Γιάννης Παναγιωτάκης, Αυτό το Δηλητήριο η Αγάπη

Πάντοτε ελλοχεύει μια άδεια αγκαλιά στην άκρη του δρόμου. Μια νέκρωση με το πρόσχημα της Αγάπης δοσμένη, και μια πρόσφορη καταφυγή που καταπίνει όσα οι ένοχες σιωπές αρνούνται να αποδεχτούν. Δεν έχω πολλή Αλήθεια μέσα μου, μονάχα μια αλλόκοτη προσήλωση σε καθετί το επισφαλές. Τίποτα για να ραγίσει, τίποτα να σπάσει, και έτσι όλα διατηρούν την εκνευριστική τους ψυχραιμία. Θα ήθελα να ήμουν ένας άγνωμος, ένας μωρός και άβουλος… Αξιοθρήνητος ίσως, για αυτό κι αγαπητός. Αποδεχτός από τους Σταυρωτές μου, με χαμόγελα γεμάτα κρότο και καρφιά έτοιμα να ματώσουν το Σώμα μου! Μα δεν μπόρεσα ποτέ μου να γίνω όσα δεν είμαι γι αυτό ξιπάζομαι μέσα στον φόβο για ότι πρόκειται να ‘ρθεί. Κανείς, μα κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να αποφύγει την μοιραία συνάντηση με την ψυχή του και Κρίμα Ναι. Κρίμα που κάτι τέτοιο πραγματοποιείται λίγο πριν το τέλος του ταξιδιού. Υπάρχουν κι άλλοι, που φοβούνται την ζωή περισσότερο ακόμα και απ’ αυτόν τον Θάνατο, κρυμμένοι σε ψέματα και σε βιβλία, σε μύθους και μεταθανάτιες εξασφαλίσεις, σε καλά κρυμμένες αμαρτίες που με ένδυμα Αγιότητας δημιουργούν την πιο Χυδαία Ψευδαίσθηση, τόσο υγρή και σκοτεινή. Ναι! Τι θα κάνετε αν κάποιος σας αφαιρέσει απ’ τα χέρια το «παιχνίδι»; Θα βρείτε άραγε κάποιον ικανό λόγο να συνεχίσετε την περιφορά αυτής της νέκρωσης , άσκοπα και ενοχλητικά? θα μπορέσετε να αντέξετε τον εαυτό και την θλίψη σας;

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Παναγιωτάκης, Αυτό το Δηλητήριο η Αγάπη»

Περιηγήσεις Ναυτίλου: James Joyce, Οδυσσέας [19]

Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.

James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).

James Joyce: Ulysses. Penguin 1992, annotated by Kiberd (1960).

18. Πηνελόπη

Στο κρεβάτι του ζεύγους Μπλουμ πριν το ξημέρωμα.

