Λεία Βιτάλη, Η κοιλιά της μεταφράστριας (απόσπασμα)

Το δωμάτιο μύριζε σάπιο. Σαν αίμα που έχει μείνει καιρό σ’ ανοιχτή πληγή, δεν λέει να κλείσει. Το βοη­θούσε και η υγρασία του χώρου, ήταν υπόγειο. Όχι πολλά, έξι-εφτά σκαλιά αλλά έφταναν. Κοίταξα γύρω για παράθυρο, το μάτι μου σκόνταψε σ’ ένα ξύλινο χώρισμα με ύφασμα. Ερχόταν ελάχιστο φως. Το πα­ράθυρο θα ‘ταν απ’ την άλλη μεριά του χωρίσματος, σκέφτηκα. Έλειπε το οξυγόνο από κει μέσα. Περισσό­τερο ήταν η ψυχική μου αναστάτωση που δεν βοηθού­σε. Στριμώχτηκα στη μικρή ψάθινη πολυθρόνα με το ξεκοιλιασμένο μαξιλάρι, άλλοτε θα ‘ταν πορτοκαλί. Το καφέ του δεν έδειχνε να ‘ναι χρώμα. Ρίγησα με τη σκέψη που τινάχτηκε ξαφνικά στο μυαλό μου. Αίμα; Πάει πολύ. Τίποτα ωστόσο δεν είναι πιο υπερβολικό από την πραγματικότητα.

