Νίκος Κυριακίδης, τρία κίτρινα ποιήματα –και ένα παραλήρημα

 
ΠΙΚΡΟ ΠΟΥΛΙ
( πρώτο κίτρινο)

Ένα κίτρινο πουλί, κατέβηκε πολύ χαμηλά.
‘’Θα βρέξει’’
Με κοίταξε στα μάτια
Καταλάβαινα τη γλώσσα του:
‘’Είσαστε όλοι μαστρωποί’’
Έμενε σχεδόν ακούνητο,
απέναντι έλεγε ‘’ταχυφαγείο’’.
Στιγμές-στιγμές σαν να παίζαμε το παιχνίδι της επιβολής.
Ποιός θα στρέψει πρώτος το βλέμμα αλλού.
Εγω θα χάσω.
Γιατί πουλί δεν είμαι,
γιατί έπαιξα με τον χρόνο,
δεν είμαι ευαίσθητος στα ιόντα,
γιατί έχω φάει απέναντι.
Αυτό έχει φάει,
μόνον με ρυθμό.

***
HELPLESS
(δεύτερο κίτρινο)

Πήραν τα μάτια μου φως
Κανείς δεν θάρθει
Δεν έχω βαρίδια στις τσέπες
στα πόδια, έχω.
Περιμένω
Κίτρινα λουλούδια
Με τον θεό τους για γύρη
Και μια συγκατάβαση το πολύ,
για κάποια μικρά,
για λίγο χρόνο.

***
Ένα μήνυμα σε άγνωστον αποδέκτη
(τρίτο κίτρινο)

Έχω στο μυαλό ένα ξεκούρδιστο καναρίνι
Δεν μπορεί ούτε να φοβάται, πια.
Μόνον σιωπά κρυώνοντας
Μόνον κρυώνει μ’ αξιοπρέπεια.

***
Με την άδειά της, θα το προτιμούσα… “Θέλετε να χορέψομε Μαρία ;’’
(παραλήρημα)
Δεν σταματάμε να ψάχνουμε απαντήσεις, λύσεις ανύπαρχτων μυστηρίων, εκεί που η συγκίνηση μας παίρνει μαζί της-μέσα της ;
Δεν παύουμε να εκχωρούμε στους συμπαθείς φιλόλογους, ‘’ερμηνείες, κριτικές, κατατάξεις, αισθητικές πολυλογίες’’, εκεί που το αίμα τρέχει, εκεί τουλάχιστον.
Αυτά είναι μικροβιολογία, καννιβαλίστικη ανατομία ζωντανού. Αυτά είναι η προσήλωση στον ‘’μη όλον’’, η μεταφυσική των παπάδων, που δεν είναι μόνοι πια.
‘’Θέλετε να χορέψομε Μαρία’’; Νουβέλα, μυθιστόρημα, ποίημα;
Άστους Μέλπω, εδώ ανατομούν ακόμη την ‘’Εποχή στην Κόλαση’’… εγώ πάντως, θα το πω ποίημα.
Ποιός ο Γιάννης;
Ένας άρρωστος και φτωχός πολύ από τα μικράτα του, με αναπηρίες, ένα θείο φάντασμα στο υπόγειο, αυτός που συνουσιάζεται με αυτές που το έχουν ανάγκη, που χαϊδεύει με τα λόγια παραμορφωμένα παιδιά, που ακούει στοργικά κατεστραμμένους άντρες ( ‘’Χωρίς να είναι γιατρός!)… που είναι ο γρίφος;
Ποια η Άννα ;
Μια που της στέρησαν το φύλο, τη ζωή, τον έρωτα, τα παπούτσια. Μια από τα μιλιούνια. Τελικά όμως της στέρησαν όλα… όχι τον Γιάννη.
Η κυρία Θαλή ;
Θύμησες, απάθεια από κούραση, ζωή χτες -στο χτες, ( η μάνα σκέτη) μέχρι να πρωτακούσει τον Γιάννη με τις τρελές του διασκεδαστικές διηγήσεις, τα παραμύθια της.
Η Μάρθα;
Παίρνεται με πολλούς, αλητεύει, πονεμένα απαιτεί, σιχαίνεται τη μιζέρια. Μα ‘’ονειρεύεται’’ ;
Ένα θηλυκό που αντιστέκεται απελπισμένα. Πάντως βρήκε τον Γιάννη κάπως, όχι βέβαια ανάμεσα απ΄ τους εραστές της.
Μαρία θαρρώ λένε το όνειρο του Γιάννη, μη σου πω πως αυτός είναι η Μαρία του, το λέει η Μέλπω : ‘’ομαδικός άνθρωπος’’ κατ΄ άλλους ‘’γενικός άνθρωπος’’ …ο ‘’εμείς’’.
Μη φλυαρώ άλλο.
Με συγχωρείτε κιόλας, αυτή ήταν η δική μου Μέλπω, η δική μου ‘’Μαρία’’.
Ελπίζω να βρείτε τη δική σας , χωρίς αισθητικούς όρους, λογοτεχνικά ρεύματα και ‘’εξετάσεις’’ σε φοιτητές.

*

Copyright©Νίκος Κυριακίδης

photo © “Amy Alt” by William Frederking, early 90’s

Τέος Ρόμβος, Πως γράφονται τα μυθιστορήματα και δεν εκδίδονται

Διήγημα από το βιβλίο «Κρυφά Ταξίδια» του συγγραφέα

Την έμπνευση δεν τη στέλνουν οι ουρανοί, την προκαλούν τα γεγονότα. Γι’ αυτό ο συγγραφέας παρακολουθεί αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Παρατηρεί ό,τι έχει γι’ αυτόν ζωτική σημασία. Αυτό που θα τον αγγίξει θα γίνει η ιστορία του.
    Ο συγγραφέας λέει ένα δύσκολο πράγμα με απλό τρόπο. Παίζει με το εφικτό και το αναπόφευκτο. Κυνηγάει το ανέφικτο. Το γραφτό του οφείλει να είναι οδυνηρό και διασκεδαστικό. Ο ρόλος του παιδευτικός. Με το μυθιστόρημά του διδάσκει. Επιζητεί την αποκάλυψη. Ξεσκεπάζει την αθέατη πλευρά, το αόρατο, την ουσία. Ανυψώνει το φθαρτό σε θεό, οδηγεί τον αναγνώστη στη λύτρωση.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τέος Ρόμβος, Πως γράφονται τα μυθιστορήματα και δεν εκδίδονται»

Ezra Pound, Ἀπὸ τὶς διακηρύξεις τοῦ Εἰκονισμοῦ κ.α

Μετάφραση: Ράνια Καραχάλιου

“Εικονα” έιναι ο,τι παρουσιάζει τὸ πνευματικὸ καὶ συναισθηματικὸ σύμπλεγμα μιᾶς χρονικῆς στιγμῆς.
   Χρησιμοποιῶ τὸν ὄρο “σύμπλεγμα” περισσότερο μὲ τὴν τεχνικὴ ἔννοια ποὺ τοῦ ἔδωσαν νεότεροι ψυχολόγοι, ὅπως ὁ Χάρτ, μολονότι ἴσως δὲν συμφωνῶ ἀπολύτως μαζί τους.
   Εἶναι ἡ ἀκαριαία παρουσίαση ἑνὸς τέτοιου “συμπλέγματος” ποὺ παρέχει τὸ αἴσθημα τῆς αἰφνίδιας
ἀπελευθέρωσης· ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα ἐλευθερίας ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου· ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα τῆς αἰφνίδιας ἀνάτασης, ποὺ βιώνουμε ἐμπρὸς στὰ κορυφαῖα ἔργα τῆς τέχνης.
Εἶναι προτιμότερο νὰ δημιουργήσει κανεὶς μιὰ Εἰκόνα σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ παρὰ νὰ γράψει ὀγκώδη ἔργα.
   Ὅλ’ αὐτά, πάντως, ἴσως μερικοὶ τὰ θεωρήσουν συζητήσιμα. Ἐπείγουσα ἀνάγκη εἶναι νὰ φτιάξουμε ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΑΠΟ ΜΗ γιὰ ὅσους ξεκινοῦν νὰ γράφουν στίχους. Δὲν μπορῶ νὰ τὰ στριμώξω ὅλ’ αὐτὰ σ’ ἕναν μωσαϊκὸ δεκάλογο. Γιὰ ἀρχή, ἂς ἀναλογιστοῦμε τὶς τρεῖς προϋποθέσεις (τὰ αἰτήματα τῆς ἄμεσης μεταχείρισης, τῆς λεκτικῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ἀκολούθησης τῆς μουσικῆς φράσης) ὄχι ὡς δόγμα –ποτὲ μὴν ἐκλαμβάνεις κάτι ὡς δόγμα– ἀλλὰ ὡς τὸ πόρισμα ἑνὸς μακροῦ στοχασμοῦ, ποὺ κι ἂν ἀκόμη εἶναι στοχασμὸς κάποιου ἄλλου, εἶναι ἐνδεχομένως ἀξιοπρόσεκτος.
   Μὴ δίνεις σημασία στὴν κριτικὴ ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν γράψει ποτὲ οἱ ἴδιοι κάτι ἀξιόλογο. Συλλογίσου τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸ ἀληθινὸ ἔργο τῶν Ἑλλήνων λυρικῶν καὶ δραματουργῶν καὶ στὶς θεωρίες ποὺ σκαρφίστηκαν οἱ Ἑλληνολατίνοι γραμματικοὶ γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴ μετρική τους.
A Few Don’ts by an Imagiste, 1913
***

Ἄλμπα
Δροσερὴ σὰν τὰ ὠχρὰ φύλλα
τῆς καμπανούλας
Κεῖται πλάϊ μου τὸ σούρουπο.

