Larry Cool, τέσσερα ποιήματα

The coming insurrection

Στοὺς δρόμους μαινόμενες ἀνθρώπινες μορφὲς
Βαθιὰ στὸ χῶμα παλεύουν τῶν νεκρῶν τὰ σώματα
Κτύποι ἀκούγονται, στήνουν ἀγχόνες στὰ Ἐξάρχεια
Μιὰ γιγάντεια χελώνα,
Φράσσει μὲ τὸν ὄγκο της τὴν ὁδὸ Στουρνάρη.

Βρίσκω τὸ σῶμα μου σ’ ἕνα ἐρειπωμένο κτίριο
Μπροστά του μιὰ ἔνστολος γονατιστὴ
Τοῦ φιλεῖ τὴ βάλανο ψιθυρίζοντας:
-«Μορφές, εἶναι τὰ πέπλα τοῦ κενοῦ
Κι οἱ λέξεις κρύβουν καὶ φανερώνουν τὴ σιγὴ»
Τὸ σῶμα μου αἴφνης διαρρηγνύεται
Ἀπ’ τὶς ῥωγμὲς πυρακτωμένη λάβα ῥέει.

Ξημερώνει· πὰν’ ἀπ’ τὴν πόλη κρέμονται,
-ἀπὸ κανναβόσχοινα δεμένα στὰ σύννεφα-
τὰ πτώματα ἀπαγχονισμένων τραπεζιτῶν
Ἡ αὔρα τ’ ἀπομακρύνει πρὸς τὴ θάλασσα.

***

Τὶς νύκτες βγάζει τὸ δέρμα της

Ὑπάρχει κάποια γυναίκα,
Ποὺ βγάζει τὸ δέρμα της ὅπως βγάζομε τὸ pull-over
Μέσα εἶναι διαυγής· αἰθέρας.

Τὶς νύκτες εἰσδύει στὸ σῶμα μου ποὺ κοιμᾶται
Μαθαίνει τὰ μυστικά του, γίνεται ὄνειρο
Καθὼς τὸ ἄρωμά της διαχέεται στὰ μέλη,
Τὸ σῶμα ὑψώνεται ἁπαλά στὸν ἀέρα
Αἴφνης συσπᾶται ὁ φαλλὸς καὶ ἀναβρύζει σπέρμα.

Διασχίζει τὶς ἀλέες διαθλῶντας τὸ σεληνόφως
Εἰσχωρεῖ στὸ ὑπνοδωμάτιο ἑνὸς τραπεζίτου
Πάχνη καλύπτει τοὺς καθρέπτες
Τὰ βλέφαρα καὶ τοὺς κροτάφους του
Τὴν αὐγὴ οἱ φρουροί του τὸν βρίσκουν νεκρό.

Στὸ καφὲ “Φλοράλ”· τὴν ἀναγνωρίζω ἀπ’ τ’ ἄρωμά της
-«Ὑπάρχεις ἤ σὲ φαντάζομαι;» τὴν ῥωτῶ
-«Ποτὲ δὲν θὰ μάθῃς τί εἶναι ἔξω ἀπ’ τὸ δέρμα σου,
Ἄν δὲν βγῇς ἀπ’ αὐτὸ» ἀπαντᾶ.

***

Παράνοια

Καθένας σχίζει ἕνα κομμάτι ὁρίζοντα,
Καὶ ῥάβει μόνος του τὸ στενό του κοστούμι
Ὁ οὐρανὸς ἔχει κατέβει τόσο χαμηλά,
Ποὺ δὲν χωροῦμε πλέον ὄρθιοι, βαδίζομε σκυφτοὶ
Στόματα ἀνοίγουν ξαφνικὰ στὴν ἄσφαλτο,
Ἐλευθερώνοντας θαμμένες κραυγές,
Καὶ ξανακλείνουν.