  Το ‘ξερα από παλιά. Το πιο ευαίσθητο κομμάτι του σώματος μου ήταν τα έντερα. Όταν κάτι πήγαινε στραβά και είχα αγωνία με συντρόφευαν. Άκουγα το γουργουρητό τους και ανησυχούσα πιο πολύ. Ήθελα να πάω στην τουαλέτα ν’ αδειάσω το περιεχόμενο τους αλλά δεν γινόταν τίποτα. Ήξερα και από άλλες φορές. Ύστερα ήρθε ο πόνος. Σουβλιά. Ένιωσα τον ιδρώτα να ποτίζει το μέτωπο. Γλίστρησε στη μύτη μου. Έσφιξα τα χέρια. Έπρεπε να κάνω υπομονή. Τράβηξα την μπλε ποδιά μου και σκούπισα τα χέρια μου πάνω της. Υγροί λεκέδες. Τον άκουσα να μιλά ψιθυριστά στο άλλο δωμάτιο. Πίσω από το πρόχειρο χώρισμα. Σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια. Σε λίγο θα ‘ταν πολύ αργά. Η σειρά μου πλησίαζε. Άκουσα τα δόντια μου να χτυπάνε. Η πόρτα στο χώρισμα άνοιξε και έκανε όλη την κατασκευή να κλυδωνιστεί επικίνδυ­να. Πήρα βαθιά ανάσα, μου ξέφυγε σαν στεναγμός. Ο χώρος πλημμύρισε έντονη μυρωδιά αντισηπτικού και φάρμακου. Λίγο ακόμη και θ’ αναποδογύριζα το στο­μάχι μου προς τα έξω. Η Φ. το κατάλαβε. Ένιωσα το χέρι της να σφίγγει δυνατά το δικό μου. Την κοίταξα. Το βλέμμα μου κρεμάστηκε πάνω της. Έπλεα μέσα σ’ αυτό. Ήταν ήρεμη. Τα μάτια μελιά. Σχεδόν μου χαμο­γελούσε. Ήξερε απ’ αυτά. Είχε υποταχθεί. Δέκα λε­πτά, το πολύ ένα τέταρτο και έξω απ’ την πόρτα. Ό­μως για μένα ήταν η πρώτη φορά. Κράτησα με το άλλο χέρι την κοιλιά μου, την ένιωθα να σκίζεται από την αγωνία. Μου αποκρίθηκε σφιχτή, τσιτωμένη, γονιμο­ποιημένη.
   Ο γιατρός με πλησίασε αργά τρίβοντας τα χέρια του. Μύριζε ολόκληρος πράσινο οινόπνευμα. Δεν ή­θελα να δει την ταραχή μου. Μπορεί να φοβόταν και να μ’ έδιωχνε. Έδειξε ένα χαρτί να υπογράψω. Το κουνούσε μπροστά στα μάτια μου. Δεν καταλάβαινα. Τι διάολο σήμαινε αυτό; Η Φ. προθυμοποιήθηκε να το ελέγξει. Πήγανε οι δυο τους παραπέρα. Εγώ κρατιό­μουν όρθια από ένα ξεφλουδισμένο κάγκελο κατά μή­κος του τοίχου. Άκουσα το γιατρό να θυμώνει και μ’ έσφιξε πάλι η αγωνία. Η Φ. ψαχούλευε στην τσάντα της. Ύστερα θυμήθηκε. Της είχα δώσει τα λεφτά σε φακελάκι και τα ‘χε βάλει στην τσέπη της. Χαμογέλα­σε. Ήξερα ότι αν μπορούσε θα τον είχε κιόλας δαγκώ­σει.
Ο γιατρός τα τσέπωσε και τη χτύπησε στην πλάτη φιλικά, να μην ανησυχεί για τη φίλη της. Ύστερα γύ­ρισε προς εμένα. Το βλέμμα του με κοκάλωσε όρθια στον τοίχο. Το κεφάλι μου σουρνότανε στην γκριζό-λευκη λαδομπογιά. Μ’ έσπρωχνε. Τα δόντια του κίτρι­να και μαυρισμένα στις άκρες. Αραιά. Καλύτερα να μη χαμογελούσε.
   Ακούγαμε και οι δυο τους θορύβους της κοιλιάς μου. Σχεδόν ντράπηκα. Η μυρωδιά του φαρμάκου γι­νόταν όλο και πιο έντονη. Με ζάλιζε. Ο γιατρός μ’ έσπρωξε στο άνοιγμα του χωρίσματος. Το βλέμμα μου στην άσπρη σχεδόν γκρίζα ποδιά του. Στο μανίκι στα­γόνες αίμα. Δεν είχα ωστόσο περιθώριο εκλογής. Χτυ­πούσε κιόλας το κουδούνι. Ερχόταν η επόμενη. Μια γριά με μαύρο τσεμπέρι και γκρίζα ρόμπα ξεπήδησε πίσω από κάτι κρεβάτια. Κρατούσε σφουγγαρόπανο, έσταζε ακόμη. Πέρασε από μπροστά μου σαν αστραπή και βγήκε ν’ ανοίξει. Δεν τολμούσα να κοιτάξω. Εκεί, στη γωνία δεξιά, κάτω απ’ το παράθυρο που έβλεπε το τζαμωτό του σε αυλή, ήταν τρία κρεβάτια. Στα δύο ξαπλωμένες – κίτρινες μέχρι λευκές – αναίσθητες κο­πέλες. Η μια βογκούσε. Ελαφριά. Σαν να ‘βλεπε ε­φιάλτη. Το βλέμμα μου έψαξε το βλέμμα του γιατρού. «Ξυπνάει» ψιθύρισε μ’ επαγγελματική σιγουριά. Του­λάχιστον δεν πεθαίνει σκέφτηκα. Ύστερα είδα το ά­δειο κρεβάτι δίπλα τους. Δεν ήθελε πολύ να καταλά­βω. Περίμενε εμένα. «Μη χασομεράμε παιδί μου.» Εί­χε δίκιο. Δεν είχε νόημα να το τραβάμε. Έμοιαζαν όλα τόσο απλά άλλωστε. Και ήταν. Λίγο πριν έρθω.
   Ο γιατρός μ’ έσπρωξε προς το χειρουργικό κρεβάτι. «Την κιλότα σου» είπε. Κι άρχισε να σκουπίζει με οινό­πνευμα μια σύριγγα. Το κεφάλι μου χτυπούσε. Ένιωθα μεθυσμένη. Άφησα την κιλότα μου στο μικρό σκαμνί μαζί με τις άλλες. Ο γιατρός μου ‘κανε νόημα ν’ ανέβω στο τραπέζι του χειρουργείου. Τα βήματα μου δεν ήταν και τόσο σταθερά. Κλυδωνιζόμουν αλλά προσπαθού­σα. Σκόνταψα ωστόσο πριν ανέβω σε κάτι σκληρό δί­πλα στο χειρουργικό τραπέζι. «Πρόσεχε παιδί μου.» Είχε έναν τρόπο ήρεμο. Ήξερε αυτός. Κοίταξα κάτω. Ακόμη το αντικείμενο τραμπαλιζόταν. Ήταν κόκκινο, σχεδόν καφετί. Υγρό με κομμάτια πηχτά που τρεμόπαι­ζαν εντός του. Σ’ έναν τσίγκινο κουβά με σκουριασμέ­νες άκρες. Δίπλα στα πόδια του τραπεζιού. Και μύριζε σάπιο.
   Ένιωσα πως ήθελα να κλάψω. Είχε μαζευτεί πολύ σφίξιμο τις τελευταίες μέρες μετά την απόφαση. Δεν μπορούσα φυσικά να το κρατήσω. Ήταν όλα πολύ διάχυτα. Το ‘χαμε συμφωνήσει από κοινού. Ήταν εντελώς ξαφνικό. Πολύ πρόωρο. Δεν υπήρχε η δυνατότητα. Εκείνος με είχε κοιτάξει απεγνωσμένα. Η μάνα μου είχε κρύψει με τη σειρά της το πρόσωπο της στις παλάμες. Θα ‘κανα παιδί στην ώρα μου, να μη βιαζόμουν. Μικρό κορίτσι, ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί πως είχα σχέσεις. Πού τα ‘μαθα αυτά; Χάλασε ο κόσμος. Εκείνη έπρεπε πρώτα να παντρευτεί, που να μην έσωνε, κι έκανε εμένα για να τη βασανίσω. Έχει αγωνίες ένα παιδί. Εκείνη ποτέ δεν είχε μιλήσει έτσι με τη μάνα της. Τι να ‘λεγε άλλωστε; Τόσα παιδιά. Εκείνη το τελευταίο. Μια ζωή τελευταία. Έτσι την πέρασε. Έλπιζε πως με το δικό της παιδί θα ‘ταν αλλιώς. Δεν είχε άλλωστε και κανένα άλλο. Όλη της η ζωή εγώ. Και η ανταπόδοση; Σκατά. Μια ωραία μέρα της λέω: γκαστρώθηκα.
   Είχα πιστέψει πως έπρεπε να της το πω. Φυσικά αμέσως μετά το είχα μετανιώσει. Δεν υπήρχε κανείς ωστόσο που να μπορούσε να μου βρει ένα γιατρό. «Δεν γίνεται να σε στείλω στον δικό μου» είχε πει. Χωρίς να μου εξηγήσει καταλάβαινα. Η ξαδέλφη μου της σύστησε κάποιον. Έκανε χρόνια αυτές τις δου­λειές. Σε κάτι στενά του Πειραιά. Στην Κοκκινιά. Σί­γουρος. Λίγα λεφτά. Σημασία έχει να κάνει καλά τη δουλειά του, είχε πει η μάνα μου. Εγώ επέζησα της είχε απαντήσει η ξαδέλφη μου, δέκα χρόνια πιο μεγά­λη από μένα. Ο δικός μου κι εγώ μοιραστήκαμε τα λεφτά. Τα γαμήσια και ο έρωτας – κομματιασμένα έμ­βρυα μπροστά μου. Δεν ήξερα αν αυτό που ανακάτευε το στομάχι μου ήταν μια σιχασιά ή αγωνία ή μια απε­ριόριστη θλίψη. Ίσως όμως να ‘ταν και το ξάφνιασμα απ’ την αποκάλυψη της πορείας μου. Η πεπατημένη. Πάντα είχα την ψευδαίσθηση πως ζούσα συγκλονιστι­κές ιδιαίτερες καταστάσεις. Εγώ, άτομο ξεχωριστό απ’ άλλα. Προσωπική μοίρα. Δυνατότητα επιλογής. Σκα­τά. Ήμουν κιόλας στο κανάλι. Με το κεφάλι χωμένο βαθιά στα περιττώματα. Ανέπνεα ήδη την αποσύνθε­ση.
   Ο γιατρός είπε στη γριά ν’ αδειάσει τον κουβά. Είχε ξεχειλίσει απ’ το πρωί. Τον σήκωσαν κι έσταζε. Μαύ­ρο αίμα στο δάπεδο. Δεν ήθελα να δω άλλο. Έκλεισα τα μάτια. Το λάστιχο έσφιξε δυνατά το αριστερό μου μπράτσο. Το δάχτυλο του γιατρού πίεσε τη φλέβα. Ένιωσα το τσίμπημα της βελόνας. Το ξένο σώμα εισχώρησε μέσα μου. Η φωνή του γιατρού αντήχησε κιόλας μακρινή στ’ αυτιά μου. «Πώς σε λένε;» Ίσα ίσα πρό­λαβα να ψιθυρίσω Μαρία. Το μούδιασμα άρχισε από τα πόδια κι ανέβαινε πάνω. Έμοιαζα να ‘μαι μονάχα η μισή. Η κοιλιά μου πέταξε στην ανυπαρξία. Το μυα­λό ακόμη εντούτοις σε λειτουργία. Είχε μια γλύκα αυ­τή η φυγή. Κατάλαβα το χέρι του γιατρού, ξεκούμπω­νε την ποδιά μου μέχρι πάνω. Έπρεπε να την είχα βγάλει. Αν τη γέμιζε αίματα πως θα πήγαινα αύριο σχολείο. Δεν είχα τη δύναμη να το πω. Η νάρκωση ανέβαινε. «Πώς σε λένε;» Το χέρι του ζουλούσε τα στήθια μου. Ακόμη ένιωθα κάτι απ’ ό,τι γινόταν. Έ­τριβε τις ρώγες με μανία. Η νάρκωση ανέβαινε. Οι ήχοι ακούγονταν θολοί, μακρινοί, σαν απ’ το βάθος ενός άπατου πηγαδιού. Μπερδευόμουν προσπαθώντας να καταλάβω. Κι έφευγα. Ίσως έτσι να ‘ταν ο θάνατος. Μια μικρή κραυγή. Να ‘ταν του γιατρού; Μια ανάσα βαριά στ’ αυτί μου. Επιτέλους ο εγκέφα­λος μου βυθίστηκε στο σκοτάδι.
Τα πόδια μου είχαν αρχίσει να πονάνε έτσι όρθια και τεντωμένα. Πόσες ώρες καθόμουν μπροστά στο παράθυρο να κοιτάζω τη λασπουριά των δρόμων; Η μνήμη ποτέ δεν λησμονεί. Έπιασα την κοιλιά μου γυρεύοντας απάντηση. Μ’ αποκρίθηκε ζωντανή, τσιτωμένη, τεράστια. Κινήθηκα αργά προς το μικρό γραφείο του καθιστικού. Εκεί κλειδωμένο ένα κομμάτι του εαυτού μου. Έψαξα με χέρια που έτρεμαν. Και νάτος. Ο κίτρινος φάκελος. Με τις εξετάσεις. Είχαν ημερομη­νία πριν τρία χρόνια. Τέτοια εποχή. Φλεβάρης ήταν και τότε θυμάμαι. Το ‘λεγαν καθαρά. Δεν μπορούσα να συλλάβω πια. Το λευκό υγρό δεν είχε περάσει τις σάλπιγγες. Με πονούσε άδικα. Έμενε πίσω. Τα όργα­να είχαν σφαλίσει για τα καλά. Ατέλειωτες συμφύσεις από μολύνσεις. Ο γυναικολόγος με είχε κοιτάξει ερω­τηματικά. Παραδέχτηκα όλες τις μαλακίες που είχαν συμβεί εκεί κάτω μου. Μίλησα για τρεις εκτρώσεις, ήταν πέντε. Στον ίδιο γιατρό. Ήμουν δεκάξι την πρώ­τη φορά. Ένα κομμάτι κρέας που ‘σταζε στο χειρουρ­γείο την ψυχή του. Φοβόμουν πως θ’ αδειάσω. Μετά από χρόνια έμαθα ότι ο γιατρός πέθανε. Την τελευ­ταία φορά κόντεψα να πεθάνω κι εγώ. Τόσα αντιβιο­τικά δεν θυμάμαι να είχα πάρει ούτε με την αμυγδαλίτιδα και τις άλλες αρρώστιες μου μαζί. Ήταν η χαρι­στική. Έτρεμε το χέρι του πολύ όταν βύθιζε την ένε­ση. Σχεδόν δεν είχε ζητήσει καν τα λεφτά προκαταβο­λικά. Του τα ‘χα δώσει από συνήθεια, τα πήρε αφηρη­μένος. Καταλάβαινα πως δεν ένιωθε καλά, τον είχα πιέσει. Η γριά είχε πάει στο χωριό της. Το χειρουρ­γείο άδειο. Δεν δούλευε πια. Μόνο κάτι παλιές γνω­στές. Για χάρη πιο πολύ. Έκτακτες περιπτώσεις. Ο γιος του σπούδαζε γιατρός στο Λονδίνο. Αν προλά­βαινε θα του άνοιγε ο ίδιος το ιατρείο κάπου στο Κο­λωνάκι. Ούτε συζήτηση για την Κοκκινιά. Φυσικά γυ­ναικολόγος. Έπαψα να τον ακούω. Η νάρκωση κου­κούλωσε ξανά τις αισθήσεις. Φεύγοντας ταλαιπωρή­θηκα πολύ να βρω ταξί. Βγαίνοντας, στο γκρίζο κάθι­σμα είδα μια μεγάλη κόκκινη κηλίδα. Έκλεισα την πόρτα γρήγορα μη δει ο ταξιτζής. Η αιμορραγία δεν σταμάτησε παρά δεκαπέντε μέρες μετά. Στο μεταξύ ο χασάπης μου είχε πεθάνει. Δεν πρόλαβε να μου συ­στήσει αντιβιοτικά. Τα πήρα μόνη μου από το φαρμα­κείο.
   Ο γυναικολόγος κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του και συμπλήρωσε κάποιες ακόμη παρατηρήσεις στα χαρτιά. Ίσως κάτι μπορούσε να γίνει με εγχείρηση στο εξωτερικό, αλλά και αυτό με πιθανότητες επιτυχίας κάτω από 40%. Η περίπτωση μου ήταν πολύ άσχημη. Τα γεννητικά μου όργανα είχαν γίνει αδιαπέραστα. Σαν να τα ‘χανε χτίσει με μπετόν. Τελεία και παύλα.
Άναψα το φως, είχε σκοτεινιάσει πια. Η βροχή εξακολουθούσε να σημαδεύει το λασπωμένο δρόμο. Επτά και μισή. Το ρολόι είχε ξανά σταματήσει. Φθαρμένη μηχανή, δούλευε πότε πότε σαν από θαύμα. Το είχα κι εγώ ταλαιπωρήσει πολύ με μικροεπισκευές, τις αναλάμβανα προσωπικά. Είχα πάθος με τα ρολόγια. Πολλά παλιά ρολόγια ένα γύρω. Δεν δούλευαν. Χρό­νος σταματημένος. Τ’ αγαπούσα πιο πολύ. Όταν έκα­ναν ακόμη ένα γύρο. Κι ύστερα πέθαιναν. Κι εγώ πάλι τ’ ανάσταινα. Για δυο τρεις μέρες, ή για πέντε ακόμη λεπτά.
   Πονούσα πάλι – κάθισα στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο. Τύλιξα προσεκτικά τις εξετάσεις, τις έκρυψα στο φάκελο, το συρτάρι κατάπιε ξανά την πληγωμένη φύση μου. Αργότερα είχα αποφασίσει να υιοθετήσω παιδί. Η δικαιολογία της ύπαρξης με ροκάνιζε. Κάτι έπρεπε να κάνω κι εγώ στη ζωή μου. Σχεδόν είχα αρ­χίσει να νιώθω διαλυμένη σαν σκόνη. Αναστήθηκα με την ιδέα. Το να αποκτήσεις ένα παιδί είναι αυτοσκο­πός. Δεν ρισκάρεις. Δεν ψάχνεις. Δεν αναλώνεσαι. Τ’ αφήνεις κι έρχεται. Κυλάς μαζί του. Κέρδισες. Δεν σου ζητάει κανείς τίποτ’ άλλο. Είναι ο υπέρτατος σκο­πός. Κλείνεις τα μάτια ευτυχισμένη. Έκανα το καθή­κον μου. Ωστόσο κάποιο λάθος θα έχει γίνει και το θηρίο εξακολουθεί να δαγκώνει παρ’ όλ’ αυτά.
   Σε λίγο ο μικρός Παναγιώτης θα τρέχει πάνω στο παλιό χαλί αυτής της κάμαρας. Κλείνω τα μάτια. Χα­μογελώ . Το ρολόι δουλεύει ξανά. Γίνονται θαύματα. Κρατώ την κοιλιά μου. Ποιος θα το πίστευε; Εγώ η Μαρία που κάνω θαύματα με τα ρολόγια έκανα ένα και στον εαυτό μου. Όσο πιο πολύ το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ βεβαιωνόμουν πως εκεί κάτω στη μεγά­λη μου κοιλιά αναπτυσσόταν ο μικρός Παναγιώτης. Το τρίχρονο μυωπικό παιδί που το βρεφοκομείο απο­φάσισε να ξεφορτωθεί. Δεν τολμούσα βέβαια ακόμη να μιλήσω σε κανένα για όλα αυτά. Ιδιαίτερα στον Λύσιο. Θα ‘ταν ικανός να με βγάλει τρελή και θα του το χρωστούσα και χάρη. Έτσι έκανε πάντα όταν δια­φωνούσε σε κάτι. Η κοιλιά μου όμως ήταν προσωπικό μου θέμα και απαιτούσε ιδιωτικό χειρισμό. Ακόμα, ευτυχώς, μπορούσα να τα κρατώ μυστικά όλα αυτά. Μ’ ευχαριστούσε τόσο πολύ που είχα επιτέλους ιδιω­τική ζωή. Έπαιρνα στα μάτια μου άλλη αξία. Χώρια που η ιδιωτική μου αυτή ζωή θα έφερνε στον κόσμο ένα παιδί. Δεν θα ‘μουν πια η οποιαδήποτε Μαρία. Αλλά η μητέρα του Παναγιώτη. Όπως η δική μου. Δεν ήταν απλά η Ελένη. Ήταν η μητέρα της Μαρίας. Διαπερνούσε το χρόνο μ’ αυτό. Γινόταν αθάνατη. Άφηνε πίσω της έργο. Άξιζε που είχε υπάρξει στη ζωή.
   Η ζαλάδα ήταν έντονη αυτή τη φορά. Δεν πρόλαβα να κρατηθώ. Ένιωσα να πέφτω. Νομίζω άκουσα μια μικρή κραυγή. Ήταν δική μου.
   Τον είδα να ‘ρχεται κατά πάνω μου. Λασπωμένα παπούτσια πάνω στο χαλί. Ανέπνεα βρεγμένο χώμα. Ένιωσα έναν πόνο βαρύ στην κοιλιά μου. Την βρήκα σφηνωμένη ανάμεσα στον καναπέ και το τραπεζάκι μπροστά του. Τραβήχτηκα. Ο Λύσιος με βοήθησε να σηκωθώ. Καθίσαμε δίπλα δίπλα στον καναπέ. Με κοί­ταξε σχεδόν τρομαγμένος. Στα ρούχα του στέγνωνε η βροχή. Μ’ έπαιρνε στο τηλέφωνο όλη μέρα. Δεν ήμουν ούτε στο γραφείο. Ανησυχούσε. Τον κοίταξα έκπλη­κτη. Είχα από καιρό την εντύπωση πως για ‘κείνον δεν σήμαινα πολλά. «Κάνεις λάθος», με φίλησε. Η κοιλιά μου εμπόδιζε την απόλυτη επαφή.
