Δημήτρης Π. Κρανιώτης, ποιήματα

ΛΕΥΚΗ ΜΑΡΜΑΡΥΓΗ

Δεν ήταν η σάτιρα
του δωδεκάτου λεπτού
που βούτηξε
τη λογική μου
σε μειδίαμα
λευκής μαρμαρυγής,
μα η νηφαλιότητα
των αθώων
που με οδήγησε
σ’ ένοχα μυστικά,
διττά κελεύσματα σιωπής
επίορκων δωρητών ψυχής.

***
ΨΕΥΔΩΝΥΜΗ ΦΥΓΗ

Σάστισα σαν είδα
το δείπνο των ανέμων
στο δείλι της βροχής
κι αναστέναξα απορώντας
«τι θέλω εγώ απρόσκλητος
ανάμεσα σε ήχους
γέλιων και θρήνων,
σε αλήθειες και ψέματα,
γάμων και κηδειών».
Δείκτης σιωπής,
φως αντοχής
και δώδεκα χτύποι
της καρδιάς μου
σαν χάθηκα χαράματα
στα εντός μου,
ανήμπορος πειρατής
στα ίχνη
ψευδώνυμης φυγής.

***
ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ

Πρώιμη στάχτη
της υψικαμίνου
πεταμένη στο πέλαγος,
σαν άλλη ξενιτιά
της μοίρας μας,
το αβέβαιο
της θέλησής μας
και το άβατο
της ηθικής μας,
κάθε πρωί
που θρηνούμε όνειρα,
κάθε βράδυ
που κερνάμε υποσχέσεις.

***
ΑΛΛΗ ΓΟΗΤΕΙΑ

Πουλάω
ό,τι μου χάρισες,
ένα βλέμμα
κι ένα χαμόγελο
σε οδοντοστοιχία
απολύτως λευκή,
μα τόσο τηλεοπτική.
Γιατί να θυσιάσω
κι άλλες νύχτες
θερινού σινεμά
με πασατέμπο,
για παζάρια
ημιθανών προσκλήσεων
σε γεύμα υποκρισίας;
Μου αρκεί
η ξέφρενη προσμονή
μιας άλλης γοητείας,
που δεν ενοικιάζεται,
ούτε πουλιέται.

***
ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

Έχασα το αλφαβητάρι
της πρώτης δημοτικού
και τώρα
που ψάχνω απεγνωσμένα
να δώσω στην Άννα
ένα μήλο,
γέρασα από αναμνήσεις,
χωρίς διακοπή
για διαφημίσεις,
πίνοντας αναψυκτικό light
και κάνοντας «like»
σε τετράστιχα ημερολογίου.

***
ΓΥΜΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Έφυγε η γραφή
κι έμεινε η σιωπή
κολλημένη στην άμμο ρίμας,
που έπλασε
με στάχτες χαϊκού
ωδές ανάμεικτων προσδοκιών
σε χαλεπούς καιρούς,
με ενδιάμεσους σταθμούς
γυμνά διηγήματα
που δεν άντεξαν
το καθωσπρέπει της ενδοχώρας
και ντυμένα ποιήματα
που τιμωρήθηκαν
σε ακτές γυμνιστών
με απαγόρευση εισόδου.

***
ΑΠΩΛΕΣΘΗΝ

Άφησες ένα post-it
με υποσημείωση
το πραγματικό σου πρόσωπο,
γεμάτο ρυτίδες,
χωρίς χαμόγελο,
με αμέτρητα «απωλέσθην»
να ναρκοθετούν μορφασμούς
κατ’ επίφαση ευτυχίας.
Είναι ακόμη
κολλημένο εκεί,
από τότε που πάγωσα
πριν προλάβω
ν’ ανοίξω το ψυγείο.

***

Copyright©Δημήτρης Π. Κρανιώτης

photo©Paul D’Amato, 1997

***
Σύντομο βιογραφικό: Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης είναι ιατρός παθολόγος και ποιητής από τη Λάρισα. Έχει εκδώσει 7 ποιητικές συλλογές: «Ίχνη» (1985), «Πήλινα Πρόσωπα» (1992), «Νοητή Γραμμή» (2005), «Dunes (Θίνες)» (Ρουμανία 2007), «Ενδόγραμμα» (εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2010), «Edda (Έδδα)» (Ρουμανία 2010), «Iluzione (Ψευδαισθήσεις)» (Ρουμανία 2010). Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε 20 γλώσσες.

Δέσποινα Εμιρζά, Το κρυφό ημερολόγιο του Βίνσεντ

Τρίτη – Τίποτα σπουδαίο, μόνο πολυλογία στο κεφάλι μου:
Σκοτάδι… Σσσστ! ….. Άκου!.. Το τίποτα.. Να μην σκέφτεσαι τιπ…Μη μου μιλάς!.. Σταμάτα να μου μιλάς! ..Θεωρείς τον εαυτό σου έξυπνο? Όλα αυτά που σκέφτεσαι τα ξέρω.. σε βαρέθηκα…σκάσε! Θέλω να ηρεμήσω στο σκοτάδι, σαν τα ψάρια στο βυθό! Σιωπή!…Είδες μια ψαρούκλα που έπιασα σήμερα; Θα τη βράσω με λαχανικά, καροτάκι – δεν σου αρέσει βραστό που γίνεται τόσο γλυκό, αλλά πρέπει να έχει βιταμίνες, να το φας! Πατάτες να βάλω; Δεν μου πολυαρέσουν. .Θα βάλω. Λαχανάκια; Υπερβάλεις, μου φαίνεται.. Αμάν πια! Ολόκληρο θέμα μια σούπα! ΕΛΕΟΣ! Καλά, καλά, σηκώνομαι, αρκετά κάθισα! Με τσίτωσες πάλι! Άντε, και μόλις φάμε, θα με βοηθήσεις να σκαλίσω το δόντι μου. Λέω να φτιάξουμε κάτι απλό, σκέτο, μια οριζόντια γραμμή ίσως.. Το τσουκάλι θα πέσει.. Πρό-σε-χε! είναι λίγο στραβό.. εεντάξει ,…και νεράκι να βάλω… Όρε μια ψαρούκλα! Νάτο και το εργαλείο μου, προσοχή κόβει.. Θα σε ξεκοιλιάσω καλό μου ψαράκι..