Ὁ πρωθυπουργὸς κηρύσσει τὴ χώρα,
Σὲ κατάσταση ἀπόλυτης παράνοιας
-«Χαρίστε μου μιὰ σάρπα ἀπὸ ἄνεμο» ἐκλιπαρεῖ
Ἕνας τραπεζίτης τοῦ γλείφει τὸν βολβὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ
Ἕνας γδαρμένος λαγὸς περνᾶ μὲ ἅλματα.

Μέσ’ τὸ κρανίο μου, ἰκριώματα
Μικροσκοπικοὶ τεχνίτες,
Οἰκοδομοῦν ἕναν κόσμο χωρὶς ἐξουσίες
Ὁ παλιὸς χάνεται μ’ ἕναν βορβορυγμό,
Στὶς δῖνες τῶν ματιῶν μου.

***

Οἱ τελευταῖες ἡμέρες

Σ’αὐτὴ τὴν πόλη ποτὲ δὲν βρέχει
Ἕνα ἄλογο ὠρθωμένο στὰ πίσω πόδια,
Τρώγει τὰ σύννεφα.

Μ’ἕναν παρατεταμένο πόρδο ὁ πρωθυπουργός,
Διαγράφει στοὺς αἰθέρες ἀνεξέλεγκτη πτήση
Τὸ συρρικνωμένο δέρμα πέφτει στὰ Ἐξάρχεια
Κόρακες βγαίνουν μέσα ἀπ’τοὺς ἀνθρώπους.

Χορεύω μὲ δυὸ φίλες μου σουὶγκ στὸ “Φλορὰλ”
Τ’ἄστρα βλέπουν τὴν ἴδια τους τὴν λάμψη ἀπ’τὰ μάτια μας
Καταλήγουμε σ’ἕνα παγερὸ ξενοδοχεῖο
Εἴμαστε καυλωμένοι· τὰ μουνιά τους ἀχνίζουν
Τὰ σώματα δὲν ἀντέχουν τὴν παγωνιὰ τῆς ὕπαρξης
Φτιάχνουν γύρω τους τὸ κουκούλι τοῦ κόσμου.
Τὰκ-τὰκ ἕνας τυφλὸς μὲ τὸ ῥαβδὶ ξυπνᾶ,
τοὺς θαμμένους κάτ’ἀπ’τὰ πεζοδρόμια ποιητὲς
Ἀνασηκώνουν τὶς πλάκες καὶ βγαίνουν.

***

Copyright©Larry Cool –ιστότοπος 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, δύο ποιήματα

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Είδε το άλικο τριαντάφυλλο,
στη μέση του κήπου ανθισμένο,
τόσο τον θάμπωσε η ομορφιά του
που χαϊδεύοντάς το
τσιμπήθηκε.
Τʼ αγκάθια χώθηκαν στο δέρμα του.
Πέρασαν χρόνια.
Το τριαντάφυλλο το ξέχασε.
Τʼ αγκάθια ακόμα τριβελίζουν το μυαλό του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θεοχάρης Παπαδόπουλος, δύο ποιήματα»

Εύη Γκάλαβου, ποιήματα

 
Άγριος κύκλος

Παρουσίες ξένες ζωντάνεψαν
μέσα στον κύκλο που λανθασμένα ζούσα.
Κουράστηκα να πατώ ίχνη που μοιάζουν δικά μου
καθώς περπατώ έξω απ’ τον κύκλο
με τους αδίστακτους λύκους μέσα
να νιαουρίζουν με τα λευκά τους δόντια.
Αρνούμαι να πιάσω το σχοινί που κρέμεται• Συνεχίστε την ανάγνωση του «Εύη Γκάλαβου, ποιήματα»

