνια
να σκουπίσω τα ίχνη μου στο πόμολο της πόρτας
να σφαλίσω τα παράθυρα
απέξω να μείνει η θαλασσινή αύρα
να εκτρέψω τον καταρράκτη που έβγαινε απ ΄το κάδρο
να μη σχηματιστεί αυτή η λιμνούλα με τα νούφαρα στο σαλόνι μας
ν’ αφήσω τον κύκνο να δραπετεύσει απ ΄το φωταγωγό

εκείνη τη νύχτα έπρεπε
να καθίσω δίπλα σου στον καναπέ
στο ξέφωτο του δάσους μας
με κείνη τη χελώνα να πηγαινοέρχεται στα πόδια μας
την ώρα που έβλεπες στις ειδήσεις
τ΄ όνομά μου και τη φωτογραφία μου στους εκλιπόντες
να σου δώσω ένα φιλί στο μάγουλο και να σου πω
«μη φοβάσαι
δεν είμαι νεκρή
απλώς σε προετοιμάζω για το χαμό μου»

δεν πρόλαβα
πάντα έρχεται πιο γρήγορα
πάντα πιο αιφνίδιο
το τέλος

*
copyright©Τζούλια Φορτούνη

*
photo©Christine Flavin, 1995

Στρατής Τσίρκας, Ο ύπνος του θεριστή

Mπήκε πρώτη, μα τα μάτια της, γεμάτα από τον ήλιο του δρόμου, δε βλέπαν τίποτα. Μια μυρωδιά ζυμαριού και μαραμένων τριαντάφυλλων την έκανε να σκεφτεί πως το σπίτι δε θ΄ αεριζόταν συχνά.