   Φορούσα ακόμη το παλτό. Ο Λύσιος πέρασε το χέρι του από μέσα ψάχνοντας την κοιλιά μου. Την άγγιξε. Έμεινα ακίνητη. Περισσότερο το μάντευα παρά το αισθανόμουν. Την πασπάτευε. Άνοιξε το παλτό μου. Το χέρι του τριγύριζε ακολουθώντας το σχήμα της. Την έπιασε και με τα δύο. Δεν ήταν εύκολο να τη ζουλήξει. Μου ξέφυγε φωνή. Είχα πονέσει. Την ψαχούλε­ψε καλά και ύστερα σταμάτησε. Έμεινε για λίγο σκε­πτικός και ύστερα με κοίταξε. Δεν προσπάθησα να τον βγάλω από τη δύσκολη θέση. Καλύτερα να γευτεί όλο το μεγαλείο του θαύματος σκέφτηκα, αφού έτσι κι αλ­λιώς το ανακάλυψε. Περίμενα. Και η ερώτηση ήρθε. Όχι δεν είναι φούσκωμα. Ναι είμαι γκαστρωμένη. Φυσικά και το ξέρω αφού έχω κοντά τρεις μήνες καθυ­στέρηση. Το τσεκάρισα σήμερα.
   Ο Λύσιος αποτραβήχτηκε, άναψε τσιγάρο. Τον έ­νιωθα να γίνεται μακρινός. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια κοντά. Καθένας βουτηγμένος στον εαυτό του. Προχω­ράμε παράλληλα. Δίπλα. Πάντα ωστόσο μια απόστα­ση. Τόση που να μην καίγεσαι στην ίδια τη φωτιά. Να μη σε ταράζει η ίδια τρεμούλα. Ό,τι ζητάει ο ένας απ’ τον άλλον το προσφέρει ο ίδιος στον εαυτό του. Είναι η ψευδαίσθηση της σχέσης. Ο Λύσιος δεν είχε ζητήσει ποτέ τίποτ’ από μένα. Ο καθένας ήξερε το ρόλο που έπρεπε να παίζει για τον άλλο. Το δεχόταν αδιαμαρ­τύρητα. Μας είχαν πει πως αυτά είναι δοσμένα απ’ τη φύση. Πάει και τέλειωσε. Νομίζαμε πως αγαπιόμα­σταν. Δεν είχαμε ανακαλύψει ακόμη την μπλόφα. Η παγίδα μάς είχε γραπώσει και τους δυο. Ο ένας νόμιζε πως ο φταίχτης ήταν ο άλλος. Ο ένας γαμούσε για να τιμωρήσει. Ο άλλος γαμιόταν για να εξιλεωθεί. Ο Λύ­σιος όμως σήμερα μυρίζεται έναν κίνδυνο μεγαλύτερο από ποτέ. Με κοιτάζει σαν να τον έχω κιόλας κοροϊδέ­ψει. Νιώθω μια απειλή να πλησιάζει. Δεν μιλά. Βγά­ζει το παλιό του μοντγκόμερι και τινάζει τις ελάχιστες σταγόνες βροχής που δεν έχουν ακόμα στεγνώσει. Κά­νει κρύο εδώ μέσα χωρίς καλοριφέρ. Ακόμη δεν έφε­ραν πετρέλαιο. Μίλησε στη διαχειρίστρια, την είδε στο ασανσέρ. Αύριο της υποσχέθηκε το βενζινάδικο πως θα μας στείλει. Ξέρω η Τοτάλ εδώ δίπλα. Ναι. Πάντως το κρύο κάνει καλό. Σκοτώνει τα μικρόβια. Άσχετες συζητήσεις για ν’ αποφύγουμε την ουσία. Πάντα μιλάγαμε πολύ. Και για όλα. Έλεγε ο καθένας τα δικά του. Από το ένα θέμα στο άλλο. Δεν είχε ση­μασία αν μιλούσαμε και οι δύο για το ίδιο. Αν συμφω­νούσαμε ή διαφωνούσαμε. Αν άκουγε καν ο ένας τον άλλον. Απλά θέλαμε να νιώθουμε μια ακόμη παρου­σία πέρα απ’ τη δική του ο καθένας σ’ αυτό το δωμά­τιο. Νιώθαμε τότε πως είχαμε μια δικαιολογία της ύπαρξης μας. Ακόμη και η απειλή σου έδινε τη διαβεβαίωση πως υπάρχεις. Πίστευα πως έτσι ήταν και για τους δυο μας. Αργότερα κατάλαβα πως ο Λύσιος στήριζε πολύ περισσότερο την ισορροπία του σε μένα απ’ ότι εγώ σ’ αυτόν. Άλλωστε ίσως να μην είχα στηριχθεί στ’ αλήθεια ποτέ εγώ πάνω του. Να ήταν έμμεσα το στήριγμα μου, μέχρι που αποφάσισα να πάω στο ίδρυ­μα. Και τώρα με το θαύμα της κοιλιάς μου νιώθαμε και οι δυο πως κάτι θ’ άλλαζε την ήδη υπάρχουσα ισορροπία ανάμεσα μας.
   Τον ένιωθα ταραγμένο. Όσο περνούσε η ώρα πιο πολύ. Ζήτησε ένα ποτό. Το κονιάκ βόλευε πιο καλά με τέτοιο κρύο. Η μικρή ηλεκτρική σόμπα περισσότερο φώτιζε παρά ζέσταινε το χώρο. Ήπια και γω μαζί του. Τον ρώτησα για φαγητό. Δεν είχε φάει αλλά δεν ένιωθε και πείνα. Το ίδιο κι εγώ. Αργότερα σκέφτηκα το μωρό στην κοιλιά μου. Δεν θα ‘πρεπε να μένω νη­στική. Το έμβρυο θα ‘τρωγε τότε απ’ τις σάρκες μου. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που γκαστρωμένες γυ­ναίκες έχαναν τα δόντια τους ή τα μαλλιά τους. Σκέ­φτηκα να βράσω δύο αυγά και τα φάγαμε με λίγες φρυγανιές και τυρί. Προγραμμάτισα μάλιστα το βρά­δυ πριν πέσω να πιω κι ένα ποτήρι γάλα. Δεν θα ‘κανα άσχημα αν το εφάρμοζα κάθε μέρα αυτό. Το γάλα έχει ασβέστιο και χρειάζεται για τα κόκαλα του παι­διού, είχα ακούσει σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή.
Άναβε το τρίτο τσιγάρο μετά το αυγό. Βάλαμε κι άλλο κονιάκ. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από συναι­σθήματα. Με ρώτησε τι είχα σκοπό να κάνω. Κούνησα τους ώμους. Το ‘βλεπα απλά σαν ένα καθημερινό γε­γονός και τίποτ’ άλλο, είπα ψέματα. Δεν θ’ άλλαζε σε τίποτα τη ζωή μας. Ήπιε μια γουλιά κονιάκ χωρίς να μιλήσει. Δεν πίστευε κουβέντα. Ξέραμε ο ένας τον άλ­λο πια, από συνήθεια. Έσβησε το τσιγάρο του με μι­κρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Αυτό το έκανε ό­ταν ήταν αναστατωμένος πολύ. Κανείς μας δεν διέκο­πτε τη σιωπή. Είχε σφηνώσει ανάμεσα μας. Κάτι σαν πάλη, ποιος θα φανεί πιο ψύχραιμος στον πανικό του άλλου.
   Ο Λύσιος σηκώθηκε. Ήταν πια εννέα. Ήθελε να προλάβει τα νέα στην ΕΡΤ. Μια ωραία δικαιολογία να κοπάσει η ένταση ανάμεσα μας. Περισσότερο τον ενδιέφερε ο καιρός, είπε. Αύριο είχε πολλές διαδρομές να καλύψει με το αυτοκίνητο. Το καθίκι ο Παπαδάκης θα διάλεγε πάλι αυτόν να βγάλει το φίδι απ’ την τρύ­πα με τέτοιο καιρό. Γεννήθηκε το θέμα της σόμπας αυτομάτως. Ποιος θα την κρατούσε απ’ τους δύο. Με­ταφέρθηκα λοιπόν και γω στον καναπέ μαζί του και δίπλα μας μπήκε η σόμπα. Έκλεισα το φως στην κου­ζίνα μην καίει άδικα και πήρα μαζί το κονιάκ. Αύριο θα ξέπλενα τις αυγοθήκες και τα κουταλάκια. Με τέ­τοιο καιρό που να βάλω τα χέρια μου στα νερά. Το θερμοσίφωνο της κουζίνας δεν τ’ ανάβαμε σχεδόν πο­τέ για οικονομία.
   Κάθισα δίπλα του. Ο Τέρενς Κουΐκ είχε αρχίσει κιόλας τα δικά του. Το θέμα της ημέρας οι βροχές σ’ όλη τη χώρα. Έμοιαζε να είναι το πιο σημαντικό γε­γονός που μας συνέβαινε την τελευταία βδομάδα κα­θώς άδειαζαν και τα αποθέματα των τροφίμων μας στις λαϊκές και στα σούπερ μάρκετς. Λίγο ακόμη και η χώρα θα ‘μοιαζε σαν να ‘βγαινε από πόλεμο. Ο καιρός δεν μας είπε κάτι καλύτερο. Ο παρουσιαστής ανάγγει­λε άλλον μετεωρολόγο και μεις είδαμε άλλον στο γυα­λί . Καλύτερα γιατί αυτόν τον καραφλό τον συμπαθώ περισσότερο. Μοιάζει να χαμογελά ακόμη κι όταν μι­λάει για κατακλυσμούς. Η κακοκαιρία συνεχίζεται λοιπόν και αύριο για όγδοη μέρα. Ανταλλάξαμε βλέμ­ματα. Ίσως μπορούσα ν’ αποφύγω σκέφτηκα και πάλι το γραφείο. Θα ‘κανα κάποιες μεταφράσεις στο σπίτι. Θα ‘φτιαχνα και ρεβύθια σούπα, ταίριαζαν στον και­ρό . Σχεδόν χάρηκα. Περισσότερο μου άρεσε η σκέψη πως θα μέναμε οι δυο μας, εγώ και η κοιλιά μου, μόνοι μας. Είχαμε πολλά να σκεφτούμε. Το κατάλαβε. Δεν είπε τίποτα. Το είδα όμως ότι το κατάλαβε. Έπαιξε τα μάτια και κοίταξε αλλού. Κλείσαμε την τηλεόραση. Είχε ένα ελληνικό αστυνομικό. Σαχλαμάρα. Δεν πετύ­χαινε η συνταγή ποτέ όταν προσπαθούσαν να μιμη­θούν τα ξένα. Ουαί. Μου ‘ρχόταν πάλι εμετός και δεν έφταιγε η εκπομπή τώρα γι’ αυτό. Αναλογιζόμουν το κρεβάτι. Η σκέψη τριβέλιζε το μυαλό μου. Μ’ αυτή τη κοιλιά φοβόμουν το γαμήσι. Τριών μηνών βέβαια κα­νένας δεν σου λέει να μην το κάνεις. Δεν μοιάζει διό­λου επικίνδυνο, αλλά η δική μου η κοιλιά τόσο απότο­μα που είχε μεγαλώσει έδειχνε σαν επτά. Και την ένιωθα να τσιτώνει κι άλλο.
Ο Λύσιος με κοίταξε περίεργα ενώ γδυνόμουν τουρτουρίζοντας μπροστά στο σομπάκι – το μεταφέραμε στην κρεβατοκάμαρα. Πρόσεξε και ‘κείνος ό,τι είχα επισημάνει κι εγώ. «Σίγουρα λες μόνο τριών μηνών;» Τον διαβεβαίωσα, γιατί στ’ αλήθεια θυμόμουν ότι πριν είχα περίοδο. Ήταν άλλωστε και σημειωμένο στο ημερολόγιο μου. Με κοίταξε στα μάτια σχεδόν απελ­πισμένος. Ήθελε πολύ να το πιστέψει. Είπε: «Υπάρ­χουν ξέρω περιπτώσεις που είναι γκαστρωμένες και έχουν περίοδο.» Αυτό ήταν. Πώς δεν το είχα κι εγώ σκεφτεί τόσες ώρες. Με τόση μεγάλη κοιλιά δεν ήταν δυνατόν να ήμουν μόνο τριών μηνών. Τι μαλακίες κά­θομαι και λογαριάζω. Θα ‘μουν επτά σίγουρα, μπορεί και οκτώ. Σκέφτηκα την υπόθεση μου που θα πέρναγε την άλλη βδομάδα από το συμβούλιο του ιδρύματος και ρίγησα. Σήμερα ήταν Πέμπτη. Μπορεί να ‘μουν κιόλας στον ένατο. Γι’ αυτό και οι πόνοι. Μπορεί σε τέσσερις πέντε μέρες να γεννούσα.
   Έκλεισα τα μάτια. Μια ταραχή ξεκινούσε πάλι από τα σωθικά μου και απλωνόταν σ’ όλο το σώμα. Ένιω­σα τα πόδια και τα χέρια μου να τρέμουν. Το μυαλό μου σφίχτηκε. Ήταν μέσα μου όλα τόσο μπερδεμένα. Κρατήθηκα από την καρέκλα μην πέσω. Παλιότερα για τις ζαλάδες ο παθολόγος μου είχε συστήσει ηρεμι­στικά, τα ‘παιρνα κατά καιρούς, παρ’ όλο που δεν κα­ταλάβαινα πως μπορούσαν να θεραπεύουν τις ζαλά­δες. Τώρα δεν τα ‘θελα. Φοβόμουν μήπως πειράξουν το παιδί. Το ‘χα διαβάσει στις οδηγίες, αν θυμάμαι καλά.
   «Κρυώνεις.» Άκουσα τη φωνή του. Γιατί όχι; Μπο­ρεί να ήταν από το κρύο που έτρεμα. Φόρεσα το φανε­λάκι μου και χώθηκα κάτω απ’ το πάπλωμα. Ήταν ζεστά. Το σώμα του Λύσιου είχε θερμάνει το κρεβάτι. Δεν έσβηνε το φως. Κοιτούσε μονάχα έξω απ’ την τζαμόπορτα του μπαλκονιού. Είχε σταματήσει να ρί­χνει αλλά περιμέναμε να ξαναρχίσει όπου να ‘ναι. Μακριά φώτιζαν τις στέγες αστραπές.
   Το σκεφτόταν πολλή ώρα και τέλος το ρώτησε. Για τον μικρό Παναγιώτη. Το ‘ξερα πως τον απασχολού­σε. Αν ήμουν γκαστρωμένη θα ‘πρεπε να σταματήσω τη διαδικασία με τον Παναγιώτη. Τον κοίταξα στα μάτια. Με ψάρευε. Κρεμόταν απ’ αυτή την απάντηση. Αναρωτήθηκα γιατί. Δεν το ρώτησα. Είχε στηρίξει πολλά στη σχέση μας έτσι όπως ήταν μέχρι τώρα. Δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω. Είπα μόνο, ναι, θα το σκεφτώ. Δεν ξέρω αν ησύχασε. Εγώ όμως άρχισα να καταλα­βαίνω πόσο είχε μπερδευτεί η κατάσταση. Ο Λύσιος είπε πως έτσι έπρεπε να κάνω. Να πω στο ίδρυμα ότι είμαι έγκυος. Όλοι θα προτιμούσαν το δικό τους παι­δί από ένα ξένο. Ωστόσο ο καθένας θα το καταλάβαι­νε. Το θέμα δεν ήταν εκεί. Να διαλέξω δηλαδή το δικό μου – δικό μας παιδί.
   Τον κοιτούσα ακόμη προβληματισμένη. Ο Λύσιος απέφυγε το βλέμμα μου. Σφάλισε τα μάτια του γρήγο­ρα σαν να ‘θελε να διώξει κάποιον εφιάλτη από μέσα του. Πώς δεν το ‘χα αμέσως καταλάβει; Άρχιζε τώρα κάτι να ξεκαθαρίζει στο μυαλό μου. Ζούσα σε τέτοια ένταση, σχεδόν εξωπραγματική. Αυτό με βοηθούσε να συλλάβω ιδέες και καταστάσεις που μπορεί ποτέ άλλο­τε να μην το κατάφερνα. Ο Λύσιος πριν δυο χρόνια είχε δεχτεί την πρόταση μου για υιοθεσία γιατί το παι­δί δεν θα ‘ταν δικό του. Δεν το ‘βλεπε σαν μια αληθινή κατάσταση και γι’ αυτό δεν είχε αρνηθεί. Στ’ όνομα μου είχα ζητήσει από το ίδρυμα την υιοθεσία. Εγώ θα έπαιρνα το παιδί. Και σαν άγαμη που ήμουν δεν είχα δικαίωμα να διεκδικήσω κάποιο νεογέννητο και υγιές. Γι’ αυτό μου έδιναν τον Παναγιώτη. Ο Λύσιος δεν θα ‘χε καμία συμμετοχή. Ο Παναγιώτης θα ήταν γι’ αυτόν απλά ένας συγκάτοικος. Τώρα το πράγμα βέβαια άλ­λαζε. Αν έβγαινε κάτι απ’ την κοιλιά μου θα ‘ταν και δικό του αφού είχαμε αποκλειστικότητα στο σεξ. Η σχέση μας λοιπόν έπαιρνε άλλη τροπή.
   Το φως ήταν ακόμη αναμμένο. Και ‘κείνος με τα μάτια κλειστά. Ένιωθα την κούραση να με τυλίγει ολοκληρωτικά. Έπρεπε να πάψω επιτέλους να σκέφτο­μαι. Έπρεπε να μετρήσω πάλι προβατάκια και να κοι­μηθώ . Η σημερινή μέρα είχε πολλά συσσωρεύσει. Ή­μουν από τα χαράματα ξυπνητή. Γύρισα πλευρό κι έ­κλεισα τα μάτια. Κλικ και σκοτείνιασε. Ο Λύσιος έ­σβησε το φως. Σιωπή. Ένιωσα ν’ αρχίζει το ταξίδι. Βυθιζόμουν. Και τότε άκουσα πάλι να με φωνάζει. Δεν κοιμόταν. Δεν τον άφηνε η αγωνία να χαλαρώσει. Ο Λύσιος πίστευε πως μ’ αγαπούσε. Μπορεί να ‘ταν κι έτσι. Η αγάπη ήταν το όπλο του. Εγώ ήμουν το θύμα αυτού του όπλου. Ο Λύσιος με ήθελε όλη δική του. Κι αγωνιούσε για το τι περιείχε η τεράστια κοιλιά μου. «Μαρία, πρέπει να πας για τεστ.» Κατάλαβα πόσο μια θετική απάντηση θα ‘ταν για κείνον οδυνηρή. Έβλεπα πως δεν ήθελε παιδί. Εκείνη όμως την ώρα δεν μπο­ρούσα να καταλάβω τη βαθύτερη αιτία που τον έκανε όχι μόνο ν’ αντιδρά στην ιδέα ενός τρίτου προσώπου ανάμεσα μας, αλλά να φοβάται στην κυριολεξία την ύπαρξη του παιδιού.
   Του πέταξα ένα «εντάξει» μόνο και μόνο για ν’ απαλλαγώ απ’ τις συζητήσεις και να κοιμηθώ. Το μυα­λό μου όμως δούλευε πυρετικά προσπαθώντας ν’ ανα­λύσει τις αιτίες της τόσο μεγάλης του ταραχής. Δεν ήταν ότι δεν ήθελε παιδιά. Ήταν ότι είχε ένα παιδί. Με ‘κείνην. Την άλλη. Την πρώην. Ένα κορίτσι. Δικό του. Ήταν ήσυχος. Τα είχε κάνει όλα. Είχε το έπαθλο του τελειωμένου καθήκοντος. Μια καλή δουλειά. Είχε κάνει οικογένεια. Έγινε πατέρας. Μετά βέβαια χώρι­σε. Πλήρωνε όμως ότι μπορούσε για διατροφή. Δεν είχε τίποτα από το προσχέδιο παραλείψει όταν έφτασε στην εκτέλεση. Ήταν κερδισμένος. Κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Πλήρης. Το διάτρητο θνητό σώμα βουλωμέ­νο καλά παντού με συναισθήματα. Δεν στάζει. Δεν εκρέει. Δεν αιμορραγεί. Στηρίζεται. Έχει ολοκληρω­θεί . Τα βήματα σταθερά. Διαγραμμένα με προϋποθέ­σεις επιτυχίας. Κι όμως. Κλυδωνιζόμενα. Σε κάθε βή­μα ο κίνδυνος μια τρύπα να πετάξει το βούλωμά της. Κι η ανασφάλεια να χυθεί. Σχεδόν ένιωθα μια έντονη λύπη γι’ αυτόν, εγώ, με τα χιλιάδες ανοίγματα που αφοδεύουν την ψυχή μου μετά βδελυγμίας. Όσο και να σκέφτομαι δεν κατορθώνω να καταλάβω τι είναι εκείνο το ιδιαίτερο που τον φοβίζει σ’ αυτό το παιδί.
   Ο Λύσιος δεν κοιμάται. Νιώθει τον κίνδυνο να πλησιάζει. Δεν μιλά. Δεν μιλώ. Κάνω πως κοιμάμαι. Η ώρα περνά. Η νύχτα βαθαίνει. Η νύχτα ξασπρίζει. Ο Λύσιος πονά. Και με πονά. Το φως του φεγγαριού έχει εγκατασταθεί στο δωμάτιο. Χτυπάει αλύπητα το πρόσωπο του. Τον κοιτάζω. Τα μάτια του ανοιχτά. Το στόμα του ακόμα μια σχισμή σφιγμένο. Δεν μιλάμε. Ξέρουμε και οι δυο, οι λέξεις δεν εκφράζουν τις καταστάσεις. Αλλοιώνουν μόνο τα γεγονότα, κρύβουν τα συναισθήματα. Η επικοινωνία δεν γίνεται με λόγια.
   Γέρνω στο δικό μου πλάι. Η κοιλιά μου διαγράφει το ημικύκλιο μαζί μου. Υπάρχει πάντα. Το ξέρουμε και οι δύο. Για διαφορετικό λόγο ο καθένας μας νιώ­θει φόβο. «Αύριο να πας κιόλας.» Το περίμενα. Κι ακόμα ξέρω πως πρέπει να το κάνω. Να μάθω επιτέ­λους. Δεν πιστεύω να κοιμηθώ. Σφαλίζω όμως τα μά­τια. Λίγες ώρες με χωρίζουν απ’ το αύριο. Και αύριο θα μάθω την αλήθεια. Αυτό που κουβαλάω εντός.