*

Τσ’άι Τσὶ’
Τὰ πέταλα πέφτουν στὸ σιντριβάνι,
πορτοκαλόχρωμα φύλλα τριανταφυλλιᾶς,
Ἡ ὤχρα τους γαντζώνεται στὴν πέτρα.

*

Τὸ παράπονο τῆς πολύχρυσης σκάλας
Τὰ πολύχρυσα σκαλοπάτια ἄσπρισαν ἤδη ἀπ’ τὴν πάχνη,
Εἶναι τόσο ἀργὰ ποὺ ἡ πάχνη μουσκεύει τὶς τούλινες κάλτσες
μου,
Καὶ κατεβάζω τὴν κρυστάλλινη κουρτίνα
Καὶ ἀτενίζω τὸ φεγγάρι μέσα ἀπὸ τὸ διαυγὲς φθινόπωρο.

***

©Από «Τα Τετράδια του Ελπήνορα, Τεύχος 1, Χειμώνας 2009-10» – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος –Σπουδαστήριο Ελληνικής Ποίησης. 

Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου, Αδειανή Στάση Λεωφορείου

Όταν πήρανε το Μίμη φαντάρο, η μάνα του η κυρά-Σοφία, αύξησε τις επισκέψεις της στο σπίτι μας. Ήμουνα τότε δεκατεσσάρων ετών, αλλά κι ο «γραμματιζούμενος» της μικρής μας γειτονιάς κι εκείνη ήθελε να της διαβάζω τα γράμματά του -που δεν έγραφε ο ίδιος φυσικά, μιας κι ήντουσαν αγράμματοι οικογενειακώς, μα προφανώς κάποιος άλλος συνάδελφός του- και να του απαντώ αμέσως. Με πλήρωνε μάλιστα, πότε με κανά δεκαρικάκι ή, στις καλές στιγμές της δουλειάς της, στα καλά μαντάτα, με εικοσαρικάκι. Ήταν καλό χαρτζιλίκι για μένα αυτό το, σημερινά ευτελές ποσόν, αν και το ‘παιρνα με χίλια ζόρια και μόνο γιατί ήξερα πως την ευχαριστούσε πολύ.
   Αρχικά ήτανε κοντά κι έτσι δε με χρειαζότανε συχνά η κυρά-Σοφία. Όταν όμως πήρε μετάθεση για Κιλκίς, πύκνωσεν η αλληλογραφία τους. Έτσι, όχι μόνον ερχόταν, αλλά πολλές φορές χρειάστηκε να πάω κι εγώ σπίτι της, για να διαβάσω γράμμα του και ν’ απαντήσω. Μέχρι κείνη τη χρονιά, το σπίτι κι ο στάβλος τους, ήτανε για μένα ΤΟ ΑΔΥΤΟ, το άγνωστο! Κάνεις από τη γειτονιά, δεν είχε περάσει το κατώφλι τους, εκτός της γιαγιάς μου, αλλά εκεινής -Θεός σ’χωρέσ’ τη τη κακομοίρα, ήταν υπέροχη και με λάτρευε- δε της έπαιρνες κουβέντα. Να όμως που το ‘φερε η θητεία του Μίμη και θα ‘μπαινα επιτέλους εκεί, που μόνο στη φαντασία μου είχα μπει.
   Όλη η οικογένεια ήσανε δουλευτές της γης, σχεδόν ολάκερη τη μέρα. Η κυρά-Σοφία δε, ένα λόγο παραπάνω, γιατί είχε και τις ασχολίες του σπιτιού. Είχανε στάβλο με γελάδια, κοτέτσι με πουλερικά, περιβόλια με ζαρζαβατικά κι απ’ αυτά βιοπορίζονταν. Ήταν έξι άτομα συνολικά: ο κυρ-Θανάσης πάτερ-φαμίλιας, η κυρά-Σοφία μητέρα και τέσσερα αγόρια: ο Γιάννης, μεγαλύτερος γιος, ο Γεράσιμος, ο Μιχάλης και το στερνοπούλι -η αδυναμία τους- ο Μίμης. Ήταν όλοι τους καλοί άνθρωποι, δε πειράζανε κανένα και κοιτάζανε τη δουλειά και το σπίτι τους. Τα δύο μεγαλύτερα αγόρια, είχανε κάπως ασχοληθεί περισσότερο με τα γράμματα, όχι σπουδαία πράματα δηλαδή. Οι δύο τελευταίοι δε, ήσανε λίγο τρελούτσικοι, μιλούσανε γρήγορα, -δε ξεδιάλυνες εύκολα τα λόγια τους- και μιλώντας ανοιγοκλείνανε τα μάτια. Αν προσθέσουμε και το πως ήσαν αντικειμενικά άσχημοι, συμπληρώνεται τέλεια η εικόνα.
   Με το Μίμη είχαμε έξι χρόνια διαφορά και μικρότεροι, καθώς η γειτονιά μας δεν είχε άλλα παιδιά, παίζαμε μαζί. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία κι σα σταματήσαμε πια να παίζουμε. Γινόταν αντιληπτός από μακριά, σα περνούσε, γιατί πάντα τραγουδούσε δυνατά τα σουξέ της εποχής. Μεγάλο «κόλλημα» θυμάμαι, είχε φάει με το: «Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι» κι ήτανε το τελευταίο τραγούδι που άκουσα ποτέ από το στόμα του.
   Όταν με κάλεσε η κυρά-Σοφία, πρώτη φορά σπίτι της, ήταν η χρονιά κείνη που βάλαμε τηλέφωνα στη γειτονιά. Ξεκίνησα με δέος κι όταν έφτασα, βρήκα το σπίτι ανοιχτό, αλλά κανείς δεν ήτανε μέσα. Περιεργάστηκα με τα μάτια μου το χώρο, θρέφοντας μελλοντικές φαντασιακές εικόνες και μετά τη φώναξα δυνατά. Εκείνη μ’ απάντησε από το στάβλο κι έτσι κίνησα για να διαβώ κι άλλο μεγάλο κατώφλι. Εκεί είδα και μύρισα πρώτη φορά στη ζωή μου, ένα στάβλο με γελάδες. Δε μπορώ να πω πως με μάγεψεν η μυρωδιά, ωστόσο όταν βρέθηκα στη Γεωπονική, μετά απ’ αρκετά χρόνια κι ο φίλος που με ξεναγούσε κει, με πήγε και στους στάβλους, μυρίζοντας το χώρο ένιωσα να λυγίζω μέσα μου. Είχε μείνει άναυδος, βλέποντας τα δακρυσμένα μάτια μου κι ενώ εκείνος είχε κλείσει τα ρουθούνια του, εγώ ξαναγευόμουνα την οσμή της εφηβείας, μιας εποχής που είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Η κυρά-Σοφία τελείωνε το άρμεγμα κι εγώ κοιτούσα γύρω μαγεμένος, φτιάχνοντας με το μυαλό μου εικόνες. Αυτό το χούϊ το ‘χα από παιδάκι, παρόλο που τα ερεθίσματα ήταν ελάχιστα. Σα τελείωσε κάποια στιγμή, σήκωσε με μεγάλη ευκολία τη μεγάλη καρδάρα με το φρέσκο κι αχνιστό γάλα και με φώναξε να την ακολουθήσω πίσω στο σπίτι. Ήταν εύσωμη και δυνατή γυναίκα, παρόλα τα πενήντα χρονάκια της. Είχε κατάμαυρα και μακριά μαλλιά κι ένα ολοστρόγγυλο πρόσωπο χωρίς ρυτίδες, με ολοκόκκινα μάγουλα. Μέσα στο κουζινάκι, μου ‘βαλε μια μεγάλη κούπα γάλα και μου ‘δωσε το γράμμα του Μίμη, κοιτάζοντάς με, με τόση προσμονή, που ξέχασα τη κούπα που τόσο λαχταρούσα κι άρχισα αμέσως να της διαβάζω αργά και καθαρά.
   Όταν τελείωσα και σήκωσα τα μάτια μου την είδα δακρυσμένη και πίσω της, πάνω στο πετρογκάζι με τα τρία «μάτια», ανάμεσα από δυο κατσαρόλες, στο μεσαίο μικρό «μάτι», που ‘ταν άδειο, είδα -πιστέψτε με-, ένα ποντικό να στέκεται στα πίσω πόδια και να κουνά την ουρά του στο πλάι, κοιτάζοντάς μας και χαϊδεύοντας τα μουστάκια του με τα μπροστινά ποδάρια! Εκείνη, είδε στο βλέμμα μου φόβο κι απορία και γύρισε να κοιτάξει παραξενεμένη. Σχεδόν αμέσως ξαναγύρισε μπροστά, ανασήκωσε τους ώμους και γέλασε με τη καρδιά της. Γέλασα κι εγώ μαζί της αμήχανα και τότε μου ‘πε, γελώντας ακόμα:
   -«Αχ τι να κάνω βρε Πάτουκλε», -δεν έλεγε καλά τ’ όνομά μου- «είναι παντού τα σκασμένα, αλλά να σου ‘πω τι έπαθε ο άντρας μου τις άλλες. Είχε βάλει φάκες, από ‘κείνες με τα δοντάκια, για να τα ξολοθρέψει και του ‘λεγα: πρόσεχε Θανάση μου, ειν’ επικίντυνες αυτές! Μπααα τίποτ’ αυτός. Πάει λοιπόν το ποντίκι, να φάει το τυράκι της φάκας κι εκεί πάνω του χιμά η γάτα μας. Τη πιάνει η φάκα στο στόμα και της σκίζει τα χείλια. Έπειτα από μέρες, όταν είχε ηρεμήσει απ’ τους πόνους, εμφανίζεται ‘μπρος του κι εκείνος βάζει τη φωνή: Γυναικάααα τρέχα, η γάτα με κοιτάει και …γελάει! Ξεράθηκα βρε Πάτουκλε στα γέλια, άσε που λέω πως αυτή η γάτα, δε θα ξαναφάει ποντίκι, σ’ όλη της τη ζήση, έπειτα απ’ αυτό το κάζο»! Γελάσαμε κι οι δυο δυνατά, τέλειωσα το γράμμα της κι έφυγα!
Μέχρι που απολύθηκε ο Μίμης, πήγα πολλές φορές εκεί. Εκτός του χαρτζιλικιού και του δέους, αυτό είχε αποκτήσει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον . Μέσα στα γράμματα του Μίμη, έβλεπα κάθε φορά και μια φράση, που αρχικά μου ‘χε φανεί σαν άσχετη. Μου πήρε ελάχιστα να καταλάβω κι έβαζα κι εγώ μια δική μου φράση μέσα. Επικοινωνούσα άτυπα με τον άλλο διαμεσολαβητή και φυσικά αυτές οι μυστικές φράσεις, δε διαβαζόντανε ποτέ στους κυρίως αλληλογραφόμενους.
   Απολύθηκε λοιπόν με λίγη φυλακή ο Μίμης και ξανάρχισε το παλιό βιολί. Μόνο που δεν επέστρεψε πια στη δουλειά της οικογένειας. Έπιασε δουλειά σ’ ένα σιδεράδικο, λίγο πιο κάτω από τη στάση, που ‘παιρνα εγώ το σχολικό μου. Πήγαινα πέμπτη γυμνασίου τότε, -ήμουν η τελευταία φουρνιά του παλιού εξαταξίου- κι επειδή δεν είχαμε στο χωριό μας, πηγαίναμε στο γυμνάσιο της διπλανής κωμόπολης. Έμενα μακριά από το χωριό, έτσι έπαιρνα το σχολικό σε μια στάση μεμονωμένη, ολομόναχος κάθε πρωί. Η μοναξιά μου διακοπτότανε μόνο όταν περνούσε ο Μίμης με τη «φλορέτα» τη «πρα-πρα» που ‘χεν αγοράσει, σταματούσε, καλημεριζόμαστε, ανταλλάσσαμε λίγες φράσεις κι έπειτα γκάζωνε τη «φλορέτα» και μιας και δε τον ικανοποιούσε ο θόρυβος, βοηθούσε με τις …γκαζοκραυγές του και τραβούσε για το σιδεράδικο.
   Ένα πρωινό, μόλις είχα βγει από το σπίτι για να πάω στη στάση, φρενάρει δίπλα μου ένας οικογενειακός φίλος, που πήγαινε στο χωριό και προσφέρθηκε να με πετάξει μέχρι την αφετηρία. Να σημειώσω εδώ μερικά πραγματάκια, που ίσως φανούν -κι ίσως να ‘ναι τελικά- ασήμαντα. Ο δρόμος που περνούσε από το πατρικό μου τότε, ήτανε τόσο κακοτράχαλος, που δε τονε προτιμούσαν οι οδηγοί. Στα έξι χρόνια που ολοκλήρωσα τη μέση εκπαίδευση, μόλις δυο φορές βρέθηκα να παίρνω το σχολικό από την αφετηρία. Η δεύτερη μάλλον δε θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη, γιατί ήταν εξετάσεις κι εκείνη τη μέρα γράφαμε εκτάκτως στις 10.30 π.μ., έτσι το ‘κοψα με το πόδι. Ποτέ δεν έμαθα γιατί ο φίλος μας, προτίμησε ΕΚΕΙΝΟ το δρόμο, ΕΚΕΙΝΟ το πρωΐ και δε θυμάμαι να ρώτησα καν. Ήμουνα τόσο χαρούμενος γιατί επιτέλους θα πήγαινα καθιστός κι ίσως μάλιστα να ‘πιανα θέση, κοντά στο κορίτσι που τότε λαχταρούσα.
   Πράγματι όλα γίναν έτσι και το λεωφορείο ξεκίνησε μ’ αγκομαχητό. Ήταν από ‘κείνα τα παλιά  λεωφορεία, με τη μεγάλη πενταπλή γαλαρία, τα σταχτοδοχεία σ’ όλες τις θέσεις και τα δερμάτινα, μαξιλαρωτά καθίσματα. Μόλις έφτασε στη στροφή, λίγο μετά το σιδεράδικο του Μίμη και λίγο πριν τη στάση μου, σταμάτησε απότομα. Πολύς κόσμος, πολλά σταματημένα αυτοκίνητα και πολύ χλαλοή. Ο οδηγός έδεσε το χειρόφρενο και κατέβηκε να δει, αφού πρώτα μας φοβέρισε να μη κουνήσουμε ρούπι κι όταν γύρισε πάλιν, ήταν πανιασμένος! Μας είπε για κάποιο ατύχημα κι αναφέρθηκε μ’ ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, για κάποιο, πολύ άσχημα τραυματισμένο συνάνθρωπό μας. Εκείνη την ώρα, μιας και καθόμουν κοντά στο παράθυρο κι από την εξωτερική μεριά, είδα το ξεσκέπαστο φορτηγάκι, που στη καρότσα του είχεν έναν άντρα τυλιγμένο σ’ ένα σεντόνι κι ενώ πρέπει να ‘ταν ολόλευκο, είχε βαφτεί κατακόκκινο από το αίμα, να περνά κορνάροντας συνεχώς και δίπλα του το Γιάννη, το μεγάλο αδελφό του Μίμη. Όταν ελευθερώθηκε ο δρόμος και περάσαμε, είδα τη διαλυμένη «φλορέτα» στο πλάι και κατάλαβα ποιος ήταν εκείνος, που ‘τανε τυλιγμένος στο σεντόνι και που δε μπορούσα ν’ αναγνωρίσω!
   Αργότερα έμαθα πως είχε ξεψυχήσει, μόλις εικοσιτριών ετών, πριν καν φτάσει στο νοσοκομείο. Είχε πάρει τη στροφούλα κλειστότερα κι εκείνη τη στιγμή, -εκείνη ακριβώς τη στιγμή-, έτυχε να περνά -παρόλο που δεν ήτανε τόσο πυκνή η κυκλοφορία τότε και μάλιστα τόσο πρωί- έν’ άλλο αυτοκίνητο. Ο Μίμης καρφώθηκε με τη «φλορέτα» του, ακριβώς πάνω στη κόψη της στροφής, στον αριστερό προβολέα του άλλου, πετάχτηκε σκίζοντας υπογάστριο και γεννητικά όργανα, πάνω στο τιμόνι του και καρφώθηκε πάνω στο παρμπρίζ, σπάζοντάς το και σκίζοντας, λίγο-πολύ και το υπόλοιπο κορμί του.
   Αυτή την εικόνα: το Μίμη ξαπλωμένο κι αιμόφυρτο πάνω στο φορτηγάκι, την έβλεπα για πολλές νύχτες στον ύπνο μου. Μια φορά μάλιστα τον είδα να ‘ρχεται, ντυμένος μ’ ένα ολόλευκο σεντόνι, καθαρός κι ακέριος, να σιγοτραγουδά: «Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι, να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς», να σταματά, να με χαιρετά και να ξαναγκαζώνει τη «φλορέτα» με το δεξί χέρι και τη γκαζοκραυγή του, φεύγοντας.
   Τη κυρά-Σοφία έκανα πάρα πολύ καιρό να τη δω, μα σα την είδα τρόμαξα να τηνε γνωρίσω. Είχαν ασπρίσει τα κατάμαυρα μαλλιά της κι είχε ρυτιδιάσει στο πρόσωπο. Είχεν αδυνατίσει πάρα πολύ…
Αχ κυρά-Σοφία… Συγγνώμη που δεν ήμουνα στη στάση μου κι εκείνο το πρωί, όπως όλα τ’ άλλα. Θα τον είχα καθυστερήσει με τις καλημέρες και με τη μικρή καθημερινή μας κουβεντούλα τόσον, όσο θα χρειαζότανε…
   Λυπάμαι κυρά-Σοφία… Γιατί ‘κει που πήγε, μήτε γράμμα του μπορώ να σου διαβάσω, μήτε και να του γράψουμε μπορούμε…
{+ΝΟΕΜΒΡΗΣ ’77} ΓΕΝΑΡΗΣ 2002
Copyright©Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου –Περί γραφής
 

Δημήτρης Δούκαρης, το Πέτρινο Πρόσωπο

(επίμετρο: Χρίστος Ρουμελιωτάκης)

ΔΙΚΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΛΟΥΜΠΙΔΗ

Από τη Σωτηρία του υπόκωφου θάνατου
έως τη σωτηρία της ψυχής σου,
πάνου στο πήλινο Γουδί του αθάνατου
πόνου,
στενή κι αδιάβατος, τραχεία η οδός –
κι απ’ όσες βάραιναν σκλαβιές τον κλήρο σου,
απ’ όσες λευτεριές σκαρφάλωναν
στο τιμημένο της ζωής σου όραμα:
η Ελευθερία του Σταυρού,
στερνό μίλημα της άφθαρτης γαλήνης σου –
ενώπιος ενωπίω στη μοναξιά σου
κι η αχή σου ν’ αντηχεί εν τη ερήμω∙
ολούθε σε τυλίγουν οι κραυγές: τον Βαραββάν,
πάντοτε κι απανταχού οι κραυγές: τον Βαραββάν –
όχι εσένα, προ παντός, όχι ε σ έ ν α∙
την ιερή πλήρωση του κύκλου σου,
το σιωπηλό σπασμό του χρέους,
την κρυφή αγωνία του σκαμένου μαρτύριου –
ώ, σιγαληνή αδημονία του:
ο ποιείς, ποίησον τάχιον,
κι οι φρουροί ένα γύρω μ’ εξαντλητική καθυστέρηση
και μήτε ποιητής, μήτε τ’ ουρανού τα κύματα,
να χαιρετίζουν το μήνυμα της ολοδικής σου Ειρήνης,
στο τελευταίο της λευτεριάς σου βλέμμα –
γιέ, αλγεινής μοίρας,
απόστολε της έσχατης ερήμωσης∙
το στεφάνι σου εξ ακανθών, μαρμάρινο στεφάνι,
στ’ αναρτημένα λείψανα της εποχής μας.

***
Τέλενδος
ή το πέτρινο πρόσωπο της αγαπημένης


Ι.
«Δεν έχει νικητές και νικημένους
η αποφράς ήμερα
που όλα θα τα σκεπάσει
το αλμυρό νερό» —
ήχος αιώνιος και τελετουργικός
σα μυστικό γραμμένο υπερκόσμια
στο πέτρινο πρόσωπο της αγαπημένης,
που ο τοπικός γεωγράφος ονόμασε:
«η μικρά νήσος Τέλενδος»,
και ο γραμματικός:
το αληθινό πρόσωπο της ιστορίας·
αφού ο καθένας μπορεί να διαβάσει
τα δικά του νήματα της ζωής·
και ο άνθρωπος της ζωής:
το τέλειο και παντοτινό
πρόσωπο της αγάπης,
αφού σαν πέτρινο δεν αλλάζει,
όταν κάθε αγάπη αλλάζει.

***
Στην ακροθαλασσιά

Μια μέρα όλα θα τα σκεπάσει
το αλμυρό νερό
κι εσένα με τα πλεχτά μαλλιά σου
στον ούριο άνεμο,
κι έμενα που φυτεύω με ταραχή
μέσα στην άμμο
στολίδια απ’ την ανάσα σου,
και απ’ το πρόθυμο δέρμα σου
εφτά ολόσωμες βιβλικές χώρες
με τα εφτά αρχιτεκτονικά τους θαύματα
ολοζώντανα να θροούν τριγύρω σου,
σπαρταριστές σκιές
στο μυθικό δέρμα σου,
στην ακροθαλασσιά —
μια μέρα τα χέρια σου
μέσα στα χέρια μου
ανελέητα,
μια μέρα το πρόσωπο σου
στο πρόσωπο μου
απεγνωσμένα·
μιαν άλλη μέρα, μιαν άλλη
όταν όλα θα τα σκεπάσει
το αλμυρό νερό.

***
Τα δάκρυα

Θέλω να γράψω ένα ποίημα πιο αγέρωχο
απ’ το αλμυρό νερό,
ένα ποίημα εκκωφαντικό και υπόκωφο
σαν την ισόβια δύναμη της θάλασσας·
θέλω να γράψω ένα ποίημα εσωτερικά ζεστό
όπως το αίμα, που δε χρειάζεται τις λέξεις,
ένα ποίημα που να υπάρχει χωρίς λέξεις·
αλλά δε βρήκα τις αμίλητες λέξεις,
με έχουν βρει μονάχα, όπως γράφω τώρα,
τα δάκρυα —
θα μαζέψω όλα τα δάκρυα
κι εκείνα που μου ξέφυγαν μπροστά σε άλλους,
και τα ορμητικά που έτρεξαν,
σαν αφρικάνικος καταρράχτης,
πάνω στο πρόσωπο μου,
σε αναρίθμητους καιρούς·
θα μαζέψω όλα τα δάκρυα κι απ’ τα πολλά αθώα
μάτια που αγάπησα παράφορα,
αλλά κι απ’ τα διαφορετικά μάτια
που έτυχε ασυλλόγιστα να με μισήσουν.
Γιατί μια μέρα, θα τα σκεπάσει όλα
το αλμυρό νερό,
θα πνίξει τις λέξεις και θ’ αλλάξουν τα χρώματα,
αλλά θα μείνει το ποίημα με τα δάκρυα,
για να το βρουν τα άλλα δάκρυα
που περιμένουν,
ακόμη αγέννητα,
στο βυθό.

***
Οι λέξεις της Πυθίας

“Αν κατεβαίνουν βράχοι απ’ τα βουνά
και φράζουν το λαρύγγι μου τις νύχτες,
δεν είναι γιατί έπαιξαν το ρόλο τους
και στη δική μου τη ζωή οι Φαιδριάδες.
Άλλα αυτά τα διφορούμενα χαρτιά
με τις ασάφειες στις λέξεις της Πυθίας.
Οι διφορούμενες κομματικές αποφάσεις,
οι διφορούμενες φιλικές σχέσεις,
τα διφορούμενα οργανωτικά —
μια ολόκληρη ζωή
σε διφορούμενες διασυνδέσεις.
Με τις λέξεις της Πυθίας ακολουθήσαμε
τη μια πράξη μετά την άλλη,
και μονάχα μία πράξη δε χωράει
λέξη διφορούμενη. Η τελευταία
που μας άφησε η Πυθία να τη μαντεύσομε
ολομόναχοι’
τώρα που ζήσαμε ολομόναχοι,
αγαπήσαμε ολομόναχοι,
προδοθήκαμε
και μείναμε ολομόναχοι
ως αυτή την ακροθαλασσιά,
απέναντι
στο πέτρινο πρόσωπο

***
Τα οράματα των πεθαμένων
I

Μέρα στυγνή, μέρα αποτρόπαιη,
μετρημένη με το σταγονόμετρο,
μέρα που μεταφέρεις,
με το ρυθμικό σου βάδισμα,
το αναπότρεπτο,
χασομέρισε λίγο το αλμυρό νερό σου
σ’ αυτό τον ταπεινό και άνισο
βράχο,
πίσω από τις καλαμιές —
μονάχα φωτοσκιάσεις δυσανάγνωστες
έχει απ’ τη ζωή μας,
νυχτερινές παραχαράξεις,
λιγοστές και σκόρπιες λέξεις
απ’ τα τίμια και ιερά,
τα προαιώνια συνθήματα.
Κι αν μας επέβαλαν τη διφορούμενη γλώσσα,
εμείς πρόθυμοι δώσαμε σφουγγάρια
πνιγμένα στο αίμα μας,για να σβήσουν
κάθε διφορούμενη γλώσσα.

II

Κι αν έρθουν άλλοι αγώνες,
κι αν έρθουν άλλοι σκοτωμοί,
κι αν έρθει πείνα
και απόσπασμα
και φονικό,
μέρα στυγνή, μέρα αποτρόπαιη
που με το αλμυρό νερό σου
σκεπάζεις αδιάφορη τους αιώνες,
χασομέρησε στο μοναχικό βράχο
πίσω από τις καλαμιές.
Εδώ σταθήκαμε όρθιοι,
αγωνιστήκαμε όρθιοι,
γι’ αυτό κρατάμε όρθιοι
και τα οράματα
των δικών μας πεθαμένων.

(Επιλογή Σ.Π. από το βιβλίο του Δημήτρη Δούκαρη “το πέτρινο πρόσωπο’, Εκδόσεις Τομές, Αθήνα 1979)

***

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΟΥΚΑΡΗ
Χρόνια τώρα, προσπαθώ να τακτοποιήσω τη σχέση μου με την ποίηση του Δημήτρη Δούκαρη και, χρόνια τώρα, μπερδεύομαι και ξεστρατίζω. Παρεμβάλλονται η επιβλητική μορφή του και η προσωπική μου σχέση με τον ποιητή από το 1956 ως τον αδόκητο, το Μάϊο του 1982, θάνατο του, και μου ανακατεύουν τα χαρτιά. Δεν είναι εύκολο σ’ έναν ερασιτέχνη, δηλαδή σ’ έναν αφόρητα αισθηματία, να διαχωρίσει την προσωπικότητα του από το έργο του.