– Έχουν και κουρτίνες, είπε. Βαριές κουρτίνες. Κατά πού πέφτει το μπαλκόνι άραγε;
Προχώρησε ψηλαφώντας τον τοίχο. Σκόνταψε πάνω στο κρεβάτι που της έκοβε το δρόμο και στάθηκε. Τότε κείνος, τελειώνοντας με τα διπλοκλειδώματα της ξώπορτας, πάτησε το κουμπί του ηλεκτρικού και το δωμάτιο φωτίστηκε.
– Δηλαδή, μίλησε πάλι εκείνη, όλο το σπίτι είναι τούτο δω; Το κρεβάτι μόνο του πιάνει όλο το χώρο.
Ο άντρας αποκρίθηκε με μια κίνηση του κεφαλιού, σα να της έλεγε: «Για τη δουλειά που το θένε…». Αμέσως όμως κοκκίνισε και κοίταξε αλλού, ενώ τα χείλη εκεινής παίρναν την έκφραση μιας εύθυμης τρυφερότητας. Διασκέδαζε με τη στεναχώρια του. «Αγόρι μου», του είπε με τα μάτια της. Ύστερα πήγε στις κουρτίνες και με δυο κινήσεις τις τράβηξε. Άνοιξε την τζαμόπορτα και μπήκε ένα δροσερό βουητό. Διαπλάτωσε τα πατζούρια και φάνηκε η θάλασσα, ολοφώτεινη! Ξαφνιάστηκε που τη βρήκε τόσο κοντά, να τους χωρίζει μονάχα η άσφαλτο του δρόμου.
– Τι ωραία που είναι, είπε.
Ήταν μια θάλασσα ρηχή με πυκνά κυματάκια. Ο πρωινός ήλιος τη χρωμάτιζε πράσινη και πάνω της, κάτι γλάροι που λικνίζονταν, μοιάζαν με νούφαρα. «Τόσο κοντά μας… Προσιτή όπως την ευτυχία…» σκέφτηκε και γύρισε να του το πει.
Αυτός στεκόταν πάντα στην ίδια θέση, με το κουρεμένο του κεφάλι, το στρογγυλό και στέρεο και με κείνη τη διπλή χαρακιά στο κούτελο, που ’φερε μαζί του γυρίζοντας. Ήταν σα βράχος μαυρισμένος από τον ήλιο, γυαλιστερός και ρυτιδωμένος.
– Κώστα, του λέει. Να ’ξερες πόσο μετάνιωσα που τότε…
Πέντε χρόνια… «Αν δε σκοτωθεί» έλεγε στην αρχή. Αργότερα: «Αν δεν τον σκοτώσουν». Και στα δύο τελευταία: «Αν δε μου τον πεθάνουν…».
Και να τον σήμερα! Μ’ ακόμα δεν τον είχε φιλήσει.
Μάζεψε τα λουλούδια που ξεραίνονταν πάνω στο μάρμαρο του κομοδίνου και τα πέταξε έξω. Ύστερα έπιασε τα σεντόνια. Ήταν καθαρά, μα πόσο μεγάλα…
– Γιατί δε μου λες τίνος είναι;
– Σου είπα. Ενός φίλου που δεν τον ξέρεις.
– Και μπορούμε να μείνουμε όσο θέμε;
Ο Κώστας με το κεφάλι έκανε νόημα πως «ναι, ό σ ο θέμε».
– Θα πεινάσουμε.
Της έδειξε το πακέτο που βαστούσε.
– Είσαι φοβερός! Τι σ’ έκανε τόσο σίγουρο πως θα ’ρχόμουν; Γιατί να σε περίμενα; Τα χρόνια περνούν…
Το ύφος της, το τάχατε θυμωμένο στην αρχή γίνηκε μελαγχολικό καθώς ζητούσε με τα μάτια έναν καθρέφτη για να κοιταχτεί. Αρκέστηκε ν’ ακουμπήσει τα χέρια της ανάστροφα στους κροτάφους. Έσμιξε τα δάχτυλα πίσω κι ανασήκωσε λίγο τα μαλλιά, σα ν’ αέριζε το σβέρκο της.
– Τα γράμματά σου, της είπε αυτός.
– Α, ναι. Και δε μπορούσα να λέω ψέματα;
– Θα το καταλάβαινα.
Μερικοί γλάροι σηκώθηκαν και πετούσαν όλοι μαζί πάνω απ’ το ίδιο σημείο. Ένας τους όμως τέντωσε τις φτερούγες και γλίστρησε πέρα.
– Είσαι φοβερός, του ξανάπε. Έχεις μιαν ήσυχη δύναμη που δεν την είχες.
– Έζησα, είδα πολλά.
– Μα είσαι ντροπαλός, ενώ δεν ήσουν.
– Σ’ αγαπώ.
Ο γλάρος, που είχε χαθεί, ξαναφάνηκε. Βούτηξε το κεφάλι του με ορμή μες στο νερό, χτύπησε τα φτερά του κι ύστερα υψώθηκε πάλι. Οι άλλοι γλάροι άρχισαν να ξανακαθίζουν.
– Αγόρι μου, είπε η γυναίκα παίρνοντας το κεφάλι του μέσα στις δυο της παλάμες.
Ο Κώστας άνοιξε τα μάτια του και τα ξανάκλεισε μονομιάς γιατί τον θάμπωνε το ηλεκτρικό. Εκείνη, γερμένη από πάνω του, προσπαθούσε με το δάχτυλο να σβήσει τις δυο ρυτίδες που ’χε στο κούτελό του, σα να μπορούσαν να σβήσουν μαζί κι όλα τα δύσκολα χρόνια.
Της το ’πε. Τότε κείνη τον άφησε, πήδηξε χάμω και με γυμνά πόδια πήγε στην μπαλκονόπορτα και μισάνοιξε τα πατζούρια. Ο φωτισμός της κάμαρας άλλαξε.
– Ρίξε πάνω σου κάτι. Σε χτυπά κατάστηθα, της είπε.
Μα δεν ήταν αυτό. Ένας φόβος τον έπιασε, όπως όταν έβλεπε τους εγχειρισμένους συντρόφους να σηκώνονται και να περπατούν μέσα στο θάλαμο κι όλο έτρεμε η ψυχή του μήπως ανοίξει η πληγή τους από κάποιαν απότομη κίνηση.
– Κώστα, είπε εκείνη ξανακλείνοντας τα πατζούρια. Θυμάσαι την ολονυχτία μας του Φλεβάρη;
Έσβησε το ηλεκτρικό και πλάγιασε δίπλα του. Το δωμάτιο φωτιζόταν τώρα μονάχα απέξω, μ’ όσο θαλασσινό φως περνούσε μεσ’ απ’ τις γρίλιες, ασημοπράσινο.
– Θυμάσαι, ξανάπε, το παιχνίδι που παίζαμε για να νικήσουμε τον ύπνο;
– Θυμάμαι την ολονυχτία, της είπε. Και θυμάμαι πως εγώ δε νύσταζα καθόλου. Βασανιζόμουν. Για ποιο παιχνίδι λες;
– Το ξέχασες… Δε θυμάσαι που πιάσαμε να μιλάμε όπως μιλούν οι ήρωες μεσ’ από τα βιβλία; Αν ξαναδοκιμάζαμε, Κώστα;
Παύση.
– Ποια βιβλία, ποια λόγια μπορούν να σε ζωγραφίσουν, όπως σε σήκωνα μέσα μου, πέντε χρόνια, σφιγμένη σα γροθιά, μονάκριβή μου αγάπη; Να σ’ αποδιώχνω και να σε νιώθω πάντα εκεί, σα μια κρυφή πληγή, αξεδίψαστη… Φέρτε μου κείνον τον πολεμιστή, που ντύθηκε την πιο βαριά του αρματωσιά και κίνησε με το μεγάλο του σπαθί να βρει την κόρη π’ αγαπούσε. Και την έσφαξε! Για να μη συνεπαίρνει τα λογικά του, για να μην του θολώνει το βλέμμα. Φέρτε τον και να γονατίσω, να φιλήσω τη σκόνη των ποδημάτων του και να του πω: «Αδελφέ μου, εμαρτύρησες». Να μη γυρίζεις να κοιτάξεις τα τριαντάφυλλα. Να διώχνεις απ’ το νου σου τις μηλιές, μπας και σου ξαναφέρουν πίσω τα χιόνια, τα μονοπάτια του βουνού, τον τάφο του πατέρα και κλάψεις και θυμηθείς τα δάκρυά της. Εσένα, λυγμέ μου κρυστάλλινε, ω Ελένη!
Και κείνη είπε:
– Δεν είναι πιο μεγάλο μαρτύριο από το να ’χεις τάξει το κορμί σου σ’ ένα μελλοθάνατο. Κάθε στιγμή, την κάθε μέρα, να ποθείς τ’ αγκάλιασμά του, να λαχταράς τον πόνο απ’ το δικό του το κορμί, την τρυφερότη του. Αχ, να λες, αυτός ο κόσμος είναι μισερός, τούτη η ζωή θε να ’ναι μια μεγάλη αποτυχία, και το γάλα της μάνας κι οι κούκλες, οι φιλενάδες του σκολειού και τα κρυφομιλήματα, τα καθαρά πρωινά και το νερό το κρύο, η Μυρτιώτισσα, η μουσική, η πλούσια, η κεμπάρικη ψυχή του Μπετόβεν, τα λουλούδια κι η θάλασσα, ω η θάλασσα… Όλα ταύτα θα πάνε χαμένα αν δε γεννήσω ένα παιδί δικό του. Και να μην ξέρεις αν έχει πεθάνει και πότε θα το μάθεις, από γράμμα, από δυο λέξεις στην εφημερίδα ή απ’ το ραδιόφωνο.
Εκείνος τη φίλησε και είπε:
– Δεν είναι πιο μεγάλη ευτυχία από το χωρισμό. Τότε μονάχα καταχτιέται ολάκερη η αγαπημένη. Μαζεύεις, μαζεύεις ό,τι βρίσκεται δικό της στον κόσμο, ακόμα και μια λάμψη απ’ το νυχάκι της. Μαζεύεις τους ανασασμούς, τα παραμιλητά της, και χτίζεις. Τι τέχνη χρειάζεται για να βρεις το χρώμα, το ψηφίδι που θ’ αποτελειώσει μια λεπτομέρεια. Μες στο στρατόπεδο είχαμε κάποιον. Στάθηκες η πρώτη του αγάπη. Ω, δεν τον ξέρεις. Ήταν τόσο άτολμος. Ποτέ δε σου μίλησε. Αν τύχαινε να περιμένετε το ίδιο τραμ, αυτός τ’ άφηνε κι έπαιρνε το επόμενο. Τώρα είναι παντρεμένος, με παιδιά. Και μόλο που με περνούσε στα χρόνια, ήταν αδύνατος άνθρωπος, είχε ανάγκη ν’ ακουμπάει πάνω σε κάποιον. Καθόμαστε τα βράδια, έξω έξω, τάχατε πως δεν υπάρχουν συρματοπλέγματα, και μιλούσαμε για σένα.
Και κείνη είπε:
– Τι παράξενο, εκείνος ο πολεμιστής να σφάξει την αγαπημένη του για να μπορεί να πολεμά καλύτερα και κατόπι να παρακαλά να του την ξαναζωντανέψει ένας ξένος, και να μη ζηλεύει.
Και κείνος είπε:
– Δεν είναι μια φορά που την έσφαξε ο πολεμιστής, την Ελένη. Τη σκότωνε κάθε μέρα και κείνη ανασταινόταν μεσ’ από της καρδιάς του το δάκρυ. Κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Αυτό ήτανε το μαρτύριο, αυτός ήτανε ο παράδεισός του. Όχι, δε ζήλευε.
Και κείνη είπε:
– Είναι φριχτό να νιώθεις ξένη ανάμεσα στους δικούς του. Ν’ αποζητάς τη συντροφιά τους, να πηγαίνεις στο λυπημένο σπίτι τους και να ’σαι σα ζητιάνα, απροσκάλεστη. Και κείνοι να μη σε διώχνουν, να σου χαμογελάνε κιόλας, με κείνο το χαμόγελο που δεν το ξέραν οι άνθρωποι πριν από τούτο τον πόλεμο, τόσο σοφό, τόσο γλυκό και τόσο πικραμένο. Κι όμως να ’ναι σα να σου λεν: Τ’ είναι ο δικός σου ο καημός για μια ψυχή, για έναν άνθρωπο. Αυτοί καήκανε για ένα λαό, για μια πατρίδα.
Και κείνος είπε:
– Στην κορυφή του χειμώνα και της ερημιάς σε βρήκα πάντα να στέκεσαι ολόρθη, μονάκριβή μου Άνοιξη. Είδα να φυτρώνουν στις πετραδιασμένες αμμουδιές της Λιβύης οι ανεμώνες του Απρίλη, κόκκινες, κίτρινες, μαβιές. Ήσουν εσύ ντυμένη με βαλκανικό κεντηδιασμένο πουκαμισάκι και κόκκινη φούστα. Κι είδα τους δεσμοφύλακές μας να ραντίζουν τα λουλούδια με πετρέλαιο και να τα καίνε. Είδα τη νοσταλγία της πατρίδας να σαλεύει τα λογικά των ανθρώπων κι άκουσα με τούτα μου τ’ αυτιά, μια νύχτα στο τσαντήρι μας, το παραμιλητό δυο συντρόφων, που μέσα στον ύπνο τους συζητούσαν πώς να πάνε πέρα κολυμπώντας, ως έξω απ’ το Τομπρούκ, και να βουτήξουν, λέει, και με τις πλάτες τους να βγάλουν πάνω στα κύματα το βουλιαγμένο θωρηχτό το «Μπάρχαμ», να τ’ αρματώσουν κι από κει να τραβήξουν γραμμή να λευτερώσουν τον Περαί-… Όχι, το Θιάκι πρώτα, του ’λεγε ο άλλος. Άκουσα χιλιάδες ανθρώπους να ξορκίζουν την τρέλα τραγουδώντας λόγια που μιλούσαν για κόκαλα.
Και κείνη είπε:
– Ω, σώπα, με πονά η καρδιά μου. Στη μέρα τη σημερινή ταιριάζουν τέτοια επιθαλάμια;…
Και κείνος είπε:
– Είδα την άκαρδη φυλή να ξεγυμνώνεται κι ήπια ποτήρι πάνω στο ποτήρι το πιοτό της γνώσης, όλο πίκρα, όλο φωτιά, όλο λύπηση. Είδα τους δεσμοφύλακές μας να σκοτώνουν με μια σφαίρα τον Νταβέλη, το μόνο σκυλί που απόμενε μέσα στο σύρμα, για να φάει σαν ψώρα τις παλάμες μας η δίψα του χαδιού.
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
μεσ’ απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές,
σμίγοντας θύμηση κι επιθυμία…
Έτσι τραγούδησε ο Έλιοτ. Μα έρημη Χώρα είναι η καρδιά κάθε δυνάστη. Σ΄ όλα τα σταυροδρόμια της Μέσης Ανατολής, σ’ όλα τα μονοπάτια της Ερήμου, είχανε στήσει πινακίδες: «Μη σπαταλάτε – Dont Waste». Κι η κρύα φυλή έσβηνε παντού τις μισές, για να παίξει: Waste… Waste… Waste… The Waste Land! Είδα τη μάσκα της ανήμπορης λύσσας όταν εκδικιέται με τη σπατάλη… Είδα να σκάβουν μικρούς λάκκους στην άμμο, ν’ αδειάζουν μέσα τα δοχεία της μπενζίνας και να βάζουν φωτιά για να ψήσουν το τσάι τους. Κι αφήναν τα δοχεία γερμένα ν’ αδειάζουν, να πίνει η άμμο την υγρή δύναμη. Είδα την άμμο να πίνει τον ιδρώτα που έτρεχε από τα κορμιά των συντρόφων μου όταν κουβαλούσαν πέτρες από τον ένα σωρό στον άλλο κι ύστερα τις ξανακουβαλούσαν πίσω. Και την είδα να πίνει με την ίδια δίψα, την αντρίκεια τρυφερότη τους, όταν τρελοί από μοναξιά, ξεσηκωμένοι ενάντια στο σκληρό γραμμένο, τη σπέρναν κρυφά και φοβισμένα, προσφορά σε κάποια γυναίκα που μπορεί και να μην τους γνώριζε. Τόση δύναμη, τόση δουλειά, τόσος έρωτας…
– Σώπα, σώπα, Κώστα. Φτάνει, του λέει και του κλείνει το στόμα με το χέρι της.
– Γιατί;
– Γιατί δε μιλάς πια όπως τα βιβλία. Μιλάς σαν τις εφημερίδες.
Και κείνος είπε:
– Είναι χρόνια τώρα που θέλω να γράψω ένα ωραίο βιβλίο. Ένα βιβλίο με δέντρα, μ’ ένα ψαράδικο λιμανάκι κι ένα μεγάλο έρωτα. Να ’ναι μια κόρη που να τη φωνάζουν ’Ιγγεμποργκ κι άλλη μια, η Μονάκριβη. Τα λόγια, γεμάτα και ήρεμα σαν ποτάμι, να φεγγίζουν μεσ’ από τις γραμμές του χρυσαφένια, όπως το ηλιοβασίλεμα πίσω απ’ τα λιόδεντρα και τα πεύκα. Να τελειώσω το βιβλίο και να μη μου κάνει καρδιά να τ’ αφήσω, μόνο να κάθομαι να γράφω άλλες δυο σελίδες, μ ε κ υ ρ τ ά τ ω ν δ έ κ α, λ ε υ- κ ά, έτσι για να μείνω ακόμα λίγο με τη συντροφιά των ηρώων μου. Θέλω να γράψω ένα βιβλίο λυπητερό που να κάνει ευτυχισμένους όσους το διαβάζουν. Μα είναι τούτη η κατάρα της εποχής μας, που μου πατάει το σβέρκο και μου κολλά το πρόσωπο πάνω στη δυστυχία των ανθρώπων, πάνω στις ανοιχτές πληγές, στη λάσπη και τον κοριό. Και σκληράθηκαν όλα: η φωνή, τα δάχτυλα κι η καρδιά μου. Κι ο Απρίλης με τις πασχαλιές, γίνηκε ο μήνας ο σκληρός. Τον βλέπω σαν ξερή πέτρα να βουλιάζει σε μιαν άγονη και πυρωμένη αμμοθάλασσα. Και γύρω από την πέτρα είναι τσακάλια κι ακρίδες και σκορπιοί και σκολόπεντρες και φίδια και γεράκια. Είναι και τα κίτρινα κόκαλα της εξορίας και της μοναξιάς. Τον Απρίλη γευτήκαμε το φαρμάκι της προδομένης φιλίας. Γι’ αυτό είναι και πιο σκληρός.
Ξύπνησε απ’ το θόρυβο που ’κανε η Ελένη καθώς ξανάκλεινε τη μπαλκονόπορτα.
– Μου φάνηκε πως κάποιος φώναζε «Κώστα, Κώστα», του λέει. Μα δεν ήταν κανείς. Μόνο το σκοτάδι. Θα ’ταν η θάλασσα.
Ο Κώστας της χαμογέλασε.
– Τον πήρα λιγάκι, είπε. Είδα και όνειρο. Ήταν σαν ένα λυρικό παραλήρημα, σα να ονειροπολούσα μέσα στ’ όνειρό μου. Έτσι που είμαστε πλαγιασμένοι στα σεντόνια, έλεγα, να ’ταν, ψυχή μου, αμπελόφυλλα, να μας τύλιγαν· κάποιος να μας κρεμούσε στην κληματαριά της θάλασσας και να μας έψηνε το φως του φεγγαριού· να γινόμαστε κρασί γαλάζιο, να το ’πινες, να μεθούσες και να θυμόσουν την αγάπη σου και να ’κλαιγες· να ’κλαιγες μαργαριτάρια, να τα μάζευα, να τα πουλούσα στην αγορά, για να σε τρέφω!
– Ωχώ, να με τρέφεις ε; Λύθηκε επιτέλους η γλώσσα σου, αγάπη μου.
– Είναι η ποίηση. Όλα τα χρόνια του πολέμου την έπνιγα μέσα μου.
Δαμάζομουν. Με το γόνατο
πατούσα το λαρύγγι της ποίησής μου
σαν το Μαγιακόφσκι. Σήμερα στ’ αλήθεια νιώθω πως είναι η πρώτη μέρα που αποστρατεύθηκα. Ω, θα σε κάνω ευτυχισμένη.
Η Ελένη ανατρίχιασε:
– Φοβάμαι, του λέει. Φοβάμαι τον άνθρωπο που ήσουν αυτά τα πέντε χρόνια. Φοβάμαι πως ποτέ δε θα μπορέσω να τα ζήσω από μέσα σου. Πώς να περάσω τόσες ερημιές, τόσες πικρίες. Είναι πέντε χρόνια που μου λείπουν από τη ζωή σου. Εσύ ψηνόσουν στο λιοπύρι της ερήμου και μένα με πασπάλιζε η ασημόσκονη του φεγγαριού. Πε μου, μπορείς να μου ξηγήσεις τι γίνηκε κει πέρα; Την ουσία θέλω, τι κέρδισαν οι άνθρωποι;
– Θα σου πω για τον Αντώνη, το «σύνδεσμο»: Ύστερ’ απ’ το Λίβανο, έπρεπε κάποιος να μας φέρει την «καινούρια γραμμή» σε μας που βρισκόμασταν απομονωμένοι μεσα στα σύρματα. «Θα πάω εγώ», είπε ο Αντώνης. Ήταν ένα Καριωτάκι, είκοσι πέντε χρονώ. Είχε εφτά πληγές από τ’ Αλβανικό και μάτια γαλανά που σε σφάζανε. Κι έκανε το δρόμο ίσαμε το Γιαντζούρ, πέρασε όλη την έρημο, με τα πόδια. Όλη τη Λιβυκή και τη μισή Κυρηναϊκή. Τρεις μήνες περπατούσε κι όταν έφτασε, κανένας από μας δεν ήθελε να τον πιστέψει. Και το χειρότερο: τη γραμμή την είχαμε βρει μονάχοι μας ακούοντας ραδιόφωνο. Τότε όμως είχε αλλάξει η κατάσταση και χρειαζόταν πάλι σύνδεση. Ο Αντώνης σηκώθηκε: «Θα πάω εγώ» είπε κι έφυγε. Και πια δεν ξαναφάνηκε. Πουθενά. Μπορεί να τον σκότωσαν, μπορεί να πέθανε απ’ τη δίψα, μπορεί να ξύλιασε απ’ το κρύο και να τον φάγαν τα τσακάλια.