Δημήτρης Πετσετίδης, Κάθε διήγημα είναι μια μορφή παγίδας

Μερικές φορές έχω κατά νουν ένα θέμα. Και περνά ο καιρός, μπορεί να είναι αυτός μήνες ή χρόνια. Κάποια μέρα, φαίνεται ότι η ιστορία έχει ωριμάσει πλέον, κάθομαι και γράφω το διήγημα. Άλλες φορές μονοκοπανιά, άλλες γράφω κομματιαστά, σελίδα – σελίδα ή παράγραφο – παράγραφο. Μπορεί ύστερα από ευάριθμες επί μέρους διορθώσεις να θεωρήσω το αποτέλεσμα αυτής της γραφής οριστικό, άλλοτε πάλι, καταπιάνομαι με το ίδιο θέμα και βγαίνει ένα διαφορετικό ως προς τη μορφή του διήγημα.
   Υπάρχουν διηγήματα τα οποία έχω ξεκινήσει να γράφω εδώ και πολύν καιρό και τα έχω αφήσει στη μέση ή στην πρώτη παράγραφο. Το μέλλον τους είναι αβέβαιο, πιθανόν κάποια συγκυρία να με οδηγήσει να ασχοληθώ πάλι μαζί τους, πιθανόν να μην τα ξαναπιάσω ποτέ στα χέρια μου.
   Γράφω καθιστός, στον ηλεκτρονικό υπολογιστή από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80. Κάμποσες φορές, ένα διήγημα ή ένα κομμάτι από την αρχή του διηγήματος το γράφω σε λευκές κόλλες με το χέρι κι ύστερα το αντιγράφω στο κομπιούτερ. Όταν γράφω με το χέρι, προτιμώ έναν μαύρο μαρκαδόρο λεπτής γραφής, κάποτε έγραφα με μολύβι.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Πετσετίδης, Κάθε διήγημα είναι μια μορφή παγίδας»

Τζούλια Φορτούνη,«Κόντρες με τον Σαχτζάτ στη Λένορμαν» -μια βιωματική εμπειρία…

(στον Σαχτζάτ Λουκμάν που δολοφονήθηκε τα ξημερώματα της 17 Γενάρη 2013)
Μόλις άκουσα την είδηση ταράχτηκα. Κάθε φορά που ακούω για «ατυχήματα» με ποδηλάτες ταράζομαι. Αυτή τη φορά περισσότερο. Μου φάνηκε πως τον γνώριζα τον Σαχτζάτ. Πως οι ματιές μας είχαν διασταυρωθεί ένα Σαββάτο απόγευμα στη Λένορμαν. Την ώρα που γυρνούσαμε. Εγώ από την ποδηλατοβόλτα μου στο κέντρο κι αυτός από το πόστο του στη λαϊκή των Πετραλώνων. Κινούμασταν κι οι δυο στο λεωφορειόδρομο. Παραβγήκαμε μάλιστα. Εγώ με το εκκεντρικό ακριβό μου ποδήλατο κι αυτός με ένα παλιό σιδερένιο μοντέλο του 80. Εγώ κουβαλούσα τις εικόνες μιας παρακμάζουσας πόλης και κάτι απροσδιόριστες ενοχές για τους άστεγους που επιμελώς απέφευγε το βλέμμα μου στις εισόδους των κτηρίων κι αυτός ένα βαρύ ξύλινο καφάσι γεμάτο πραμάτεια και δυο σακούλες αριστερά και δεξιά στο τιμόνι. Ήταν εκείνο το απόγευμα του Νοέμβρη που άρχισε να φυσάει ξαφνικά πολύ δυνατά και ξεριζώνονταν δέντρα και εκτοξεύονταν από τις πολυκατοικίες γλάστρες και άλλα περίεργα αντικείμενα.