   Στριμώχνομαι στην άκρη άκρη του κρεβατιού προσπαθώντας να μην τον ακουμπήσω καθόλου. Έτσι ελπίζω να μην του περάσει καθόλου απ’ το μυαλό η επιθυμία να γαμηθούμε απόψε. Η ένταση όμως είναι πο­λύ πιο δυνατή για να πιστέψει και ο ίδιος πως μπορεί να κοπάσει με έναν οργασμό. Δεν μας παίρνει απόψε για τέτοια.

***
Κριτικές για το βιβλίο —-> ΕΔΩ
©Λεία Βιτάλη 

You might also like:

Σταυρούλα Α. Γάτσου, ποίηση

Προδημοσίευση από την ποιητική σύνθεση «Εργαλεία Πολέμου για τους Αιχμάλωτους του ’Ερωτα»,Εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

***
ΩΔΗ ΣΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΙΣΥΦΟ

πετρώδη αετώματα
μικροί βάτοι που αφήνονται στη τύχη του ανέμου να χαϊδεύονται
χυμένα πράσινα μικρά χορτάρια βύζαξαν πρώτη άνοιξη
οι παπαρούνες που φυτρώνουν αείποτες χωρίς να ρωτάνε γιατί

τριμμένη σάρκα στα πόδια και στα γόνατα
από την αέναη συνεχόμενη κίνηση των μυών
γνωστικά προδομένη κι αυτή από την ώρα της ανάστασης
στην υψικάμινο ορίζεται η αυτόχειρος παρθένα
η εκπνοή, στιγμή της λύτρωσης
σε κάθε δύση της ημέρας ολοκληρώνεται η αρπαγή

θεοί και άνθρωποι
ωσάν ορίσατε χαρά σε τέτοια μοίρα
πως δεν ορίσατε τον πόνο;

***
Η ΘΛΙΨΗ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ
Γεμάτη πίκρα

στα μάτια όλων να
φαντάζω σωστή

Επειδή υπάρχω
επειδή υπήρξα πιστή
να’δινα τη ζωή μου στη θάλασσα καλύτερα
παρά ανθρώπου χέρια να περιμένει
να σπαρταρά
το σώμα μου ίδιο κουφάρι
η ζωή μου περίσσια

Που πήραν κι έκαμαν των πόνων μου ανώφελη θυσία
έναν μύθο καλόν.

***

λίγο πριν απ’το μετά*
(το λειβάδι στα σύννεφα)

‘Εξοδος
Στις φλέβες μου κυλάνε
μνήμες.
Φτωχοί συγγενείς
φυλούν
τις πύλες των αθανάτων.
Στα μάτια μου
κείτεται μια καρδιά βουνίσια
κι ένα σταφύλι κορμί.
*

Στη σύνθεση το «λίγο πριν απ’το μετά» αναφέρεται ως τίτλος στα περιεχόμενα και κλείνει τα εργαλεία. Πρόκειται για μια σειρά από μικρά ποιήματα, το πρώτο από αυτά είναι το ‘Εξοδος.

*
Copyright©Σταυρούλα Α. Γάτσου
photo© Dorothea Lange, 1938

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η πιο κρυφή πληγή

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Μια σύγχρονη ερωτική ιστορία, με φόντο τα Δεκεμβριανά του ’44.
Ένας ισόβιος έρωτας στην εποχή των στιγμιαίων ερώτων και ο εφιάλτης του εμφυλίου στα χρόνια της κρίσης.
Εκδόσεις Ίκαρος

(απόσπασμα)
Πεθαίνει ο παππούς
Ο ΠΑΠΠΟYΣ ΜΟΥ, του οποίου πήρα τ’ όνομα, ο κυρ-Μιχαήλ, όπως τον φώναζαν, υπέφερε από άνοια εδώ και επτά-οκτώ χρόνια. Πρόσφατα, όμως, είχε πέσει κατάκοιτος, και συγκεκριμένα λίγο αφότου η γιαγιά (η μητριά του πατέρα μου) απεδήμησε εις Κύριον, θα έλεγαν στην εποχή της.
   Άραγε, ήταν προτιμότερο, που την έχασε όσο ακόμη ήταν στα καλά του, ο καημένος; Ή μήπως θα ήταν μικρότερο το χτύπημα γι’ αυτόν, αν την είχε χάσει αργότερα, όταν είχε πια χαθεί κι ο ίδιος στην ομίχλη της αρρώστιας του;
   Μετά την απώλεια της γιαγιάς, πάντως, ο παππούς μετακόμισε σ’ εμάς, στο πατρικό μου, και τώρα ήταν στα τελευταία του.
ΑΣΦΑΛΩΣ, η μνήμη μου παρουσιάζει πολλά κενά, όχι μόνο από εκείνη την εποχή, αλλά και από άλλες, κατά πολύ μεταγενέστερες. Πολύ καθαρά θυμάμαι μόνο διάφορες ξεκομμένες λεπτομέρειες.    Για το συγκεκριμένο, όμως, δεν γεννάται ζήτημα, είμαι απολύτως σίγουρος.
   Μερικούς μόνο μήνες, πριν γίνει ό,τι έγινε με τον πατέρα της Νίκης, χάσαμε τον παππού.
ΟΣΗ ΦΡΙΚΗ κι αν μου προκάλεσε τότε το γεγονός ότι έτυχε να είμαι παρών στις τελευταίες του στιγμές, τόση αγαλλίαση μου φέρνει σήμερα.
   Πώς αλλιώς να το πω; Πιστεύω ότι υπήρχε κάτι άριστο στην όλη εμπειρία. Και μακάρι να επέστρεφε η συνήθεια, όπου κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν μες στα σπίτια τους, στο ίδιο τους το κρεβάτι, κι όχι στο αφιλόξενο και σχεδόν εχθρικό περιβάλλον ενός νοσοκομείου.
ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ, τότε ακόμα μέναμε στη μονοκατοικία, και τον παππού τον είχαμε βάλει στο σαλόνι, σ’ εκείνη τη μεγάλη πολυθρόνα που άνοιγε και γινόταν κρεβάτι, πλάι στον καναπέ.
   Το σαλόνι είχαμε πάψει ουσιαστικά να το χρησιμοποιούμε, τα δύο περίπου χρόνια που έζησε μαζί μας ο παππούς(το πρώτο εξάμηνο κατόρθωσε να τα βγάλει πέρα χωρίς τη γιαγιά, αλλά από εκεί και πέρα έπεσε κατάκοιτος), κι είχαμε μεταφέρει την τηλεόραση στην κουζίνα.
Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ξεψύχησε αρχές Μαΐου, ένα Σάββατο πρωί, κατά τις οκτώ. Είχαμε περιτριγυρίσει το κρεβάτι του, από τα δεξιά η μαμά να του κρατάει το ένα χέρι, από τ’ αριστερά το άλλο εγώ, και στα πόδια ο μπαμπάς, απόμακρος και σχεδόν ψυχρός ως συνήθως.
   Ο παππούς είχε κλειστά τα μάτια του, και το πρόσωπο στραμμένο προς το μέρος μου, κι όχι μόνο το στόμα του, αλλά ολόκληρο το πρόσωπό του, λες και είχε μετατραπεί σε μια χοάνη, σ’ ένα μικροσκοπικό σπήλαιο, που πάλευε να πάρει ανάσα, κι απλώς έβγαζε εκείνο τον απαίσιο ρόγχο.
ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ αυτιά τουλάχιστον, ο ρόγχος του έμοιαζε μ’ ένα είδος βογκητού από την υπερπροσπάθεια που κατέβαλλε για ν’ ανασάνει. Το σκελετωμένο στήθος του φούσκωνε και ξεφούσκωνε, μετά πάγωνε για λίγο, πείθοντάς μας ότι όλα είχαν τελειώσει, αλλά όχι, λάθος, ο βραχνάς ξεκινούσε πάλι από την αρχή.
   Η μαμά έλεγε ότι ο ρόγχος του είχε αρχίσει από το περασμένο βράδυ, κι ότι η ίδια έπεσε πάνω του, ξεφωνίζοντας, «μη φεύγεις, μη!», κατά τις τρεις-τέσσερις το πρωί.
   Επέμενε ότι ο παππούλης θα είχε σβήσει από τότε κιόλας, μες στην άγρια νύχτα, αλλά με το ξέσπασμά της, λέει, τον είχε ξαναφέρει πίσω.
   Δεν είχα ακούσει το παραμικρό, κι ας κοιμόμουν στο διπλανό δωμάτιο, αλλά δεν υπήρχε λόγος να αμφιβάλλω.
   Είχα ξυπνήσει κατά τις επτά εκείνο το πρωί, κι όταν γλίστρησα στο σαλόνι, η μάνα μου, που δεν είχε κλείσει μάτι,παρέμενε σαν φρουρός δίπλα του.
ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΑ το επερχόμενο τέλος, κυρίως από τον ήχο που έβγαζε από το στόμα του ο παππούς, ίσως κι από την καταρρακωμένη έκφραση της μάνας μου.
   Από εκείνη τη στιγμή μέχρι που ξεψύχησε, δηλαδή για καμιά ώρα περίπου, βρισκόμουν σε μια αλλόκοτη κατάσταση, μετέωρος, μεταξύ ύπνου και ξύπνου, μεταξύ του κορυφαίου βιώματος και του απόλυτου τίποτα, μεταξύ στιγμιαίας αναμονής και αιωνιότητας.
ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ποτέ μου αυτές τις στιγμές. Για κάμποσο χρονικό διάστημα επικρατούσε μια αίσθηση ρουτίνας, μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία, που σαν να ανακυκλωνόταν ατελείωτα: ο παππούς αγωνίζεται ν’ ανασάνει μ’ όλη του την ύπαρξη, εμείς, με τη μαμά, του κρατάμε τα χέρια, κι ο μπαμπάς τον ατενίζει από τα πόδια του κρεβατιού.
   Κι ύστερα, ξαφνικά, ο αέρας, λες κι αρχίζει να σώνεται. Οι προσπάθειες του παππού γίνονται όλο και πιο αγωνιώδεις, όλο και πιο μαρτυρικές, και το χρονικό διάστημα ανάμεσά τους διαρκώς μεγαλώνει, σαν χάσμα.
   Τώρα, ακόμα πιο αραιά, ακόμα πιο βαριά και δυσοίωνα, ο ίδιος ρόγχος. Μήπως αυτή η σπασμένη ανάσα ήταν η τελευταία του;
ΝΙΩΘΩ το χέρι του να ξεφεύγει από το δικό μου, και το βλέπω να υψώνεται αργά, σχεδόν με μεγαλοπρέπεια, και ν’ αγγίζει το μάγουλό του.
   Έχω την αίσθηση ότι βάζει όλες του τις δυνάμεις, όλη του την ψυχή, για να εισπνεύσει. Ακόμα και το χέρι στο πλάι του προσώπου του, σαν να το σήκωσε για να βοηθήσει και μ’ αυτό.
   Το στήθος του φουσκώνει πάλι και ξεφουσκώνει, με μια βασανιστική, τελετουργική βραδύτητα, κι η χοάνη της στοματικής του κοιλότητας σφυρίζει γι’ άλλη μια φορά βραχνά.
   Και τότε, σ’ αυτήν ακριβώς τη στάση, με τα κυρτά και σαν μαγκωμένα δάχτυλά του κολλημένα στο δεξί μάγουλο, κοκαλώνει ολόκληρος, κι ο ρόγχος, η ανάσα, όλα χάνονται.
ΑΠΛΩΣΑ ενστικτωδώς το χέρι μου κι έπιασα το δικό του, που είχε απομείνει σαν αγκιστρωμένο στο μάγουλό του. Του το έσφιγγα, κι ήταν ακόμα ζεστό, το χάιδευα και το μάλαζα, ψηλαφούσα την απατηλά ζωντανή του σάρκα, σαν να αρνιόμουν να πιστέψω ότι ο ίδιος δεν ήταν πια εκεί.
   Πιέζω τον εαυτό μου να θυμηθεί τι έγινε μετά, τι κάναμε ή είπαμε, αν τηλεφωνήσαμε στον γιατρό, ή ποιος ειδοποίησε το γραφείο κηδειών, αλλά μου είναι αδύνατον να θυμηθώ το παραμικρό. Μπροστά μου έχω μόνο την γκροτέσκα εικόνα του νεκρού παππού πάνω στο κρεβάτι.
   Τα μάτια κλειστά, το πανιασμένο, τραβηγμένο πάνω στα κόκαλα δέρμα, το ένα χέρι στο μάγουλο, και το στόμα του να χάσκει ανοιχτό, σ’ εκείνη την τεντωμένη έκφραση, λες και θα παλεύει ν’ ανασάνει, ή ίσως ν’ αφήσει ένα παρατεταμένο, τρομερό ουρλιαχτό, ακόμα και στον άλλο κόσμο.
ΣΥΝΗΘΩΣ, η ανάμνηση αυτή τελειώνει εκεί, και το μόνο που κατορθώνω να φέρω στο νου μου αμέσως μετά, είναι ο πασίγνωστος εξπρεσιονιστικός πίνακας του Έντβαρτ Μουνκ, Η κραυγή.
   Σύμφωνα με τη μυστηριώδη πλαστογραφία του υποσυνειδήτου μου, ακουμπισμένος στην κουπαστή της ξύλινης γέφυρας, που σαν να την πυρπολεί το καταματωμένο σούρουπο, απεικονίζεται ο ίδιος ο κυρ-Μιχαήλ καθώς ψυχορραγεί.
***
Σημείωμα του συγγραφέα: Ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να λέγεται «Δεκεμβριανά»
Από το 2006, που εξέδωσα τους «Φίλους», έχω δημοσιεύσει πολλά βιβλία, αλλά κανένα αληθινά καινούργιο. «Η Μεγάλη Άμμος», που την ξεκίνησα εικοσάρης. Kαι η τριλογία «Ιστορίες της Λίμνης», που χρειάστηκε μια δεκαπενταετία για να ολοκληρωθεί. Μαζί τους, επανεκδόθηκαν τα πάντα δημοφιλή «Τζιτζίκια», αλλά και η φιλόδοξη «Επινόηση της πραγματικότητας». Μέχρι και μια «Αρχαία συνταγή» σε μετάφραση. Ώσπου, έξι χρόνια μετά, έρχεται όχι ένα ντοκιμαντέρ όπως η πρόσφατη «Υψηλή τέχνη της αποτυχίας», αλλά ένα καινούργιο μυθιστόρημά μου, «Η πιο κρυφή πληγή».
Ας μην ξεχνάμε ότι χρειάστηκε, για πρώτη φορά, να κάνω μια μεγάλη έρευνα ως προς το πραγματολογικό υλικό. Παραδόξως, όμως, ενώ το βιβλίο μου σχετίζεται άμεσα με τα Δεκεμβριανά του ’44, δεν είναι κατά καμία έννοια ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Η υπόθεσή του εκτυλίσσεται αυστηρά στο παρόν, και αφηγείται μια σύγχρονη ερωτική ιστορία.
***
Τα Δεκεμβριανά του ’44 μού έκαναν βαθιά εντύπωση από την προεφηβεία μου ακόμα. Με άλλα λόγια, στην ηλικία που πρωτομπλέκει μ’ αυτά κι ο ήρωάς μου. Δικαιολογημένα, λοιπόν, θα έλεγε κανείς ότι από τότε, ήδη, ήθελα να γράψω αυτό το βιβλίο. Η ιδέα εδραιώθηκε και για την ακρίβεια άνθισε μέσα μου την άνοιξη του 2011, όταν βγήκαν στους δρόμους οι Αγανακτισμένοι, κάτι που επίσης θυμίζει το μυθιστόρημά μου, αφού και ο Μιχάλης αποφασίζει να γράψει την αφήγησή του τότε. Κατά έναν ανάλογο τρόπο, εμπνεύστηκα ιδίως το πρώτο μέρος της ιστορίας μου από την «Αραβία» του Τζόις, πράγμα το οποίο δηλώνεται και στο βιβλίο μου, μολονότι εκεί απλώς ο ήρωας εντυπωσιάζεται από την ομοιότητα του διηγήματος των «Δουβλινέζων» με τη ζωή του (βλέπε το κεφαλαιάκι με τον τίτλο «Η ζωή αντιγράφει την τέχνη»).
Βιβλία σχετικά με τις τριάντα τρεις αιματοβαμμένες μέρες του ’44 συγκέντρωνα χρόνια. Τώρα, όμως, προμηθεύτηκα και όσα άλλα έκρινα απαραίτητο, κι έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα. Σε αντίθεση με τον Μιχάλη, όμως, δεν έγραψα γραμμή το καλοκαίρι του ’11, απλώς η μελέτη των Δεκεμβριανών έφτασε εκείνη την εποχή σ’ ένα αποκορύφωμα.
Συνέχεια του σημειώματος στο Protagon 
Copyright©Βαγγέλης Ραπτόπουλος