– Τον φαντάζομαι, λέει η Ελένη, ολομόναχο να περνά τη Λιβυκή. Χωρίς καμιά συντροφιά να τον εμψυχώνει, μόνο εκείνος κι η σκιά του, κι η δίψα του. Να κρύβεται από τους ανθρώπους. Να περνά μεσ’ από τ’ αγγλικά φυλάκια, τα στρατόπεδα των αιχμαλώτων, τα ναρκοπέδια, τρεις μήνες! Η πίστη που οδηγούσε τα βήματά του έχει κάτι το φοβερό. Πώς θα μπορούσε ο άνθρωπος αυτός να χωρέσει ξανά μέσα σ΄ ένα σπίτι, ν’ ανοίξει τη βρύση, να καθίσει στο τραπέζι και να κόψει ψωμί;
– Μπορούσε. Όχι μονάχα αυτός μα και όλοι τους. Όμως τώρα που γύρισαν θαρρείς πως τους χωρά κανένα σπίτι; Είναι σαν τον Αντώνη, το «σύνδεσμο». «Θα πάω εγώ» λένε και θέλουν να παλέψουν με τη Μοίρα για δεύτερη φορά. Το χρέος τους το κάμανε, μόνο να, η δουλειά δεν τελειώνει, κατάλαβες; Πρέπει να ξαναπεράσουν την έρημο.
– Μα τότες εγώ έχω δίκιο. Το σπίτι δεν τους χωρά.
– Τους χωρά, τους χωρούσε και τότε ακόμα, κάθε μέρα. Είχα ένα φίλο, Μιχάλη. Έτυχε να μας παν έξω από τη Μπεγκάζη, τότε που μας δώσαν να φυλάγουμε αιχμαλώτους. Στη Μπεγκάζη, πρέπει να σου πω, κατοικούσαν καμιά τριανταριά ελληνικές οικογένειες. Ένα μεσημέρι, σ’ ένα πάρκο, ο Μιχάλης έπιασε παρέα μ’ ένα παιδάκι ως πέντε χρονώ, που μιλούσε ελληνικά. Πιο κάτω καθόταν η μάνα του. Κάποτε τέντωσε τέντωσε τ’ αυτί της και πήρε τα ρωμέικά τους. Χίμηξε πάνω στο παιδί της να το φάει: «Δε σου ’πα να μη μιλάς μ’ α υ τ ο ύ ς ; » . Το ’δειρε κι ύστερα το φυλάκισε μέσα στα σκέλια της. «Σηκώθηκα κι έφυγα», μου ’λεγε ο Μιχάλης μ’ ένα πικραμένο χαμόγελο, «και το βράδυ, στη φρουρά, μου ξανάρθανε όλα τούτα στο νου. Κοίταξε, λέω, ποιος ξέρει τι να λένε των παιδιών για μας. Μα τι, ψωριάρικα σκυλιά είμαστε πια για να μη μας ζυγώνουν; Και κει στα σκοτεινά, που δε μ’ έβλεπε κανείς, άφησα τα δάκρυά μου και τρέχαν».
– Ω, ναι. Όταν εύρεις το δρόμο των δακρύων τότε το σπίτι δεν είναι πολύ μακριά.
– Μα και τ’ αντίστροφο. Πρέπει να βγεις από το σπίτι σου για να βρεις το δρόμο των δακρύων. Και δεν είναι όλοι οι δρόμοι τόσο απλοί. Είναι δρόμοι που απ’ αλλού ξεκινούν κι αλλού σε βγάζουν. Όταν μας αναγκάσανε ν’ αφήσουμε το καράβι μας, ο Πλαούδας, ο παλαιοημερολογίτης, πήγε και ξεκάρφωσε το κόνισμα τ’ Αι-Νικόλα και το ’βαλε στο σάκο του. Για να μας φυλάει, λέει, εκεί που πηγαίναμε. Στο σύρμα πια, ένα πρωί, τον είδα καθισμένο κατάχαμα σταυροπόδι και κάτι μαστόρευε. – Κώστα, για κοίτα, μου λέει και μου κλείνει το μάτι. – Τι είναι, μωρέ Πλαούδα, τον ρωτώ. – Να, κοίτα μονάχος σου, μου λέει κι ήταν όλο καμάρι. Σκύβω: Έίχε κόψει λουρίδες λουρίδες το κόνισμα τ’ Αι-Νικόλα και το ’φτιαχνε χάρακες. Ήταν λίγες μέρες που στον κλωβό μας είχαμε αρχίσει μαθήματα Γεωμετρίας και δεν είχαμε χάρακες.
– Τι έξυπνα που κάνεις τη δουλειά σου. Να σε παρομοιάσω με το Χριστό και τις παραβολές του ή με τη Χαλιμά και τα παραμύθια της; – Αχ, αλήθεια, θα ’χουμε και μεις ακόμα χίλιες νύχτες ολοδικές μας; – Μα ξέρεις, πιο πολύ μου θυμίζεις τους ναυτικούς που σταμπάρουν πάνω στο πετσί τους κι από μια γοργόνα, ένα λουλούδι, ένα όνομα σε κάθε λιμάνι που…
Ο Κώστας πήγε ν’ απαντήσει μα η Ελένη του ’κλεισε το στόμα. Τέντωσε τ’ αυτί της:
– Ακούω πατήματα στη σκάλα, να, βάζουν το κλειδί στην ξώπορτα. Τώρα;
Ο Κώστας σηκώθηκε μονομιάς, έριξε κάτι πάνω του.
– Σκεπάσου, της είπε. Πάω να δω.
Ακούστηκε η πόρτα ν’ ανοίγει, κάποιος μπήκε και την ξανασφάλιξε πίσω του.
– Γεια σου, τι τρέχει; του είπε ο Κώστας.
Ύστερα συνεχίσανε ψιθυριστά. Σε λίγο ο άλλος έφυγε. Ο Κώστας φάνηκε ξανά, ήρεμος μα κλειστός. Σα βράχος γυαλιστερός και ρυτιδωμένος.
– Πρέπει να φύγω αμέσως, της είπε κι έπιασε να ντύνεται γρήγορα.
– Μα ποιος ήταν; Δε μπορούσαν να περιμένουν ίσαμε αύριο;
– Κάποιος που δεν ξέρεις. Ευτυχώς που με βρήκαν εύκολα. Δεν έχω καιρό να σε περιμένω. Θα γυρίσεις μόνη σου. Ντύσου, σβήσε το φως και σύρε πίσω σου την ξώπορτα. Δε χρειάζεται κλείδωμα. Αν κάνεις γρήγορα, ίσως προφτάσεις το τελευταίο λεωφορείο.
– That’ s the way the world ends… είπε κείνη ειρωνικά. Καβαλιέρος να σου πετύχει… Τι ώρα θα σε δω αύριο;
Ο Κώστας έβαζε τη γραβάτα του. Ήρθε κοντά της και την κοίταξε μέσα στα μάτια, ήσυχα, μ’ ένα φως παράξενο που ερχόταν από μέσα βαθιά.
– Δε θα με δεις αύριο, ούτε μεθαύριο, Ελένη, κατάλαβέ με: Π ρ έ π ε ι ν α ξ α ν α π ε ρ ά σ ω τ η ν έ ρ η μ ο .
– Κώστα, είπε κείνη και με μια κίνηση έκανε τα μαλλιά της πίσω, στη γυμνή πλάτη. Ύστερα σάμπως ξαφνικά να κατάλαβε, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, το κορμί της ζάρωσε. Τα μάτια της άνοιξαν γεμάτα τρόμο.
– Κώστα, ξανάπε. Άλλα πέντε χρόνια; Μα τώρα…
Το χέρι με τα βαμμένα νύχια πίεζε τη γυμνή κοιλιά, σα να σκιρτούσε κιόλας εκεί μέσα η νέα ζωή.
– Γιατί το λες αυτό; Δεν ξέρω πόσο θα λείψω, όμως…
– Πάρε με μαζί σου, λοιπόν.
– Αδύνατο!
Με τον τρόπο που το ’πε, η Ελένη κατάλαβε πόση απόσταση τους χώριζε ακόμη. Είχε πάλι φύγει από κοντά της. Είχε ξανασφαλίσει ολόκληρος. Τα μάτια του κοιτούσαν μακριά, εξιχνιάζαν τον ορίζοντα της ερήμου.
– Κώστα, αχ Κώστα, δεν έπρεπε να με σφάξεις! Έπρεπε να με βαφτίσεις στα δικά σου νερά. Τώρα, ξέρω πως δε μπορείς να κάνεις αλλιώς, όμως δε σε καταλαβαίνω, δεν καταλαβαίνω τίποτα.
– Το ξέρω. Φταίω κι εγώ, μα ήρθαν όλα τόσο βιαστικά. Ποτέ μου δεν πίστευα…
– Κι εγώ που έλεγα πως η ευτυχία γίνηκε προσιτή, σαν τη θάλασσα. Ναι, σαν τη θάλασσα: έρχεται και φεύγει.
Ελύγισε στα δυο, έκρυψε το πρόσωπο στις παλάμες της και ξέσπασε σε λυγμούς.
Ο Κώστας στάθηκε από πάνω της μια στιγμή. «Αγάπη μου» της είπε. Άπλωσε το χέρι, μα πριν την αγγίξει το τράβηξε πίσω, έκανε μεταβολή κι έφυγε.
Όσο κατέβαινε τη σκάλα άκουε τους λυγμούς. Όταν βγήκε από το σπίτι οι φωνές της θάλασσας τα σκέπασαν όλα.
– Πάμε, είπε στον άλλο που περίμενε.
Περπατούσε και μπροστά του ήταν το σκοτάδι. Μα πέρα απ’ το σκοτάδι η ματιά του έψαχνε κι αναμετρούσε το σκληρό, το μακρύ μόχθο που τους περίμενε. Θυμήθηκε ένα συνάδελφό του, αγρότη από τον κάμπο της Θράκης: «’Οταν είναι θέρος, του έλεγε, κι οι θεριστάδες, κοντά στο μεσημέρι, είναι αποσταμένοι πια από τον κάματο και τη ζέστη, στήνουν δυο δεμάτια εκεί που δουλεύουν, ξαπλώνουν και, στη μικρή τους σκιά, βάζουν το κεφάλι τους. Παίρνουν ένα υπνάκο για δυο τρία λεπτά κι ύστερα πάλι σηκώνονται και ρίχνονται στη δουλειά. Έχουν να πουν πως αυτός ο ύπνος, ο τόσο σύντομος, είναι κι ο πιο γλυκός. Είναι ο ύπνος του θεριστή…». Κι εγώ που θάρρεψα πως «αποστρατεύτηκα»! Καημένη Ελένη… Μήτε μια μέρα καλά καλά. Έντεκα ώρες για τα πέντε χρόνια της αγωνίας. Κι άλλα πόσα ίσαμε να τελειώσει το θέρισμα;
Σα να ’ταν ο κάμπος μπροστά του, ο Κώστας στήλωνε τα μάτια μες στο σκοτάδι για να δει την άκρη του. Ο άλλος άρχισε επιτέλους να του μιλά. Η Ελένη και το δωμάτιο με το μεγάλο κρεβάτι και τη μυρωδιά των μαραμένων τριαντάφυλλων, μείναν πίσω πολύ, στα πόδια της θάλασσας. Τώρα οι δυο άντρες βάδιζαν μέσα στον κάμπο με τα τραχιά χώματα και τον αδυσώπητο ήλιο.