Ολόκληρο το τελευταίο επεισόδιο του «Οδυσσέα» δεν είναι παρά ένας εσωτερικός μονόλογος της Μόλλυ, που στο κατώφλι του ύπνου ράβει και ξηλώνει το υφαντό της ζωής της. Το πνεύμα και η σάρκα της (εν αρχή ην η σαρξ) κινούνται άναρχα σε τόπους στοιχειωμένους απ’ όλους τους άντρες και γυναίκες της ζωής της. Οκτώ προτάσεις χωρίς στίξη, που απλώνονται σε πενήντα σελίδες, αποτελούν τον ποταμό των σκέψεών της. Έναν ποταμό που παρασύρει την ίδια, το δημιουργό της και τέλος τον αναγνώστη. Έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς τις σκέψεις της εν τω γεννάσθαι και πως ακόμα και ο ίδιος ο συγγραφέας δεν ξέρει πού θα την οδηγήσουν…
Ιδού πώς χαρακτηρίζει την Πηνελόπη του ο Τζόυς, σε ένα γράμμα του στο φίλο του Φρανκ Μπάτζεν: «πνευματικά υγιές, πλήρες, δίχως ηθική, δεχτικό στη γονιμοποίηση, αναξιόπιστο, ελκυστικό, περιορισμένο, προνοητικό, αδιάφορο Weib (=θηλυκό). Ich bin das Fleisch das stets bejaht! (=είμαι η σάρκα που πάντα λέει ναι)». Ενώ για το μονόλογό της γράφει: «… κυλά αργά, ομοιόμορφα, αν και με παραλλαγές, τσαχπίνικα, αλλά με σιγουριά σαν την τεράστια γαιόσφαιρα που ασταμάτητα περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της».
Ο Γερμανός κοινωνιολόγος Georg Simmel (1858-1918) έγραφε στις αρχές του εικοστού αιώνα: «Σε γενικές γραμμές μπορούμε να περιγράψουμε την ψυχοσύνθεση του άντρα καλύτερα από την ψυχοσύνθεση της γυναίκας. Εξαιτίας της κοινωνικής κυριαρχίας του άντρα, ολόκληρο το γλωσσικό οικοδόμημα του πολιτισμού μας αντανακλά την αντρική οπτική κατά τη νοητική διεργασία… Το γλωσσικό σύμπαν δεν έχει ακόμη ασχοληθεί με τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά της γυναίκας». Έχοντας αφιερώσει, ο Τζόυς, τόσες πολλές σελίδες στον τρόπο σκέψης του Στήβεν Δαίδαλου και του Λεοπόλδου Μπλουμ επιβεβαιώνει, μέχρι και το 17ο επεισόδιο, τους ισχυρισμούς του Ζίμελ. Στο τελευταίο όμως κεφάλαιο ανατρέπει κάθε γλωσσική και λογοτεχνική σύμβαση. Επιχειρεί να μπει στο πετσί της ηρωίδας του και να ξεπεράσει τους φραγμούς της αυτολογοκρισίας… Βέβαια, με αυτό τον τρόπο η Μόλλυ μπορεί να θεωρηθεί σε κάποιες στιγμές χυδαία, υποκρίτρια, ιδιοτελής, αντιφατική, πρόστυχη ίσως και παλιοθήλυκο αλλά συνολικά δείχνει τόσο αυθεντική που δεν μπορείς παρά να πιστέψεις ότι πρόκειται για πρόσωπο υπαρκτό!
«Υποθέτω ότι μόνον η γιαγιά του διαβόλου γνωρίζει τόσα πολλά για την πραγματική ψυχολογία μιας γυναίκας. Εγώ δεν τα ήξερα»,έγραφε σε μια επιστολή του προς τον Τζόυς ο ψυχολόγος Καρλ Γιουνγκ. Αντίθετα η γυναίκα του Τζόυς, η Νόρα, που δεν είχε καμία σχέση με τη λογοτεχνία, είπε όταν διάβασε την «Πηνελόπη»: «ο Τζιμ είναι σπουδαίος συγγραφέας αλλά δεν γνωρίζει το παραμικρό για τις γυναίκες». Σημειωτέον, ότι η Νόρα Μπάρνακλ δε διάβασε ποτέ ολόκληρο τον «Οδυσσέα», παρά τις επίμονες παρακλήσεις του Τζόυς. Πολλοί κριτικοί ασχολήθηκαν με το κατά πόσον ο συγγραφέας κατάφερε να διεισδύσει στην ψυχή μιας γυναίκας ξεχνώντας, τελικά, ότι ο μονόλογος της Μόλλυ είναι ένα νοητικό και γλωσσικό κατασκεύασμα και μάλιστα, αντρικό κατασκεύασμα.
Η Μόλλυ που ποθεί η Μόλλυ που χαίρεται να της τον χώνουν η Μόλλυ που αυνανίζεται που κλάνει που ουρεί στο εύθραυστο καθίκι της κι ονειρεύεται το αγαπημένο της Γιβραλτάρ η Μόλλυ που αγαπάει και αγκαλιάζει τη νιότη τα λουλούδια τη μουσική το τραγούδι και το μικρό Νάρκισσο η Μόλλυ που λέει το Ναι στη ζωή στον έρωτα στην ομορφιά… Η Μόλλυ που μονολογεί κι ανυψώνει την καθημερινότητά της στο επίπεδο της ποίησης…
Μεταφραστικά σχόλια
Το 1936 ο Παπατζώνης, στην πρώτη μεταφραστική απόπειρα έργου τού Τζόυς στα ελληνικά, μεταφράζει, στο περιοδικό: «το 3ο μάτι», τις πρώτες σελίδες του μονολόγου. Παρά την ηλικία της μετάφρασης και τα σφάλματά της, ο μονόλογος αποδίδεται με ιδιαίτερη ζωντάνια. Αποσπάσματα μεταφρασμένα βρήκα και στο εξαιρετικό βιβλίο της Αραβαντινού: «Τζαίημς Τζόυς: Ζωή και έργο» (εκδ. Θεμέλιο 1983). Τα μεταφράσματά της από την «Πηνελόπη» τα χαρακτηρίζει η φυσικότητα και ο αυθορμητισμός, παρόλο που κι εδώ υπάρχουν σημαντικά λάθη. Ο Καψάσκης, όμως, στη δική του απόδοση στραγγίζει το μονόλογο της Μόλλυ απ’ όλη του την ζωντάνια και τον αυθορμητισμό. Κρίμα που η κορύφωση του»Οδυσσέα» δεν έχει καμία σχέση με την ελληνική του απόδοση. Επιπλέον, τα λάθη είναι τόσα πολλά και σοβαρά, που σε αρκετά σημεία διαστρεβλώνεται εντελώς το νόημα του πρωτοτύπου. Πίσω από τον άναρχο, φαινομενικά, μονόλογο της Μόλλυ κρύβεται η τέλεια δομή του κρυστάλλου. Αν κάποιος θέλει να εμβαθύνει, θα πρέπει να τον χωρίσει σε νοηματικές περιόδους και να βρει τα σημεία αναφοράς του ανατρέχοντας και στο βιογραφικό των ηρώων του, όπως αυτό έχει ξεδιπλωθεί στα προηγούμενα δεκαεπτά κεφάλαια. Μόνον έτσι θα μπορέσει να μεταφράσει σωστά.