*
[Ποιείν]

Robin Jenkins, Χάρις και εξιλέωση

photo taken from salon.com – rectified by staxtes.com

Εκδόσεις Πόλις

Περιγραφή

Δύο Βρετανοί ταξιδιώτες, ο Ντόναλντ Κεμπ και η Μάργκαρετ Ντάνκαν, έχουν εξαφανιστεί στις άγριες, ορεινές εκτάσεις του βόρειου Αφγανιστάν, μια περιοχή όπου σπάνια τολμούν να εισέλθουν Δυτικοευρωπαίοι.
  Οι αρχές στην πρωτεύουσα Καμπούλ ισχυρίζονται ότι έχουν δολοφονηθεί από τους κατοίκους ενός μικρού πρωτόγονου χωριού, και πως η δικαιοσύνη έχει ήδη αποδοθεί, με τη μορφή στυγερών αντιποίνων.
  Ο Τζον Μακλάουντ, φίλος του ζευγαριού και πρώην διπλωμάτης στο Αφγανιστάν, δεν πείθεται από την εκδοχή των αρχών. Επιστρέφει στην Καμπούλ και ξεκινά τη δική του έρευνα, αντιμετωπίζοντας όμως παντού εμπόδια και σκόπιμες καθυστερήσεις. Η αναζήτηση του γίνεται έμμονη ιδέα, καθώς το όλο εγχείρημα συνδέεται με την προσωπική του επιθυμία να μάθει την αλήθεια πίσω από τη μυστηριώδη σχέση ανάμεσα στον Ντόναλντ και τη Μάργκαρετ.
  Αυτό τo συναρπαστικό ψυχολογικό και πολιτικό μυθιστόρημα, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1960 και παρουσιάζει αναλογίες με τα καλύτερα έργα του Γκράχαμ Γκρην και του Τζον Λε Καρέ, επιβεβαίωσε τη φήμη του Ρόμπιν Τζένκινς ως ενός από τους σημαντικότερους πεζογράφους της γενιάς του (το 2000 η εφημερίδα The Scotsman τον αποκάλεσε «τον μεγαλύτερο εν ζωή μυθιστοριογράφο στη Σκοτία»). Το βιβλίο γράφτηκε λίγο μετά την επιστροφή του Τζένκινς από την Καμπούλ, όπου έζησε δύο χρόνια• οι εμπειρίες από τη διαμονή του εκεί προσδίδουν απαράμιλλη αυθεντικότητα στις περιγραφές αυτής της μυστηριώδους κι απομονωμένης χώρας. Ο Τζένκινς διατηρεί τη ματιά του ξένου, χωρίς όμως την υπεροψία του Δυτικού, και συμπάσχει με τον λαό του Αφγανιστάν, χωρίς καμία διάθεση εξωτισμού και εξωραϊσμού. Το Χάρις και εξιλέωση είναι μια τρομερή προειδοποίηση για τις συνέπειες που μπορεί να έχουν σε μια χώρα οι εξωτερικές παρεμβάσεις. Η συμπόνια του Τζένκινς για τους ανθρώπους που θυσιάζονται στον βωμό του φανατισμού και των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων Ανατολής και Δύσης είναι διάχυτη στο βιβλίο του.

Κριτική παρουσίαση
Από τον Κωστή Παπαγιώργη στη LIFO
Στον άγριο, κλειστό κόσμο του Αφγανιστάν Ταξιδεύοντας στην ανεξερεύνητη Ασία, ο Ρόμπιν Τζένκινς εξερευνά τον εαυτό του