(1947)
Στρατής Τσίρκας : «Ο ύπνος του θεριστή» από τις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου
[σταχτες]

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, δύο ποιήματα


ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Καθώς το σκοτάδι απλώνεται πάνω στην πόλη
θ’ αρχίσεις πάλι εκείνο το παράξενο παιχνίδι
των λέξεων πάνω στο χαρτί.
Χωμένος στην έρημη γωνιά σου
θα κρυφτείς ξανά από τους άλλους
για να μπορέσεις μυστικά να φανερωθείς ακέραιος
μπροστά στον έκπληκτο εαυτό σου,
που δύσκολα περιμένει.
Το λαχταράς στ’ αλήθεια το παιχνίδι αυτό,
γιατί στο βάθος ξέρεις καλά
πόσο αξίζουν αυτές οι λέξεις,
πόσες θυσίες μέσα τους κουβαλούν
με πόσο αίμα και δάκρυ είναι φορτωμένες.

***
ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ

Οι μέρες που θα ‘ρθούν δε με τρομάζουν.
Θα παρελάσουν μπρος μου σα γνώριμοι φαντάροι
με βήμα κοφτό, συγκρατημένο, ήρεμο ύφος.
Εγώ, κρατώντας μια θέση βολική μέσα στο πλήθος,
θα καμαρώνω με την ανύποπτη σιγουριά
που δε γνώρισε τρικυμίες ή τις απέφυγε.

Οι μέρες που θα’ ρθούν δε με τρομάζουν.
Μαζί μου θα σβήσουν – γυμνές γυναίκες, ήμερες,
ολοκληρωτικά καταχτημένες.
Θα πάρουν μαζί τους το στερνό τραγούδι μου
– εκείνο το γνωστό τραγούδι, που φοβισμένα ψιθυρίζουμε,
όταν σκεφτόμαστε τρικυμισμένα όνειρα μιας άλλης εποχής,
ημέρες φωτερές,
ολόδροσα βήματα,
βραδυνά χωρίς υποψία.

***
Copyright©Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος

*

Ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος γεννήθηκε στα 1945 στη Νίκαια του Πειραιά και κατάγεται από τον Πλάτανο του Αιγίου. Σπούδασε νομικά και άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα στην Αθήνα. Εργασίες του έχουν δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά και έχει κάνει πολλές διαλέξεις. Για το λογοτεχνικό του έργο έχουν οργανωθεί εκδηλώσεις από πολλούς πολιτιστικούς φορείς και έχουν γίνει αρκετές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές. Από το 1997 -με μικρές διακοπές- γράφει κριτικά σημειώματα στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα». Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και για πολλά χρόνια χρημάτισε μέλος του Δ.Σ. της.
*
photo © Aaron Siskind, 1987

Νίκος Κυριακίδης, ποιήματα

ΦΙΛΗ

Σε ξέρω πια τόσο καλά,
που σαν σε δώ στο δρόμο δεν σου μιλάω.
Όπως συμβαίνει στον καθένα,
με τον τοκογλύφο του.

***
ΜΙΑ ΧΩΜΑΤΕΡΗ

Εδώ έχει καλώδια, σύρματα, λάστιχα
Γελούν κάποια μικρά παιδιά με τα ρούχα μου
Χαίρονται.
Δεν ήταν άρρωστη, ήταν ερωτευμένη
Στο μετρό ο έρωτας είναι έγχρωμος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, ποιήματα»

Πέτρος Κυρίμης, H Θρησκεία

Το χίλια εννιακόσα ογδόντα ο Κοσμάς ήτανε δώδεκα χρονών.