   Αυτός ο δαιμονισμένος αέρας ήταν και η αφορμή της συνάντησής μας. Ο ουρανός ήταν κόκκινος κι ένας παράξενος ηλεκτρισμός υπήρχε στην ατμόσφαιρα. Άρχιζα να ανεβάζω τις ταχύτητες από τον πανικό. Οι οδηγοί τριγύρω όλοι νευρικοί άναβαν τα φώτα. Η λεωφόρος έμοιαζε σαν σκηνικό από ταινία τρόμου. Εκείνος ατάραχος, ποδηλατούσε στο δίχως ταχύτητες ποδήλατό του μ΄ ένα σταθερό τέμπο. Μόλις τον είχα προσπεράσει. Η πρώτη ματιά που ανταλλάξαμε αναγνωριστική. «Μετανάστης» σκέφτηκα με μια νοσταλγική και απενοχοποιημένη γλυκύτητα, μιας και όταν πρωτοξεκίνησα να χρησιμοποιώ το ποδήλατο, κυρίως μετανάστες ποδηλάτες συναντούσα. Και συνέχισα να πατάω με όλη μου τη δύναμη, και όλους τους δίσκους και τις ταχύτητες στο φουλ, πετάλι.
   Όταν με προσπέρασε ο Σαχτζάτ ξαφνιάστηκα. Όχι τόσο για το παράλογο του πράγματος. Για το πώς ένας φορτωμένος ποδηλάτης μ’ ένα παλιοποδήλατο με δυναμό με προσπερνούσε. Αλλά κυρίως για το χαμόγελό του. Αυτή τη φορά το μόνο που πρόσεξα σ΄ αυτόν ήταν ένα εγκάρδιο σκανδαλιάρικο χαμόγελο, που μου θύμισε τις παιδικές μου κόντρες με τ’ αγόρια στο χωριό. Είμαι σίγουρη πως αν δεν ήταν ο θόρυβος της λεωφόρου θα άκουγα και το «γκλαν» από το παλιομοδίτικο κουδουνάκι του.
Τον άφησα για λίγο να προπορεύεται, ξεχνώντας κάπως το μανιασμένο αέρα, την πόλη που κατάπινε ανελέητα τις διαμαρτυρίες και τις προσευχές των ανθρώπων της, τα μαραμένα λουλούδια της πλατείας Κοραή και την αδυναμία μου να διαχειριστώ τη φθορά και τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Έβλεπα τη λευκή μουσουλμάνικη φορεσιά του να ανεμίζει και να μπερδεύεται στη γρασαρισμένη αλυσίδα του. Ένιωθα την παιχνιδιάρικη αγωνία του καθώς κοιτούσε από το καθρεφτάκι αν τον πλησιάζω.
   Ο αέρας ξαφνικά δυνάμωσε. Η πόλη εκείνο το βράδυ έμοιαζε αποφασισμένη να μας μιλήσει. Να μας πετάξει τα σκουπίδια της στο πρόσωπο. Να μας δείξει τις πληγές της. Και πώς να επουλώσεις ένα τραύμα που ακατάσχετα αιμορραγεί; Με τι ανάσα να της δώσεις το φιλί της ζωής; Όταν κι εσύ είσαι ιστός και όργανο ζωτικό της. Και πάσχεις από την αμεριμνησία των περαστικών και των βουβών επαναλήψεων.
   Γι΄ αυτό έτρεχα δαιμονισμένα εκείνο το βράδυ. Για να ξεφύγω από την πόλη και τις ακατάληπτες εμμονές της. Από τα «βασανίζομαι» στους τοίχους της. Αλλά η πόλη με ακολουθούσε. Και με προσπέρασε. Μ΄ ένα άνετο κι ανάλαφρο ρυθμό. Με ρούφηξε με τη μουσική μιας μυστικής μπάντας. Και μ΄ ένα παιδικό χαμόγελο. Με μια οδύνη μιας αλλόκοτης ηδονής.
   Είχε ήδη νυχτώσει. Είναι η στιγμή που χάνεις ξαφνικά το παιδί που είσαι και πρέπει απότομα να μεγαλώσεις. Γιατί η νύχτα έρχεται. Γιατί τα παιδιά δεν αγαπούν το σκοτάδι. Όταν προσπέρασα για δεύτερη φορά το Σαχτζάτ δεν πρόσεξα ούτε τα μάτια του, ούτε το χαμόγελό του. Ήμουν ήδη μεγάλη. Και η πόλη με είχε καταπιεί.
   Ταράχτηκα μόλις το άκουσα στις ειδήσεις. Πάντα ταράζομαι όταν ακούω για «συμβάντα» με ποδηλάτες. Πόσο μάλιστα αυτή τη φορά. Ύστερα διάβασα στο διαδίκτυο τις λεπτομέρειες. Με ανακούφιση –προσωρινή- διαπίστωσα πως δεν πρόκειται για το δικό μου Σαχτζάτ. Το άτυχο θύμα ήταν νέος. Μόλις είκοσι εφτά. Ο δικός μου είχε γκρίζα μαλλιά. Το θυμάμαι. Ίσως μόνο αυτό πρόσεξα πάνω του τη δεύτερη και τελευταία φορά που τον προσπέρασα. Κι ένα ανεξίτηλο σκανδαλιάρικο χαμόγελο. Ως ανάμνηση παιδική που όμως τη δολοφόνησαν για πάντα.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Τα χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων

Εκδόσεις Άγρα

  • ΤΑ ΧΑΪΜΑΛΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ
  • ΑΡΓΩ Ή ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ
  • ΖΕΜΦΥΡΑ Ή ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ
  • ΒΕΑΤΡΙΚΗ Ή Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ BUFFALO BILL

Παρουσίαση

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Άγρα ο τόμος ΤΑ ΧΑÏΜΑΛΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ του ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ, όπου ανασυστήνεται μετά 50 χρόνια από την πρώτη ανακοίνωσή της και 67 χρόνια μετά τη συγγραφή της, η σπουδαία ερωτική τριλογία του ποιητή:
1) ΑΡΓΩ Ή ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ – α΄ έκδοση με περικοπές στο περιοδικό Πάλι, 1964-65, α΄ έκδοση σε βιβλίο 1980.
2) ΖΕΜΦΥΡΑ Ή ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ – α΄ έκδοση 1998.
3) ΒΕΑΤΡΙΚΗ Ή ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ BUFFALO BILL – ανέκδοτο μέχρι σήμερα.
Η έκδοση συνοδεύεται από αναλυτική εισαγωγή του επιμελητή των κειμένων ΓΙΩΡΓΗ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗ.
Η περίφημη Αργώ είναι γραμμένη στο ζοφερό κλίμα της εμφύλιας διαμάχης του Δεκεμβρίου 1944. Λίγο μετά επιφυλάσσεται στον συγγραφέα μια τραυματική εμπειρία: συλλαμβάνεται, χωρίς καμία συγκεκριμένη κατηγορία (αρκούσε προφανώς το επίθετό του), από την Πολιτοφυλακή του ΕΛΑΣ, την ΟΠΛΑ, και οδηγείται όμηρος, μαζί με πολλούς άλλους, στα Κρώρα της Βοιωτίας. Αντιμετωπίζει θανάσιμους κινδύνους και μεγάλες κακουχίες, έως ότου καταφέρνει να δραπετεύσει και επιστρέφει σε κακή κατάσταση στην Αθήνα.
Στο ΑΡΓΩ Ή ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ πλέκονται δύο παράλληλες ιστορίες: αφενός η εορταστική ανύψωση, η απογείωση του αεροστάτου «Αργώ» στην πρωτεύουσα της Κολομβίας Σάντα Φε ντε Μπογκοτά το 1906, με τους τρεις φλογερούς αεροναύτες –τον Άγγλο Λόρδο Ώλμπερνον, τον Γάλλο εξερευνητή Ερνέστο Λαρύ Νανσύ και τον Ρώσο ναύαρχο Βλαδίμηρο Βιερχόυ (με τον οποίο ταυτίζεται ο ποιητής)–, και αφετέρου η δραματική ιστορία του ζηλότυπου καθηγητή ντον Πέντρο Ραμίρεθ, της κόρης του Καρλόττας και του ινδομιγή εραστή της.
Στο ΖΕΜΦΥΡΑ Ή ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ, που διαδραματίζεται στο Παρίσι το 1902, έχουμε τον έρωτα ενός λιονταριού (που ονομάζεται Ζαμβέζης) και της ομώνυμης θηριοδαμάστριας σ’ ένα τσίρκο. Το παιχνίδι του έρωτα ανθρώπου/ζώου διεξάγεται, όχι μόνο ενώπιον των θεατών του τσίρκου, αλλά με την απειλή του θανάτου. Ωστόσο η φυσική αντιπαλότητα θηρίου-ανθρώπου καταλύεται για να κατισχύσει και για να δοξολογηθεί ο νικητής έρωτας.