Για παράδειγμα στη σελ. 770, στην τέταρτη σειρά, η Μόλλυ λέει για τον Μπλουμ (σύμφωνα με τον μεταφραστή): «…δεν γνώριζε καλά το Δουβλίνο με ρωτούσε σε ποιο μέρος βρισκότανε αυτό και για τα άλλα μνημεία…» («…a stranger in Dublin what place was it and so on about the monuments…»). Ο ξένος όμως στο Δουβλίνο δεν ήταν ο Μπλουμ αλλά η Μόλλυ, που ήρθε από το Γιβραλτάρ και ο Μπλουμ ήθελε να της δείξει την πόλη και τα μνημεία της. Σε κάποια σημεία της μετάφρασης τα γένη αλλάζουν δημιουργώντας σύγχυση στους προσεκτικούς αναγνώστες. Άλλοτε, εξαφανίζονται λέξεις, φράσεις ή και προτάσεις ενώ εμφανίζονται, χωρίς λόγο, άλλες, που συχνά τραβούν πάνω τους την προσοχή του αναγνώστη (π.χ. η λέξη «ουρήθρα» στη σελ. 771). Ενίοτε, μεταφράζει κατά λέξη χωρίς να λογαριάζει αν το αποτέλεσμα στα ελληνικά έχει νόημα, όπως στη σελ. 771: «…στα τυφλά χάμω» («with the blinds down»), όπου βέβαια πρόκειται για κατεβασμένα πατζούρια.
Η Μόλλυ, μεγαλωμένη στο Γιβραλτάρ, χρησιμοποιεί μερικές φορές ισπανικές λέξεις και ο Καψάσκης είτε τις αφήνει αμετάφραστες (σωστά κατά τη γνώμη μου), είτε τις επεξηγεί προσθέτοντας στο κείμενο μια ακόμη πρόταση, που δε θα μπορούσε ποτέ να υπάρχει σε εσωτερικό μονόλογο (π.χ. στη σελ. 789 «αχ χορκουίλα έτσι λένε ισπανικά τη φουρκέτα»!!!), είτε τις μεταφράζει. Μόνο που στην τελευταία περίπτωση κάνει και λάθη, όπως στη σελ. 782: «κάποτε μου έδωσε ένα μεγάλο φιλοδώρημα» («he gave me a great mirada»), αλλά το mirada είναι ματιά-βλέμμα κι όχι φιλοδώρημα! Επίσης, η Μόλλυ δυσκολεύεται να προφέρει λέξεις, που της φαίνονται πολύπλοκες και τις παραμορφώνει με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Ο Καψάσκης είτε δε δίνει σημασία και τις μεταφράζει κανονικά, είτε τις παραμορφώνει κι αυτός, μόνον που και σ’ αυτήν την περίπτωση δεν μένει σταθερός στη μεταφραστική επιλογή του. Την περιβόητη οργάνωση Sin Fein, που η Μόλλυ την ονομάζει Sinner (=αμαρτωλός-εγκληματίας) Fein, στη σελ. 778 τη μεταφράζει «Σιν Φέιν» ενώ στη σελ. 804, «Σιν Φρέινερ».
Θα σταματήσω εδώ γιατί η λίστα δεν έχει τελειωμό. Σε κάθε σελίδα υπάρχουν από 5-10 λάθη και το αντίτυπό μου, στην κυριολεξία, μαύρισε!
Μετά από δέκα περίπου μήνες ολοκλήρωσα τον «Οδυσσέα». Η εμπειρία της ανάγνωσής του υπήρξε μοναδική. Είναι από τα έργα που όταν βυθιστείς μέσα τους, ποτέ δεν θα βγεις ο ίδιος! Ο Άρης Μαραγκόπουλος, στον πρόλογο του βιβλίου του, το συγκαταλέγει στα λεγόμενα: μυητικά κείμενα. Ο αναγνώστης, που τα πλησιάζει, μυείται στο δικό τους λεξιλόγιο, στη δική τους γραφή, στη δική τους ανάγνωση του κόσμου.  Ο αναγνώστης μεταμορφώνεται σε μαθητευόμενο μύστη. «Αυτές οι επισημάνσεις που αφορούν τον αναγνώστη, ισχύουν σε υπερθετικό βαθμό ως προς τον μεταφραστή. Αν ο αναγνώστης είναι πράγματι μαθητευόμενος μύστης, τότε ο μεταφραστής είναι ήδη ιεροφάντης, ερμηνευτής της γραφής, ομολογητής της πίστης στο κείμενο». Στην προκειμένη περίπτωση, θα άξιζε να μάθει κανείς αγγλικά για να το απολαύσει. Τη βραβευμένη και πολυπαινεμένη μετάφραση του Καψάσκη, συνολικά, θα τη χαρακτήριζα μέτρια. Τρία-τέσσερα καλομεταφρασμένα επεισόδια δεν αρκούν, για να την αξιολογήσω ούτε καν ως άνιση. Ο «Οδυσσέας» θα συνεχίσει να ψάχνει το μεταφραστή του στη γλώσσα μας.
Σημειώσεις: Οι εικόνες με τη σειρά είναι οι εξής:i) έργο της Αμερικανίδας Dora Wheeler (1856-1940),  μεταξένια κλωστή σε μετάξι, με τίτλο: «Η Πηνελόπη καθώς ξηλώνει τη νύχτα το υφαντό της», ii) έργο του Χρόνη Μπότσογλου, iii) έργο της Κατερίνας Βαβλίτου, iv) σχέδιο του Robert Motherwell για την εικονογράφηση της «Πηνελόπης» στην έκδοση Arion Press. Το απόσπασμα του Ζίμελ το μετέφρασα από τα αγγλικά και αναφέρεται από τον Kiberd. Αναρωτιόμουν τελευταία αν βρέθηκε, την εποχή που πρωτοεκδόθηκε η μετάφραση, κάποιος που να την κατακρίνει. Τελικά βρήκα στη βιβλιοθήκη μου σε ένα βιβλίο του Άρη Μπερλή με τίτλο «Κριτικά δοκίμια» (εκδ. Ύψιλον) ένα άρθρο του με τίτλο: «Η πρόσληψη του Τζόυς στην Ελλάδα» (1997), όπου μιλώντας για τις μεταφράσεις του «Οδυσσέα», γράφει (εξαιρώντας τα μεταφρασμένα αποσπάσματα του Μαραγκόπουλου) ότι «οι αδυναμίες τους είναι δομικές, έτσι ώστε ενδεχόμενη αναθεώρησή τους να μην έχει νόημα». Απ’ αυτό το άρθρο πήρα και το παραπάνω απόσπασμα περί μεταφραστή-ιεροφάντη. (20/20)