Ένα χάδι θα με ευχαριστούσε, από τη μία πλευρά, από την άλλη με εμποδίζουν τα λέπια. Θα το χαϊδέψω κι άλλο, τι λεία επιφάνεια, σαν να χαϊδεύω το βραχάκι εκείνο δίπλα στο γκρεμό, πάνω από την πηγή του Μιμίρ, που ανάθεμα την ώρα που ξάπλωσα πάνω του, χαρούμενος για την δροσερή του γλίτσα στην πλάτη μου! Πού να φανταστώ ότι ήταν το πράσινό του σάλιο παγίδα; Μία που ξάπλωσα, μία που σακατεύτηκα γλιστρώντας και πέφτοντας στο παρακάτω βραχάκι κι από κει, στον πιο κάτω βράχο, ένα βήμα πριν το γκρεμό.. Τώρα θυμήθηκα από πού έχω τις μελανιές στον γοφό μου…
Θα του πάρω το κεφάλι! Καλύτερα έξω, ακόμα φως έχει..
Πρώτα τα λέπια.. πωπω χαα! κομφετί.. κοίτα παντού λέπια.. κοίτα μη σου μπει στο μάτι. Πιάστο από τα βράγχια με το αριστερό και με το δεξί βάλε στο στέρνο του τα δυό σου δάχτυλα, τράβα βάζοντας και τα νύχια σου στα εντοσθιάκια, κρατώντας κόντρα με τον αντίχειρά σου στην κοιλίτσα του. Χλάπ! Χα Βγήκε, στο έλεγα..
(Το κεφάλι θα το δώσω στον Σλοθ, δωράκι.)
Έτοιμο! Είμαι ο Ornie Mouth, είμαι Βίκινγκ και αυτό θα είναι το γεύμα μου!
Τετάρτη – Ο Βίκινγκ μέσα μου:
Ζω πολύ μακριά από οτιδήποτε, από την άκρη της γης σίγουρα! Το χωριό μου είναι βουνίσιο, αλλά φτάνεις και στη θάλασσα κατεβαίνοντας το μονοπάτι της Χούλντρας.
Ο μύθος της Χούλντρας λέει για ένα σαγηνευτικό γυμνό πλάσμα του δάσους, μια γυναίκα λευκή σαν βαμβάκι, με κόκκινα μαλλιά μακριά και ουρά αγελάδας, που αν την δεις από πίσω είναι κούφια, σαν την κουφάλα γέρικου δέντρου..
Για να ψαρέψεις δηλαδή, πρέπει να έχεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου μη στην πέσει από πουθενά η Χούλντρα και σου ζητάει ανταλλάγματα… Κι έχω κι εσένα να σε σέρνω μαζί μου, με τη γκρίνια σου να μου τρυπάει το νου και την μουρμούρα σου να μου γρουσουζιάζει τη μέρα! Βρε, αει στο γκρεμό από ‘δω!
Στο χωριό δε με συμπαθεί κανείς. Με φωνάζουν τρελό! Τι εννοούν; Μου πετάνε λαχανικά, και σάπια κρέατα, μαζί με τις μύγες. Τα κρέατα τα πετάω, τα λαχανικά τα κρύβω στις τσέπες μου. Δεν είμαι και χαζός! Είμαι πιο έξυπνος κι από το μυαλό μου, με το οποίο βρίσκομαι σε πόλεμο και τσακώνομαι κάθε μέρα τα τελευταία κάμποσα χρόνια -από τη γέννησή μου δηλαδή. Δεν είναι ικανό για τίποτα. Φαντάζεται πράγματα που δεν υπάρχουν και αυτό δεν είναι σωστό. Φαντάζεται χρώματα και μουσική, χορό και γέλια πολλά… μήπως γελάνε μαζί μου; Τρυφερές αγκαλιές και αρώματα. Σκέφτεται μπερδεμένα φωτεινά πράγματα και σκοτεινά και νόημα και έκφραση..
Νάτο πάλι! Μα είναι πράγματα αυτά; Άχρηστο μυαλό, που αντί να πας να κυνηγήσεις Κανά δράκο, αντί να θαλασσοδαρθείς σαν πραγματικός Βίκινγκ, εσύ σκέφτεσαι άσπρα πανιά που ανεμίζοντας χρωματίζουν τον ουρανό και πώς να ανακτήσεις τη μυρωδιά του μύρτιλλου όποτε κι αν θελήσεις..και πώς φτιάχνεται το βαθύ μπλε, και πώς το κίτρινο των χρυσανθέμων; Που αντί να πας να φτιάξεις την αχυρένια σκεπή σου να μη σε πάρει και σε σηκώσει καμιά μέρα ο αέρας, μαζί με το σπίτι σου, εσύ φτιάχνεις καταθλιπτικούς ρυθμούς με τις σταγόνες της βροχής, που μπαίνουν από τα περάσματα της σκεπής και στάζουν πάνω στο κούτελό σου. Και κάθεσαι και βασανίζεσαι! Περίεργε! Άχρηστε!
Ε, εντάξει.. δεν είμαι σαν τους άλλους. Συνήθως κυκλοφορώ με ένα ψαθί στο κεφάλι, λες και ήρθα από άλλο κόσμο. Εξάλλου, νομίζω ότι είμαι αλλεργικός στο σίδερο.
Θα έλεγα ότι μοιάζω με ψαρά, μυρίζω κιόλας. Μα εμένα μου αρέσει. Καλύτερα ψαράς παρά γεωργός. Οι ψαράδες είναι μαχητές στα σίγουρα. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ δυνατό μαχητή, και είμαι αλήθεια, αλλά το μυαλό μου είναι ατίθασο.. εε.. στραβό.. και με βομβαρδίζει με σκέψεις που όμοιες δεν έχω ξανακούσει.. μου σπαταλάει το χρόνο μου με φαντασίες και με εμποδίζει να δείξω στο χωριό πόσο τολμηρός είμαι και πως στις μάχες κι εγώ μπορώ να αφήνω κραυγές με σαφές περιεχόμενο: ARGG..OURG…
Μοναδική μου συντροφιά έχω τον Σλοθ. Κι αυτός με παρατάει και φεύγει καμιά φορά, κυρίως όταν του πετάω ό,τι βρω μπροστά μου. Πάντα όμως έχω λόγο, όπως τότε που είχε ρίξει το πιάτο με τα φραγκοστάφυλα ή τότε που έφαγε ένα μικρό γεράκι. Είχα θυμώσει τόσο πολύ! Δεν τρώμε τα πουλιά Σλοθ! Και ειδικά τα γεράκια! Ο Σλοθ είναι χαδιάρης και μου τη βαράει. Δε ξέρω αν μου αρέσει ή όχι. Έρχεται το κωλόγατο όταν βαριέται ή όταν πεινάει. Κατά τα άλλα με έχει χεσμένο.
Πέμπτη – Με ευθυμεί η σκέψη ενός γάτου..
Νιώθω λίγο καλύτερα, μπορώ να κοιμηθώ..:
Το μυαλό μου φαντάζεται να χαϊδεύω ώρες τη λευκή του γούνα, τις ουλές που του έχω προξενήσει με όλα αυτά τα αντικείμενα που του έχω πετάξει, το τραύμα στο τυφλό του μάτι που απέκτησε μετά από γατοκαβγά… Σκέφτομαι να τον χαϊδεύω και να προσέχω την περίεργη γεωμετρία του προσώπου του… τριγωνικά ζυγωματικά, μικροί λοφίσκοι τ’ αυτιά του και μια πεδιάδα ανάμεσά τους από βελούδο.. το κάνεις «έτσι» σκούρο βελούδο, το κάνεις «αλλιώς» ανοιχτό βελούδο.. Κι αυτή η μύτη!.. χάρακας σωστός, με ένα ροζ νεφράκι για ρουθούνια. Είδες τι μου κάνεις; Πάλι τα ίδια.. Πότε θα σκάσεις επιτέλους; Πότε θα γίνεις φυσιολογικός; Θα σταματήσεις; Πρέπει να σταματήσεις! Πού νομίζεις ότι βρίσκεσαι; Σε όνειρο; Ξύπνα! Τι να κάνω; Πώς θα βρω τον εαυτό μου; Ποιος θα με βοηθήσει;