  Όταν η Δύση ταξιδεύει στην Ανατολή όχι για τον γνωστό τουρισμό αλλά για νααναζητήσει κάποιους χαμένους φίλους, το βιβλίο είναι σαν να γράφεται από μόνο του, διότι τα πάντα επιβάλλουν ένα δικό τους στυλ. Και δεν πρόκειται μόνο για την Ανατολή αλλά και για την Αφρική, για τη Νότια Αμερική, ηπείρους που τίμησαν με τις αφηγήσεις τους διάσημοι συγγραφείς, οι οποίοι ανασήκωσαν το πέπλο της άγνοιας, όπως λέμε, και ανέδειξαν την αγριότητα και την καθυστέρηση ως ηθικό μοτίβο πληθυσμών ολάκερων. Πάντα τον Δυτικό άνθρωπο φαίνεται πως τον αναμένει μια «Καρδιά του σκότους»! Ο Τζένκινς είναι Σκωτσέζος που ανδρώθηκε μέσα σε καλβινιστικό κλίμα, δίδαξε την αγγλική γλώσσα στην Καμπούλ (επί δύο χρόνια), έζησε τέσσερα χρόνια στη Σάμπα της Ανατολικής Μαλαισίας και οι αφηγήσεις του κινούνται μέσα σε ένα κλίμα ανεκτικού ανθρωπισμού, ανυποχώρητης ηθικής με ξεσπάσματα διαμαρτυρίας απέναντι στις ωμότητες. Μιλάμε, βέβαια, για ένα και μόνο βιβλίο (του) το οποίο, καθώς συμπεραίνουμε, συνοψίζει τρόπον τινά τα βασικά του πιστεύω και τις αφηγηματικές του τεχνικές. Σε πρώτο επίπεδο, η αφήγηση του Τζένκινς και ο ήρωάς του Μακλάουντ δίνουν την εντύπωση ενός εξερευνητή που, για να κάνει την περιπέτειά του ενδιαφέρουσα, εμπλέκει δεξιοτεχνικά –και κάπως άδοξα– έναν φίλο του και μια πανέμορφη γυναίκα που οι πληροφορίες τούς θέλουν νεκρούς και αγρίως δολοφονημένους. Άλλωστε, η δολοφονία σε αυτήν τη χώρα αποτελεί έθιμο. Για παράδειγμα, ο δολοφόνος παραδίδεται στην οικογένεια του θύματος τα μέλη της οποίας, εν μέση οδώ, ξαπλώνουν τον φονιά και του κόβουν τον λαιμό υπό την επίβλεψη της αστυνομίας. Τι θα έλεγαν οι Δυτικοί, αν έβλεπαν τους ντόπιους να δίνουν δηλητηριασμένα εντόσθια στα σκυλιά, διασκεδάζοντας με την επιθανάτια αγωνία τους; Ή να τιμωρούν τη μοιχεία διά λιθοβολισμού; Ολόκληρο το βιβλίο μπορούμε να πούμε ότι είναι μια μακρά συζήτηση του Μακλάουντ με τον εαυτό του, ένας μονόλογος σαν κι αυτόν που ο Καντ ονομάζει «ομιλία στην κοιλιά». Το εξωτερικό σχέδιο των μετακινήσεών του (καθώς ο Μακλάουντ δεν ησυχάζει στιγμή) τροφοδοτεί την αφήγηση με περιστατικά, απειλές και αδιέξοδα που είναι πειστικά και εξόχως επιλεγμένα. Το εσωτερικό σχέδιο αποσκοπεί, βέβαια, στον εντοπισμό και στην ανεύρεση του ζεύγους που όλοι το ξέρουν, αλλά κανείς δεν δίνει σαφείς πληροφορίες, όσο για την πραγματική φόδρα του βιβλίου δεν είναι άλλη από τη διαφορά ανάμεσα στον Δυτικό και τον Ανατολίτη, τον χριστιανισμό και το Ισλάμ, τον πολιτισμένο και τον απολίτιστο. Άλλωστε το λεπτό, λεπτότατο σημείο της όλης πλοκής θα καταστρεφόταν, αν ο περιφερόμενος ήρωας ήταν απλός τουρίστας ή απλώς περίεργος. Ο Μακλάουντ κουβαλά πολλή, πάρα πολλή Δύση μαζί του, η συνείδησή του άλλοτε είναι ηθικό δικαστήριο και άλλοτε αμυντικός μηχανισμός που συχνά μπλοκάρει από απελπισία. Αναζητώντας τους αγνοούμενους φίλους του, ουσιαστικά υπηρετεί μια ηθική περιπέτεια –ίσως και έναν γύρο του θανάτου– που πάει του μάκρους με γόνιμες ανακυκλώσεις.
   Αξίζει να θυμίσουμε ότι η δεκαετία του ’50 στο Αφγανιστάν αγνοεί ακόμα τον εμφύλιο, την εισβολή των Ρώσων, τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, τη CIA κ.λπ. Οι ξένοι έχουν πατήσει πόδι, ο καθένας με τον τρόπο του: Ρώσοι, Άγγλοι, Αμερικανοί. Άρα, οι ξένοι και οι ντόπιοι παρουσιάζουν ένα σπαρακτικό σκηνικό όπου μπορεί να βασιστεί το σχέδιο του Τζένκινς. Η απαθλίωση, η ροπή προς την αιμοσταγή εκδίκηση, η ιδιάζουσα αφοσίωση στον Θεό τους, η οικογένεια και η πλήρης εξάρτηση της γυναίκας που δεν επιτρέπεται να ζήσει μόνη, όλα αυτά τα έθιμα έκαναν τους άνδρες να μοιάζουν «οι μισοί με τον Χριστό και οι άλλοι μισοί με τον Τζένγκις Χαν». Βέβαια, η αφοσίωση στη θρησκεία δεν αφορά επ’ ουδενί μια οιαδήποτε ηθική. Μόνο ο εθιμικός νόμος ισχύει απολύτως. Επίσης και η επιλεκτική φιλοξενία. Όσο για τα οστά του οιουδήποτε δολοφονημένου, οι ντόπιοι τα ξεφορτώνονται καλύτερα από τον λύκο και την αρκούδα. «Γιατί κάνατε τέτοιο πράγμα;», ρωτάει ο Μακλάουντ. «Ρωτάς τον λύκο γιατί είναι λύκος;», απαντούν.
   Μια λιγάκι φάλτσα δοξαριά αφορά, βέβαια, την περιγραφή του αφγανικού λαού, που κυριολεκτικά ζει σε μια χωμάτινη έρημο χωρίς ένα πράσινο φύλλο: «Αν εξαιρέσει κανείς μερικές συστάδες πρασινάδας εδώ κι εκεί, γύρω από τα χωριά, το μόνο που έβλεπε παντού ήταν η επίπεδη, καστανόξανθη έρημος. Μια γη που ο Θεός με το καυτό, υπομονετικό του χέρι την άλεθε καθημερινά, τη μετέτρεπε σε ολοένα και πιο ψιλή σκόνη. Σπάνια έβλεπε κανείς κάποιο λουλούδι, όλο αγκάθια, λιγόζωο. Κοτρώνες κάθε μεγέθους ήταν σπαρμένες παντού μέσα στην έρημο, λες και είχαν πέσει από τον ουρανό. Η τύχη τους ήταν στα χέρια του Θεού, ποιος ο λόγος να χολοσκάνε;». Όταν γράφει ότι «Δύο χιλιάδες χρόνια από τη γέννηση του Χριστού έμοιαζαν να έχουν λησμονηθεί ή και να μην υπήρξαν ποτέ», ουσιαστικά ψιλοπροδίδει τον αφηγηματικό του όρκο, διότι δεν πήγε σε αυτήν τη χώρα για να την υποτιμήσει αλλά για να σώσει δυο φίλους που δεν ξέρει αν ζουν, αν έχουν αποδεχτεί τη χώρα, αν θέλουν να επιστρέψουν στη Δύση – με έναν λόγο να σώσει ό,τι μπορεί να σωθεί. Ο Ντόναλντ Κεμπ και η Μάργκαρετ Ντάνκαν, τα θύματα που επιδιώκει να βρει νεκρά ή ζωντανά ο Μακλάουντ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ανανεώνουν διαρκώς την αφήγηση, καθώς όλες οι πληροφορίες και οι υπολογισμοί αναιρούνται, διότι αμφότεροι ζουν ή πέθαναν σε μια ξεχασμένη άκρη του κόσμου. Δυστυχώς, η κατάστασή τους είναι δραματική. Ο μεν Κεμπ πνέει τα λοίσθια, η δε πανέμορφη Ντάνκαν είναι έγκυος, εγκυμοσύνη που φέρει δραματικά, καθότι ο Κεμπ πιστεύει ότι, μετά τον άγριο βιασμό της, το παιδί δεν μπορεί να είναι δικό του! Η όλη περιπέτεια είναι εκπληκτική δοκιμασία που σκοπεί στην ανακάλυψη ενός ζεύγους σε διάσταση, και μάλιστα αποφασισμένο ν’ αφήσει τα κόκαλά του σε αυτήν τη γη (Κεμπ) και να μεγαλώσει το παιδί της (η Ντάνκαν). Προφανώς, ο αφηγητής εκμεταλλεύεται το δράμα του ζεύγους για να επιτύχει μια ψυχική συμμαχία ανάμεσα στον Δυτικό άνθρωπο (τον Μακλάουντ) και το ζεύγος, που μπορεί να μη διασώζεται ο άνδρας (ο Κεμπ), αλλά η γυναίκα (Ντάνκαν) πιστεύει στο παιδί της που το θεωρεί αυθεντική σπορά του Κεμπ και θέλει να το αναθρέψει με την αγάπη της ορφάνιας. Το βιβλίο περατούται με διασταυρούμενες επιστολές. Του Μακλάουντ προς τους γονείς της Ντάνκαν (που τους αφήνει να πιστεύουν ότι η κόρη τους δολοφονήθηκε), της Ντάνκαν προς τον Μακλάουντ, ο οποίος μαθαίνει τον θάνατο του Ντόναλντ Κεμπ. « Αγαπητέ Τζον Μακλάουντ, Με λύπη σου γράφω ότι, μόλις δύο μέρες μετά την αναχώρησή σου, ο Ντόναλντ πέθανε. Έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να ταφεί με τρόπο χριστιανικό και οι άνθρωποι της κοιλάδας με βοήθησαν όπως μπορούσαν. Το μωρό μου είναι πια σχεδόν έξι μηνών και, δόξα τω Θεώ, παραμένει όμορφο και υγιές. Τον ονόμασα Ντόναλντ, σαν τον πατέρα του. Σε μένα, πάντως, δεν μοιάζει διόλου. Δεν νιώθω καμιά επιθυμία να γυρίσω σε αυτό που αποκαλείται “έξω κόσμος”. Είναι πιθανόν, όταν ο Ντόναλντ μεγαλώσει και