[πηγή]

Ο Ουμπέρτο Έκο για τον πρωτοφασισμό

Μετάφραση: Gravity and the Wind
Το πρωτότυπο κείμενο όπως δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books το 1995 ξεκινά με κάποιες αναμνήσεις του Έκο από την παιδική του ηλικία (1942-1945), και επίσης αναλύει το ιταλικό φασιστικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί πως χαρακτηριζόταν από δομημένη σύγχυση και ήταν γεμάτο αντιφάσεις, σε αντίθεση με τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, ο οποίος ήταν πιο αυστηρά οριοθετημένος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ο Ουμπέρτο Έκο για τον πρωτοφασισμό»

Athens Review of Books, τεύχος Μαρτίου ’13

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΜΑΡΤΙΟΥ ΤΗΣ ARB

Το τεύχος Μαρτίου της Athens Review of Books είναι αφιερωμένο στον ΟΥΙΛΙΑΜ ΧΑΡΝΤΥ ΜΑΚΝΗΛ, κορυφαίο ιστορικό των μεγάλων συνθέσεων πάνω στην παγκόσμια ιστορία, αλλά επίσης και πρωτοπόρο ιστορικό της μεταπολεμικής Ελλάδας. Στο αφιέρωμα, που συντόνισε οΓΙΑΝΝΗΣ Ο. ΙΑΤΡΙΔΗΣ, γράφουν επίσης οι ΘΑΝΟΣ ΒΕΡΕΜΗΣ, ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΑΡΔΙΚΑ και ΧΡΥΣΑ ΜΑΛΤΕΖΟΥ.
• Το editorial της ARB έχει τίτλο «Νεόπτωχοι σε απόγνωση και παλαιοκομματικές “ευαισθησίες”». Αναφέρεται στην κοινωνικά, ηθικά και πολιτικά προκλητική κυβερνητική αδιαφορία για τεράστιες κατηγορίες πολιτών που βρίσκονται σε απόγνωση. Σαράντα (40) δισεκατομμύρια ευρώ θα ξοδευτούν το 2013 σε «κοινωνικές δαπάνες» ώστε να συνεχίσουν να λαμβάνουν τις (αναγκαστικά περιτετμημένες) παροχές τους οι πάσης φύσεως συντεχνίες, ενώ συνεχίζεται η κρατική αδιαφορία για τους πολίτες-τέκνα ενός κατώτερου κομματικού ή συντεχνιακού θεού, που έχουν περιέλθει σε πραγματική απόγνωση. Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα μας:http://www.booksreview.gr/
• Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ γράφει για τον σπουδαιότερο σύγχρονο φιλόσοφο του Δικαίου ΡΟΝΑΛΝΤ ΝΤΟΥΟΡΚΙΝ, ο οποίος πέθανε πριν λίγες μέρες. (Αξίζει τον κόπο να διαβαστεί, από όσους διαθέτουν το τεύχος, το άρθρο του Ντουόρκιν «Τι σημαίνει καλή ζωή;» που δημοσιεύθηκε στην ARB, 17ο τεύχος, Απρίλιος 2011).
• Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ γράφει για την ιστορικότητα του ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ, διατυπώνοντας την άποψη ότι τα «Απομνημονεύματά» του είναι καθρέφτης μιας επώδυνης εισαγωγής στη νεωτερικότητα.
• Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΤΣΩΝΑΣ γράφει σχετικά με την οικειοποίηση του Ομήρου και συγκεκριμένα για τον Όμηρο α λα Τούρκα. Άλλωστε, «ο καθένας έχει τον Όμηρο που του αξίζει».
• Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Χ. ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ γράφει για την «κυβέρνηση της χαμένης ευκαιρίας» (κυβέρνηση Μητσοτάκη).
• Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΑΤΖΗΠΡΟΔΡΟΜΙΔΗΣ γράφει για τον σταλινισμό: την τυραννία ως υπόσχεση ελευθερίας.
• Ο ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ παρουσιάζει μια αθησαύριστη επιφυλλίδα του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ για τον κινηματογράφο.
• Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Σ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, με αφορμή το σχετικό άρθρο του ΠΑΝΑΓΗ ΒΟΥΡΛΟΥΜΗ στο προηγούμενο τεύχος της ARB, γράφει για την αποστολή ενός σύγχρονου Συντάγματος σε περιβάλλον οξείας κρίσης.
• Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ Σ. ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ γράφει για τη «διανοητική αντίσταση» στον χριστιανισμό και συγκεκριμένα για τον ριζοσπαστικό πλατωνισμό του Γεμιστού Πλήθωνος.
• Ο ΜΑΡΚ ΛΙΛΛΑ* γράφει για το έργο του Κρίστιαν Μάιερ «Από την Αθήνα στο Άουσβιτς», μια αποτυχημένη προσπάθεια επανασύνδεσης της γερμανικής ιστορίας με την αρχαία Ελλάδα, τονίζοντας ότι: «Ορθά ιδωμένη, η Αθήνα εξακολουθεί να αιωρείται πάνω από την Ευρώπη για να υπενθυμίζει όχι ό,τι οδήγησε στο Άουσβιτς αλλά καθετί ανθρώπινο που βρίσκεται σε διαρκή ρήξη με αυτό». (Από το New York Review of Books).
Ακόμη:
• ΆΡΗΣ ΜΠΕΡΛΗΣ, Λογοτεχνία και Κατασκοπεία – Η ΜΙ6, ο Τζωρτζ Σμάιλυ και ο Τζέημς Μποντ
• ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΤΙΝΙΔΗΣ, Οι αμφίσημες μαρτυρίες της τέχνης
 Χ. Ε. ΜΑΡΑΒΕΛΙΑΣ, Ευπώλητα… Σατιρικό ποίημα
• ΝΙΚΟΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ, Οδός Φίλωνος. Ποίημα
• Διάλογος (περί ΦΡΑΝΚ ΚΕΡΜΟΝΤ), ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Γ. ΛΕΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΙΑΣ
• ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΙΤΣΙΛΗ, Άσπρο – Μαύρο (ΧΕΛΜΟΥΤ ΝΙΟΥΤΟΝ)
Σχέδιο εξωφύλλου: Ο Ουίλιαμ Χ. Μακνήλ από τον ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟ
[*] Η Athens Review of Books θα εκδώσει προσεχώς στα ελληνικά, με πρόλογο του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΝΕΧΑΜΑ, το βιβλίο του Mark Lilla, The Reckless Mind: Intellectuals in Politics, το οποίο έχει εκδοθεί από την NEW YORK REVIEW OF BOOKS. Πρόκειται για δοκίμια που αναφέρονται στους: ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ, ΧΑΝΝΑ ΑΡΕΝΤ, ΚΑΡΛ ΓΙΑΣΠΕΡΣ, ΚΑΡΛ ΣΜΙΤ, ΒΑΛΤΕΡ ΜΠΕΝΓΙΑΜΙΝ, ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΚΟΖΕΒ, ΜΙΣΕΛ ΦΟΥΚΩ και ΖΑΚ ΝΤΕΡΙΝΤΑ.

Θανάσης Πάνου, Homo Neotacsious


Θεώρησε ότι κατέβηκε από τα αρχέγονα βουνά.