Νίκος Δήμου, Ο Νέος Ψηφιακός Λόγος

Η ψηφιοποίηση της γραφής και η δημιουργία του ηλεκτρονικού κείμενου έχουν συγκριθεί με την εφεύρεση της τυπογραφίας. Άλλοι, πιο τολμηροί, όπως ο Thomas Forster θεωρούν την επανάσταση στην πληροφορική τεχνολογία: «μία εξέλιξη στα ανθρώπινα πράγματα πιο σημαντική από την εφεύρεση της τυπογραφίας και πιθανότατα σημαντικότερη από την εφεύρεση της ίδιας της γραφής. Τόσο σημαντική όσο η επινόηση της γλώσσας; Ίσως».
   Οι επιπτώσεις και επιδράσεις μίας τέτοιας αλλαγής είναι τόσο πολλές και πολύπλοκες, ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να επισημανθούν σε ένα κείμενο. Άλλωστε, βρισκόμαστε μόνο στην αρχή. Τέτοιες επαναστάσεις χρειάζονται χρόνο για να επιδράσουν. Η επινόηση της τυπογραφίας μπορεί να έγινε στα 1450 αλλά χρειάστηκαν περίπου τρεις αιώνες για να φανούν οι πρώτες κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές της προεκτάσεις. (Διαφωτισμός – Γαλλική Επανάσταση). Σήμερα βέβαια οι εξελίξεις τρέχουν πιο γρήγορα – αλλά και πάλι, αν δεν παρέλθουν αρκετά χρόνια, δεν θα έχει κανείς την απόσταση και την προοπτική για να συλλάβει την έκταση ενός παρόμοιου φαινομένου.
   Εδώ μπορούμε μόνο περιληπτικά να καταγράψουμε μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία της πληροφορικής επανάστασης στον χώρο των κειμένων:
   Ηλεκτρονικό κείμενο ονομάζουμε ένα κείμενο που έχει ψηφιοποιηθεί. Ας σημειωθεί ότι εκτός από κείμενα η νέα τεχνολογία επιτρέπει την ψηφιοποίηση του ήχου, της εικόνας και της οπτικο-ακουστικής κινούμενης εικόνας. Η παράλληλη αυτή ψηφιοποίηση επιτρέπει την σύνδεση και ανάμιξη κειμένου, εικόνας και ήχου σε πολυμέσα.
Τι χαρακτηριστικά έχει ένα ψηφιοποιημένο περιεχόμενο (content) και ειδικότερα ένα ηλεκτρονικό κείμενο:
   1. Αποκτά απεριόριστη διάρκεια, δεν υπόκειται στην φθορά – γίνεται σχεδόν αιώνιο.
   2. Αποθηκεύεται εύκολα σε πολύ περιορισμένο χώρο. Μία σαραντάτομη εγκυκλοπαίδεια χωράει σε ένα φορητό μέσο μεγέθους γραμματοσήμου. Σε ένα δίσκο DVD, μεγέθους και όγκου ενός CD (δίσκου ακτίνας) μπορούν να αποθηκευτούν περισσότεροι από τριάντα χιλιάδες βιβλία. Στην ηλεκτρονική του ατζέντα, μαζί με τα ραντεβού και τα τηλεφωνά του μπορεί κανείς να συμπεριλάβει και μια βιβλιοθήκη δεκάδων τόμων.
   3. Με την δυνατότητα αποθήκευσης και μεταφοράς των κειμένων αλλάζει η φύση των βιβλιοθηκώνκαι των αρχείων. Βιβλία, περιοδικά, έγγραφα, κλπ. μπορεί να είναι αποθηκευμένα σε ηλεκτρονική μορφή μέσα σε κεντρικούς υπολογιστές και προσβάσιμα στον καθένα από το σπίτι, ή το γραφείο του. Το ίδιο ισχύει για τους μαθητές και τις σχολικές βιβλιοθήκες, για τους δικηγόρους και την νομολογία, τους γιατρούς με την ιατρική βιβλιογραφία, και γενικά κάθε είδους πληροφορία ή τεκμηρίωση.
   4. Τα ψηφιακά περιεχόμενα είναι εύκολα μεταδόσιμα μέσω των ηλεκτρονικών δικτύων. Ήδη το Διαδίκτυο (Internet) είναι η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του κόσμου. Μπορεί να βρει κανείς εκεί δωρεάν όλα τα κλασικά κείμενα καθώς και τα περισσότερα σύγχρονα – μερικά με καταβολή δικαιωμάτων. Επίσης είναι απλούστατη η μεταφορά ενός βιβλίου μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.
   5. Με τα ηλεκτρονικά ευρετήρια είναι ευχερέστατη η έρευνα και αναζήτηση στα ηλεκτρονικά κείμενα. Π. χ. ο «Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας» (Thesaurus Linguae Graeca – TLG) περιέχει σε ένα CD-ROM όλα τα κείμενα της Ελληνικής γραμματείας μέχρι το 4ο αιώνα μ. Χ. Μπορεί κανείς να αναζητήσει μία λέξη ή μία φράση: σε δευτερόλεπτα το πρόγραμμα ανεύρεσης διατρέχει εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες και δίνει αλάνθαστα αποτελέσματα. (Ένας ερευνητής θα χρειαζόταν μία ζωή).
   6. Η ίδια ερευνητική δυνατότητα υπάρχει και στο Διαδίκτυο. Οι μηχανές αναζήτησης (search engines) μπορούν να διατρέξουν όλο το Internet για να βρουν μία λέξη ή ένα συνδυασμό λέξεων.
   7. Ίσως η σημαντικότερη ιδιότητα των ηλεκτρονικών κειμένων είναι η δυνατότητα τους ναδιασυνδέονται μεταξύ τους. Η δυνατότητα αυτή καθιερώνει ένα νέο είδος ανάγνωσης (και σκέψης) της νοηματικής (από περιεχόμενο σε περιεχόμενο) και όχι πια της σειριακής (από σελίδα σε σελίδα). Πρόκειται για το «Υπερκείμενο» (hypertext). Κάθε σημαντική λέξη ενός ηλεκτρονικού κειμένου μπορεί να είναι σύνδεσμος (link) με άλλα κείμενα, εικόνες ή ήχους. Μία αναφορά σε ένα βιβλίο με ένα κλικ μας οδηγεί στο ίδιο το βιβλίο, η διαβάζοντας για μία σονάτα μπορούμε με ένα κλικ να την ακούσουμε.
   8. Ο θρίαμβος του Υπερκειμένου είναι ο Παγκόσμιος Ιστός (World Wide Web – www). Στο Διαδίκτυο, όλα παραπέμπουν σε όλα. Κανένα κείμενο δεν είναι απομονωμένο – όλα αποτελούν μέρος ενός απέραντου (και άπειρου) συνόλου.
   Σε χρόνο ανύποπτο ο Roland Barthes είχε περιγράψει μία τέτοια δικτυακή πραγματικότητα οραματιζόμενος ένα ιδανικό κείμενο: «Σε αυτό το ιδανικό κείμενο τα δίκτυα είναι πολλά και αλληλεπιδρούν, χωρίς κανένα από αυτά να μπορεί να ξεπεράσει τα άλλα. Αυτό το κείμενο είναι ένας γαλαξίας από σημαινόμενα, όχι μία δομή από σημαίνοντα. Δεν έχει αρχή – είναι αναστρέψιμο. Μπαίνουμε σε αυτό από διάφορες εισόδους, καμία από τις οποίες δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η κυρία είσοδος. Οι κωδικοί τους οποίους κινητοποιεί απλώνονται όσο φτάνει το μάτι, είναι απροσδιόριστοι».
   Την διακειμενικότητα κάθε κειμένου περιγράφει και ο Michel Foucault στην «Αρχαιολογία της Γνώσης» όταν υποστηρίζει ότι «τα σύνορα ενός βιβλίου δεν είναι ποτέ ξεκάθαρα… διότι είναι εγκλωβισμένο μέσα σε ένα σύστημα αναφορών προς άλλα βιβλία, άλλα κείμενα, άλλες προτάσεις: είναι ένας κόμβος σε ένα δίκτυο – ένα δίκτυο αναφορών». Αλλά πολλές και από τις θέσεις του Jacques Derrida (όπως για την αποκέντρωση του λόγου) πραγματοποιούνται με απροσδόκητο τρόπο στην νέα ηλεκτρονική τεχνολογία.
   Από την περιγραφή των χαρακτηριστικών που έχουν τα ηλεκτρονικά κείμενα γίνεται σαφές ότι αλλάζει εντελώς τόσο η φύση και η τεχνική της γραφής, όσο και η διαδικασία της ανάγνωσης.
   Για την γραφή είναι ήδη γνωστό πόσο την επηρεάζει η χρήση ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η δυνατότητα μορφοποίησης του κειμένου, η άνετη και εύκολη επεξεργασία, η κοπή, επικόλληση, ανασύνθεση, μετατόπιση τμημάτων του κειμένου, το κινηματογραφικού τύπου μοντάζ των παραγράφων, η συσσώρευση παλίμψηστων γραφών και εκδοχών, η ενσωμάτωση άλλων κειμένων ή διακειμενικών αναφορών – όλα αυτά γίνονται ευχερή χάρη στις δυνατότητες που έχουν τα προγράμματα επεξεργασίας κειμένου. Βιβλία όπως τα μεγάλα μυθιστορήματα του Umberto Eco όζουν υπολογιστή – δεν θα ήταν εύκολη (ίσως και δυνατή) η σύνθεσή τους σε χειρόγραφο.
   Η συμβίωση με τον υπολογιστή σε άλλους συγγραφείς προκαλεί ευφορία και άλλους τους απωθεί. Ο Reynold Price βλέπει την σύνταξη του κειμένου σαν ένα διασκεδαστικό βίντεο-παιχνίδι, ενώ η Sherry Turkle περιγράφει ειδυλλιακά το διακειμενικό τοπίο γύρω από το γραπτό της, με τις πηγές, τις παραπομπές, τις εναλλακτικές γραφές και τις σημειώνεις να μοιράζονται μαζί του τη οθόνη. Αντίθετα άλλοι γράφουν για τον «εφιάλτη της οθόνης» (Γ. Κοροπούλης).
   Άλλη μία δυνατότητα που δίνει η ηλεκτρονική τεχνολογία, είναι για βιβλία που είναι «ανοιχτά» – έχουν δηλαδή πολλαπλές εκδοχές στην ανέλιξη της υπόθεσής τους και εξαρτώνται από την συμμετοχή του αναγνώστη. Ένα τέτοιο διαδραστικό κείμενο είχε ήδη δημοσιεύσει προ ετών στο Internet ο Μίλοραν Πάβιτς.
   Επίσης η αισθητική της γραφής έχει αλλάξει – με την δυνατότητα του υπολογιστή να διαφοροποιεί τις γραμματοσειρές και την σελιδοποίηση κάθε γραπτού, να εισάγει εικόνες και σχέδια, διαγράμματα και χάρτες σε κάθε κείμενο. Ο κάθε χρήστης υπολογιστή γίνεται σχεδιαστής, επιμελητής, εκδότης, τυπογράφος και λιθογράφος. Την μεταμοντέρνα αυτή διάσταση της ηλεκτρονικής γραφής έχει επισημάνει η Sherry Turkle.
   Όχι μόνο δεν έχουν δίκιο οι νοσταλγοί της παλιάς τυπογραφίας που θρηνούν την απώλεια της ομορφιάς στο βιβλίο – αλλά αντίθετα οι δυνατότητες αισθητικής παρέμβασης και δημιουργίας είναι σήμερα πολύ περισσότερες. Υπάρχουν ήδη πολλές ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο που είναι, κυριολεκτικά, έργα τέχνης.
   Η δικτύωση της ηλεκτρονικής γραφής δίνει στον κάθε νέο συγγραφέα την δυνατότητα δημοσιοποίησης της δουλειάς του σε ένα ευρύτατο κοινό, χωρίς να υποστεί την δαπάνη της έκδοσης. (Το αυτό ισχύει για κάθε δημιουργό – ζωγράφο, μουσικό, σκηνοθέτη, κλπ.) Υπάρχουν βιβλία που κυκλοφορούν μόνον μέσω Διαδικτύου (ή εκδίδονται πρώτα στο Διαδίκτυο και μετά σε κλασική μορφή). Επίσης σημαντικό ρόλο παίζουν και τα Δικτυακά περιοδικά (fanzines) που ενσωματώνουν σήμερα τις πιο πρωτοποριακές συλλήψεις. Περιττό να ειπωθεί ότι στο Δίκτυο πρωτοδημοσιεύονται τα πιο συζητημένα πολιτικά κείμενα και μανιφέστα (π. χ. του Commandante Marcos) και ότι μέσω αυτού πραγματοποιούνται οι περισσότερες διεθνείς πολιτικές κινητοποιήσεις. (Κινήματα αντι-παγκοσμιοποίησης, Γένοβα 2000 κ.ά.)
   Ακόμα πιο πολύ επηρεάζει η πληροφορική την τεκμηρίωση και τον εμπλουτισμό των μελετών και επιστημονικών διατριβών. Σήμερα, προκειμένου να αρχίσει την σύνταξη μίας πραγματείας, ο μελετητής ξεκινάει με μία αναζήτηση στο Διαδίκτυο. Είναι βέβαιο ότι θα πάρει περισσότερα (και νεότερα) στοιχεία από όσα θα του έδινε μία έρευνα σε βιβλιοθήκες. Επιπλέον, μία σχετική με το θέμα ερώτηση σε μεγάλη δικτυακή βιβλιοθήκη – ή και σε δικτυακό βιβλιοπωλείο – μπορεί να του δώσει όλη την απαιτούμενη βιβλιογραφία σε μερικά δευτερόλεπτα.
   Η δυνατότητα των πολυμέσων ανοίγει νέους ορίζοντες στην συγγραφή – ο δημιουργός ενός βιβλίου μπορεί, στην ηλεκτρονική του μορφή, να ενσωματώνει εικόνες, ήχους, ακόμα και μικρά βίντεο. Πράγματα πολύτιμα για παιδικά, διδακτικά ή βιβλία αναφοράς (reference books).
   Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι – όπως γράφουν μερικές Κασσάνδρες – το κλασικό βιβλίο θα εξαφανιστεί και ο κόσμος θα πάψει να διαβάζει. Όπως η φωτογραφία δεν εκτόπισε την ζωγραφική, ο κινηματογράφος το θέατρο και η τηλεόραση τον κινηματογράφο (όλα αυτά τα είχαν ήδη προφητέψει οι ίδιες, ή ανάλογες Κασσάνδρες) έτσι και το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν θα εκτοπίσει το κλασικό προϊόν της τυπογραφίας. Θα συνυπάρχει δίπλα του, με διακριτό ρόλο. Και αν μάλιστα δούμε τι συνέβη στις άλλες τέχνες, μάλλον θα υπάρξει άνθιση του παραδοσιακού βιβλίου και όχι μαρασμός.