Ο πατέρας του σαράντα και ο θείος του – ο αδελφός του πατέρα του – θα πλησίαζε τα πενήντα.
Το χίλια εννιακόσα ογδόντα ο Κοσμάς πήγαινε στην έκτη δημοτικού, ο πατέρας του δούλευε την πέτρα στις οικοδομές και ο θείος του πάνω σε μια άλλη πέτρα προσπαθούσε να οικοδομήσει την εκκλησία κατά την εντολή του Θεού.
   Την προηγούμενη χρονιά ο Ολυμπιακός είχε πάρει το πέμπτο στη σειρά πρωτάθλημα και πήγαινε φουλ για το έκτο.
   Ο πατέρας του δεν είχε χάσει αγώνα. Ο Κοσμάς κυριακάτικη λειτουργία.
   Το χίλια εννιακόσα ογδόντα μια Κυριακή πρωί, όπως όλες τις Κυριακές, η μάνα του τον έντυνε με τα καλά του για να πάει στην εκκλησία του Άγιου Σπυρίδωνα, να βοηθήσει στη λειτουργία το θείο του που ήτανε παπάς εκεί.
   Ο πατέρας του βγαίνοντας από την τουαλέτα με τα σώβρακα και συνεχίζοντας να διαβάζει το «Φως των σπoρ», περνώντας δίπλα είπε σιγά, «από σήμερα εκκλησία τέρμα». Η μάνα του έμεινε με τα χέρια μετέωρα και το στόμα ανοιχτό.
   Μετά επιστρατεύοντας όλο το θάρρος της τόλμησε για δεύτερη φορά να εναντιωθεί. Η πρώτη ήταν πριν μερικά χρόνια όταν είχε μείνει πάλι έγκυος και ήθελε να κρατήσει το παιδί. Τότε είχε τολμήσει να πει το μεγάλο «Ναι» και είχε εισπράξει ένα μεγάλο «Όχι». Τώρα τόλμησε να πει εκείνη το « Όχι» και εισέπραξε ένα μεγάλο «Ναι».
   Ο πατέρας του δίνοντας στην εφημερίδα μια στράκα για να ισιώσει είπε ξανά «Ναι» και έτσι πήρανε τέλος εκείνες οι Κυριακές με τα θυμιατά και τις αγιαστούρες και αρχίσανε κάτι άλλες με κασκόλ κόκκινα του Θρύλου γύρω στο λαιμό του, καπέλα και φανέλες και γήπεδο Καραϊσκάκη και μετά τα εκτός έδρας, από Γιάννενα μέχρι Λάρισα κι από Πάτρα μέχρι Καλαμάτα.
   «Θρησκεία ήθελε η μάνα σου, θρησκεία σου έδωσα», του έλεγε κάθε φορά που στριμωγμένοι μαζί με χιλιάδες άλλους πάνω στις εξέδρες κοινωνούσαν κάποιο παιχνίδι του Θρύλου.
   Με το θείο του η τελευταία φάση έγινε ένα μεσημέρι Κυριακής μετά τη λειτουργία την ώρα που τρώγανε βιαστικά για να προφτάσουν να ανέβουν στη Λεωφόρο. Ήτανε το παιχνίδι του δεύτερου γύρου και οι Βαζέλες όλη την εβδομάδα απειλούσαν εκδίκηση του πρώτου γύρου που είχανε χάσει δυο – μηδέν.
   Ο θείος του μπήκε ξαφνικά με όλα του τα άμφια σε συναγερμό και άρχισε να κάνει κήρυγμα πάνω από το κεφάλι του πατέρα του που εκείνη την ώρα κάθε μπουκιά που έβαζε στο στόμα του ήτανε και ένα γκολ του Αναστόπουλου.
   «… τον έβγαλες από τον δρόμο του θεού και τον έβαλες στον δρόμο της αλητείας» κατέληξε.
   Ο πατέρας του σκούπισε το στόμα του με την πετσέτα και είπε σοβαρά.
   « Του πήρα έναν θεό και του έδωσα έντεκα».
   Και ίσως να είχε σταματήσει εκεί το θέμα ανάμεσα στα δυο αδέλφια, αν ο παπάς απάνω στη φούντωση από το άδικο, δε βλαστημούσε βλασφημία τρομερή.
   «Στο πυρ το εξώτερον και οι έντεκα θεοί σου…μπάλα να μη σταυρώσουν στα πόδια τους σήμερα…»
   Και η κατάρα έπιασε και οι έντεκα θεοί λίγο αργότερα μέσα στο γήπεδο είχανε γίνει μπαλαρίνες της κακιάς ώρας και μπάλα δε σταυρώσανε στα πόδια τους και έξι γκολ φάγανε κι ο πατέρας του μέχρι που φτάσανε στο σπίτι όλο «πούστη τραγόπαπα» έφτυνε και κάνανε πολλά χρόνια από τότε να μιλήσουν κι ο Κοσμάς σπούδασε πολιτικός μηχανικός, αφού πρώτα τέλειωσε το νυχτερινό Γυμνάσιο και Λύκειο κάνοντας όλες τις δουλειές που ο πατέρας του έβρισκε, μέχρι βρεγμένα αμύγδαλα πούλαγε στον ιππόδρομο και στο γήπεδο μαζί με τον πατέρα του σταμάτησε να πηγαίνει, παρά μόνο κρυφά στη Λεωφόρο πήγαινε και στον ένα θεό ξαναγύρισε, μόνο που τον λέγανε Βαζέχα και όταν πια ο πατέρας του το έμαθε, «πούστη τραγόπαπα» ξανά έφτυσε και θα τον αφήσουμε τώρα στον πόνο του, για να πάμε να δούμε τι είναι αυτή η βεράντα με θέα ξαφνικά στη ζωή του Κοσμά και τι σημασία έχει στην ιστορία μας, γιατί τα χρόνια περνάγανε κι ο Κοσμάς στον Πειραιά δεν ήθελε να πατάει το πόδι του πια, ούτε κόκκινο χρώμα δεν ήθελε να βλέπει παρά μόνο εκείνο το απαλό πράσινο, το ευγενικό, της ελπίδας και του τριφυλλιού, του κοσμοπολίτικου της Αθήνας, των ρετιρέ του περιφερειακού και του Κολωνακίου. Δεν ήθελε να θυμάται τη γούβα του Βάβουλα, τα Καρβουνιάρικα, την Πηγάδα και το Χατζηκυριάκιο. Και πάνω από όλα δεν ήθελε να τον λένε «γαύρο».
   Το δύο χιλιάδες δύο βρίσκει τον Κοσμά τριάντα τεσσάρων χρονών, ψηλό μελαχρινό κι ωραίο, με μια ελαφριά μαγκιά Πειραιώτικη απάνω του και έναν αέρα κοσμοπολίτικο ίδιο με το μπαρ που σύχναζε σχεδόν νύχτα παρά νύχτα, εκεί πίσω από το Χίλτον με τα δερμάτινα καθίσματα και τη βαριά δρύινη μπάρα. Είχε το όνομα του γνωστού μεγάλου φωτογράφου Νιούτον και στον έναν τοίχο τιμής ένεκεν πόζαραν δέκα γιγαντογραφίες με τα πιο γνωστά γυμνά μοντέλα του.
    Δέκα πανέμορφες γυμνές γυναίκες που η μόνη διαφορά τους ήταν το χνούδι της ήβης τους. Μαύρο, καστανό, ξανθό και καστανόξανθο.
   Ο Κοσμάς είχε ξεχωρίσει μία που αντί για ήβη είχε θαρρείς το ουράνιο τόξο σε μια απίστευτη μικρογραφία. Ο Μισέλ ο μπάρμαν κάθε φορά που τον έβλεπε να την κοιτάει δεν έχανε την ευκαιρία μες τη ζήλια του να του πετάει μελιστάλακτα: « Τα γνήσια, έχουν ένα χρώμα μωρό μου… αυτό είναι απλώς μπογιά.»
   Ο Κοσμάς κάθε φορά γύρναγε αργά την πλάτη στο ουράνιο τόξο και του έλεγε περιπαιχτικά ότι αφού είναι έτσι απλά τα πράγματα, βάφτο κι εσύ και ο Μισέλ τσαντιζότανε και πήγαινε επιδειχτικά στον δίπλα να ρωτήσει πώς λένε το άρωμα που φορούσε και πόσο ερεθιστικό ήτανε.
   Το μπαρ «Νιούτον» ήταν το στέκι «επιτυχημένων» ανθρώπων και κατά συνέπεια δεν άκουγες μέσα εκεί συζητήσεις ούτε για τον Μαρξ, ούτε για τον Νίτσε, ούτε καν για συγγραφείς και βιβλία και γενικά για τέχνη. Τα θέματα που τους ενδιέφεραν εκεί ήταν κατά σειρά ποδόσφαιρο, γυναίκες, επιχειρήσεις, ανέκδοτα. Και για τα τέσσερα δίνονταν μάχες κάθε φορά.
   Ο Κοσμάς μπήκε με τα τέσσερα και στα τέσσερα.
   Του άρεσε αυτή η ζωή, ήταν στην καλύτερη του φάση. Είχε φίλους πλούσιους και ασφαλείς. Του ενός ο πατέρας ήτανε υπουργός, του άλλου γνωστός δικηγόρος, του τρίτου εφοπλιστής με γραφεία κάτω στην ακτή Μιαούλη και βίλα στην Εκάλη και λίγο πολύ όλοι οι φίλοι και γνωστοί είχανε έναν πατέρα. Στην αρχή του είχε κάνει εντύπωση καθώς άκουγε να του συστήνουν κάποιον και μετά να συμπληρώνουν πως ο πατέρας του είναι ο τάδε ή ο δείνα. Ευτυχώς σε κείνον δεν χρειάστηκε, γιατί μάλλον θα το θεώρησαν αυτονόητο μιας και ο Κοσμάς έντεχνα δεν αναφερόταν σε στοιχεία της καταγωγής του.
   Είχε αγοράσει ένα μικρό ρετιρέ μερικούς δρόμους κάτω από τον περιφερειακό του Λυκαβηττού, πάνω ακριβώς από το γήπεδο της Λεωφόρου που η μια βεράντα έβλεπε «πιάτο» όλο τον αγωνιστικό χώρο και από την άλλη πλευρά μια πιο μεγάλη βεράντα που έβλεπε όλη την Αθήνα μέχρι κάτω Φάληρο και Καστέλα. Τη γειτονιά του δεν την έβλεπε γιατί ήτανε γούβα. Άλλωστε σε κείνη τη βεράντα δεν καθότανε ποτέ σχεδόν και είχε μόνο τα απαραίτητα έπιπλα.