Παρασκευή – Μήπως να πήγαινα στο γιατρό;
Μήπως να πήγαινα στο Δρυίδη; Δεν τον πολυσυμπαθώ.. Είναι οστεώδης και κουτσαίνει. Στο χέρι που συνήθως κρύβει πάντα, παίζει δύο σβώλους.. Αν τους πετάξει κάτω, έχω την εντύπωση πως κάτι θα συμβεί απίστευτο. Θα σταματήσει ο χρόνος; Θα πέσει ο ουρανός στη θάλασσα και θα τα κάνει όλα μούσκεμα; Θα λιώσουν οι βράχοι στα βουνά και θα κυλήσουν σαν λάβα και θα μας κάψουν;… αλλά μπορεί και όχι. Μπορεί απλά να είναι το παιδικό του παιχνίδι που δεν μπορεί να αποχωριστεί.. Δε ξέρω, έχει κι ένα βλέμμα πολύ μυστήριο. Το ένα του μάτι έχει ξεφύγει και μπορεί και κοιτάει αλλού όταν το άλλο μάτι κοιτάει εσένα.. Το μάτι αυτό λειτουργεί από μόνο του. Σε κοιτάει ευθεία, μα αν υποψιαστεί πως κάτι κινείται πέρα από το οπτικό του πεδίο, κάνει μια στροφή 92 μοιρών και το καρφώνει χωρίς να το αφήνει. Δύο φορές έχει καρφώσει κι εμένα.
Τη μία ήταν τότε με τη Νέα Σελήνη. Είχα πάρει ένα γουδί και είχα βάλει μέσα 145 μαύρα μούρα, 257 μύρτιλλα, ωραία κυανά ( πιάστηκε η μέση μου να τα μαζεύω). Ήθελα να φτιάξω το χρώμα του ουρανού εκείνη τη βραδιά. Ήθελα να το φυλακίσω πάνω σ’ ένα τίποτα, πάνω σ’ ένα πανί, πάνω μου ίσως; Ήταν ουράνιο βαθύ χρώμα…
Με αστέρια; ναι, ναι με αστέρια στροβιλιστά σαν δίνες νερού.. .
Το φως είχε δύσει και το κρύο μόλις που σε ανατρίχιαζε. Το φεγγάρι έφεγγε σαν θαμπός ήλιος. Κι αυτό το χρώμα του ουρανού δεν ήταν ομοιόμορφο. Με αρρώσταινε.. Το μπλε κυανό, ήθελα να γίνει μωβ κυανό. Γιατί αν μείνει μπλε, μπορεί να γίνει μελανί και μετά μαύρο, όχι γυαλιστερό, μαύρο θαμπό, που σε θολώνει και χάνεσαι τυφλός στη μαυρίλα της ψυχής σου!
Όμως μέσα σου υπάρχει ένας πυρήνας ζεστής ολοζώντανης ενέργειας που θέλει να εκραγεί, να πετάξει ουρλιάζοντας κόντρα στον άνεμο και να δώσει κόκκινο στο μπλε!
Χρειάστηκα 1 παντζάρι, πολύ κόκκινο..
Τα έλιωσα όλα στο γουδί και τα άπλωσα με άγχος στο πρόσωπό μου! Και ιδού! Ευτυχία! Έκρηξη! Ηδονή! Σιντριβάνια αστρικών μωβ στο μεδούλι των οστών μου!
Έτρεξα στο χωριό από φόβο για τη χαρά που ένιωθα, σαν να είχε σημάνει συναγερμός πολέμου! Εκεί ήταν ο Δρυίδης και το περιβόητο μάτι του, που αφού με κάρφωσε, τον ανάγκασε να γυρίσει ολόκληρος προς το μέρος μου.
Σάββατο – Κανείς δε με καταλαβαίνει! Με κοιτάζουν χωρίς να ακούνε αυτά που λέω, με παρατηρούν, με επεξεργάζονται σαν τον τρελό Βικινγκ που κατοικεί στο μυαλό μου:
Την άλλη φορά που με κάρφωσε ο αλλήθωρος, ήταν πάνω στα βράχια. Με κοιτούσε από ψηλά, ενώ ήμουν στο δάσος. Είχα ανέβει σε ένα δέντρο για να ξεριζώσω κάτι σκούρα πράσινα φύλλα που όταν τα κοιτούσες από το έδαφος νόμιζες πως γαργαλούσαν τον ουρανό. Μα δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ψηλά, είχα σκεφτεί όταν τα είδα. Έπρεπε να το διαπιστώσω μόνος μου. Είχα ανέβει τόσο ψηλά που δεν το πίστευα ούτε εγώ ο ίδιος! Ξερίζωσα τα φύλλα και αμέσως η μυρωδιά τους γέμισε τα ρουθούνια μου! Αισθάνθηκα μια νοσταλγία για τα παιδικά μου χρόνια.. Αυτή η ευωδιά ήταν τόσο ζαλιστική που έκλεισα τα μάτια και θυμήθηκα πώς με κουνούσε η μάνα μου στην κούνια.. Χαλάρωσα και παραλίγο να πέσω ο ηλίθιος. Κράτησα στη χούφτα μου τα φύλλα και ενθουσιασμένος κατέβηκα από το δέντρο.
Τα φύλλα σήμαιναν τόσα πολλά μαζί, που δεν μπορούσα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου.. Ήθελα απλά να μπορούσα κι εγώ να ήμουν τόσο ψηλά, σαν κι αυτά, πάνω σ’ ένα δέντρο θεόρατο, να νιώθω ασφάλεια, να αγγίζω και γη και ουρανό..
Τα φόρεσα. Σκέφτηκα πως ίσως τα φύλλα να με προστάτευαν από τη θλίψη, ίσως να με έκαναν να ξεχάσω την τεράστια μοναξιά, να γελάσω με τον εαυτό μου!
Πήρα τα φύλλα, τα έκανα χίλια κομμάτια, ύψωσα τα χέρια μου και άρχισα να τρέχω ανάποδα, δίπλα στο ποτάμι. Τα φύλλα έφευγαν με τον αέρα, ψηλά, στον κίτρινο ουρανό, δίπλα στον ήλιο, τη ζεστασιά, το φως! Ευτυχισμένος πάλι!
Όμως το μάτι του Δρυίδη με είχε καρφώσει σε τέτοιο βαθμό, που σταμάτησα να τρέχω και να γελάω . Το αισθάνθηκα πάνω μου, σαν ψυχρό σταλακτίτη που κάποιος μου τον κάρφωσε στην πλάτη!
Τι ντροπή!.. έχει δίκιο! Τώρα που το σκέφτομαι, έχει απόλυτο δίκιο! Ντρέπομαι τόσο για μένα.. Έχω τόσες τύψεις, μα πώς φέρομαι έτσι; Πόσες φορές δεν προσπάθησα να γίνω μαχητής; Πού είναι το τσεκουράτο αίμα των Βίκινγκ, αυτή η οργή που τεμαχίζει τους κορμούς των δέντρων στο πέρασμά της; ΑΑΑΧΓΚΟΝΓΚΓΚΓΚΑΓρρρρρ!!!
Ο πόνος δεν υπάρχει! Θα τους δείξω εγώ! Η γραμμή στο δόντι μου θα αποδείξει σε όλους και στον Δρυίδη τι θαρραλέος Βίκινγκ που είμαι! Και την τρίτη φορά γεροαλήθωρε δε θα χρειαστεί να με καρφώσεις! Θα σε αιφνιδιάσω! Θα κάνω τόσο βαθιά τη γραμμή στο δόντι μου, σαν άξιος άγριος πολεμιστής που ετοιμάζεται για την μάχη ! Θα τρομάξεις! Θα τρομάξει και το μάτι σου μαζί με σένα! Χα χα, θα πονέσω τόσο πολύ! Μπορεί και να το ευχαριστηθώ!
Είμαι ο Ornie Mouth, και έχω εξαγριωθεί!!
 