   Είναι σίγουρο ότι σε μία κατηγορία βιβλίων θα κυριαρχήσει η ηλεκτρονική μορφή. Πρόκειται για τα βιβλία αναφοράς: εγκυκλοπαίδειες, λεξικά, αρχεία, ιστορίες, corpus στοιχείων, κλπ. Εκεί, ο μικρός όγκος και οι πολλαπλές δυνατότητες γρήγορης ανεύρεσης, μαζί με τον πλούτο της τεκμηρίωσης, θα παίξουν αποφασιστικό ρόλο. Ποιος θα ήθελε να φορτωθεί τους σαράντα τόμους της Encyclopedia Britannica, όταν μπορεί να έχει όλα της περιεχόμενα σε ένα δισκάκι – εμπλουτισμένα με ένα σωρό οπτικοακουστικά παραδείγματα που δεν υπάρχουν στην τυπογραφική της μορφή;
   Φυσικά το ηλεκτρονικό κείμενο θα αλλάξει και τις συνήθειες ανάγνωσης. Ιδιαίτερα η δυνατότητα του Υπερκειμένου, που διασυνδέει όλα τα γνωστικά περιεχόμενα, θα οδηγήσει σε μία νέα σχέση του αναγνώστη με το κείμενο. Είναι περίεργο πως η πληροφορική επανάσταση υλοποιεί τις θεωρίες της Νέας Κριτικής για την σχέση συγγραφέα-βιβλίου-αναγνώστη. Την σύγκλιση αυτών των τόσο διαφορετικών θεματικών έχει αναπτύξει ο George P. Landow στο, κλασικό πια, βιβλίο του, Hypertext. Εκτός από το απόσπασμα του Barthes, που διαβάσαμε στην αρχή, υπάρχει και η διάκρισή του ανάμεσα σε «συγγραφικά» και «αναγνωστικά» κείμενα. Αν τα πρώτα είναι τα κλασικά, στατικά, τυπωμένα κείμενα, τα δεύτερα θα μπορούσαν και θα έπρεπε να είναι ηλεκτρονικά. «Είναι αυτά που κάνουν τον αναγνώστη όχι απλά ένα καταναλωτή αλλά ένα παραγωγό του κειμένου» . Ακριβώς – τα ηλεκτρονικά κείμενα, με την δυνατότητα του υπερκειμένου και των συνδέσμων μετατρέπουν τον αναγνώστη από παθητικό δέκτη, σε ενεργό διαμορφωτή του υλικού.
   Ίσως θα έπρεπε εδώ να υπογραμμίσουμε την απελευθερωτική και δημιουργική αυτή πλευρά της νέας ψηφιακής τεχνολογίας – ιδιαίτερα απέναντι σε όσους, όπως ο Baudrillard, την καταδικάζουν και την αναθεματίζουν. Η νέα τεχνολογία θα επεκτείνει ακόμα περισσότερο τα οφέλη της Γουτεμβεργιανής επανάστασης, κάνοντας την γνώση ακόμα πιο προσιτή, πιο φθηνή, πιο άμεση και δίνοντας στον σκεπτόμενο άνθρωπο ακόμα μεγαλύτερες δυνατότητες για δημιουργική σκέψη.
   Κι είναι χαρακτηριστικό να θυμίσουμε σε όλους αυτούς που απορρίπτουν την τεχνολογία, πως και το βιβλίο είναι τεχνολογικό προϊόν – και ότι ο Γουτεμβέργιος ήταν τεχνικός, μάστορας – κι όχι διανοούμενος. Το πνεύμα στηριζόταν πάντα στην τεχνολογία: χωρίς τα χρώματα του ζωγράφου και τα όργανα του μουσικού, θα ήταν ανύπαρκτο.
   Τα πλεονεκτήματα της ηλεκτρονικής γραφής καταγράφηκαν στην αρχή του κειμένου αυτού: διάρκεια, αποθήκευση, μετάδοση, διερεύνηση, ταξινόμηση, δικτύωση. Το αποτέλεσμα αυτών των πλεονεκτημάτων, είναι ότι η πληροφορία και η γνώση γίνονται εύκολα προσιτές στον καθένα και από οπουδήποτε. Ένας άνθρωπος με φορητό υπολογιστή και συνδεδεμένο κινητό τηλέφωνο, έχει στην διάθεσή του άπειρο πλήθος πληροφοριών, ακόμα κι αν βρίσκεται στην έρημο ή στη μέση του ωκεανού.
   Με την ηλεκτρονική γραφή προχωρεί αποφασιστικά ο εκδημοκρατισμός της γνώσης. Χάρη στην τυπογραφία, η γνώση, που ήταν προνόμιο των ελαχίστων (ιερατείων), έγινε κτήμα των πολλών. Με την ηλεκτρονική επανάσταση γίνεται κτήμα όλων. Κάθε δικτυωμένος χρήστης υπολογιστή είναι δυνητικά κάτοχος του συνόλου των ανθρωπίνων γνώσεων.
   Σίγουρα υπάρχει ακόμα χάσμα ανάμεσα στην δικτυωμένη και πληροφορικά επαρκή ανθρωπότητα και τον Τρίτο κόσμο ο οποίος δεν διαθέτει ούτε υπολογιστές ούτε τις απαραίτητες δεξιότητες, ούτε πρόσβαση σε δίκτυο. Όμως το χάσμα αυτό κλείνει πολύ γρήγορα. Η εξάπλωση του Internet γίνεται με ταχύτητα μεγαλύτερη από οποιασδήποτε άλλης τεχνολογικής καινοτομίας (π. χ. τηλεόρασης, ή τηλεφώνου). Στο τέλος του έτους 2002 ο αριθμός των δικτυωμένων ξεπερνούσε ήδη τα 600.000.000. Οι υπολογιστές φθηναίνουν συνεχώς, ο χειρισμός τους γίνεται πιο εύκολος (και με την επικείμενη αναγνώριση φωνής θα γίνει απλούστατος), η πρόσβαση σε αυτούς διευκολύνεται και για τους μη κατόχους (κοινόχρηστα κέντρα, βιβλιοθήκες, Internet Cafe), άλλα μέσα σύνδεσης στο Δίκτυο είναι ήδη διαθέσιμα (π. χ. κινητά τηλέφωνα). Πολλές κοινωνίες κάνουν τεχνολογικά άλματα: πριν π. χ. αποκτήσουν σταθερή τηλεφωνία αναπτύσσουν την κινητή.
   Τα μειονεκτήματα της ηλεκτρονικής γραφής και της δικτύωσής της είναι α) ο πληθωρισμός των πληροφοριών (information overload) που προϋποθέτει κάποια κριτήρια διαχωρισμού της έγκυρης πληροφορίας από τα «σκουπίδια του Διαδικτύου». β) η δυνατότητα εύκολης παραβίασης των πνευματικών δικαιωμάτων – αντιγραφής και αναπαραγωγής κειμένων, μουσικής, ταινιών, εικόνων κλπ. Για το θέμα αυτό ήδη υπάρχουν και παγκόσμια νομολογία και Κοινοτικές Ρυθμίσεις.
   Πέρα από όλα αυτά, η πληροφορική και η διαδικτύωση των κειμένων επιφέρει επανάσταση στην Παιδεία. Δεδομένου ότι είναι πια τόσο εύκολη η άντληση της πληροφορίας, δύο βασικοί προαιώνιοι στύλοι της εκπαίδευσης – η μάθηση και η απομνημόνευση – χάνουν την σπουδαιότητα τους. Ο καθηγητής δεν είναι πια ο αποκλειστικός κάτοχος της γνώσης – αλλά ο σύμβουλος που πρέπει να διδάξει την μέθοδο και να οξύνει την κρίση του μαθητή.
   Το Διαδίκτυο έχει κατηγορηθεί ότι αποξενώνει τους ανθρώπους. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Όπως και το τηλέφωνο (για το οποίο είχε διατυπωθεί η ίδια κατηγορία) τους φέρνει πιο κοντά. Και αυτό γίνεται κυρίως με την γραφή. Αναβιώνει η τέχνη της αλληλογραφίας. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο έχει ήδη, σε πολλές χώρες του κόσμου, ξεπεράσει σε αριθμό αποστολών το κλασικό, που πλέον ασχολείται περισσότερο με μεταφορές και παραδόσεις αντικειμένων (τα οποία παραγγέλλονται ηλεκτρονικά).
   Αν η Τηλεόραση είναι ο θρίαμβος της εικόνας, το Internet είναι ο θρίαμβος της γραφής. Το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου του είναι κείμενο. Βιβλία, αρχεία, άρθρα, αλληλογραφία, ειδήσεις, σχόλια – αλλά και δικτυακές συζητήσεις. —Στις ομάδες συζητήσεων γίνονται διάλογοι για όλα τα θέματα, από τα πιο καθημερινά και ευτελή μέχρι τα πιο υψηλά και απαιτητικά. Οι ενδιαφερόμενοι για κάθε θέμα συγκροτούν ομίλους (newsgroups) και ανταλλάσσουν απόψεις και γνώμες. Αναβίωση λοιπόν και της επιστολογραφίας και του γραπτού διαλόγου. Με πολυγλωσσική ποικιλία: αν το Internet στα πρώτα του βήματα ήταν αποκλειστικά αγγλόφωνο, τώρα η Αγγλική έχει περιοριστεί στο 40% και το ποσοστό της μειώνεται σταθερά.
   Το Διαδίκτυο είναι το αντίθετο από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Δεν είναι μαζικό αλλά εξατομικευμένο (ο καθένας κάνει τις δικές του επιλογές) και δεν είναι μονόδρομο αλλά αμφίδρομο. Ο κάθε χρήστης, από παθητικός δέκτης μπορεί εύκολα και φθηνά με μεταμορφωθεί σε ενεργητικό πομπό. Τώρα μάλιστα με τα blogs (weblogs) υπάρχουν ήδη σήμερα (Φεβρουάριος 2003) πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες «προσωπικές εφημερίδες» στο Internet.
   Ωστόσο και τα έντυπα ΜΜΕ βρίσκονται στο Διαδίκτυο. Όχι μόνο με την καθημερινή τους έκδοση αλλά και με το αρχείο τους. Πράγμα που σου δίνει την δυνατότητα να διαβάζεις όποια εφημερίδα θέλεις από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, αλλά και να ερευνάς το αρχείο της με βάση το όνομα του γράψαντος, το θέμα, ή και μία απλή κειμενική αναφορά.
   Η πληροφορική επανάσταση αλλάζει την ζωή μας τόσο ριζικά όσο καμία άλλη στην ιστορία του ανθρώπου. Όπως συμβαίνει συνήθως είναι δύσκολο γι αυτούς που ζούνε μέσα στην αλλαγή να αποτιμήσουν την έκταση και το βάθος της – όμως, το ότι όλα μεταβάλλονται είναι σαφέστατο. Πουθενά ίσως η αλλαγή δεν είναι τόσο έντονη όσο στο χώρο της επικοινωνίας – και ας μην ξεχνάμε πως το βιβλίο είναι και αυτό ένα μέσο επικοινωνίας και μάλιστα το πρώτο μαζικό.
   Θα ήθελα να κλείσω αυτή την σύντομη επισκόπηση με ένα μικρό κείμενο που έγραψα το 1997 – ως πρόλογο για τις πρώτες ιστοσελίδες του Ελληνικού Κέντρου Βιβλίου:
Ο Νέος Δικτυακός Λόγος
Au fond, voyez-vous, le monde est fait pour aboutir a un beau livre.
(Stéphane Mallarmé)
Όταν ο Mallarmé είπε αυτή τη φράση, δεν μπορούσε να υποπτευθεί πως, σε λιγότερο από έναν αιώνα, η ποιητική του παρομοίωση θα είχε μεταβληθεί σε συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο κόσμος έχει ήδη καταλήξει σε ένα βιβλίο, ένα βιβλίο απέραντο με δεκάδες εκατομμύρια αναγνώστες. Ένα βιβλίο που περιέχει οτιδήποτε δημιούργησε και δημιουργεί η ανθρωπότητα: κείμενα, εικόνες, ήχους – αλλά κυρίως, λόγο, γραπτό λόγο. Το μέγιστο ποσοστό του Internet είναι λέξεις. «Ο κόσμος φτιάχτηκε για να καταλήξει σε ένα βιβλίο» – η μεταφορά που έγινε προφητεία.
   Όταν ο Sir Karl Popper χώριζε τον κόσμο σε τρία (Κόσμος Ι: των αντικειμένων στο χώρο, Κόσμος ΙΙ: ο υποκειμενικός, των σκέψεων και των βιωμάτων, Κόσμος ΙΙΙ: των δημιουργημάτων) δεν υποψιαζόταν ότι σε δύο δεκαετίες ο Κόσμος ΙΙΙ θα σελάγιζε πάνω από την ανθρωπότητα σαν δεύτερο σύμπαν. Περιέχει όλα αυτά που είχε περιγράψει ο φιλόσοφος: Επιστημονικές θεωρίες και ποιήματα, πίνακες ζωγραφικής και κοντσέρτα, ακόμα και ταπεινά χρηστικά εγχειρίδια, οδηγίες χρήσεως και χάρτες.
   Φυσικά, σαν δεύτερο σύμπαν, το Διαδίκτυο περιέχει – όπως και το πρώτο – άφθονα σκουπίδια. Δεν θα κριθεί από αυτά – όπως δεν κρίνεται η ποίηση από τους κακούς στιχουργούς. Ο επαρκής αναγνώστης μαθαίνει να δικτυοδρομεί και να αποφεύγει την φλυαρία, την ρυπαρογραφία, την προπαγάνδα.
   Αλλά το πιο ένδοξο πράγμα στο Internet είναι πως όλοι μπορούν να γράψουν σε αυτό το βιβλίο. Αντίθετα με τα μονόδρομα Μαζικά Μέσα (ακόμα και το βιβλίο είναι ένα από αυτά…) που μας μεταμορφώνουν σε δέκτες, στον Παγκόσμιο Ιστό ο καθένας μπορεί να είναι και πομπός. Έχει επέλθει μία νέα άνθιση του Λόγου, φυτρώνουν εκατοντάδες ατομικά έντυπα, εφημερίδες, βιβλία και περιοδικά των κυμάτων. Παλιά κλασικά κείμενα διασταυρώνονται με καινούργια, ανατρεπτικά. Οι κυβερνοποιητές (cyberpoets) είναι οι τροβαδούροι της νέας εποχής. Με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ξανανθίζει η τέχνη της αλληλογραφίας
   Οι δικτυωμένοι υπολογιστές είναι η μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού – πολύ πιο σημαντική από την εφεύρεση της τυπογραφίας. Θα αλλάξουν (ήδη αλλάζουν) τον τρόπο που εργαζόμαστε, που επικοινωνούμε, που ζούμε. Ξέρω ότι πολλοί βλέπουν με δυσπιστία, ακόμα και με εχθρότητα αυτές τις αλλαγές. Αλλά ακόμα και αυτοί, δεν θα μπορούσαν να αρνηθούν την παρουσία του Νέου Δικτυακού Λόγου.