   Την άλλη βεράντα όμως από την άλλη πλευρά την είχε διαμορφώσει σαν τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας.
   Στους τοίχους βοκαμβίλιες και αγιοκλήματα και μέσα σε περίτεχνες γλάστρες που κρέμονταν από ψηλά είχε βάλει γιασεμιά, γαριφαλιές, φυτά και λουλούδια διάφορα. Τα καθίσματα ήτανε ψηλά, έτσι που το καθένα έμοιαζε με θεωρείο. Έξι τον αριθμό. Τόσοι ήτανε και οι φίλοι που καλούσε κάθε φορά που είχε αγώνα στη Λεωφόρο.
   Στα ντέρμπι νοίκιαζε μιαν οικιακή βοηθό για όλο το απόγευμα να φτιάχνει καφέδες και ποτά έτσι που να μην χρειάζεται να μετακινούνται και να χάνουν φάσεις και κλείνανε τα κινητά τους και κάθε επαφή με τον έξω κόσμο.
   Γυναίκες άλλες απαγορευότανε να έρθουν. Το είχανε συμφωνήσει όλοι.
   Αυτές τις Κυριακές ο Κοσμάς τις χαιρότανε σαν παιδάκι, μόνο που δεν φορούσε κόκκινο κασκόλ όπως τότε με τον πατέρα του αλλά ούτε και πράσινο.
   Το σύμβολο των φιλάθλων του Παναθηναϊκού στον κύκλο του ήτανε το μπλέιζερ.
   Έτσι είχανε λοιπόν τα πράγματα και ο Βαζέχα ήτανε σαράντα δύο χρονών και πια έμπαινε στο παιχνίδι σαν αλλαγή τα τελευταία δέκα λεπτά.
   Ο θεός του Κοσμά λεγότανε «Λίμπε» τώρα.
   Ο πατέρας του εξακολουθούσε να πηγαίνει κάθε Κυριακή στον Ολυμπιακό και όπως του είχε πει τελευταία η μάνα του, είχε καταφέρει και το θείο του που είχε βγει στη σύνταξη να γίνει φανατικός οπαδός του Θρύλου. Δεν έχανε παιχνίδι. Μάλιστα πολλές φορές πριν τον αγώνα στο μεσημεριανό έκανε κάτι σαν δοξολογία υπέρ της νίκης.
   Η βεράντα με θέα είχε γίνει γνωστή στη μισή Αθήνα.
   Σάββατο βράδυ λοιπόν ο Κοσμάς ανοίγει την πόρτα του «Νιούτον». Οι φίλοι του τον περιμένανε.  Αύριο Κυριακή ο τίτλος παιζότανε στη Λεωφόρο μεταξύ του Πειραιά και της Αθήνας, χαράς ευαγγέλια στο μπαρ και ο Κοσμάς μπαίνοντας πάει όπως πάντα στον Μισέλ, που του είχε κι όλας ετοιμάσει το ποτό του.
   « Όλη η χαρά δική μου» του κάνει με σκέρτσο καθώς του βάζει στο χέρι το ποτήρι.
   Είχε ένα περίεργο χαμόγελο, όμως δεν έδωσε σημασία. «Πούστης είναι μπορεί να παίρνει ότι ύφος θέλει» σκέφτηκε.
   «Εμένα η δική μου ξέρεις πια είναι» λέει ο Κοσμάς και γυρνάει με το ποτήρι στο χέρι την πλάτη στο Μισέλ αρχίζοντας να ρεμβάζει το ουράνιο τόξο.
   «Το πραγματικό έχει άλλη χάρη όμως». Ο Κοσμάς δεν πρόλαβε να απορήσει που στο διάβολο ο Μισέλ ήξερε τη διαφορά, γιατί ένας φίλος του ήρθε κοντά και άρχισε να του λέει ότι ο τίτλος αύριο είναι δικός τους.
   Ο Κοσμάς χωρίς να πάρει τα μάτια του από τη φωτογραφία στον τοίχο, απάντησε ότι ο «θεός» θα βάλει δυο γκολάκια αύριο.
   Καθώς το είπε δεν μπόρεσε να μην κάνει τη σκέψη ότι για τον ίδιο λόγο, όμως για έναν άλλο «θεό» που είχε έρθει από την Βραζιλία στον Πειραιά, ο θείος του μαζί με τον πατέρα του αύριο πριν τον αγώνα, θα έκαναν την καθιερωμένη τους μεσημεριανή δοξολογία.
   Κι άλλοι φίλοι και γνωστοί πλησίασαν κι ο ένας έλεγε το μακρύ του κι ο άλλος το κοντό του γύρω από το αυριανό παιχνίδι και ένας τους ξάφνιασε γιατί ρώτησε αν μπορεί να φέρει στη βεράντα και τη φίλη του που το ήθελε πολύ.
   Ήτανε πλουσιόπαιδο κι ο καλαμπουρτζής της παρέας.
   Οι άλλοι τον αποπήραν με φωνές κι ο Κοσμάς του θύμισε τη συμφωνία που είχανε κάνει. Εκείνος έκανε πως θύμωσε, αλλά είπε στον Μισέλ να κεράσει όλη την παρέα και το θέμα έκλεισε εκεί. Μόνο που ο Κοσμάς είχε μια περίεργη αίσθηση σαν να παιζότανε κάποιο θέατρο και πρωταγωνιστής ήτανε ο ίδιος.
   Πήγε κάτι να προσθέσει όμως καθώς έπαιρνε αργά το βλέμμα του από τη φωτογραφία, εκείνο πήγε και συνάντησε μια γυναίκα μόνη, καθισμένη σχεδόν από κάτω, έτσι που ο Κοσμάς έκανε αμέσως τη σκέψη ότι η γυναίκα της φωτογραφίας, το μοντέλο με το ουράνιο τόξο στην ήβη, είχε πάρει σάρκα και οστά για χάρη του. Το ίδιο κόψιμο μαλλιών, το ίδιο χρώμα και καθώς συνέχιζε τις σκέψεις του πιο κάτω, φαντάστηκε μέσα από ένα μικρό αραχνοΰφαντο εσώρουχο να λαγοκοιμάται ένα απαράλλαχτο μικροσκοπικό ουράνιο τόξο.
   Μέσα στην ταραχή του γύρισε να ρωτήσει το Μισέλ και είχε ξεχάσει το αυριανό παιχνίδι – κάτι που καμιά γυναίκα μέχρι σήμερα δεν το είχε καταφέρει – και ο Μισέλ είχε ένα περίεργο ύφος και οι άλλοι φίλοι και γνωστοί σαν να είχανε αραιώσει γύρω του κι όταν γύρισε ξανά να κοιτάξει τη γυναίκα, ήρθανε πρόσωπο με πρόσωπο, γιατί εκείνη είχε σηκωθεί και είχε έρθει δίπλα του και ο Κοσμάς άκουσε να του λέει κάτι, αλλά δεν κατάλαβε με την πρώτη, γιατί ήτανε σίγουρος ότι θα άκουγε μια ξένη γλώσσα και αυτό που άκουσε ήτανε στα ελληνικά και όταν συνειδητοποίησε και την ερώτηση ξαφνιάστηκε πιο πολύ.
   «Είσαι ο Κοσμάς;»
   Η φωνή της είχε την μουσικότητα που είχανε όλες μαζί οι Σειρήνες του Οδυσσέα. Ο Κοσμάς αφέθηκε.
   «Ναι» μπόρεσε να πει.
   «Ήθελα πολύ να σε γνωρίσω».
   Ο Κοσμάς κοίταξε τη φωτογραφία και πήγε να πει «κι εγώ» αλλά συνήλθε.
   «Γιατί;» είπε μόνο.
   «Με λένε Ηλέκτρα,» είπε εκείνη «είναι απαραίτητο να στο εξηγήσω αυτή την στιγμή;»
   «Όχι,» πρόλαβε να πει ο Κοσμάς «απλώς εγώ είναι σα να σε ξέρω…»
   Εκείνη με άνεση πέρασε ανάμεσα σε δυο σκαμπό και στριμώχτηκε κοντά του.
   «Και πως αυτό;» γέλασε.
   Ο Κοσμάς της έδειξε με το βλέμμα τη φωτογραφία. Εκείνη γύρισε και το πρόσωπο της δεν έδειξε έκπληξη.
   «Δεν καταλαβαίνω» είπε.
   «Δεν πειράζει» είπε ο Κοσμάς «θα σου εξηγήσω κι εγώ αργότερα.»
   Είχε βρει πάλι τη ψυχραιμία του.
   «Τι θα πιεις;» ρώτησε καθώς ανέπνεε όλο το άρωμα της.
   «Μαρτίνι» είπε πάλι με άνεση εκείνη.
   Ο Κοσμάς έκανε νόημα στον Μισέλ που είχε στήσει αυτί τόση ώρα και μετά
κοίταξε ολόγυρα στο μπαρ. Μερικοί φίλοι και γνωστοί του φάνηκε ότι κρυφοκοίταζαν. Το απέδωσε στη ζήλια τους.
   Δίχως να το καταλάβουν είχαν κολλήσει ο ένας πάνω στον άλλον και το χέρι του Κοσμά είχε περάσει γύρω από τη μέση της.
   Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στη φωτογραφία καθώς ένιωσε τη λεκάνη της να πιέζει τη δική του και δεν μπόρεσε να μην κάνει τη σκέψη ότι σε λίγο θα έλυνε το μυστήριο του ουράνιου τόξου.
   Ήπιαν κι άλλο και μετά κι άλλο κι αυτό που έκανε τον Μισέλ να πετάξει το καρφί του με παράπονο «κι άλλοι αγαπήσανε, μα δεν έκαναν έτσι!», ήτανε τη στιγμή που ο Κοσμάς άγγιξε ελαφρά με τα χείλη του τα δικά της.
   Περασμένες τρεις έμπαιναν στο ασανσέρ με το μυαλό θολωμένο από το πιοτό και τον έρωτα. Ο Κοσμάς πάτησε το κουμπί για το ρετιρέ. Το ασανσέρ τους έβγαλε μέσα στο διαμέρισμα. Η Ηλέκτρα είχε ήδη μείνει γυμνή μέσα στα χέρια του Κοσμά. Τα ρούχα της μαύρα μετάξια στο σκούρο παρκέ.
   Η μουσική με αναστεναγμούς.
   Ο Κοσμάς άθελα του έκανε πάλι το συσχετισμό με τον Νιούτον και βρήκε ότι πάλι τον ξεπέρασε. Εκείνος μόνο τις φωτογράφιζε. Η Ηλέκτρα όρθια με τα δυο χέρια ψηλά πίσω στο σβέρκο της λικνιζότανε με τα πόδια ακούνητα.