    Γλίστρησε μέσα στο χρόνο, έφτασε στον ξηροπόταμο που διασχίζει όλη τη γη και με όλη τη δίποδη φυλή του έχτισε τις χαλικιές της όχθης του. Μια νέα φάρα προνομίων τον χώρισε για πάντα από τα σπήλαια που ζευγάρωναν με τη ζωώδη ευγενική του φύση. Εδώ το προπατορικό βάρος τεμαχίστηκε από Προκρούστες νομοθέτες και γέννησε νέες αξίες. Νέα νοήματα νέες απαντήσεις τον έκαναν ανίκητο. Ο ξεροπόταμος έγινε μια αστραφτερή ηλεκτρισμένη εποχή με εκβολές ανθρώπων και φωτισμένες πόλεις. Το κλίμα του είναι εύκρατο και μια τρύπα στον ουρανό – στενή οπή από πνοή τιμωρού υπενθυμίζει τη σχέση του με τη φύση. Έγινε μέλος μιας ομάδας με άποψη για τον εαυτό της, μιας ράτσας που δεν αφηνιάζει εφόσον ελέγχει το παρόν . Υπάρχουν κανόνες ενάντια στη βία, κανόνες καριέρας που τυλίγουν σαν χλωρίδα τη συμπεριφορά. Υπάρχει το χειροκρότημα που υποστηρίζει τα απατηλά ιδανικά, τις παρωπίδες των ιδεών και τον μαγευτικό κόσμο της ομάδας. Μπορεί να υπάρχουν σαν δύσοσμα κομμάτια σκέψεις από παλιά βιβλία αλλά μια μεταμόσχευση εγκεφάλου ή μέρους του αλλάζει τη συνείδηση ανώδυνα. Ένα πλήθος γιατρών γυαλίζει όλα τα πηνία του και μυριάδες κοινωνικοί λειτουργοί επουλώνουν τα φαγωμένα ψυχικά χαρακτηριστικά του. Ακόμα και η μια όψη του η ομοιόμορφη και γλιστερή που σπαρταρά μέσα στο δίχτυ του χρόνου διακοσμείται υπέροχα με πλαστικές επεμβάσεις και έτσι αναπηδά με θελκτικές συσπάσεις δίπλα στα άλλα όντα.. Ο έρωτας ή το σεξ δε θέλουν πια αγωνιστικότητα, απλά παράδοση. Δύο, με μια ομοιόμορφη όψη. Το σεξ δε θέλει παρέα απλά παραμονεύει στο ακατοίκητο του εγκεφάλου. Τα πρωινά συλλέγει χρυσές τρίχες από δημόσιες λεοντές και τηλεοπτικά αξιώματα. Στον ελεύθερο χρόνο του ντύνεται άγριος θηριοδαμαστής και στομώνει τις συναισθηματικές του διάρροιες. Φυγάδας εξόριστος ο παρελθών εαυτός του, κάηκε σαν απαγορευμένο βιβλίο. Έτσι το μάτι του αστράφτει σαν λαμπερό σαλάχι μέσα στην παγκόσμια αρμονία που επιβάλλει ο αστυνόμος που κρύφτηκε μέσα του.
    Μα, στα άδυτα της σκέψης του θρονιασμένα ερωτηματικά, φονιάδες χωρίς αυτουργό ανασύρουν φιλοσοφικές νεκροψίες : Τι είναι πιο σημαντικό; Η σκέψη ή η ηθική της σκέψης; Τι είναι και που βρίσκεται το αληθινό «homo»; Κατοικούμε μέσα του ή απλά έχουμε κρίσεις ταυτότητας; Από γιος ως εραστής έχουμε πολλούς εαυτούς. Μπορούμε να τους αποφύγουμε και απλά να υπάρχουμε στον ξεροπόταμο; Οι ακαθαρσίες των ξωτικών υπάρχουν ή απλά παρεξηγούμε τα παραμύθια; Ποιος ζει τη ζωή μου αν εγώ περιπλανιέμαι αγνοώντας τις ρυτίδες; Μήπως η σεξουαλικότητα είναι μια τεχνολογία που μας ελέγχει και δεν αφήνει να γίνουμε πιο ελεύθεροι αύριο; Ο HOMO NEOTACSIOUS ως φοβισμένος τυμβωρύχος πηδά στο πηγάδι με ένα κλειδί κρεμασμένο στο λαιμό του. Συναισθάνεται πως η πτώση συμπυκνώνει τη ζωή του σε μια τυφλή τελετουργία νομισματοκοπείων. Κάθε αξία γεννήθηκε σαν αστραφτερό λέπι και μια νέα φυλή προνομίων ξεπηδά για να εξουσιάσει.

*
Σύντομο βιογραφικόΟ Θανάσης Πάνου σπούδασε οργάνωση & διοίκηση επιχειρήσεων και στη συνέχεια στο Πάντειο πανεπιστήμιο στο τμήμα κοινωνιολογίας – τομέα εγκληματολογίας. Παράλληλα το 1983 φοιτά στο ART & CULTURE CENTER FOR ARTISTIC DEVELOPMENT & CULTURE και πραγματοποιεί ειδικές σπουδές εικαστικών τεχνών «εικόνα ήχος-κίνηση-λόγος» , σπουδές για αποφοίτους ανώτατων σχολών , όπως καλών τεχνών, θεάτρου, μουσικής, χορού και πανεπιστημιακών σχολών. Αντικείμενο του πρωτοποριακού εργαστηριού είναι η ερευνά και η λειτουργιά της καλλιτεχνικής φόρμας ως κοινό οργανικό στοιχειό σε όλες τις τέχνες, καθώς και η μορφική της αντιστοιχία από το ένα είδος τέχνης στο άλλο, με μέθοδο εκπαίδευσης την βιωματική παιδεία. το 1986 γίνεται μέλος στην ομάδα “Ω & art» και συγγράφει το δοκίμιο συγκριτικής γνωσιολογίας «ΙΕΡΑ ΜΑΝΙΑ». Έχει λάβει μέρος σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις Ζωγραφικής – VIDEO-ART, ΣΤΗΝ Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει οργανώσει λογοτεχνικές εκδηλώσεις και δρώμενα πλαισιωμένα με μουσική και οπτικοποίηση ποιητικού λόγου. Με το μουσικό σχήμα των MOLES BAND έχουν επενδύσει μουσικά παραγωγές για ντοκιμαντέρ . Ως εκπαιδευτικός έχει εργαστεί με ομάδες art therapy για παιδιά με ειδικές δεξιότητες. Είναι επιστημονικός συνεργάτης του ΚΕΝΤΡΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΕΧΝΩΝ στο τμήμα πειραματικής έρευνας και έκφρασης. 

Πέτρος Κυρίμης, Made in Vietnam -θεατρικό

MADE IN VIETNAM…

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ 1

Διάδρομος φυλακής. Μισοφωτισμένος. Στα πλάγια κελιά.

Ένας πανύψηλος ρασοφόρος σταματάει μπροστά στην πόρτα ενός κελιού.
Δίχως να γυρίσει περιμένει σιωπηλός. Ο φρουρός δίπλα βιάζεται να ανοίξει.
Ο ρασοφόρος μπαίνει.
Ελάχιστος φωτισμός. Ένας άντρας έχει ανασηκωθεί στο στρώμα του. Παραμένει ήρεμος. Ο ρασοφόρος στέκεται όρθιος μπροστά του. Μιλάει και η φωνή του είναι σιγανή, φιλική, σχεδόν τρυφερή.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τί κάνει η αγαπούλα μου;

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν με ξεχνάς ποτέ. Κάθε νύχτα. Την ίδια ώρα.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ναι, αγαπούλα… έτσι δεν με ξεχνάς και συ…

ΑΝΤΡΑΣ – Σα να έχουμε ραντεβού.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – (Βγάζει τσιγάρο και δίνει και στον άλλο. Του δίνει φωτιά και μετά ανάβει και εκείνος.) – Ναι, σα να έχουμε ραντεβού (κάθεται δίπλα του) σα να πηγαίνω σε γκόμενα.