*

Copyright©Νίκος Δήμου / Από την επίσημη ιστοσελίδα του www.ndimou.gr

Κρίστοφερ Χίτσενς, Πριν το τέλος

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013.

Του Γιάννη Ν. Μπασκόζου – «Το Βήμα«

Πώς νιώθει ένας δημόσιος άνδρας γεμάτος δύναμη, λεπτό πνεύμα, σαγηνευτικός, ταραξίας, άθεος, μαχητικός, αγαπητός στον κόσμο, όταν μαθαίνει ότι θα πεθάνει από έναν επιθετικό καρκίνο του οισοφάγου; Ο συγγραφέας Κρίστοφερ Χίτσενς δίνει το δικό του παράδειγμα με χιούμορ, οξύνοια, δηκτικά σχόλια, αυτοσαρκασμό. Σε ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο (Πριν το τέλος, εκδόσεις Μεταίχμιο) που έγραψε λίγο προτού πεθάνει διατρανώνει τη θέλησή του να πεθάνει όπως έζησε: ως καθ’ έξιν αμφισβητίας.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κρίστοφερ Χίτσενς, Πριν το τέλος»

Το Δημόσιο δεν αυτοδημιουργήθηκε…

Κοινωνία -Πολιτική

Δημόσιοι μύθοι

Του Παντελή Μπουκάλα

Ιστορίες για το «κακό Δημόσιο» έχουμε να πούμε όλοι. Είτε σαν παθόντες είτε σαν φίλοι θυμάτων. Αλλά και ιστορίες που φτάνουν ώς τ’ αυτιά μας ύστερα από δέκα σπασμένα τηλεφωνήματα, φουσκωμένες συνήθως, κι αυτές τις αναμεταδίδουμε σαν γεγονότα που υπήρξαμε τάχα αυτόπτες μάρτυρές τους, για να ενισχύσουμε την αληθοφάνειά τους, Μπορεί να φταίει το ότι η «αφήγηση του κακού» έχει πάντοτε περισσότερους πιστούς από την εξιστόρηση της καλοσύνης. Ισως πάλι να υπαγορεύει τη στάση μας η παμπάλαιη λογική του εξιλαστηρίου θύματος. Ισως να χρειαζόμαστε απλώς ένα άλλοθι.
Ως ένα βαθμό φαίνεται ότι πράγματι το κακό Δημόσιο χρησιμοποιείται προς εξιλασμό των αμαρτιών όλων των απέξω. Γιατί ιστορίες γι’ αυτό λένε χαιρέκακα και δημοσιογράφοι όχι και τόσο αναμάρτητοι, και ταξιτζήδες μαθημένοι στην πονηρία, και υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, εργολάβοι, μπαρμπέρηδες, κλειδαράδες, ιδιαιτεράδες, δικηγόροι, παπάδες που ποτέ τους δεν έκοψαν απόδειξη, μολοταύτα πνέουν μένεα κατά των μεγαλοφοροφυγάδων, και ιδιώτες γιατροί που δηλώνουν πένητες στην εφορία και ας συντηρούν ιατρείο στις ακριβότερες περιοχές της πρωτεύουσας κ.ο.κ. Ετσι φτιάχνονται οι κοινοί τόποι. Και οι αστικοί μύθοι επίσης.
Δεν είναι βέβαια αστικός μύθος η διαφθορά στο Δημόσιο. Μύθος όμως είναι σίγουρα ο ριζωμένος κοινός τόπος ότι, για να βρεις έντιμο δημόσιο υπάλληλο πρέπει να διαθέτεις το φανάρι του Διογένη και την υπομονή του. Επίσης μύθος ότι στον ιδιωτικό τομέα ανθούν αποκλειστικά η τιμιότητα, η ανιδιοτέλεια και η φιλοπατρία, η οποία ξαναμπήκε εσχάτως στο λεξιλόγιό μας, και μάλλον από λάθος πόρτα. Και μύθος, τι άλλο, το ότι το Δημόσιο περίπου αυτοδημιουργήθηκε. Ξυπνήσαμε απλώς μια μέρα και είδαμε μπροστά μας πολεοδομίες, νοσοκομεία, τελωνεία, κρατικές τηλεοράσεις, ΙΚΑ, εφορίες – και τα βρήκαμε μάλιστα ήδη υπερδιογκωμένα, γεμάτα υψηλοαργόμισθους και διεφθαρμένα. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν να πιστεύουν τα επιτελεία των κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα. Και αυτό θέλουν να πιστέψουμε κι εμείς. Θαρρείς και μόνο διά της τηλεοράσεως προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα.
Δεδομένου ότι αυτοπροσλήψεις δεν γίνονται, αν είναι διογκωμένο το Δημόσιο, κάποιοι το διόγκωσαν· για τους δικούς τους λόγους, όχι για την καλύτερη εξυπηρέτηση του κόσμου. Και για δικούς τους λόγους αντιμετώπιζαν επί χρόνια ανέμελα, μ’ ένα «δεν βαριέσαι», τα περιστατικά διαφθοράς, όσο κι αν πλήθαιναν. Μπορεί να τα χρησιμοποιούσαν σαν άλλοθι για τη δική τους υψηλή διαφθορά. Μπορεί απλώς να εθελοτυφλούσαν ή να μην ήθελαν να σπάσουν τους δεσμούς χρήματος όταν διαπίστωναν ότι πρωταγωνιστούν δικοί τους άνθρωποι. Αυτονόητα πράγματα. Τι άλλο να πεις όμως όταν βλέπεις ότι τώρα, μόλις τώρα, αποφάσισαν να αναζητήσουν επίορκους, συστηματικούς κοπανατζήδες και προσληφθέντες με πλαστά χαρτιά; Αν χρειαζόταν η τρόικα και γι’ αυτό, παναπεί ότι σε τίποτα δεν φταίει ο στραβός μας ο γιαλός.

Απόστολος Θηβαίος, «Με Τόσες Προσευχές»


Στη μνήμη του Γιώργου Ιωάννου,

εν ομίχλη λησμονημένου.
Είπαν πως τον είδαν στην περιοχή της πλατείας Ομονοίας. Φορούσε ρούχα ανατολικά, κάτι λευκά φορέματα, διάφανα χαμηλά. Αυτά κρεμόντουσαν στα πεζοδρόμια και ήταν σαν κάτι ή κάποιος επιμονίμως να τον ακολουθεί. Κρατούσε ένα μικρό βιβλίο, το κρατούσε σφιχτά σαν μικρό παιδί που τρέμει όταν για πρώτη φορά συναναστρέφεται την αδιαφορία των ανθρώπων. Ορισμένοι που αναγνώρισαν την οικεία μορφή του, τον ακολούθησαν καθώς έστριβε στην οδό Αθηνάς. Ένα νεαρό αγόρι, με ενδυμασία μοντέρνα και ένα μυστήριο στο πρόσωπό του σχεδόν ανεξιχνίαστο, ο χωροφύλακας που περιφέρεται εδώ και αιώνες στα ίδια οικοδομικά τετράγωνα, χαιρετά εγκάρδια τους καταστηματάρχες και κλαίει τις νύχτες πετώντας το πηλίκιό του στον αέρα. Τον ακολούθησαν αδέσποτα, ένας ναυτοπρόσκοπος με το βαθύ, γαλάζιο φουλάρι του, ένας παράφρων που ομιλούσε μια αρχαία γλώσσα και ήταν ρακένδυτος, σαν να είχε φτάσει τώρα σε τούτο τον τόπο, σαν να είχε μόλις σωθεί από κάποια κλεισμένα σύνορα. Τον ακολούθησα και εγώ. Είχε βέβαια γεράσει μα θα μπορούσε ο καθένας να τον αναγνωρίσει με ευκολία αν πρόσεχε τις μικρές αποστάσεις των ματιών του, τα ακίνητα, ψάρια νεκρά τα χέρια αυτού του ανθρώπου, η μεγάλη επιφάνεια του καθαρού προσώπου.Έπειτα, καθώς περπατούσαμε όλοι εμείς, μια φυλή ολόκληρη απόκληρων προσέξαμε και το συζητήσαμε με ενδιαφέρον, το μεγάλο, στρατιωτικό σάκο με την αποφορά. Ο ίδιος έκλαιγε προσέξαμε και το συζητήσαμε με επιμονή και ενδιαφέρον. Εκείνη την ημέρα ήταν καλοκαίρι και όλα τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα, οι μεγάλοι ανεμιστήρες στα σκοτεινά καφενεία άφηναν έναν βόμβο, ανακάτευαν το θερμό άνεμο, τεμάχιζαν το μεσημέρι με το συνηθισμένο τους τρόπο. Στα κατάμεστα σκαλά ακούγονταν κορίτσια που γελούσαν μες στα υπόγεια. Εκείνος περπατούσε με τα διάφανα, λιβυκά του ρούχα. Κάθε τόσο σταματούσε εμπρός από κάποιον λευκό τοίχο και έγραφε ένα ποίημα, έναν μόνο στίχο, σε λίγα χρόνια ετούτη η πόλη θα συνιστά ένα παλιό, εν προόδω έργο. Χαθήκαμε στα στενά, πίσω από την κατάμεστη, λαϊκή αγορά που έχει μορφές νωθρές, ανθρώπους του τίποτα, μύγες των αγορών.Οι άνθρωποι αυτοί, καθισμένοι μας παρατηρούσαν και δεν εκπλήσσονταν γιατί σε τούτη την πλατεία υφίστανται αναρίθμητες ακολουθίες. Κυρίως ερωτικές. Τώρα ανηφορίζαμε προς έναν δρόμο με κλειστά καταστήματα, στις άκριες του δρόμου σπουδαίες χαράδρες, από μέσα φλεγόμενα πουλιά που πέφτουν στις σκεπές των ανατολικών προαστίων και έτσι εξηγείται η μεγάλη φωτιά που μαίνεται στο μέλλοντα χρόνο. Παράτησε το σάκο σε μια διασταύρωση, από εκείνες που δεν αναζητά κανείς στις πρωινές εξορμήσεις, στις γραφειοκρατικές διευθετήσεις, δρόμοι δίχως ανθρώπους, σαν ιστορίες ενός άλλου καιρού, με όλες τις γενιές τους σκοτωμένες. Σπεύσαμε όλοι να δούμε το περιεχόμενο του σάκκου. Ήταν εκείνα τα ίδια κεφάλια που τον απασχόλησαν τότε και τον συντάρραξαν και μέθυσε θλιβερά για το ματωμένο μαχαίρι στο τραπέζι, για το σφαγμένο ψωμί μας, για τα παιδιά που επιβίωσαν και έγιναν δάκρυα και πλάτες γυρτές ηλικιωμένων ανθρώπων που τίποτε δεν ζήσαν και τώρα μιλούν με οργή για τη θηριωδία της ελπίδας. Κάποτε έπαψε το βήμα του, εισήλθε σε ένα ταπεινό κατάστημα, οι λαμπτήρες εκείνοι στα κατώφλια μετατοπίζουν για πάντα την αθωότητα. Μας φώναξε από μακριά, σαν να γνώριζε πως τόσα χρόνια τον ακολοθούμε με πίστη, πως τόσα χρόνια παλεύουμε με ανεμόμυλους, σκοτώνουμε ανδρείκελα, δίχως να λησμονούμε ούτε στιγμή την τρομερή ιερότητα της ζωής, τη μυστική λατρεία της να πούμε, ένα ζήτημα δυσδιάκριτο, μια αποχρώσα συχνότητα, εξαιρετικά ανεπαίσθητη. Μας σύστησε από μακριά τις γηραιές γυναίκες. Η Ελένη της καταστροφής, η Μήδεια του πάθους φώναξε και έκοψαν τη φωνή του τα βαριά φορτηγά των σαββατιάτικων ανεφοδιασμών. Εκεί λοιπόν φυλούσε τη σαρκοφάγο του. Σε εκείνο το μέρος εμπιστευόταν την ανεξάντλητη τρυφερότητά του. Εμείς τον χαιρετήσαμε.
Απομείναμε ανάμεσα στο λεκιασμένο ασβέστη και τα ετοιμόρροπα ξύλα Γιώργο. Εμείς, ξανθά παιδιά Γιώργο που μας πήρε ο ύπνος με τα ρούχα. Εμείς, μια πουλημένη φτηνά συλλογή στιγμογραφιών. Τίποτε άλλο Γιώργο, τίποτε.