του μιλήσω για τον πατέρα του, να θελήσει να φύγει. Αλλά για την ώρα ελπίζω πως όχι. Ανακάλυψα πως η προσήλωση αυτών των ανθρώπων στη μουσουλμανική πίστη δεν είναι τόσο ισχυρή όσο νόμιζα. Ισχυρή είναι η αγάπη τους στον Θεό και η απόφασή τους να ζήσουν ενάρετα. Μου φαίνεται πως αν δείξω υπομονή και, πάνω απ’ όλα, δώσω το καλό παράδειγμα, ίσως και να κάνω μερικούς να ενδιαφερθούν για το πρόσωπο του Ιησού». Ο Τζένκινς αποδεικνύεται ικανότατος στην αφήγηση, αλλά ελαφρώς κατώτερος του αναμενομένου στη σκιαγράφηση των προσώπων – ειδικά του ζεύγους. Επίσης, η ψυχική μεταστροφή του Μακλάουντ δεν ξέρουμε αν αφορά τον ίδιο, το ζεύγος ή τη μακρινή χώρα όπου το αίμα είναι περισσότερο από το νερό και οι πάντες έχουν μολυνθεί από την «τρέλα των βουνών». Όσο έξοχος και αν είναι ο ψυχικός διχασμός του Μακλάουντ, που θυμίζει έντονα τον Κίπλινγκ, δεν μπορεί ν’ αποτελέσει νέο κουμπάσο για την ολοκλήρωση της περιπέτειάς του. «Με μια ηρεμία και μια βεβαιότητα που εξέπληξαν και τον ίδιο, άρχισε να στήνει τη σκηνή του για να διανυκτερεύσει μέσα στα χιόνια. Και ενώ δούλευε με δύναμη και αυτοπεποίθηση για να χτίσει ένα μικρό τοιχίο γύρω από τη σκηνή του, ταυτόχρονα ένιωθε σαν να στεκόταν κάπου πιο πέρα και να θαύμαζε τις προσπάθειές του από απόσταση. Υπήρχαν τουλάχιστον δύο Μακλάουντ εκεί πέρα, πιθανόν και περισσότεροι, κι όταν επιτέλους μπήκε στον υπνόσακο στη σκηνή, ρουφώντας τη σούπα που είχε ζεστάνει στο γκαζάκι του, δεν ήταν πια σίγουρος τίνος ήταν αυτά τα χέρια με τα γάντια που κρατούσαν την κούπα και τίνος τα χείλη ρουφούσαν τη σούπα τόσο προσεχτικά. (…) Για αρκετή ώρα αδυνατούσε να κοιμηθεί, έντρομος πως κάποια ξένη παρουσία είχε καταλάβει όχι μόνο τη σκηνή του αλλά και το ίδιο του το κορμί». Ο Δυτικός που πετάει τη σκούφια του για το ταξίδι στην ανεξερεύνητη Ασία μπορεί να σιχαίνεται τον εαυτό του και τους άλλους, μπορεί να νοσταλγεί την Ευρώπη και τον πολιτισμό της, ωστόσο τελικά είναι αναγκασμένος ν’ αποδεχτεί ότι κάθε λαός κρύβει μέσα του ένα μυστικό που αποκλείεται να προδοθεί με τη βία ή τα ψεύδη. «Σε μια χώρα όπου οι άνθρωποι έπιναν παρέα, καθημερινά κι ανελλιπώς, το τσάι τους από κούπες χωρίς λαβή, ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί η λίμνη φαινόταν στους ντόπιους σαν την κούπα του Θεού, από την οποία έπινε συχνά κι Εκείνος».
©Lifo
***
Αφγανιστάν: στην καρδιά του σκότους
   Οι κάτοικοι είναι εξαθλιωμένοι, ρακένδυτοι, λιπόσαρκοι, φανατισμένοι. Οι οπλαρχηγοί είναι κάτι αξιοθρήνητοι και βίαιοι τύποι, που κρατιούνται στη ζωή από έναν τίτλο φυλής και μια αιμοτοβαμμένη φήμη. Οι ξένοι επισκέπτες δεν έχουν όνομα, παρά μόνο υπηκοότητα: ο Βρετανός, ο Αμερικανός κ.λπ. Τα τοπία αφιλόξενα, μονόχρωμα, σκληρά.
   «Η ζωή στα μέρη μας δεν αλλάζει. Δεν έχει αλλάξει εδώ κι εκατοντάδες χρόνια. Είμαστε πολύ απλοϊκοί για τις συνήθειες των νέων καιρών», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο μυθιστόρημα του Ρόμπιν Τζένκινς «Χάρις και εξιλέωση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις» (σε μετάφραση Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη). Ενα ταξίδι στην καρδιά του Αφγανιστάν στα τέλη της δεκαετία του ’50 ξετυλίγεται μέσα από τη ματιά του σημαντικού Σκοτσέζου συγγραφέα – που έφυγε από τη ζωή το 2005.
   Δύο Βρετανοί ταξιδιώτες, ο Ντόναλντ Κεμπ και η Μάργκαρετ Ντάνκαν, παραμένουν για μήνες εξαφανισμένοι στις άγριες, ορεινές εκτάσεις του βόρειου Αφγανιστάν, σε μια περιοχή όπου σπάνια τολμά να πατήσει δυτικοευρωπαϊκό πόδι. Πρόκειται για ένα αχανές τοπίο όπου η ανυπαρξία ξένων επισκεπτών, οι αδιανόητες κοινωνικές δομές, η παντελής έλλειψη μόρφωσης και οι διαφορές με τη Ρωσία δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ.
   Σε αυτή, λοιπόν, την περιοχή αποφασίζει να ταξιδέψει ο Τζον Μακλάουντ, φίλος του ζευγαριού και πρώην διπλωμάτης στο Αφγανιστάν. Οι αρχές στην Καμπούλ ισχυρίζονται ότι το ζευγάρι έχει δολοφονηθεί από τους κατοίκους ενός μικρού, πρωτόγονου χωριού. Εχοντας μάλιστα στα χέρια τους την ομολογία των δύο στυγερών δολοφόνων επιμένουν πως η δικαιοσύνη έχει ήδη αποδοθεί σε ολόκληρο το χωριό με τα πιο απεχθή αντίποινα.
   Ο Μακλάουντ, βέβαια, αμφισβητεί την επίσημη εκδοχή και θέλει με τη δική του έρευνα να ανακαλύψει την πραγματική τύχη των φίλων του. Ασφαλώς το περιβάλλον που θα αντιμετωπίσει μόνο φιλικό δεν είναι. Η προσπάθειά του σκοντάφτει σε σκοπέλους αλλά και σκόπιμες καθυστερήσεις.
   Παρακολουθώντας το οδοιπορικό του ανακαλύπτει κανείς την πιο απόκοσμη πλευρά του Αφγανιστάν: απομεινάρια πόλεων κι ανθρώπων, χωριά με καλύβες από λάσπη στη μέση του πουθενά, οικογένειες που ξεκληρίζονται από ευλογιά κι άλλες ξεχασμένες ασθένειες, θανατικές ποινές και εκτελέσεις.
   «Το αίμα βρίσκεται εύκολα. Υπάρχει πιο πολύ αίμα σ” αυτή τη χώρα απ” ό,τι νερό», λέει μια γιαγιά στον ήρωα. Πάλι καλά. Οι γυναίκες αποδοκιμάζονται ακόμα κι όταν σκεφτούν να μιλήσουν και μετρούν την αξία τους σε πρόβατα. «Αμα θες γυναίκα, βγαίνεις στον δρόμο και την αγοράζεις. Εδώ ο άνδρας που δεν έχει λεφτά να παντρευτεί, βράζει στο ζουμί του».
   Το βιβλίο, θαυμαστό κυρίως για τα εξαιρετικά πειστικά ανθρώπινα πορτρέτα του, γράφτηκε λίγο μετά την επιστροφή του συγγραφέα από την Καμπούλ, όπου έζησε δύο χρόνια. Οι εμπειρίες και οι αναμνήσεις από τη διαμονή του εκεί προσδίδουν απαράμιλλη αυθεντικότητα στις περιγραφές της μυστηριώδους χώρας.
   Οι αναφορές είναι λεπτομερείς και σε βάζουν αμέσως στο κλίμα: «Σε μια χώρα όπου ακόμα και το κτίριο της εθνικής τράπεζας ήταν σε κακά χάλια, ο Μακλάουντ δεν περίμενε να βρει κομψότητα σ” ένα επαρχιακό σχολείο», γράφει ο Ρόμπιν Τζένκινς.
  Η ατμόσφαιρα που «αναδύεται» από τις σελίδες του βιβλίου, είναι πολύ κοντά στα όσα φανταζόμαστε και για το σημερινό Αφγανιστάν. Ο Τζένκινς διατηρεί τη ματιά του ξένου, χωρίς όμως την υπεροψία του Δυτικού. Συμπάσχει με τους Αφγανούς, χωρίς καμιά διάθεση εξωραϊσμού. Του αρέσει να «καρφώνει» εκείνους που διαχειρίστηκαν τις τύχες της χώρας –ακόμα και συμπατριώτες του- υπογραμμίζοντας την αλλοτρίωση, τη διαφθορά, την ευθύνη και φυσικά τις πολλές χαμένες ευκαιρίες.
  Ενδιαφέρον έχει επίσης πως ο συγγραφέας επιμένει στην τραγική αντίφαση που δεν μας είναι καθόλου ξένη: από τη μια, οι Αφγανοί μισούν τον ξένο θεωρώντας τον παράνομο εισβολέα κι από την άλλη, θυσιάζουν τον πρώτο αθώο συμπατριώτη τους προκειμένου να αποδείξουν την καλή τους διάθεση να πορευτούν προς ένα καλύτερο μέλλον.
   Η συμπόνια του για τους ανθρώπους που θυσιάζονται στον βωμό του φανατισμού και των διενέξεων Ανατολής και Δύσης είναι διάχυτη στο βιβλίο του. Γι” αυτό και το «Χάρις και εξιλέωση» είναι μια ηχηρή προειδοποίηση για τις συνέπειες που μπορεί να έχουν σε μια χώρα οι εξωτερικές παρεμβάσεις.
   Και να σκεφτεί κανείς ότι η «προειδοποίηση» αυτή γράφτηκε το 1960, την εποχή που οι βρετανικές δυνάμεις αποχωρούσαν σιγά σιγά από την πρώην αποικία τους. Οι «αναγωγές» με το σήμερα, δικές σας…
Μ.Κ. 30/11/2012
©Εφημερίδα των Συντακτών