ΑΝΤΡΑΣ – Είχες ποτέ;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τί;

ΑΝΤΡΑΣ – Γκόμενα.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Πολλές.

ΑΝΤΡΑΣ (φυσάει τον καπνό) – Άρα καμία…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τι καμία, αφού σου λέω πολλές…

ΑΝΤΡΑΣ – Πολλές ίσον καμία. Μία ίσον πολλές…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Πώς τα καταφέρνεις και με φτιάχνεις αγαπούλα…και κει που λέω να έρθω να κάνω ένα τσιγάρο να τα πούμε λιγάκι, εσύ μου ανάβεις τα λαμπάκια και με πιάνει εκείνη η φαγούρα στις παλάμες…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, ξέρω.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τι ξέρεις;

ΑΝΤΡΑΣ – Σε πιάνει εκείνη η φαγούρα…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ωραία τα λες αγαπούλα… συνέχισε…

ΑΝΤΡΑΣ – Και μετά με αρχίζεις στη φάλαγγα…

Ο ρασοφόρος ήσυχα πετάει το αποτσίγαρο κάτω και το πατάει να σβήσει. Μετά πάει στη γωνιά και βγάζει κάτω από το ράσο του μια μεγάλη ξύλινη κασετίνα. Πολύ προσεκτικά λες και ήταν εύθραυστα βγάζει και απλώνει πάνω στο περβάζι του παραθύρου τα εργαλεία του…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ (γυρνάει και κρατάει στα χέρια του μια τανάλια) – Φοβερό εργαλείο… συμφωνείς;..

ΑΝΤΡΑΣ (σβήνει κι αυτός το τσιγάρο χωρίς να πάρει τα μάτια από τον άλλο) – Ξεπερασμένο σαν μέθοδο… από τον Μεσαίωνα…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Το ήξερα ότι ξέρεις.. Θέλω να μου πεις ένα όνομα…

ΑΝΤΡΑΣ – Πάλι τα ίδια;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Όχι, δεν με κατάλαβες αγαπούλα… για το παιδί…

ΑΝΤΡΑΣ – Πιο παιδί;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Το δικό μου… θα το βαφτίσω…

ΑΝΤΡΑΣ – Α!

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Και θέλω ένα όνομα… από… τους αρχαίους…

ΑΝΤΡΑΣ – Αγόρι;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Αγόρι… το πρώτο… γιατί θα κάνω κι άλλα…

ΑΝΤΡΑΣ – Κι άλλο εννοείς…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Όχι, κι άλλα… θέλω πολλά…

ΑΝΤΡΑΣ – Θα τα αγαπάς πολύ τα παιδιά φαίνεται…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Καρφί δεν μου καίγεται αγαπούλα…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν καταλαβαίνω…

Ο Ρασοφόρος ξετυλίγει ένα άλλο εργαλείο και το δείχνει με καμάρι στον άλλον.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Βλέπεις τι πολλά καλώδια έχει;

ΑΝΤΡΑΣ – Προηγμένη τεχνολογία… από την Αμερική σας ήρθε;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Από την Αμερική;.. Τώρα που το λες… για να δω, πρέπει να γράφει… (το περιστρέφει στα χέρια του και προσπαθεί να διαβάσει) …να, γράφει (συλλαβίζει) …Made in Vietnam…

ΑΝΤΡΑΣ Α, θα είναι μεταχειρισμένο…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ξέρω εγώ αγαπούλα;.. εγώ πρώτη φορά θα το μεταχειριστώ… έχει και οδηγίες αλλά δεν τις διάβασα…

ΑΝΤΡΑΣ (Λίγο ανήσυχος) Τουλάχιστον θεωρητικά πρέπει να ξέρεις…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Μη φοβάσαι αγαπούλα, θα τα μάθουμε όλα στη… πράξη…

Ετοιμάζει τα εργαλεία του με μεγάλη φροντίδα. Ο άντρας φαίνεται πια ότι αρχίζει και φοβάται.

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν μοιάζει με το συνηθισμένο ηλεκτροσόκ…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Καμία σχέση αγαπούλα… το ηλεκτροσόκ βάζεις το βύσμα στις πατούσες…

ΑΝΤΡΑΣ – Αφού τις βρέξεις πρώτα…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ναι, αγαπούλα, το ξέρεις καλά το μάθημα…

ΑΝΤΡΑΣ – Τριάντα έξι νύχτες …

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Λοιπόν, θα μου πεις το όνομα;

ΑΝΤΡΑΣ – Πάλι τα ίδια…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ένα όνομα…

ΑΝΤΡΑΣ – Όχι…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Όνομα αρχαίο… για το παιδί…

ΑΝΤΡΑΣ – Α!.. (θέλει να κερδίσει χρόνο)…δεν μου είπες γιατί θα κάνεις πολλά παιδιά, αφού δεν τα αγαπάς…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – (πλησιάζει κρατώντας τα καλώδια) – Από γυναίκες ξέρεις αγαπούλα;

ΑΝΤΡΑΣ – Ψυχολόγος είμαι…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Α, ναι, το ξέχασα αγαπούλα… έλα κατέβασε τα πόδια… βγάλε και τις κάλτσες… ο μόνος τρόπος για να μην σε κερατώσει η γυναίκα, ξέρεις ποιος είναι αγαπούλα;

ΑΝΤΡΑΣ – Να την σέβεσαι…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ξέρεις πότε σε σέβεται η γυναίκα;

ΑΝΤΡΑΣ – Ξέρω τι θα μου πεις, αλλά δεν συμφωνώ. Θα μου πεις ότι η γυναίκα σέβεται μόνο όταν φοβάται…

Καθώς μιλάνε ο ρασοφόρος του κολλάει τα καλώδια στις πατούσες και ο άντρας τον διευκολύνει απλώνοντας ή τραβώντας τα πόδια του.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Την γκαστρώνεις αγαπούλα… μια ζωή γκαστρωμένη… άντε να σε κερατώσει μετά… γι αυτό θέλω πολλά παιδιά… έλα πάμε για το πρώτο τσάμικο αγαπούλα…

Ενώνει κάτι καλώδια και ο άντρας ουρλιάζει από τον πόνο. Συνεχίζει όμως την κουβέντα.