Πήρε το εργαλείο του, μύριζε ψάρι με σίδερο! Το σήκωσε ψηλά! Η λάμψη του είχε σκιές από τα εντόσθια και τα λέπια που καθάριζε! Το κοίταξε καλά και το πλησίασε στο στόμα του! Η αντανάκλαση του εαυτού μου τον αναστάτωσε!
Ποιος είναι αυτός που με κοιτάζει; Δεν είμαι εγώ! Τι θέλει από μένα; Κρατάει μαχαίρι και μου επιτίθεται! Προσπαθεί να με κόψει! Βοήθειααα!!
 
Για να με αποφύγει, πέφτει με την πλάτη πάνω στο τραπέζι, εκείνο σπάει και μαζί με τα ψαροαποφάγια σωριάζεται στο πάτωμα! Είμαι πιο δυνατός! Το χέρι μου πλησιάζει τρέμοντας στο μάγουλό του και με μια απότομη αστραπιαία κίνηση… του κόβω το αυτί!!!!……!
χχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχ
……ξημέρωσε; Ο Σλοθ γουργουρίζει δίπλα στο αυτί μου.. μα τι στο καλό; Έχω γεμίσει αίματα, το ίδιο και ο Σλοθ (το κόκκινο του πάει…κόκκινε Σλοθ, ένας κόκκινος Σλοθ!) Το κόκκινο.. Το άσπρο.. Το ροζ…Το κεφάλι μου!.. Πονάει το κεφάλι μου και μέσα και έξω. Κάθε μου σκέψη με χρώμα με πονάει! Πρέπει να δω το Δρυίδη πάση θυσία!
– Καθαρίζω τα αίματα, τυλίγω το αυτί μου με ένα άσπρο πανί και φεύγω πατώντας κατά λάθος την ουρά του Σλοθ.
***
Copyright©Δέσποινα Εμιρζά
Αθήνα 2011-2012

Πέτρος Κυρίμης, Τα τσικό

Δεν ξέρω από που προέρχεται αυτή η λέξη κι ούτε έχω σκοπό να ψάξω στα λεξικά να βρω άκρη. Θα την κρατήσω στη μνήμη με τη σημασία που είχε όταν την αναφέραμε μεταξύ μας στην ηλικία των δώδεκα – δεκατριών χρόνων, στην δεκαετία του ΄60. Τίτλος αδιαφιλονίκητης αξίας ανάμεσα μας. Όποιος κάτεχε αυτόν τον τίτλο είχε μια υπεροχή που κανένα άλλο παιδί στη γειτονιά δεν μπορούσε να αμφισβητήσει.
   Όταν ξεκινούσαν το δίτερμα σε αλάνα ή πάνω σε φαρδύ ασφάλτινο δρόμο, εκείνοι έφτιαχναν τις ομάδες κι από εκείνους ξεκίναγαν. Σε σχέση με τον Πειραιά που μεγάλωσα τα δυο μεγάλα ποδοσφαιρικά σωματεία ήταν ο Ολυμπιακός και ο Εθνικός.
Υπήρχαν και τα μικρότερα στις γύρω περιοχές, Προοδευτική, Ατρόμητος, Αργοναύτης και κάποια ακόμα σε μικρότερες κατηγορίες.
     Ο Πειραιάς!.. Όποιος δεν τον έζησε εκείνη την εποχή δεν θα μπορέσει να καταλάβει.
   Η μυρωδιά από τα λιπάσματα του Αι Γιώργη εκεί δίπλα στο λιμάνι μόνιμο πέπλο και σεντόνι καλοκαιρινό πάνω στα φτωχικά προάστια, από Κερατσίνι και Δραπετσώνα, μέχρι τα Καμίνια και το Ρέντη.
   Οι καπνοβιομηχανίες του Παπαστράτου και του Κεράνη, να διαχωρίζουν τον άλλο Πειραιά, της Καστέλας, του Πασαλιμανιού, της Φρεαττύδας, της Πειραϊκής.
   Οι δυο γραμμές των τραμ ξεκινούσαν από τον Άγιο Βασίλη πάνω από την Φρεαττύδα και η μια του Παλαμηδίου με τον αριθμό 21 κατέληγε στην Άγια Σοφία κάτω από τα Μανιάτικα και η άλλη με τον αριθμό 17 στο Νέο Φάληρο λίγο πιο δω από το γήπεδο Καραϊσκάκη. Και τα δυο ήταν συνδεμένα μέσα μου με τον Ολυμπιακό γιατί το ένα έβγαζε στο τέρμα του ακριβώς έξω από το γαλατάδικο που είχε ο πατέρας του Ηλία Υφαντή και το άλλο στην έδρα του Ολυμπιακού.
   Ο πατέρας μου προσπαθώντας εκείνα τα χρόνια να βρει κατάλληλο σπίτι που θα μας χώραγε όλους, αλλά και πιο φτηνό συνάμα, άλλαζε πολύ συχνά σπίτια και περιοχές.
   Καμίνια, Νέο Φάληρο, Πασαλιμάνι, Πειραϊκή, βάλτε και μερικές που δεν θυμάμαι τώρα μπορείτε να καταλάβετε ότι σχεδόν στα παιδικά μου χρόνια γύρισα όλες σχεδόν τις γειτονιές. Η πρώτη αλάνα που κλώτσησα μπάλα ήτανε στα Καμίνια πίσω από το μπακάλικο του Μπαταγιάνη, ένας από τους συμπαίκτες μου εκεί ήταν και ο Κώστας Μάνος. Κοντός στο ανάστημα αλλά ιδιοφυής με την μπάλα στα πόδια δεν παραξενευτήκαμε που κάποια μέρα μάθαμε ότι υπέγραψε δελτίο στον Ολυμπιακό.
Ξεκίνησε από τα τσικό και μαζί με Μπαρμπαλιά, Καπατσώρη, Καμπουρόπουλο, Πλέσσα, Χτενά και άλλους που αργότερα έπαιξαν και στην πρώτη ομάδα, έφτιαξαν με προπονητή τον Μπούκοβι την περίφημη ομάδα «των Μπέμπηδων.»
   Στο Νέο Φάληρο δεν είχαμε αλάνες, ήτανε πιο «sic» περιοχή, αλλά παίζαμε στο τσιμέντο επάνω, μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και τα καλοκαίρια με τα μαγιό κάναμε τις φιγούρες μας πάνω στην φαρδιά αμμουδιά της παραλίας.
   Εκείνη την εποχή ήταν που υπέγραψα κι εγώ δελτίο στον Εθνικό.
  Ο «τίτλος» εκείνου που έπαιζε στα τσικό του Εθνικού με ακολούθησε και στις άλλες γειτονιές και στάθηκε η αιτία να μην έχω κανένα πρόβλημα προσαρμογής ανάμεσα στα παιδιά της ηλικίας μου.
Μα αυτό που στάθηκε κάτι σαν «Ιερό Τέμενος» στην μνήμη μου από εκείνα τα χρόνια ήταν η Λέσχη του Ολυμπιακού ακριβώς κάτω από το Ναυτικό Νοσοκομείο και σχεδόν κρυμμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα των αμύητων γιατί ήταν κτισμένη πάνω στα βράχια με την σκεπή της σε ίσια γραμμή με τον δρόμο, έτσι που να σχηματίζει μια τεράστια ταράτσα, πρώτη θέση θεωρείο για μας τα παιδιά και τους περαστικούς κάθε φορά που στο ταπεινό γήπεδο με το φαγωμένο τσιμεντένιο δάπεδο, έδινε τους αγώνες μπάσκετ ή βάζοντας στη μέση ένα ρινγκ παρακολουθούσαμε με κομμένη ανάσα εκείνους τους ανεπανάληπτους αγώνες πάλης ή πυγμαχίας.
   Καρπόζηλος, Καμπαφλής, Παπαλαζάρου, Ναθαναήλ, Μαντούβαλος, ο φοβερός κι ανίκητος Γρυμπίρης και τόσοι άλλοι ακόμα ήρωες της παιδικής μας ηλικίας προτού μας «καπελώσουν» με τους διάφορους χρωματιστούς Σούπερμαν.
   Σήμερα τα «τσικό» λέγονται «Ακαδημίες ποδοσφαίρου» βαρύγδουπη ονομασία όμως οι γειτονιές δεν υπάρχουν πια για να το διαλαλούν τα παιδιά με καμάρι. Ίσως μόνο μέσα από το facebook…
*
Copyright©Πέτρος Κυρίμης

