Γιώργος Δρίτσας: «Η ποίηση είναι πρωτίστως η έκφραση μιας μυστικιστικής αγωνίας και ελπίδας»

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο

Κανονικά, κάπου εδώ, θα έπρεπε να υπάρχει μια εισαγωγή. Η παρουσίαση του προσώπου της συνέντευξης. Ή ίσως και χαρακτηριστικές στιγμές που τράβηξαν το βλέμμα του συνεντευκτή. Τίποτε απ’ αυτά δεν θα υπάρξει. Μονάχα μια παύση λίγο πριν τη γνωριμία μας με ένα νέο ποιητή. Διότι κάθε γνωριμία [όπως και η ποίηση άλλωστε…] απαιτεί έναν προθάλαμο σιωπής. Η κρατημένη ανάσα είναι το εύφορο έδαφος για την έκπληξη. 

Συναντήσαμε τον ποιητή Γιώργο Δρίτσα και μιλήσαμε μαζί του εφ’ όλης της ύλης.   

  • Γιώργο, έχω μπροστά μου δύο ποιητικές συλλογές που εκδόθηκαν με μικρή χρονική διαφορά. Οι τίτλοι τους: «Σκιά θανάτου» και «το ματωμένο όνειρο». Και στις δύο καλείς τους αναγνώστες σε ένα ταξίδι, με τί προορισμό;

Καλησπέρα, Κωνσταντίνε! Καταρχάς σε ευχαριστώ πολύ που ενδιαφέρθηκες για το έργο μου και εμένα προσωπικά και αφιέρωσες χρόνο για τη συζήτηση αυτή. Ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα. Όσον αφορά τώρα τα ερωτήματα που έθεσες, ο προορισμός πιστεύω είναι, κατά κάποιον τρόπο, το να ταυτιστούν, οι όποιοι πιθανοί αναγνώστες, με αυτά τα οποία περιγράφω και τα οποία έχω βιώσει. Η διενέργεια μιας -εξ αποστάσεως- συζήτησης για όλα αυτά που δεν πρέπει να φοβόμαστε να μοιραστούμε, λόγω τής ύπαρξης διάφορων «ταμπού», σχετικά με την εύρεση μιας πιο προσωπικής ταυτότητας, την κατάθλιψη και τις τάσεις αυτοκτονίας.

  • Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της γραφής σου αποτελεί η ιδιαίτερη χρήση [και λειτουργία] της διακειμενικότητας. Θα ήθελες λίγο να μας εισαγάγεις στο συγγραφικό σου εργαστήρι και να μας μιλήσεις γι’ αυτή σου την επικοινωνία με τα άλλα κείμενα; Και ποιες θα έλεγες πως είναι οι βασικές επιρροές σου; 