ΑΝΤΡΑΣ – Άρης…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Μπα, πολύ εύκολα ομολόγησες… φοβερό το καινούργιο μηχάνημα… Ώστε Άρης ε;.. (πατάει πάλι, ο άντρας ουρλιάζει) …Και το επίθετο αγαπούλα… θέλω και το επίθετο…

ΑΝΤΡΑΣ – Άρης, δεν έχει επίθετο… είναι γνωστός σαν θεός του πολέμου…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ (πατάει με μεγαλύτερη διάρκεια και ο άντρας σφαδάζει από τον πόνο.)…Έτσι αγαπούλα… με δουλεύεις ε;..

ΑΝΤΡΑΣ (μορφάζοντας από τους πόνους) …Για το παιδί… μου είπες να σου πω ένα όνομα για το παιδί σου…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τόσα αρχαία ονόματα, εσύ μου είπες… του Βελουχιώτη…(σφίγγει πιο πολύ, ο άντρας ουρλιάζει) …επειδή μαγάρισα το στόμα μου αγαπούλα…

ΑΝΤΡΑΣ – Κόψε αυτό το «αγαπούλα» δεν το αντέχω…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ (ψιθυριστά) Ναι, αγαπούλα… όπως θες…

Τα φώτα χαμηλώνουν αργά, καθώς ο άντρας ουρλιάζει πάλι.

*

ΣΚΗΝΗ 2

Στο ίδιο κελί. Ο άντρας μόνος του. Ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στο ράντζο κοντανασαίνει για να χαλαρώσει. Με κόπο γυρνάει στο πλευρό και μαζεύει τα πόδια σε στάση εμβρύου. Δεν βολεύεται και γυρνάει από την άλλη μεριά του τοίχου. Σε λίγο γυρνάει πάλι ανάσκελα και καρφώνει τα μάτια στο ταβάνι. Φαίνεται να είναι σε παραλήρημα.

ΑΝΤΡΑΣ – Μάνα, μάνα… βοήθεια…

ΜΑΝΑ (σκοτεινή φιγούρα στη γωνιά. Σε όλη την διάρκεια δεν θα κουνηθεί) – Εδώ είμαι γιε μου… εδώ είμαι…

ΑΝΤΡΑΣ – Μάνα, δεν αντέχω άλλο…

ΜΑΝΑ – Θα αντέξεις γιε μου… θα αντέξεις… θυμάσαι τότε με τον πατέρα σου;…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν θυμάμαι μάνα… τα πόδια μου μάνα… οι πατούσες μου…

ΜΑΝΑ – Τότε με εκείνο το βιβλίο… στα δεκατέσσερα πρέπει να ήσουνα…

ΑΝΤΡΑΣ – Θυμάμαι, θυμάμαι… αχ, τα πόδια μου μάνα…

ΜΑΝΑ – Πως το λέγανε;

ΑΝΤΡΑΣ – «Οδός Αβύσσου, Αριθμός μηδέν»

ΜΑΝΑ – Ο πατέρας σου το πήρε και το πήγε στον Γυμνασιάρχη…

ΑΝΤΡΑΣ (έχει λίγο ηρεμήσει) – Ακροδεξιός μάνα…

ΜΑΝΑ – «Βασιλικότερος του Βασιλέως» έτσι έλεγε…

ΑΝΤΡΑΣ – Θέλανε να τους μαρτυρήσω ποιος μου το έδωσε…

ΜΑΝΑ – Εσύ όμως δεν τους είπες…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν τους είπα μάνα… πήρα μια αποβολή τρεις μέρες…

ΜΑΝΑ – Θυμάμαι που όταν γύρισε σπίτι ήτανε να σκάσει «φίδι ζέσταινα στο κόρφο μου» όλο αυτό μουρμούραγε…

ΑΝΤΡΑΣ – Και έσκασε στα αλήθεια μάνα…

ΜΑΝΑ – Δεν πρόφτασε το όνειρό του, να δει το στρατό να σώζει την Ελλάδα…

ΑΝΤΡΑΣ – Και μένα στη σχολή Αστυνομίας…

ΜΑΝΑ – Ναι, αυτά τα δυο όνειρα είχε…

ΑΝΤΡΑΣ – Και τα δυο δεν του βγήκανε…

ΜΑΝΑ – Είχε ετοιμάσει όλα τα χαρτιά για να πας στην Αστυνομία, όμως εσύ δυο μέρες πριν…
ΑΝΤΡΑΣ – Έφυγα μάνα, πήρα το καράβι από το Πέραμα… ένα μήνα ταξίδι…

ΜΑΝΑ – Και πήγες στην Αμερική γιε μου…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, μάνα κι όταν γύρισα μετά δυο μήνες, είχε πεθάνει…

ΜΑΝΑ – Του είχες αγοράσει πιτζάμες, θυμάσαι;

ΑΝΤΡΑΣ – Και παντόφλες μάνα…

ΜΑΝΑ – Δερμάτινες, όμως δεν τον πρόφτασες…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν τον πρόφτασα μάνα…

ΜΑΝΑ – Όμως τότε δεν μαρτύρησες ποιος σου έδωσε το βιβλίο…

ΑΝΤΡΑΣ – Όχι μάνα…

ΜΑΝΑ – Και εσύ μεγάλωνες και διάβαζες, διάβαζες πολύ…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, μάνα… οι πατούσες μου μάνα, πονάνε, όλο μου το σώμα πονάει και αύριο θα έρθει πάλι… και την άλλη μέρα και την άλλη. Κάθε που νυχτώνει μάνα, κάθε που νυχτώνει…

ΜΑΝΑ – Και εγώ σε καμάρωνα γιε μου…

ΑΝΤΡΑΣ – Πονάω μάνα…

ΜΑΝΑ – Θυμάσαι λίγο πριν πεθάνω γιέ μου; Έσκυψες και με ρωτούσες και τα μάτια σου κατακόκκινα, που θα πάω, πως θα με ξαναβρείς;..