Η ανέκδοτη ΒΕΑΤΡΙΚΗ Ή Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ BUFFALOBILL αποτελεί, ίσως, το πιο παράδοξο κείμενο του Εμπειρίκου όσον αφορά την κατασκευή του και κατά συνέπεια τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται και περατώνεται η αφήγηση. Η Βεατρίκη συνίσταται από δύο ιστορίες, όμως εδώ τόσο ο τόπος όσο και ο χρόνος της μιας ιστορίας διαφέρει εντελώς από τον χρόνο και τον τόπο μέσα στον οποίο διαδραματίζεται η άλλη. Πρόκειται, θα λέγαμε, για μια διπλή «δίπτυχη» ερωτική και «πολεμική» ιστορία, όπου η μία περιέχεται μέσα στην άλλη έτσι ώστε ο μυθικός χρόνος της Βεατρίκης να είναι διπλός. Η πρώτη, η «εξωτερική» ιστορία με την οποία ανοίγει το κείμενο, αναφέρεται σε μια από τις πολλές περιπέτειες του γνωστού ήρωα της αμερικανικής δύσης Buffalo Bill ή κατά κόσμον William Cody και τοποθετείται «ολίγα χρόνια» μετά τον αμερικανικό Εμφύλιο. Ο μυθικός χρόνος της «εσωτερικής» ενδιάθετης ιστορίας συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με τον χρόνο της γραφής του ίδιου του κειμένου – Ιούλιος-Αύγουστος 1945. Η ένθετη ερωτική ιστορία του συγγραφέα με την μετέπειτα σύζυγό του Βιβίκα Ζήση έχει επιστολική μορφή καθώς περιέχει έξι επιστολές που ανταλλάσσουν η Βιβίκα/Βεατρίκη με τον Εμπειρίκο/ Buffalo Bill.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: «Έτσι εδιάβαινε ο BuffaloBill μια νύχτα του Ιούλη – ο BuffaloBillo μέγας ποιητής του Νέου Κόσμου, ο αετός του Κολοράντο, Δάντης μαζί και ανιχνευτής με την εξαίσια Βεατρίκη, το πιο απαλό, το πιο εύοσμον και το πιο ωραίον άνθος της πραιρίας».
Σ’ όλα τα κείμενα της τριλογίας του Εμπειρίκου υπόκεινται κοινές βασικές ιδέες που υποστηρίζουν τις ίδιες κατά βάσιν αρχές, την ίδια ιδεολογία: ο μοναδικός τρόπος για να αρθούν οι πολλές και ποικίλες αντινομίες του πολιτισμού, η μόνη οδός και η μόνη δύναμη που μπορεί να απελευθερώσει τον κόσμο (κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά) είναι ο έρωτας, ο «άνευ ορίων και άνευ όρων» έρωτας. Υπό την έννοια αυτή και τα τρία κείμενα της τριλογίας αφηγούνται, το καθένα με τον τρόπο του, μια ερωτική ιστορία, όμως τελικά συστήνουν και μια ιστορία απελευθέρωσης ατομικής και δίνουν μια εικόνα μελλοντικής οικουμενικής ανάτασης και ελευθερίας. Και οι τρεις ιστορίες έχουν και πολιτικό χαρακτήρα. Και στις τρεις ιστορίες (ειδικά στην Αργώ και στην Βεατρίκη) ακούγονται (υπόκωφα και από μεγάλο βάθος, είναι αλήθεια) τα φρικτά πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα που βιώνει ο συγγραφέας την εποχή της συγγραφής τους. Η βία του ντον Πέντρο συνδέεται με την βία της γαλλικής επανάστασης που αναθυμάται ο Γάλλος αεροναύτης και, προφανώς, δεν είναι άσχετη από όσα συμβαίνουν στην αιματοκυλισμένη Αθήνα του 1944-1945. Το ίδιο παρακολουθούμε και στην ιστορία του Buffalo Bill. Ο σφαγιασμός των μεταναστών μέσα στο άγριο τοπίο του Grand Canyon παραπέμπει, δίχως αμφιβολία, στη φρικτή δοκιμασία του ομήρου Εμπειρίκου και άλλων αθώων μέσα στον άγριο Δεκέμβριο του 1944. Η βία στην Ζεμφύρα δεν είναι μόνο ερωτική, ή βία των άγριων ζώων – το κατηγορώ του πλανόδιου ποιητή δείχνει πως στην φαινομενικά απλή ερωτική ιστορία αναμοχλεύονται πολλές μορφές βίας του ανθρώπινου πολιτισμού.