Περιηγήσεις Ναυτίλου: James Joyce, Οδυσσέας [18]

 Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.

James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).
James Joyce: Ulysses. Penguin 1992, annotated by Kiberd (1960).
17. Ιθάκη
Στο σπίτι του Λεοπόλδου Μπλουμ στις δύο μετά τα μεσάνυχτα.
Τι έκανε ο Μπλουμ όταν έφτασαν στον προορισμό τους;
Στα σκαλοπάτια του 4ου από τους ισοδιάφορους μονούς αριθμούς, στον αριθμό 7 της οδού Εκκλς, έβαλε μηχανικά το χέρι του στην πίσω τσέπη του παντελονιού του για να πάρει το κλειδί του.
Ήταν εκεί;
Ήταν στην αντίστοιχη τσέπη του παντελονιού που φορούσε την προπροηγούμενη.
Γιατί ήταν διπλά εκνευρισμένος;
Επειδή είχε ξεχάσει κι επειδή θυμόταν πως είχε θυμίσει δυο φορές στον εαυτό του να μην ξεχάσει.
Ποιες ήταν τότε οι επιλογές για το περίφροντι (κατ’ ακολουθίαν) και απρόσεχτο, χωρίς κλειδιά, ζευγάρι;
Να μπει ή να μην μπει. Να χτυπήσει ή να μη χτυπήσει.
Ο Μπλουμ οδηγεί τον Στήβεν σπίτι του για να του προσφέρει μια κούπα κακάο. Όταν μένει μόνος του, καταρτίζει τον ισολογισμό της μέρας του και πέφτει για ύπνο στο πλάι της Μόλλυ. Όλα τα συμβάντα της συνάντησης των δύο πρωταγωνιστών, οι ομοιότητές τους και οι διαφορές τους, τα περιεχόμενα όχι μόνο του σπιτιού αλλά και του μυαλού του Μπλουμ, περιγράφονται λεπτομερώς με όρους φυσικών φαινομένων. Ακόμα πιο σωστά, δεν περιγράφονται απλώς αλλά αναλύονται και καταλογογραφούνται! Στο αποκορύφωμα του μυθιστορήματος (ουσιαστικά στο τέλος του), που είναι η κατάληξη της Οδύσσειας και η «μνηστηροφονία», ο Τζόυς επιλέγει τον πιο αφυδατωμένο τρόπο αφήγησης. Γραμμένος σε μορφή ερωτοαποκρίσεων κρατάει τον αναγνώστη σε απόσταση και τον βομβαρδίζει με ένα πλήθος εξουθενωτικών πληροφοριών. Θα μάθει μέχρι και για τη διαδρομή του νερού από το υδραγωγείο του Δουβλίνου έως τη βρύση του Μπλουμ.
«Γράφω την Ιθάκη σε μορφή μαθηματικής κατήχησης. Όλα τα γεγονότα απογυμνώνονται στα κοσμικά, φυσικά, ψυχικά κλπ., ισοδύναμά τους… ούτως ώστε όχι μόνο θα γνωρίζει ο αναγνώστης το κάθε τι και θα το γνωρίζει με τον πιο στεγνό και ψυχρό τρόπο, αλλά έτσι επίσης ο Μπλουμ και ο Στήβεν θα γίνονται επουράνια σώματα, πλανήτες σαν τα αστέρια που ατενίζουν». Αυτά έγραφε ο Τζόυς, σε ένα γράμμα του το 1921, στον φίλο του Φρανκ Μπάτζεν.
«Ποιο θέαμα αντιμετώπισαν, πρώτα ο οικοδεσπότης, μετά ο καλεσμένος, όταν πρόβαλαν σιωπηλοί, διπλά κατηφείς, μεσ’ από το σκοτάδι, από ένα πέρασμα του πίσω μέρους του σπιτιού στο σκιερό ημίφως του κήπου;
Το ουρανόδεντρο των αστεριών αιωρούνταν με υγρά νυχτογάλανα φρούτα.»
Όσο κι αν πασχίζει ο Τζόυς να κρατήσει αποστασιοποιημένο τον αναγνώστη, υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ο τελευταίος κυριεύεται από συγκίνηση. Μια συγκίνηση που μόνο η μεγάλη τέχνη μπορεί να προσφέρει. Μοναδικές οι σκηνές της συντροφικής ούρησης κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό, η απαρίθμηση των ομοιοτήτων ανάμεσα στη σελήνη και στη γυναίκα, η λίστα με τα καταχωνιασμένα ενθυμήματα στο κλειδωμένο συρτάρι του Μπλουμ, η αναίμακτη (δια της σκέψης του και μόνο) εκμηδένιση των μνηστήρων, το λεπτομερέστατο ξετύλιγμα της ονειροφαντασίας του για μια γεμάτη ζωή σε ένα παραδεισένιο αγρόκτημα και τέλος, ο ύπνος σε στάση εμβρύου… πάνω στο μυθικό πουλί Ροκ με τον Σεβάχ τον Θαλασσινό!
Η «Ιθάκη» σηματοδοτεί το τέλος της περιπλάνησης του Μπλουμ στη καθημερινότητα. Νόστος στην Ιθάκη σημαίνει επιστροφή στο σπίτι, επιστροφή στους αγαπημένους (ζώντες και νεκρούς), επιστροφή στα πολύτιμα πραγματάκια του καθενός: στα αμέτρητα βιβλία της βιβλιοθήκης μου, στα μικροαντικείμενα που βρίσκονται στα συρτάρια του γραφείου μου, στο εκλεκτό κρασί που θα ανοιχτεί με το κυριακάτικο γεύμα… Ιθάκη είναι η αγκαλιά που θα σε υποδεχτεί, το κρεβάτι που θα ξαπλώσεις για να κοιμηθείς, η εξουδετέρωση κάθε «μνηστήρα» που σε τυραννά και η ουτοπική ονειροφαντασία, που θα σε οδηγήσει ήρεμα και γλυκά στη μήτρα του ύπνου…
Μεταφραστικά σχόλια
Ο Καψάσκης μετέφρασε εξαιρετικά το 17ο επεισόδιο του «Οδυσσέα». Κατάφερε να διατηρήσει το ιδιαίτερο ύφος του πρωτοτύπου. Σε ένα κεφάλαιο γεμάτο από επιστημονικές πληροφορίες είναι λογικό να μην αποφύγει κάποια λάθη αλλά τα θεωρώ σχετικά ασήμαντα μπροστά στο επίτευγμά του: Διαβάζοντας τη μετάφραση καταλαβαίνεις πως διαβάζεις Τζόυς!
1. σελ. 686, 2η παράγραφος, τρίτη σειρά: Αντί «πορεία» να γραφτεί»πορνεία» («prostitution»). Πρόκειται βέβαια για τυπογραφικό λάθος αλλά είναι σημαντικό γιατί και η λέξη πορεία ταιριάζει με τα συμφραζόμενα.