Ευγενία Ηλιοπούλου: Άτιτλο

ypocrite lecteur, mon semblable, mon frère…
(les fleurs du mal, Baudelaire)

Νύχτα. βραδάκι καλύτερα, δεν είναι ούτε έντεκα.. κι όμως μοιάζει μεσάνυχτα.. βραδινή μοναξιά.. νοσταλγική μοναχική ελευθερία… αυτό το απόβραδο αρχίζω και συνειδητοποιώ κάτι, τι ακριβώς δεν ξέρω ίσως το ότι είμαι εδώ..
το σκοτάδι όλο και πιο βαθύ μου γνέφει πως χωρίς τραγούδι θα με νανουρίζει.
Εδώ, απαλλαγμένη από την ρουτίνα μου ζω χωρίς χρόνο.. χωρίς την αίσθηση του.. και κάθε που νυχτώνει νωρίς είναι δύσκολη και μακρά η καταβύθιση.. στο ξένο.. σε μένα που εδώ έγινα το ξένο..
καθισμένη σε μια καρέκλα που δεν μου ανήκει, περνάω τη νύχτα μου σε ένα προσωρινό κατάλυμα. η βαλίτσα μου με κοιτάζει θλιμμένη.. =παραπονιέται που την σκουντάω συνέχεια όπως περπατάω.. ένα μήνα και δεκαπέντε μέρες δεν την πήρα από τη μέση…

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευγενία Ηλιοπούλου: Άτιτλο»

Απόστολος Θηβαίος, «Κύλα με την ομίχλη»

«Ύφαλε, άστρο, μοναξιά, δεν έχει σημασία,
Ό,τι και αν μας εστοίχισε,
Η άσπρη του πανιού μας έγνοια.»
«Salut»

«Σε μια εποχή δίχως συνοχή και σταθερότητα, μην γυρεύετε μια τέχνη σταθερή και οριστική», επισημαίνει ο Στεφάν Μαλαρμέ στα περιεκτικά, κριτικά σημειώματά του,
όπως παραθέτονται μεταφρασμένα πάντοτε στο πνεύμα του δημιουργού, στην πολύτιμη έκδοση με την επιμέλεια του Αλέξη Ζήρα. Η διατύπωση αυτή θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως επαρκεί, πως συνιστά μία θαυμάσια αφορμή ώστε ο Γάλλος δημιουργός να προσεχτεί, να αποτελέσει μια ιδανική φωνή της τέχνης του, παρά την αρχαία, σχεδόν καταγωγή του για τούτη τη γοργή, σύγχρονη εποχή μας. Οι αστικού τύπου αναφορές του άλλωστε, η ποίηση που δομείται μες στο υπό διαμόρφωση, οικιστικό μοτίβο μιας μεγαλούπολης, όπως το Παρίσι ή το Λονδίνο, δεν μπορούν παρά να πραγματεύονται ζητήματα όπως η μοναξιά. Πρόκειται για εκείνο το συναίσθημα, το οποίο εξεικονίζεται στη συσκοτισμένη, μονήρη ύπαρξη, την τόσο ασύμβατη, την απόλυτα διαχωρισμένη από τους νέους θεσμούς, την κλονισμένη, την περιεχόμενη μες στις τερατώδεις λεωφόρους. Ο Στεφάν Μαλαρμέ, άλλοτε θέτοντας διακριτικά τις βάσεις για μια ουσιαστική στροφή της ποιητικής λειτουργίας προς το γλωσσικό μέσον, ή εκφέροντας μυστικιστικές παραινέσεις περί ορφικών αποκαλύψεων και μιας λογοτεχνίας, εξίσου ισχυρής με τα θεολογικά προϊόντα των παραδόσεών μας, φαντάζει πρωτοπόρος για τον καιρό του και συναρπαστικά επίκαιρος για τη δική μας στιγμογραφία, καθώς σημειώνει ένας έτερος γαλλοτραφής δημιουργός, ο Ιάννης Ξενάκης. Με αφορμή τον ιδιάζοντα λυρισμό της ποίησής του, αλλά και το πεζολογικό της ύφος, προτείνεται σε τούτο το κείμενο μια άποψη, δίχως να επιδιώκεται μια ακόμη ερμηνευτική αφετηρία. Πρόκειται περί εντυπώσεων και μόνον.