Όλες αυτές οι, φαινομενικά εκτός τόπου και χρόνου, ερωτικές/ρομαντικές ιστορίες που αναπτύσσονται και εξελίσσονται μέσα σε ένα αρχικό περιβάλλον φόβου, βίας και θανάτου, για να κατισχύσει τελικά ακατανίκητος ο έρωτας και η ζωή, αφορούν, όπως έχουμε υπαινιχθεί, το πρόσωπο του ίδιου του αφηγητή, του συγγραφέα Εμπειρίκου.
Στη Ζεμφύρα ο πλανόδιος ποιητής του Παρισιού, που προβάλλει ως προσωπείο και αντανάκλαση του Ανδρέα Εμπειρίκου, απευθύνει κατηγορίες στους κυνικούς, πτωχοπροδρόμους, «παρακοιμωμένους κάθε ανθρώπινης ανεπάρκειας, τους υπερμάχους της κάθε ηττοπάθειας, τους ευνουχισμένους χριστιανούς […] τους κιβδηλοποιούς του έρωτα και των αρμάτων, τους πάσης φύσεως προαγωγούς της τέχνης […] τους ηθικολόγους και ανηθικολόγους, τους πάσης φύσεως βρωμερούς και σκατολόγους».
Βιογραφικά στοιχεία
Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ γεννήθηκε το 1901 στην Μπραΐλα της Ρουμανίας και πέθανε στην Αθήνα το 1975. Το 1926-31 βρίσκεται στο Παρίσι όπου συνδέεται με τον André Breton και τούς Υπερρεαλιστές και αρχίζει την ψυχανάλυση με τον R. Laforgue.
Το 1935 δίδει στην Αθήνα την περίφημη διάλεξη «Περί σουρρεαλισμού» και εκδίδει την Υψικάμινο, το κατεξοχήν υπερρεαλιστικό κείμενο. Το 1945 κυκλοφορεί η Ενδοχώρα και ακλουθούν τα Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία το 1960 και η Αργώ ή Πλους αεροστάτου το 1964-65 στο περ. Πάλι, με περικοπές. Μετά το θάνατό του, το 1980 κυκλοφορεί πλήρης η Αργώ, η συλλογή Οκτάνα καθώς και το θεατρικό έργο του Πικάσσο Τα Τέσσερα κοριτσάκια σε μετάφραση του ποιητή. Το 1985 εκδίδεται το Αι Γενεαί Πάσαι ή Η Σήμερον ως Αύριον και ως Χθες και το Άρμαλα ή Εισαγωγή σε μία πόλι (εισαγωγή σ’ ένα μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε).
Το 1990-1991 εκδόθηκε το ερωτικό μυθιστόρημα-ποταμός Ο Μέγας Ανατολικός σε οκτώ τόμους. Το 2011 κυκλοφόρησε το επίτομο Ανθολόγιον του Μεγάλου Ανατολικού, με επιλογή και επιμέλεια του Γ. Γιατρομανωλάκη.
Το 1995 εκδόθηκε το ποίημα ΕΣ-ΕΣ-ΕΣ-ΕΡ Ρωσσία, το 1997 το πεζό Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης, ενώ το 1997 κυκλοφόρησαν σε ανεξάρτητη έκδοση τα δύο εγκώμια για τον Ν. Εγγονόπουλο: Νικόλαος Εγγονόπουλος ή Το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου και Διάλεξη 1963.
Το 2001 κυκλοφόρησαν το ημερολόγιο και οι φωτογραφίες από το Ταξίδι στη Ρωσσία (τον Δεκέμβριο του 1962 με τον Ο. Ελύτη και τον Γ. Θεοτοκά), τα Ψυχαναλυτικά κείμενα καθώς και το μεγάλο λεύκωμα με φωτογραφίες του με τον τίτλο Φωτοφράκτης.
Επίσης το 2001 γιορτάστηκαν τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ανδρέα Εμπειρίκου, με πρωτοβουλία του Ε.ΚΕ.ΒΙ.
Το 2009 κυκλοφόρησε ο τόμος Ανδρέας Εμπειρίκος, Γράμματα στον πατέρα, τον αδελφό του Μαράκη και την μητέρα [1921-1935] και το 2010 το βιβλίο Περί σουρρεαλισμού. Η διάλεξη του 1935.
Ο Α.Ε. είναι από τοΥς κύριους εισηγητές της επιστήμης της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα με τον Δ. Κουρέτα και τον Γ. Ζαβιτσιάνο, με τη συνεργασία και τη συνδρομή της Μαρίας Βοναπάρτη. Ο ίδιος άσκησε την ψυχαναλυτική πρακτική επί δεκαέξι έτη (1935-1951).