2. σελ. 687, 2η παράγραφος, τρίτη σειρά: «…και της αυτοσυγκράτησης ως ατόμου και ως πολίτη» («…and civic selfhelp»).Θα το μετέφραζα ως: «και της επίτευξης κοινοτικών στόχων με προσωπικές προσπάθειες».
3. σελ. 688, 3η παράγραφος, τέταρτη σειρά: «… θα ήταν σαν κανένας να μην τον είχε αντιληφθεί» («… he would be by all as none perceived»). Πρόκειται για μία από τις ωραιότερες παραγράφους του κεφαλαίου. Πιο σωστό θα ήταν: «…αντιληπτός ως κανένας θα γινόταν απ’ όλους». Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να παραθέσω ολόκληρο το απόσπασμα στα τζοϋσικά αγγλικά:
«From inexistence to existence he came to many and was as one received: existence with existence he was with any as any with any: from existence to nonexistence gone he would be by all as none perceived».
4. σελ. 704, 4η παράγραφος πρώτη σειρά. Το «δεν» να διαγραφεί.
5. σελ. 726, 1η παρ., τέταρτη σειρά από το τέλος της: «το ευερέθιστον του φωτισμού της» («the stimulation of her light»).Αναφέρεται στις ομοιότητες ανάμεσα στη σελήνη και στη γυναίκα. Πιο σωστό θα ήταν: «η διέγερση από το φως της».
6. σελ. 730, 2η παρ. 5η σειρά: «…κοντά στη σφιχτά τυλιγμένη εθνική σημαία» («… near the compactly furled Union Jack»). Union Jack είναι η βρεττανική σημαία.
7. σελ. 749, 4η σειρά από το τέλος: «… μίαν υπηρέτριαν, την Γερτρούδη» («…a maid, Gertrude…»). Πρόκειται για τη δεκαεπτάχρονη Γκέρτυ του επεισοδίου της «Ναυσικάς», που βέβαια δεν ήταν υπηρέτρια. Το σωστό (αντί υπηρέτρια) είναι «μία κοπέλα, την Γερτρούδη».
8. σελ. 757, 6η σειρά: «(Σίρα Σίριμ)». Αφού μεταφράζει και τα υπόλοιπα της παραγράφου, καλό θα ήταν να μετέφραζε κι αυτό: «(Άσμα ασμάτων)».
9. σελ. 758, 2η σειρά από το τέλος. «Μπιμπελό χρώματος πορτοκαλί» («Orangekeyed ware»). Πρόκειται για το δοχείο νυκτός (καθίκι) που πρωτοαναφέρεται στη σελ. 91, στην «Καλυψώ», ως orangekeyed chamberpot. Αυτό, απ’ ό,τι φαίνεται, ήταν διακοσμημένο με το χαρακτηριστικό μαίανδρο της γεωμετρικής εποχής σε χρώμα πορτοκαλί. Ο Τζόυς επινοεί ένα ομηρικού τύπου επίθετο, κάτι σαν το «ροδοδάχτυλη»… Βέβαια, αυτό είναι δύσκολο να μεταφραστεί με ακρίβεια. Ωστόσο, δεν ταιριάζει το «μπιμπελό». Θα μπορούσαμε να πούμε: «δοχείο με πορτοκαλί μοτίβα».
10. σελ. 766, τελευταία παράγραφο του κεφαλαίου: «Πηγαίνοντας προς το σκοτεινό κρεβάτι υπήρχε εκεί το αυγό του Σεβάχ του Θαλασσινού από το παραμυθένιο βορινό πουλί μέσα στη νύχτα του κρεβατιού όλων των βορινών παραμυθένιων πουλιών του Σκοτεινοβάχ του Ημεροκαθαρινού». («Going to a dark bed there was a square round Sinbad the Sailor roc’s auk’s egg in the night of the bed of all the auks of the rocs of Darkinbad the Brightdayler»). Το Ροκ (roc) είναι το μυθικό πουλί της αραβικής μυθολογίας και το auk (βλ. 8η παρατήρηση στη «Σκύλλα και Χάρυβδη») είναι το πουλί άλκα, που είχε ήδη, από την εποχή του Τζόυς, εξαφανιστεί και ήταν γνωστό για το σπάνιο και πανέμορφο αυγό του. Θα πρότεινα την ακόλουθη μετάφραση: «Πηγαίνοντας στο σκοτεινό κρεβάτι υπήρχε το τετράγωνο στρογγυλό αυγό του ροκ της άλκας του Σεβάχ του Θαλασσινού μέσα στη νύχτα του κρεβατιού όλων των αλκών των ροκ του Σκοτεινοβάχ του Ημερολαμπρινού». Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο αφηγητής στο τέλος του κεφαλαίου, ουσιαστικά, ταυτίζεται με τον Μπλουμ, που εξαντλημένος αποκοιμιέται μουρμουρίζοντας κάποια ακατάληπτα λόγια περί Σεβάχ και αυγών. Άλλωστε, η επόμενη ερώτηση μένει αναπάντητη καθώς ο Μπλουμ έχει ήδη κοιμηθεί. Η Μόλλυ, όπως φαίνεται στο επόμενο κεφάλαιο, τον ακούει να μουρμουρίζει τις λέξεις αυγό και κρεβάτι και νομίζει ότι της ζήτησε πρωινό με αυγά στο κρεβάτι!
Σημειώσεις: Οι εικόνες με τη σειρά είναι οι ακόλουθες: i) φωτογραφία εποχής (προπολεμική) της οδού Eccles με τα σχεδόν όμοια σπίτια. ii) η πόρτα του αριθμού 7 διατηρημένη σε μουσείο καθώς η σειρά των σπιτιών είναι σήμερα κατεδαφισμένη, iii) έργο του Μανώλη Χάρου, iv) σχέδιο του Ματίς για την εικονογράφηση αυτού του κεφαλαίου, v) χαρακτικό του Γερμανού ζωγράφου Lοvis Corinth (1858-1925) για τη μνηστηροφονία, vi) σχέδιο του R. Motherwell για την εικονογράφηση της «Ιθάκης» στην έκδοση του Arion Press. To πρώτο απόσπασμα με τους κόκκινους χαρακτήρες είναι μεταφρασμένο από τον Καψάσκη ενώ στο δεύτερο, η ερώτηση από τον Καψάσκη και η απόκριση από τον Μαραγκόπουλο.