    Στην περίπτωση του Μαλαρμέ διαπιστώνουμε την πρώιμη, υπερεαλιστική στάση, εκείνη που επρόκειτο να εισάγει χρόνια έπειτα τον άκρατο υπερβατισμό. Η τέχνη της ποιητικής του ρεμβασμού, προικισμένη πια με μια ροπή ενδοσκοπική, διεκδικώντας μια άλλη γεωμετρία στην παρατήρηση, συναντά στην περίπτωση του Γάλλου ποιητή μια διακριτική καταρχήν αποσύνδεση από την ποιητική του ρομαντισμού, όπως η τελευταία κυριάρχησε στα ευρωπαϊκά γράμματα. Η τάση για αποδέσμευση προκύπτει διάφανη και ουσιώδης στοχοθέτηση της ποιητικής του Μαλαρμέ, παρά την αποστροφή του για την ποιητική ιδεολογία που δεν αποδίδει στον άνθρωπο τις πρέπουσες, τέλως πάντων τιμές. Η οριστική ρήξη του με το παρελθόν δεν συνιστά μια υποψία, παρά μια νοσταλγική, ειρωνικής ίσως τάξεως επισήμανση. Τούτο το ύφος που ξεχωρίζει ολοφάνερα στην πεποίθηση για «το υπέροχο αντίο των μαντηλιών» θα αποτελέσει έναν άξονα κεντρικό, ένα ας πούμε δόγμα για την ποιητική του Μαλαρμέ, αποδεχόμενοι τον προσδιορισμό αυτό, ολότελα διαχωρισμένο από μια ηθική ή πολιτική διάσταση. Το ύφος του Μαλαρμέ πραγματοποιεί μια τομή, μια κάθετη εναντίωση στο ποιητικό περιβάλλον του καιρού του, μία κραυγή επιδοκιμασίας για τη νέα εποχή και την οριστικά συντελεσμένη ποιητική παλαιότερων εποχών, την καθολικά διαποτισμένη από ιδεολογικές κορώνες, συναισθηματισμούς και αποτίμηση τοπογραφιών, με έντονο το στοιχείο του ρομαντισμού. Η ιδιότητα αυτή, μια ονειρική αγωνία απάνθρωπης φιλοδοξίας φαίνεται να εξαντλείται. Ο νέος κόσμος δύναται να εκφραστεί καλύτερα μέσω της πυκνότατης γραφής της διδασκαλίας του Μαλαρμέ, μιας εκφοράς φωτισμένης υπό το πρίσμα εικόνων συμβολοποιημένων, ενός φυσικού, συλλογικού χώρου αλλά και μεμονωμένων, αναμνησιακών χαλασμάτων. Ο Μαλαρμέ δεν αποδέχεται τον καιρό του, αδυνατεί να το πράξει ίσως λόγω μιας ασυγκράτητης πια πρωτοπορίας, μιας διαφοροποίησης από φιλολογικές καταχωρήσεις του συρμού, με ανάλογα ύφη και ανύπαρκτες, αισθητικές αποκλίσεις, όπως χαρακτηρίζει ο Γιάννης Δάλλας τις μικρές και σπάνιες αυτές «αποδράσεις.» Η ποίηση του Μαλαρμέ, ακόμα και αν δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε τη σχέση της με τα αντίστοιχα, πνευματικά κινήματα της εποχής του σηματοδοτεί μια νέα εποχή στη λογοτεχνία, μια τάση πνευματική, εκπληρωμένη από τη μη επαγωγική σύνθεση των λέξεων, αλλά την αναγωγή τους πια σε αντικείμενα ή πρόσωπα σύμβολα. Με αυτήν την ιδιότητα πορεύεται η ποιητική του Στεφάν Μαλαρμέ, δίχως όμως να παύει να συνιστά έναν λόγο ειλικρινή, να ενσωματώνει με άλλα λόγια μια ψυχική και αγνή, δηλαδή συναισθηματική νοηματική, άμεσα συσχετιζόμενη με τις διαχρονικές, αγωνιώδεις αναζητήσεις του προσώπου. Ο Μαλαρμέ μοιάζει να αποδέχεται πλήρως εκείνο, το οποίο ο Μπόρχες υπογράμμισε, προσδιορίζοντας μια κρίση για τον κόσμο του καιρού του, αλλά και του μελλοντικού. Η ατελής πραγματικότητα του Αργεντίνου συγγραφέα, οφείλει την ύπαρξή της σε θεούς κατώτερους της ανθρώπινης προοπτικής, χθόνια πνεύματα, η τραγωδία του ανθρώπου του καιρού μας δεν οφείλει την τέλεσή της σε μια σκληρότατη μοίρα αλλά σε μια τραγωδία, για την οποία υπεύθυνοι στέκουμε μονάχα εμείς. Ο ποιητής του «Φαύνου» ορίζει μια ποιητική ολοκληρωτικά στηριγμένη σε ένα λόγο μακράς και ευρείας συναισθηματικής τάξεως, απόλυτα ξεχωρισμένης από την τοπογραφία των επικών, ανθρώπινων τοπίων. Το ποιητικό σύμπαν του Στεφάν Μαλαρμέ δομείται από μία συστατική γλώσσα, απλή και προφορική, σχεδόν ρευστή, τέτοια ώστε να σηματοδοτεί νέα ηθικά πρότυπα ανθρώπινου ψυχισμού.
Η συνεισφορά του Γάλλου ποιητή συνιστά υλικό τροφοδοτικό για τις μετέπειτα, ποιητικές φωνές. Ο Τρακλ, ένας από τους συνεχιστές της υποσυνείδητης, εσωτερικής ποίησης, τα θεμέλια της οποίας έθεσε ο κατά κόσμον Ετιέν Μαλαρμέ, με τη «Γαλάζια Ψύχωση» ενσαρκώνει μες στο λόγο του τις ουτοπικές ονειρώξεις, τις τρομερές, συναισθηματικές συλλήψεις, όσες διαμορφώθηκαν μες στην απαισιότητα της πρώτης, παγκόσμιας εμπόλεμης τραγωδίας. Ετούτη η ποίηση φαίνεται πως στέκει κοντύτερα στα ανθρώπινα μεγέθη, ξεκάθαρη, διάφανη, μια ανθρώπινη ποίηση που σε τίποτα δεν σχετίζεται με την ιδεολογική πολυλογία του υπερεαλισμού. Η περίπτωση του Τρακλ δεν συνιστά τη μόνη από τις ποιητικές φωνές που τράφηκαν από την επαναστατική εκφορά του Μαλαρμέ. Η ανάκληση του Αυστριακού ποιητή που τόσο νέος πέρασε στην αιωνιότητα δεν αποτελεί τη μοναδική περίπτωση που φωτίστηκε από τη στασιαστική, εμπρός στη λυρική νωθρότητα του ρομαντισμού, κίνηση. Οι κατευθύνσεις τις οποίες υπέδειξε ο Στεφάν Μαλαρμέ, συνιστούν εκείνες τις ποικίλες διαδρομές, με τις οποίες προικίζει ένας γηραιός κλειδούχος το δίκτυο των σιδηροδρόμων. Στέκει στην άκρη του σταθμού εκτελώντας τους οριστικούς, νυχτερινούς ελέγχους και έπειτα θαυμάζει τις βαριές ατμομηχανές που κοσμούν τις απάτητες τοπογραφίες. Μονάχα ως τέτοιες μπορούν να εκληφθούν οι πνευματικές υποδείξεις του Γάλλου δημιουργού. Υποδείξεις τεχνικές, που εξαντλούνται σε επιφανειακές μόνον εκτιμήσεις της μεγαλοπρέπειας του ανθρώπινου ψυχισμού. Καθώς άλλωστε σημειώνει ο Αντρέ Ζιντ σε μία από τις σημαίνουσες μεταφράσεις του Χατζίνη, «να μιμηθεί κανείς τον Μαλαρμέ, είναι μια τρέλα!» Η περίπτωση του Στεφάν Μαλαρμέ μπορεί να ειδωθεί ως μία από εκείνες τις μορφές που επιβεβαιώνουν με το τάλαντο και την ασύλληπτη τροχιά τους εκείνη την «αισθητική απόκλιση», πάει να πει έναν ακόμη, αιματώδη ορίζοντα ανάμεσα στις πιο αναπάντεχες προσδοκίες.
    «Ο λόγος είναι σαν χάρμα που ρουφάει ανθρώπους και τοπία, δέντρα, φυτά, φάμπρικες και κινέζικα σκυλάκια. Τότε ο λόγος γίνεται το αντικείμενο, υφασμένο σε ένα σχέδιο φανταστικό.» Ο Τζων Στάινμπεκ, χρόνια αργότερα λεξικοποιεί την ποιητική πρωτοπορία του Μαλαρμέ. Γιατί, υπάρχουν αμαρτήματα που θεραπεύονται με τον ρυθμό, τον πιο ανθρώπινο μονάχα. Τον πιο ανθρώπινο. Ας συγχωρεθούν ανεπάρκειες και σχόλια ατελή ή λανθασμένα. Ο ποιητής θα επιδοκίμαζε μια κριτική βαλμένη μες στο κόσκινο των αισθητικών εντυπώσεων.
*
©Απόστολος Θηβαίος