*

Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορεί σχεδόν το σύνολο του έργου του Ανδρέα Εμπειρίκου, με επιμελητή τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη.

Δημήτρης Ραυτόπουλος, Εμφύλιος και λογοτεχνία

Εκδόσεις Πατάκη

Περιγραφή:

«Το αίμα μελάνι δεν γίνεται…» Έτσι επιγράφεται ένα από τα δοκίμια που αποτελούν αυτό το βιβλίο. Προτείνεται μια ερωτηματική ανάγνωση συγγραφέων και έργων που αναφέρονται στον εμφύλιο πόλεμο ή, ευρύτερα, στον μνημονικό και τον ανθρωπολογικό του ορίζοντα.
Ακήρυκτος, χωρίς καταστατικό και χωρίς συνθήκη ειρήνης, αυτός ο πόλεμος των συναυτουργών μας άφησε κληρονομιά αίματος, βίας, παντοειδών ερειπίων και αρνητικών κοινωνικών αυτοματισμών. Σε αντίθεση με την ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες, που ασχολούνται με τις υπερατομικές όψεις των φαινομένων, σε μακροσκοπική θεώρηση ή γενίκευση, η λογοτεχνία επαναφέρει στον συγκεκριμένο άνθρωπο, στη μοναδικότητα μέσα στην ιστορικότητά του.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Ραυτόπουλος, Εμφύλιος και λογοτεχνία»