*
©Απόστολος Θηβαίος

photo©André Kertész, 1928

Κώστας Καρυωτάκης, Τρεις Μεγάλες Χάρες

Στο Παρίσι, 1928
Ὄμορφος κόσμος, ἠθικός, ἀγγελικὰ πλασμένος!
Δ. Σολωμός
Ι. ΚΑΛΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
Εἶναι ἕνας ἀγαθὸς γεροντάκος. Ἔπειτα ἀπὸ τριάντα χρόνων ὑπηρεσία, ἔχει νὰ διατρέξει ὅλους τοὺς βαθμούς. Γραφεὺς στὸ πρωτόκολλο.
Πάντα ἔκανε τὴ δουλειά του εὐσυνείδητα, σχεδὸν μὲ κέφι. Σκυμμένος ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ στὸ παρθενικὸ βιβλίο του, περνοῦσε τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἀντέγραφε τὶς περιλήψεις. Κάποτε, μετὰ τὴν καταχώριση ἑνὸς εἰσερχομένου ἢ ἑνὸς ἐξερχομένου, ἐτράβαγε μιὰ γραμμὴ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὴν τελευταία στήλη καὶ προχωροῦσε πρὸς τὸ περιθώριο, ἔτσι σὰν ἀπόπειρα φυγῆς. Αὐτὴ ἡ οὐρὰ δὲν εἶχε θέση ἐκειμέσα, ὅμως τὴν τραβοῦσε βιαστικά, μὲ πεῖσμα, θέλοντας νὰ ἐκφράσει τὸν ἑαυτό του. Ἂν ἔσκυβε κανεὶς πάνω στὴν ἁπλὴ καὶ ἴσια γραμμούλα, θὰ διάβαζε τὴν ἱστορία τοῦ καλοῦ ὑπαλλήλου.
Νέος ἀκόμη, μπαίνοντας στὴν ὑπηρεσία, ἐχαιρέτησε μὲ συγκαταβατικὸ χαμόγελο τοὺς συναδέλφους του. Ἔτυχε νὰ καθίσει σ᾿ αὐτὴν τὴν καρέκλα. Κ᾿ ἔμεινε ἐκεῖ. Ἦρθαν ἄλλοι ἀργότερα, ἔφυγαν, ἐπέθαναν. Αὐτὸς ἔμεινε ἐκεῖ. Οἱ προϊστάμενοί του τὸν θεωροῦσαν ἀπαραίτητο. Εἶχε ἀποκτήσει μία φοβερή, μοιραία εἰδικότητα.
Ἐλάχιστα πρακτικὸς ἄνθρωπος. Τίμιος, ἰδεολόγος. Μ᾿ ὅλη τὴ φτωχική του ἐμφάνιση, εἶχε ἀξιώσεις εὐπατρίδου. Ἕνα πρωί, ἐπειδὴ ὁ Διευθυντής του τοῦ μίλησε κάπως φιλικότερα, ἐπῆρε τὸ θάρρος, τοῦ ἀπάντησε στὸν ἑνικό, ἐγέλασε μάλιστα ἀνοιχτόκαρδα καὶ τὸν χτύπησε στὸν ὦμο. Ὁ κύριος Διευθυντὴς τότε, μ᾿ ἕνα παγωμένο βλέμμα, τὸν ἐκάρφωσε πάλι στὴ θέση του. Κ᾿ ἔμεινε ἐκεῖ.
Τώρα, βγαίνοντας κάθε βράδυ ἀπὸ τὸ γραφεῖο, παίρνοντας τὸν παραλιακὸ δρόμο, βιαστικὸς βιαστικός, γυρίζοντας δαιμονισμένα τὸ μπαστούνι του μὲ τὴν ὡραία, νικέλινη λαβή, γράφει κύκλους μέσα στὸ ἄπειρο. Καὶ μέσα στοὺς κύκλους τὰ σημεῖα τοῦ ἀπείρου. Ὅταν περάσει τὰ τελευταῖα σπίτια, θ᾿ ἀφήσει πάντα νὰ ξεφύγει ψηλὰ μὲ ὁρμὴ τὸ μπαστούνι του, ἔτσι σὰν ἀπόπειρα λυτρωμοῦ.
Μετὰ τὸν περίπατο τρυπώνει σὲ μία ταβέρνα. Κάθεται μόνος, ἀντίκρυ στὰ μεγάλα, φρεσκοβαμμένα βαρέλια. Ὅλα ἔχουν γραμμένο πάνω ἀπ᾿ τὴν κάνουλα, μὲ παχιά, μαῦρα γράμματα, τ᾿ ὄνομά τους: Πηνειός, Γάγγης, Μισσισσιππῆς, Τάρταρος. Κοιτάζει ἐκστατικὸς μπροστά του. Τὸ τέταρτο ποτηράκι γίνεται ποταμόπλοιο, μὲ τὸ ὁποῖο ταξιδεύει σὲ θαυμάσιους, ἄγνωστους κόσμους. Ἀπὸ τὰ πυκνὰ δέντρα, πίθηκοι σκύβουν καὶ τὸν χαιρετᾶνε. Εἶναι εὐτυχής.
II. ΕΝΑΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
Δὲν ξέρω τί φοροῦσε στὸ κεφάλι. Τὰ ροῦχα της δὲν εἶχαν οὔτε σχῆμα οὔτε χρῶμα. Ἐμπῆκε στὸ γραφεῖο κρατώντας στὴν ἀγκαλιὰ δυὸ παιδιὰ καὶ σέρνοντας τέσσερα. Καθένα ἔκλαιγε ἢ ἐφώναζε μὲ ἰδιαίτερο τρόπο. Ἄλλο τραβοῦσε τὸ φουστάνι της, ἄλλο τὰ μαλλιά της. Ἕνα ἀγόρι ὡς τριῶν χρονῶν ἔτρεμε μὲ κάτι παράξενα ἀναφιλητά, χωρὶς νὰ κλαίει. Ὅλα μαζὶ — φριχτὴ συμφωνία — ἐκοίταζαν τὴ μητέρα τους ὅπως οἱ μουσικοὶ τὸ μαέστρο. Αὐτὴ ὅμως εἶχε ξεχάσει τὴν παρτιτούρα της σ᾿ ἕνα κομψὸ γραφειάκι ἀπὸ acajou.
Στάθηκε μπροστά μας μὲ ὀρθάνοιχτα μάτια. Κάτι σὰν ψεύτικο γέλιο, μιὰ γκριμάτσα οἴκτου πρὸς τὸν ἑαυτό της, ἐξηγοῦσε τὰ λόγια της. Ἦταν Ἀρμένισσα. Ὁ ἄντρας της ἐπέθανε σ᾿ ἕνα χωριό, κ᾿ ἦρθε ἀπὸ κεῖ ζητώντας ψωμὶ γιὰ τὰ παιδιά της. Τώρα παρακαλοῦσε νὰ στεγασθεῖ. Κάποιος ποὺ ἤξερε τὴ γλῶσσα της τῆς εἶπε ὅτι δὲν ὑπῆρχε πουθενὰ θέσις. Καὶ καθὼς δὲν ἤθελε νὰ καταλάβει, τὴν ἔβγαλαν ἔξω στὸ διάδρομο. Ἔμεινε ξαπλωμένη μὲ τὰ παιδιά της ὡς τὸ μεσημέρι. Τὴν ἄλλη μέρα, ἡ ἴδια ἱστορία. Ἦρθε πολλὲς φορὲς ἀκόμη.
Ἐπιτέλους τὴν ἔριξαν σὲ μία ἀποθήκη. Τριάντα οἰκογένειες προσφύγων ποὺ ἔμεναν ἐκειμέσα εἶχαν χωρίσει τὰ νοικοκυριά τους πρόχειρα, μὲ φανταστικοὺς τοίχους. Μπόγοι, κασέλες, κουβέρτες ἁπλωμένες, ξύλα βαλμένα στὴ γραμμή, ἐσχημάτιζαν τετράγωνα, τὰ μαχητικὰ τετράγωνα τῆς τελευταίας ἀμύνης. Σ᾿ αὐτὲς τὶς φωλιὲς ἀκινητοῦσαν ἢ ἐσάλευαν πένθιμα σκιὲς ἀνθρώπων. Τρεῖς τρεῖς, πέντε πέντε, σκορπισμένοι ἀνάμεσα σὲ ρυπαρὰ ροῦχα καὶ ὑπολείμματα ἐπίπλων, ἦταν σὰ νὰ ψιθύριζαν παραμύθια ἢ νὰ προσπαθοῦσαν σιγὰ ν᾿ ἀποτινάξουν τὸ σκοτάδι.
Τώρα ἡ ἀποθήκη φωτίζεται ἀπὸ ἕνα κερί. Κάποιο δέμα τυλιγμένο μὲ καθαρὸ ἄσπρο πανὶ ἔχει τοποθετηθεῖ προσεκτικά, κάθετα πρὸς τὸν τοῖχο, χάμου. Εἶναι τὸ μικρότερο ἀπὸ τὰ ἕξι παιδιὰ τῆς Ἀρμένισσας, ποὺ πέθανε λίγες ὧρες μετὰ τὴν ἐγκατάστασή τους. Τ᾿ ἀδέλφια του παίζουν ἔξω στὸν ἥλιο. Ἡ μητέρα, ξαλαφρωμένη, παραστέκει γιὰ τελευταία φορὰ τὸ μωρό της. Οἱ ἄλλες γυναῖκες τὴ μακαρίζουν, γιατί θὰ μπορέσει ἀπὸ αὔριο νὰ πιάσει δουλειά. Εἶναι σχεδὸν εὐτυχής. Καὶ ὁ νεκρὸς ἀκόμη περιμένει μὲ τόση ἀξιοπρέπεια…
ΙΙΙ. ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ BOVARY
Στὴ μέση τῆς γιορτῆς προχωροῦσε ἀργά. Καθὼς ὅλοι βιάζονταν γύρω της, ἦταν σὰν ἕνα μαῦρο στίγμα σὲ πανὶ κινηματογράφου. Συντροφιὲς ἀπὸ νέους περνοῦσαν. Ἄλλοι τὴν ἔβλεπαν κ᾿ ἐξακολουθοῦσαν τὸ δρόμο τους, ἄλλοι τῆς ἐσφύριζαν ἕνα κομπλιμέντο, ἄλλοι τῆς ἔλεγαν διστακτικὰ μιὰ φράση περιμένοντας ἀπάντηση. Ὅπου ὁ συνωστισμὸς ἦταν μεγαλύτερος, ἡ τόλμη ἐλευθερώνοταν καὶ δὲν ἀρκοῦσαν τὰ λόγια. Κάποιος ἐστάθηκε γελώντας μπροστά της, πρόσωπο μὲ πρόσωπο, ὥρα πολλή. Ναῦτες ἐπέρασαν δίπλα, κι ὅλοι ἐπρόσεξαν νὰ τὴν σπρώξουν. Κάτι σκοτεινοὶ τύποι τὴν ἀκολουθοῦσαν βῆμα πρὸς βῆμα.
Ἔνιωθε τὸν ἑαυτό της κέντρο ὅλου αὐτοῦ τοῦ πλανόδιου ἐρωτισμοῦ. Χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τὴν ἄγρια θέληση τόσων ἀνδρῶν. Ἐκνευρισμένη ἀκόμη ἀπὸ τὸν θόρυβο, τὴ ζέστη καὶ τὴν προσπάθεια νὰ προχωρεῖ, στάθηκε σ᾿ ἕνα κύκλο ἀνθρώπων. Σὲ λίγο κάποιος ἦρθε σιμά της. Δὲν τὸν ἔβλεπε, αἰσθανόταν ὅμως νὰ σφίγγεται ὁλοένα πάνω της. Ἔπεφτε ἀπότομα, ὕστερα ἔμενε ἀκίνητος, ὕστερα πάλι πλησίαζε, ἀκριβῶς ὅπως ὁ λεπτοδείχτης, στὰ μεγάλα ρολόγια τοῦ δρόμου, προχωρεῖ μὲ ἀραιὰ πηδήματα πρὸς τὸν ὡροδείχτη. Τὸ σῶμα της τώρα, ποὺ τὸ προστάτευε μόλις ἕνα λεπτὸ φόρεμα, ἦταν ὁλόκληρο πάνω στὸ δικό του. Μουδιασμένη, ἐκμηδενισμένη, ἔκλεισε τὰ μάτια, κ᾿ ἔγειρε ἐλαφρά. Αὐτὸς τότε, ἀρπάζοντας μὲ βία τὸ χέρι της, τῆς μίλησε. Ἐγύρισε καὶ τὸν εἶδε. Ἀλήτης. Κόκκινο, ζαρωμένο πρόσωπο, μάτια ἀναμμένα, γένια πυρρά. Τὰ ροῦχα του, ξεβαμμένα, εἶχαν ἕνα κοκκινωπὸ χρῶμα. Ἔσκυψε τὸ κεφάλι της κοκκινίζοντας. Ἦταν λοιπὸν ὁ Ἔρως;
Ἐσυνέχισε τὸ δρόμο της χωρὶς ν᾿ ἀπαντήσει. Τὴν ἔσπρωχνε μέσα στὸ πλῆθος. Ὅταν ἀπομακρύνθηκαν στάθηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ τὴν ὁδηγήσει ὅπου ἤθελε. Αὐτὴ θὰ τὸν ἀκολουθοῦσε σὲ μικρὴ ἀπόσταση. Ἐκοίταξε δύσπιστος, ἀλλὰ ἐπροχώρησε. Ἔφτασαν σὲ δρόμους ἐρημικούς. Ἐβγήκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Τώρα περπατοῦσαν δίπλα σ᾿ ἕνα φράχτη. Ἦταν πανσέληνος. Ἡ εὐωδιὰ τῶν κήπων ἐγέμιζε τὰ στήθη της. Μέσα στὴ σιωπὴ ἀκούονταν οἱ γρῦλοι καὶ τὰ γρήγορα βήματα τῶν δυὸ ἀνθρώπων. Ἐγύριζε καὶ τὴν ἔβλεπε συχνά. Τὸ πρόσωπό του φωτιζόταν ἀπὸ τὸ φεγγάρι, παίρνοντας μία ξένη ἔκφραση. Καὶ ἡ σιλουέτα του, μὲ τὰ παλιά, σχισμένα ροῦχα, καθὼς ἐπήγαινε κουτσαίνοντας λίγο, εἶχε κάποιον ἀλλιώτικο, βιβλικὸ χαρακτῆρα. Ἔφταναν σ᾿ ἕνα δάσος. «Ἐδῶ» εἶπε ὁ ἄντρας βραχνά.
Ἀπὸ τὰ μάτια της ἐπέρασαν τὴν ἴδια στιγμὴ εἰκόνες παιδικῶν ἀναμνήσεων. Οἱ χαλκομανίες μὲ τὰ ξανθὰ ἀγγελούδια ποὺ κρατοῦσαν γιρλάντες ἀπὸ τριαντάφυλλα καὶ χαμογελοῦσαν, φυλακισμένα στὰ φύλλα ἑνὸς βιβλίου. Οἱ βασίλισσες καὶ οἱ ἱππότες τῶν παραμυθιῶν. Τὸ μὼβ φορεματάκι τῆς πρώτης κούκλας. Ὁ θάνατος τοῦ ἀδελφοῦ της…Ὕστερα, ὅταν μεγάλωσε, τὰ χρόνια ποὺ πέρασε μονάχη μὲ τὴν μητέρα της. Ἔχανε κανεὶς τὸν ἀριθμό τους μέσα σ᾿ ἕνα σκοτεινὸ δωμάτιο. Καὶ οἱ ἐνοικιαστές. Ἔχανε κανεὶς τὴ σειρά τους…
Ὁ ἄλλος ἦταν εὐτυχής. Σὰν πρᾶγμα ἀφέθηκε στὰ χέρια του. Τὴν ἔσχισε σὰ χαρτὶ καὶ τὴν πέταξε χάμου μὲ θυμὸ ἀσυγκράτητο, μὲ τὴν πρωτόγονη ὁρμὴ τῆς διψασμένης του νιότης. Στὶς ἀκούσιες καὶ ἄτονες ἀρνήσεις της, στὶς σβησμένες λέξεις ποὺ ἐπρόφερε ὄχι ἡ ἴδια ἀλὰ τὸ φῦλο της, στὴν ἔνστικτο ὑποχώρηση τῆς σάρκας της, αὐτὸς εἶχε ν᾿ ἀντιτάξει βλαστήμιες καὶ βρισιές, ποὺ ἐσκέπαζαν, ἐξιλέωναν μὲ χυδαιότητα ὅλες τὶς ἄσεμνες κινήσεις του. Σκληρό, παγωμένο τὸ στόμα του, μὲ μιὰ ἀποπνικτικὴ ἀνάσα, ἀληθινὴ πληγῆ, ἐσφράγιζε αἱματηρά τους ὤμους, τὰ χείλη, τὸ ἁγνὸ μέτωπο. Εἶχε τὴν ἐντύπωση ὅτι κάπου ἀλλοῦ συνέβαινε αὐτὴ ἡ φριχτὴ ἱστορία, κ᾿ ἔκλεισε τὰ μάτια της.
Ἐπέρασαν ὦρες. Ἡ αὐγὴ ἔσκυβε στὸ ἴνδαλμά της. Τὸ πελιδνὸ σῶμα τῆς γυναίκας ἔλαμπε σὰν ἄστρο διαρκῶς περσότερο. Μέσα στὰ δάκρυά της ἐκοίταξε γύρω ἔκπληκτη. Ἐζήτησε νὰ ντυθεῖ. Δὲν ἤθελε νὰ τὴν ἀφήσει. Τῆς μιλοῦσε τώρα μὲ τρυφερότητα. Ὕστερα ἄρχισε νὰ τραγουδάει. Τῆς εἶπε κάτι σὰν ἀστεῖο. Τέλος σηκώθηκε καί, χωρὶς λόγο, ἐπήδηξε τρεῖς φορὲς ὅσο μποροῦσε πιὸ ψηλά, ξεφωνίζοντας ἀσυνάρτητες λέξεις. Σὲ λίγη ὥρα τὴν ἀγκάλιασε πάλι. Ἦταν εὐτυχής.