    Ο Κοσμάς γονάτισε πίσω της γυμνός κι αυτός. Άρχισε να φιλάει αργά και απαλά τις φτέρνες της, ανέβηκε πίσω από τα γόνατα στις μικρές μυρωδάτες λακκούβες. Η Ηλέκτρα γύρισε κι ο Κοσμάς δίχως να σταματήσει να σέρνει απαλά τα χείλη του σήκωσε τα μάτια προς τα πάνω με την αγωνία να ξεδιαλύνει το μυστήριο του ουράνιου τόξου. Και είδε και θαύμασε. Όλα τα χρώματα ήταν εκεί, ήλιος και βροχή κι ουράνιο τόξο. Και όπως μετά βγαίνουν τα σαλιγκάρια, η γλώσσα του έγινε σαλιγκάρι διψασμένο και έβαλε ρώτα προς τα εκεί αργά και βασανιστικά και η Ηλέκτρα άρχισε να περνάει με μικρά βογκητά από το ένα χρώμα στο άλλο κι όταν ο Κοσμάς έφτασε στην κορυφή, εκείνη πέρασε σε ένα βαθύ κόκκινο το έβδομο χρώμα της ίριδας και από κάπου έξω ακουστήκανε σειρήνες περιπολικών ή ασθενοφόρων και έτσι σκέπασαν την κραυγή της λύτρωσης που έβγαλε η Ηλέκτρα και οι άνθρωποι δεν ξύπνησαν τρομαγμένοι ξημερώματα να αναρωτιούνται τι συμβαίνει.
   Το απόγευμα της Κυριακής τους βρήκε να κοιμούνται αγκαλιά τον ύπνο του μωρού που χόρτασε το γάλα της μάνας του.
   Τον ξύπνησε η δυνατή μυρωδιά του καφέ. Άνοιξε τα μάτια και είδε την Ηλέκτρα που φορούσε μόνο το πουκάμισο του να έρχεται κρατώντας έναν δίσκο στα χέρια της. Είδε τον καφέ του να αχνίζει. Μια γλυκιά αίσθηση τον συνεπήρε και δεν ήθελε να τελειώσει.
   «Καφές, τοστ και πορτοκαλάδα», είπε εκείνη καθώς άφηνε το δίσκο πάνω στα γόνατα του, «σου έφερα και τα τσιγάρα σου».
   Έσκυψε και τον φίλησε, μετά πήρε ένα τσιγάρο, το άναψε και ανέβηκε όρθια στο κρεβάτι. Πριν καθίσει δίπλα του οκλαδόν, ο Κοσμάς πρόλαβε να δει για άλλη μια φορά το ουράνιο τόξο της.
   «Είναι μια μόδα;» την ρώτησε καθώς έπινε μια γουλιά καφέ.
   Εκείνη δεν κατάλαβε και ο Κοσμάς της έδειξε με το βλέμμα προς τα κάτω. Εκείνη γέλασε.
   «Ήτανε μόδα στην Νέα Υόρκη πριν ένα χρόνο –είπε μετά- είμαι αεροσυνοδός και πάω κι έρχομαι συχνά, ήταν ιδέα ενός φωτογράφου νομίζω να ζωγραφίζει έτσι τα μοντέλα του…».
   «Ξέρω, του Νιούτον – είπε ο Κοσμάς- μια τέτοια φωτογραφία είναι και στο μπαρ …της μοιάζεις».
   «Ο Μισέλ είναι φίλος μου – συνέχισε εκείνη – παλιά ήτανε φροντιστής δουλεύαμε στην ίδια εταιρεία, εκείνος μου μίλησε πολύ για σένα, σε περιέγραφε έτσι που μου κίνησε την περιέργεια…μάλλον πρέπει να είναι λίγο ερωτευμένος μαζί σου» γέλασε.
   Ο Κοσμάς έσκυψε και τη φίλησε. Εκείνη κόλλησε απάνω του.
   Όπως ήτανε ξαπλωμένος ακούμπησε στα τυφλά τον δίσκο κάτω στο πάτωμα.
   Οι κλειστές κουρτίνες άφηναν να περνάει μέσα διακριτικά το φως του απογεύματος. Το γυμνό κορμί της είχε πάρει το χρώμα του χαλκού.
   «Είναι πολύ όμορφη» συλλογίστηκε. Έκανε να την σκεπάσει με το σώμα του και τότε ήταν που έφτασαν στο ρετιρέ οι πρώτες ιαχές των φιλάθλων που έφταναν στο γήπεδο. Ο Κοσμάς τινάχτηκε απάνω τη στιγμή που χτύπαγε επιτακτικά του κουδούνι της εξώπορτας.
   «Γαμώτο – βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του- ο αγώνας! ξεχάστηκα!»
   Πάτησε το κουμπί που άνοιγε την πόρτα κάτω και άρχισε να ντύνεται πυρετωδώς.
   Εκείνη τον κοίταγε κατάπληκτη. Δεν μπορούσε να καταλάβει.
   Άκουσε τον Κοσμά να ανοίγει τη πόρτα, φωνές και γέλια που έσβησαν από την άλλη μεριά του διαμερίσματος. Το κουδούνι ξανακτύπησε. Κάποιος αργοπορημένος σκέφτηκε. Σηκώθηκε κι άρχισε να μαζεύει τα ρούχα της από το πάτωμα αργά και συλλογισμένα. Ο Κοσμάς μπήκε. Είχε πάνω του μια έξαψη ίδια με εκείνη της προηγούμενης νύχτας καθώς σεργιανούσε πάνω στο σώμα της.
   «Σε ένα τέταρτο αρχίζει το παιχνίδι…» είπε και σταμάτησε καθώς την είδε ντυμένη «Μα τι κάνεις; Θα φύγεις;»
   «Τι θα ήθελες εσύ;»
   «Θα ήθελα να μείνεις. Σε δυο ώρες θα έχει τελειώσει και θα «είμαστε πάλι μαζί.»
   «Αν θέλεις να μείνουμε μαζί, τότε μείνε εδώ. Ξέχασε το ποδόσφαιρο, τουλάχιστον για σήμερα.»
   Ο Κοσμάς έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Στα αυτιά του έφταναν τα μεγάφωνα του γηπέδου, σε λίγο οι ομάδες θα έμπαιναν στο γήπεδο και κάτι που του άρεσε πάρα πολύ και δεν ήθελε να το χάνει, ήτανε αυτή η είσοδος καθώς οι δυο ομάδες σε παράταξη δίπλα-δίπλα έφταναν στη σέντρα και εκεί οι δυο αρχηγοί αντάλλαζαν αναμνηστικά σημαιάκια κι ο διαιτητής έστριβε το νόμισμα.
   Άκουγε τα σχόλια από τους φίλους της βεράντας σαν μακρινή μουσική.
   Από το μυαλό του πέρασε ο πατέρας του κι ο θείος του καθισμένοι στις θέσεις τους κάπου στις κερκίδες σίγουροι για τη νίκη της ομάδας τους. Αναρωτήθηκε τι έκανε τον πατέρα του πάνω από τριάντα χρόνια τώρα να μην χάνει παιχνίδι κάθε Κυριακή. Θυμήθηκε τα λόγια του την πρώτη φορά που τον πήρε μαζί του στο γήπεδο. «Θρησκεία ήθελε η μάνα σου, θρησκεία σου έδωσα.»
   «Όχι και θρησκεία, ρε πατέρα» σκέφτηκε «παιχνίδι είναι, κάποιοι παίζουνε και εμείς τους κοιτάμε, θεατές και μάλιστα από τη βεράντα. Το ποδόσφαιρο είναι το χόμπι μας.»
    Σήκωσε τα μάτια να πει στην Ηλέκτρα ότι ένα χόμπι είναι, μην τα μπερδεύει, αλλά η Ηλέκτρα είχε φύγει μέσα από το δωμάτιο.
   Βγήκε έξω καθώς στον αγωνιστικό χώρο έμπαιναν ο διαιτητής και οι δυο λάινσμαν. Το γήπεδο κατάμεστο από ένα πολύχρωμο πλήθος, οι φίλοι του καθισμένοι άνετα πάνω στα καθίσματα- θεωρεία κάπνιζαν και έλεγαν ανέκδοτα.
   Ο Κοσμάς θυμήθηκε πάλι τον πατέρα του που όταν του είχε μιλήσει για την βεράντα του και πως από  εκεί κάθε Κυριακή βλέπανε τον αγώνα, εκείνος είχε γελάσει και το μόνο που είχε πει ήτανε ότι, όπως υπάρχουνε καπετάνιοι του γλυκού νερού έτσι υπήρχαν και φίλαθλοι της βεράντας.
   Κοίταξε τις χιλιάδες το κόσμο μέσα στο γήπεδο. Όλοι αυτοί, σκέφτηκε, είχανε έρθει από παντού άλλος με αυτοκίνητο, άλλος με συγκοινωνία, άλλος με μηχανάκι και με τον ίδιο τρόπο θα γυρίζανε μετά. Από το πουθενά στο πουθενά. Σαν τις συναθροίσεις των χριστιανών παλιά, σα θρησκεία. Ξανακοίταξε τους φίλους του γύρω. Ένας είχε κάτι μικρά κιάλια στα χέρια του και προσπαθούσε να δει κάτι. Του θύμισε κάτι κυρίες στον ιππόδρομο.
   « Άλλο χόμπι κι άλλο θρησκεία» είπε δυνατά κι όλοι γυρίσανε με απορία.
   Μπήκε μέσα και πήρε το ασανσέρ. Πάτησε το ισόγειο και σε λίγο έξω από το γήπεδο αγόραζε ένα εισιτήριο στη «μαύρη» ανέβηκε στην εξέδρα με τα κόκκινα κασκόλ. Δε δυσκολεύτηκε να βρει τους δικούς του γιατί ο θείος του φορούσε τα παπαδίστικα. Ο πατέρας του χωρίς να τον κοιτάξει του έδωσε ένα μαξιλαράκι από αφρολέξ που λες και το κρατούσε μόνο γι αυτή την περίπτωση.
   Ο θείος του σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να φυσάει δυνατά μια χάρτινη καραμούζα.
   Ο Τζιοβάνι πήρε τη μπάλα στα πόδια του. Μια τρομπέτα έδωσε το σύνθημα «για τα «παιδιά του Πειραιά», ο Κοσμάς ένοιωσε σα να είχε πέσει με τα ρούχα στη θάλασσα και τώρα ήταν έξω στα βράχια να στεγνώνει.

*
Copyright©Πέτρος Κυρίμης