[πηγή]

Γαβριήλ Ναχμίας, “Όφης και Λύγκας”

Εκδόσεις Ενδυμίων 2010

– Εμπρός Λύγκα, μέτρησε τη δύναμή σου! Ή μήπως θαρρείς πως είναι δα αμέτρητη;
Τέσσερις άκρες έχει η γη, κι οι τέσσερις στριμώχνονται τώρα εδώ πέρα, τόσο πολύ η μια πάνω στην άλλη, που γη δε μοιάζει να υπάρχει, άλλη απ’ αυτή που πατούμε εγώ κι ο Λύγκας· και τούτη η γη που ’ναι για δυο, δε θέλει πια να ’ναι κανενός.
– Έλα λοιπόν Λύγκα, αδερφέ μου! Τι καρτεράς; Αλλού να πας δεν έχει, αφού τόση είν’ η γη που απόμεινε, ίσα να χωρίζει τα πέλματά μας.
Στο πουθενά ριγμένοι εγώ κι ο Λύγκας, πατάει ο καθένας μας στο πέλμα τ’ αλλουνού, σα στη σκιά του.
– Όφη, το λόγο σου τον ξέρω, κι είναι γνωστή η αγάπη που ’χεις για το μέτρημα. Κι ένα ’χεις μέτρο, όχι πολλά, για να ’σ’ ακριβοδίκαιος – καθώς λες. Μα πώς το λέν’ αυτό το μέτρο το βαρύ, που όποτε θέλει γίνετ’ ελαφρύ, κι ενώ τη μια είναι φτηνό, την άλλη αντάλλαγμα ζητά τη γη και τ’ άστρα;
– Λύγκα, μιας και γραφτό δεν είναι να σμίξουμε στη ζήση, γιατί ν’ αφήσουμε να χαθεί κι ο ένας κι ο άλλος; Λιγόστεψ’ η γη κάτω απ’ τα πόδια μας, κι ο χρόνος στέρεψε κι αυτός. Να το ξίφος μου, μέτρα τη δύναμή σου!
– Σου ’μαθα τι ’ν’ η σκέψη, αδερφέ Όφη, κι εσύ μου ’μαθες τις λέξεις· μα…
– Να το ξίφος μου, Λύγκα, πέσε, μέτρα…
– …μα θέλω να σε μάθω και ν’ ακούς. Όποιος μετράει είναι γραφτό να μετρηθεί, κι ό,τι μετράμε μας μετράει. Η δύναμή μου είναι αμέτρητη, και την αγάπη μου για σένα δεν τη λογαριάζω, μήτε με λέξεις τη μετρώ, να μην τη λιγοστέψω. Κι αν δε μετρούσες γη και χρόνο, δε θα στέρευαν· μα αν θες στο ξίφος σου να πέσω, να ’μαι, πέφτω!

* * *

Λύγκα, αδερφέ μου
θρήνος δεν πρέπει σου, ακριβέ,
κι ούτ’ ένα δάκρυ απελπισιάς
– μόνο τραγούδια.
Άλλωστ’ η μοίρα
δεν είναι δίκη, να μετρά.
Χαμός κι ο άδικος κι ο δίκιος.
Μα η αξία
είναι σ’ εκείνον
που ξέρει πότε να χαθεί
και που ο χαμός του φέρν’ ειρήνη
στην αντάρα.
Λύγκα, αδερφέ μου,
σπαθί στα χέρια μου κρατώ
τ’ άγιο το σώμα σου.
Η φωνή σου όμως με σφάζει
μες στο μυαλό μου:
μπας και γινότανε κι αλλιώς
κι έπρεπ’ εμένα να κρατάς
τώρα στα χέρια…

Πρόλογος
(Αντί επιλόγου)
Αν η αλήθεια αρχίζει με Δύο, είναι γιατί αρχίζει να μετρά. Κι όταν τα Δύο γίνουν Ένα, εκεί τελειώνει· γιατί το Ένα δεν έχει τι να μετρήσει, ούτε με τι να μετρηθεί. Κι εκεί που τελειώνει η αλήθεια, αρχίζει το παραμύθι.
   Μετά την ένωσή τους, ο Όφης κι ο Λύγκας ξεφορτώθηκαν τα ονόματά τους. Ύστερα πέταξαν από πάνω τους μάτια, αυτιά, πόδια και χέρια που περίσσευαν: δυο απ’ το καθένα τούς ήταν αρκετά. Αυτά, μαζί με ό,τι άλλο περιττό, τ’ άφησαν στην ακρολιμνιά κι έπεσαν στο νερό. Κανείς δεν τους ξανάδε από τότε – κι όσους κι αν έχω ρωτήσει, ορκίζονται πως δεν τους ξέρουν.
   Χρόνια μετά, στην όχθη αυτής της λίμνης, όπου βρέθηκα ακολουθώντας τη μνήμη του νερού (αναπολώντας, ως συνήθως, άλλες όχθες), βρήκα τα άχρηστα μέλη – τυχαία, είναι η αλήθεια, όπως τυχαία βρίσκεται κάποιος εκεί που πρέπει, ή που δεν πρέπει, κι όπως τυχαία βρίσκει κάτι που έχασε ή πέταξε κάποιος άλλος, κι όπως τυχαίο είναι αν αυτό που βρήκε είναι άχρηστο, χρήσιμο ή πολύτιμο.   Κι όπως κάνει αυθόρμητα καθένας, όταν βρίσκει τα κατάλληλα υλικά, έβαλα τα μέλη σε τάξη: τα μάτια και τ’ αυτιά, τα χέρια αντικριστά στους ώμους, την καρδιά και το συκώτι μέσα στον κορμό, κι έστησα τον κορμό πάνω στα πόδια. Και μόλις στερέωσα πάνω στους ώμους το κεφάλι, το πλάσμα άνοιξε τα μάτια, με κοίταξε και χαμογέλασε. Άπλωσε τα χέρια και μου χάιδεψε το μέτωπο, πέρασε τα δάχτυλά του μέσα απ’ τα μαλλιά μου και είπε: «Στο εξής, θα σε λένε Γαβριήλ».
   Έτσι γνώρισα τον Όφη κι έμαθα την ιστορία του.
***
copyright© Γαβριήλ Ναχμίας
 

Χάρης Γαντζούδης, Το θαύμα των γενεθλίων…

Η Ειρήνη διέσχιζε την Ερμού προσπαθώντας να τσεκάρει τη λίστα που είχε φτιάξει στο μυαλό της, ώστε να μην ξεχάσει τίποτα. Ήθελε το αποψινό πάρτι να μείνει αξέχαστο τόσο στην ίδια όσο και στους καλεσμένους της. Ο βροχερός καιρός τη δυσκόλευε με τα ψώνια αλλά είχε αποφασίσει να μην αφήσει τίποτα να της χαλάσει τη διάθεση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χάρης Γαντζούδης, Το θαύμα των γενεθλίων…»

Γιώργος Κεντρωτής, τρεις μεταφράσεις ποίησης

 
PABLO NERUDA

[Η ΣΙΓΑΛΙΑ ΕΙΤΑΝ ΠΡΑΣΙΝΗ…]

Η σιγαλιά είταν πράσινη, το φως μουλιάσει είχε·
κι ο Ιούνιος, μήνας μέγας, έτρεμε σαν πεταλούδα·
κι εσύ, Ματθίλδη, στο βασίλειο έφτασες του Νότου
νερά και πέτρες σπώντας, κόβοντας το μεσημέρι

στα δύο. Κατάφορτη ήρθες με άνθη σιδηρούχα ώς πάνω,
με φύκια που βασάνισε και ξέχασε ο αγέρας·
πλην άσπρα ακόμα, φαγωμένα απ’ το παμφάγο αλάτι,
τα χέρια σου σηκώνανε τα στάχυα απ’ τις αμμούδες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Κεντρωτής, τρεις μεταφράσεις ποίησης»