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν πρόλαβες μάνα, έκανες λίγο το κεφάλι σου στο πλάι και έφυγες…

ΜΑΝΑ – Όμως τώρα ξέρεις, όποτε πονάς γιε μου, όποτε με φωνάζεις… τότε θα με ξαναβρίσκεις…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, μάνα, είσαι εδώ κοντά μου…

ΜΑΝΑ – Κλείσε τα μάτια… κοιμήσου… θα σε νανουρίσω… θυμάσαι;..

ΑΝΤΡΑΣ (γυρνάει στο πλάι) Ναι, μάνα…

ΜΑΝΑ (τραγουδάει σιγά) Έλα, ύπνε και πάρε το και γλυκό κοίμισε το…(όλο το νανούρισμα)

Ο άντρας δείχνει ότι κοιμάται ησυχασμένος. Τα φώτα της σκηνής σβήνουν αργά.

***
Copyright © Πέτρος Κυρίμης

photo © pxleyes.com

Πέτρος Κυρίμης, Made in Vietnam -θεατρικό

Αρχείο 25/02/2013

MADE IN VIETNAM…

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ 1

Διάδρομος φυλακής. Μισοφωτισμένος. Στα πλάγια κελιά.

Ένας πανύψηλος ρασοφόρος σταματάει μπροστά στην πόρτα ενός κελιού.
Δίχως να γυρίσει περιμένει σιωπηλός. Ο φρουρός δίπλα βιάζεται να ανοίξει.
Ο ρασοφόρος μπαίνει.
Ελάχιστος φωτισμός. Ένας άντρας έχει ανασηκωθεί στο στρώμα του. Παραμένει ήρεμος. Ο ρασοφόρος στέκεται όρθιος μπροστά του. Μιλάει και η φωνή του είναι σιγανή, φιλική, σχεδόν τρυφερή.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τί κάνει η αγαπούλα μου;

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν με ξεχνάς ποτέ. Κάθε νύχτα. Την ίδια ώρα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Made in Vietnam -θεατρικό»

Σωτήρης Παστάκας, Η Βαλεντίνη

Ήταν δεν ήταν δεκαοκτώ χρόνων, όταν μου την έφεραν οι γονείς της στο ιατρείο. Μελαχρινή, ζουμερή, με δυο βυζιά που μόλις και μετά βίας συγκρατιόνταν στο απύθμενο ντεκολτέ της. Είχε τις μυώδεις γάμπες και τους τορνευτούς γοφούς που χαρακτηρίζουν τα λαϊκά κορίτσια από τις δυτικές συνοικίες –και πράγματι η Βαλεντίνη ζούσε με τους γονείς της στην Αγία Βαρβάρα– τυλιγμένους σε ένα πολύ κοντό φουστανάκι.
   Έπασχε τον τελευταίο χρόνο, αλλά για κακή της τύχη δεν την αναλάμβανε κανένας: οι παιδοψυχίατροι την έδιωχναν γιατί ήταν πάνω από δεκαέξι χρόνων, κι οι ψυχίατροι περίμεναν να γίνει δεκαοκτώ για να ασχοληθούν μαζί της. Μόλις πρόσφατα καλύφθηκε αυτό το κενό με τη δημιουργία Κέντρων Εφήβων. Για πάρα πολλά χρόνια, απ’ τα δεκαεπτά μέχρι τα δεκαοκτώ τα παιδιά έμεναν ακάλυπτα από ψυχιατρική φροντίδα, χάρη σ’ αυτό το κενό του νόμου.
   Η Βαλεντίνη, εντωμεταξύ, δεν είχε αφήσει αγόρι γι’ αγόρι στη γειτονιά. Ο πατέρας της μου την έφερε απελπισμένος, γιατί τώρα τελευταία η Βαλεντίνη επιδιδόταν και σε ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις με πολύ μεγαλύτερους· ως και μ’ έναν πενηντάρη, φίλο του πατέρα της, είχε πάει. Οι γονείς της, γεμάτοι κατανόηση, δε φοβόνταν ούτε τι θα πει η μικρή γειτονιά (που έτσι κι αλλιώς έλεγε), ούτε για την κακή φήμη και την υπόληψη της κόρης τους ανησυχούσαν. Φοβόνταν απλώς για εκείνη, μην τυχόν και μείνει έγκυος ή πέσει θύμα διάφορων καταστάσεων κι απασχολήσει πλέον το αστυνομικό δελτίο.
   Κατά την πρώτη μας εξέταση λοιπόν, η Βαλεντίνη αντέκρουσε πάραυτα τις κατηγορίες των γονέων της: παραδέχθηκε πως πηγαίνει με διάφορους άντρες αλλά δε φταίει αυτή. Φταίει ο Βασίλης, ο σχολικός της έρωτας, ένας συμμαθητής της στην πρώτη λυκείου, ο οποίος για να την εκδικηθεί επειδή «τον παράτησε» παίρνει διάφορες μορφές κι αρέσκεται κάθε τόσο να εμφανίζεται με το παρουσιαστικό άλλων ανδρών, διαφορετικού χρώματος ματιών, ενδυμασίας και ηλικίας. Αλλά εκείνη δεν μπορούσε να την ξεγελάσει: όσα ονόματα κι αν επινοούσε, όσες μεταμφιέσεις κι αν ήταν ικανός να αλλάξει, εκείνη ήξερε βαθιά μέσα της πως «παραδιδόταν στην αγκαλιά κι έκανε έρωτα μόνο με τον Βασίλη».
   Φεύγοντας με εκλιπάρησε να την πιστέψω. Συγκατένευσα. Της είπα πως την πιστεύω απόλυτα, με τον όρο πως κι αυτή θα κάνει κάτι για μένα: θα πάρει τα χάπια που της έγραψα. Δέχθηκε πρόθυμα την ανταλλαγή. Συνεργάστηκε να ακολουθήσει φαρμακευτική αγωγή με αντιψυχωσικά γιατί ήμουν αυτός που συμμερίστηκε τον πόνο της, που παραδέχθηκε μπροστά στους γονείς της πόσο κατεργάρης και καταφερτζής ήταν ο σχολικός της έρωτας, ο Βασίλης.
*
copyright © Σωτήρης Παστάκας
από τον ιστότοπο του φίλου Γιώργου Μίχου