Κωστὴς Παλαμάς, Τριλογία τοῦ θυμοῦ

Τριλογία τοῦ θυμοῦ

Οἱ Καλόγεροι

Εἴμαστ᾿ οἱ ἄνεργοι καὶ οἱ ἄχαροι,
καὶ τῆς ζωῆς εἴμαστ᾿ ἐμεῖς οἱ καταλαλητάδες,
γιὰ νὰ πατᾶμε καὶ νὰ σβήνουμε εἴμαστε
τὰ ὡραῖα καὶ τ᾿ ἀληθινά, τ᾿ ἄνθια καὶ τὶς λαμπάδες.
Τὸν ἥλιο καὶ τὰ ἡλιόχαρα ὀχτρευόμαστε,
καὶ τὶς ἀγάπες τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ παιδιοῦ τὰ γέλια,
μὲ νεκροσάβανο σκεπάζουμε
τὸ Λόγο τὸν τετράψυχο στὰ γαληνὰ Βαγγέλια.
Εἴμαστ᾿ ὁ κούφιος ἦχος ὁ παράταιρος
στῶν κεραυνῶν τὸ ταίριασμα καὶ στῶν κελαιδημάτων,
χαλάσματα καὶ σκιάχτρα κάνουμε
τοὺς θείους ναοὺς καὶ τὰ λευκὰ κορμιὰ τῶν ἀγαλμάτων.
Μὰ νὰ ὁ ραγιᾶς τὰ σύντριψε τὰ σίδερα,
«Ζωή!» ὁ Τεχνίτης ἔκραξε, Σοφέ, ἀλαλάζεις «Νίκη!»
φύγαμε τότε καὶ τρυπώσαμε
μέσ᾿ στῶν ἐρήμων τὶς μονιὲς καὶ γίναμεν οἱ λύκοι.
Καὶ τώρα κάθε ποὺ ἀπαντήσουμε
τὴν Ὑπατία τὴν ἄτρομην Ἰδέα τὴν ἀστρομάτα,
τὴ σφάζουμε, τὴ χιλιοκομματιάζουμε,
καὶ – ὦ λύσσα! – τὰ κομμάτια της τὰ ρίχνουμε στὴ στράτα.

***
Ἡ βέργα τοῦ Ζωΐλου

Στὴν πλάση, ἀπὸ τῆς θάλασσας τὴ μάνητα
ὡς τὸν τριγμὸ τοῦ σαρακιοῦ, κι ἀπ᾿ τὸ βουνὸ ὡς τὸ χνούδι,
καὶ μέσα στὰ βουβὰ καὶ μέσ᾿ στ᾿ ἀσίγητα,
στὰ πάντα δυσκολόβρετο κοιμᾶται ἕνα τραγούδι.
Καὶ τὸ τραγούδι τὸ ξυπνᾶνε οἱ Ὅμηροι,
σάρκα τοῦ δίνουν, ψυχή, φῶς, τὸ κάνουν πλάσμα καὶ ἄστρο,
κ᾿ ὕστερα ἐσεῖς, κιθάρες δρόμο δόστε του!
Μὲ τὸ τραγούδι ὑψώνεται τῆς Πολιτείας τὸ κάστρο,
μέσ᾿ στὸ τραγούδι ὁ Νόμος πρωτοβλάστησε,
κι ἀπὸ τῆς λύρας τὰ ὄνειρα τὰ ἔργα τὰ μεγάλα
οἱ δόξες τῶν ἐθνῶν τῶν κοσμοξάκουστων
κρατοῦνε πρωτοβύζαχτο τοῦ τραγουδιοῦ τὸ γάλα.
Γιὰ τοῦτο πλάστες καὶ προφῆτες οἱ Ὅμηροι,
ἀταίριαστοι, ἀδασκάλευτοι, ἄκακοι, ξένοι, ὡραῖοι
μέσα στὴ θεία τους γλώσσα τὴν ἀγράμματη
Ἡρώων ἀλαλάζει λαός, μιᾶς μάννας καρδιὰ κλαίει.
Μέσα στὴ θεία τους γλώσσα τὴν ἀγράμματη
μὲ πρόσωπο Πεντάμορφης εἶναι γραμμέν᾿ ἡ Ἰδέα,
ζωές, ἀλήθειες, πάθια, λαχταρίσματα,
κι ὅλα ὅσα λέτε, ἀστόχαστοι καὶ ἀνίδεοι, χυδαῖα!
Γιὰ τοῦτο καταριέστε τὸ τραγούδι τους,
ποὺ ρέει γοργὰ μὲ τὰ νερὰ ψηλάθε τὰ καθάρια,
ἐσεῖς, τοῦ Ξεπεσμοῦ λουλούδια ἀτίμητα
σᾶς ἔχει ὁ νοῦς ἀπόπαιδα κ᾿ ἡ ἀσκημιὰ βλαστάρια!
Γιὰ τοῦτο, ἂν κάνουν οἱ Ὅμηροι νὰ τρέμετε,
τρομάρα τοῦ ἀνεμόδαρτου στὸ δέντρο ἀπάνω φύλλου,
τῶν Ὁμήρων τους ἴσκιους δὲν τοὺς τρέμετε.
Κι αὐτοὺς χτυπᾶτε, παίρνοντας τὴ βέργα τοῦ Ζωίλου!

***
Ὁ ποιητής

Μόνος. Ἕν᾿ ἄδειο ἀπέραντο τριγύρω μου,
καὶ μιᾶς πολέμιας χλαλοῆς ἀσώπαστη ἡ φοβέρα.
Κι ὅταν ἐκείνη κατακάθεται,
μόνος, θανάσιμη σιωπὴ παγώνει πέρα ὡς πέρα.
Μόνος. Μ᾿ ἀρνήθηκαν οἱ σύντροφοι,
κι ἀπὸ τὸ πλάι μου γνωστικὰ τ᾿ ἀδέρφια τραβηχτῆκαν.
Μ᾿ ἔδειξε κάποιος. – Νὰ τος! – Καταπάνω μου
γυναῖκες, ἄντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιὰ ριχτῆκαν.
Τὸ χέρι τὸ ἀκριβὸ τῆς Ὁδηγήτρας μου,
ποὺ μὲ κρατοῦσε, ἀνοίχτηκε πρὸς ἄλλα χάιδια … Μόνος.
Σὲ βάθη μυστικὰ περνοῦνε ἀστράφτοντας
τῶν ἀσκητάδων οἱ χαρές, τοῦ μαρτυρίου ὁ θρόνος.
Φωτιά ῾βαλαν, τὸ κάψανε τὸ σπίτι μου,
καὶ σύντριψαν τὴ λύρα μου μὲ τὴ βαθιὰ ἁρμονία.
Τὴν Πολιτεία δυὸ Λάμιες τὴ ρημάζουνε:
ἡ λύσσα τοῦ καλόγερου, τοῦ δασκάλου ἡ μανία.
Τῆς Πολιτείας ἡ πόρτα κλείστηκε,
μὲ διώξανε, ἔρμος βρέθηκα στὰ ἕρμα μονοπάτια
καὶ τῆς Ἰδέας τῆς ἀστρομάτας, ποὺ ἔσφαξαν
ἀπὸ τὴ στράτα μάζωξα τὰ ὁλόφωτα κομμάτια.
Καὶ τἄσπερνα στὸ διάβα μου, καὶ φύτρωναν
ἐδῶ παράδεισοι, κ᾿ ἐκεῖ βασίλεια, κ᾿ ἐκεῖ πέρα
παλάτια κ᾿ ἐκκλησιὲς καὶ δρακοντόκαστρα.
Κι ὅλα στὴν ἴδια εὐφραίνονταν ἀνύχτωτην ἡμέρα.

1901