Οι επιρροές μου θα έλεγα ότι είναι πολλές και διαφορετικές και πολλές φορές αρκετά αντικρουόμενες μεταξύ τους. Δεν περιορίζονται στην ποίηση αλλά επεκτείνονται στη φιλοσοφία, στη μουσική, στη λογοτεχνία και εν μέρει στον μυστικισμό (π.χ. στην τελευταία συλλογή μου αναφέρονται οι ποιητές Γιώργος Χρονάς, Δάφνη Χρονοπούλου, Σαμσών Ρακάς, ο σύγχρονος φιλόσοφος και δοκιμιογράφος Νικήτας Σινιόσογλου και ο μυστικιστής λογοτέχνης Άρθουρ Μάχεν, ενώ πολλοί στίχοι γράφτηκαν κάτω από τη μεθυστική επίδραση της μουσικής των «Λάμδα»). Ανάκατα, όμως, θα μπορούσα να αναφέρω, ως επιπρόσθετες επιρροές και δίνοντας έμφαση -λόγω θεματικής- στην ποίηση, πέρα από το αντιθετικό «ζεύγος» Κωστής Παλαμάς-Κωνσταντίνος Καβάφης, τον Κώστα Καρυωτάκη, τον Γιώργο Σαραντάρη, τον Απόστολο Μαμμέλη, τον Ρώμο Φιλύρα, τον Αλέξη Τραϊανό, τον Γιάννη Βαρβέρη, την Κική Δημουλά, τον Γιώργο Βέη, τον Στρατή Πασχάλη, τους «Μπιτ», ιδιαίτερα δε τον Γκίνσμπεργκ και τον Κόρσο, τους «καταραμένους ποιητές», και δη τον Ρεμπώ και τον Λωτρεαμόν, τον Φρίντριχ Νίτσε, τον Εμίλ Σιοράν, τον Γκούσταβ Λαντάουερ, τον Κώστα Αξελό, τους SPK, τους Rammstein, τους Amenra, τους Primordial κ.λπ. Σε αυτό το σημείο πρέπει, όμως, να πω ότι θεωρώ πως υπάρχει, μερικές φορές, μια διάθεση αθέλητου μιμητισμού από πλευράς «αναγνώστη-συγγραφέα» όσον αφορά το ύφος, τον τρόπο γραφής αλλά και τη θεματική, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις οδηγεί, λίγο λίγο, σε έναν ευνουχισμό της «εσωτερικής φωνής» του – στον δρόμο προς την αναζήτηση προσωπικού τρόπου γραφής και νοήματος. Οπότε προσπαθώ για να αποφύγω κάτι τέτοιο, όσο γίνεται δηλαδή, να απαγκιστρώνομαι από ό,τι έχω διαβάσει και με έχει επηρεάσει ώστε να μην προδώσω, έστω αυτό το «λιλιπούτειο» προσωπικό κομμάτι τού εαυτού μου, το οποίο θέλω να εκφράσω μέσω των στίχων μου.  

  • Στο πρώτο σου βιβλίο παίζεις (άμεσα κι έμμεσα) με το νιτσεϊκό «μοτίβο» του θανάτου του Θεού. Στο ματωμένο όνειρο, από την άλλη, Τον τοποθετείς στη θέση του κρινόμενου και καταδικασμένου από την ανθρωπότητα [κι εδώ η παρουσία του Τεύκρου Ανθία είναι σημαντική] Θεού-εγκληματία. Ποια η σημασία αυτού του συμβόλου στην ποίησή σου και με ποιο τρόπο καθορίζει τη διαλογική επικοινωνία των δύο συλλογών;

Σκοπός μου αρχικά ήταν να καταδείξω ότι ακόμη και ένα «ανώτερο Ον» όπως ο Θεός, ζει μέσα στη νομοτέλεια τής παράδοξης ροπής των πραγμάτων προς το χάος και την αμορφία. Ακόμη και αυτός, λοιπόν, όπως ο έτερος «δολοφονημένος» Θεός στον «Ζαρατούστρα» τού Νίτσε και ο «αγωνιζόμενος» Θεός στην «Ασκητική» τού Καζαντζάκη, δεν έχει δεδομένη την ύπαρξή του στο Παρόν, αλλά είναι δεσμευμένος από τη φθορά – πράγμα που τον οδηγεί στην απόγνωση και, εν τέλει, στην αυτοκτονία. Αυτή η εικόνα έχει άμεση συνάφεια με την αντίστοιχη εικόνα που υπάρχει για αυτόν στη δεύτερη συλλογή, όπου ο «παντοδύναμος» Θεός, φαίνεται για ακόμη μια φορά νεκρός. Ο Διάβολος σε αυτό το σημείο γίνεται το αρχέτυπο τού «καταφρονημένου», του καταραμένου desperado, που μη έχοντας κάτι άλλο να χάσει, εκμυστηρεύεται μία «απόκρυφη αλήθεια» που μόνο αυτός μπορεί να ξέρει. Ο μεγάλος αλλά λησμονημένος ποιητής Τεύκρος Ανθίας, είχε καταλάβει πολύ καλά τον συμβολισμό αυτόν, όπως διαφαίνεται στη συλλογή του «Άγιε Σατάν, ελέησόν με», όπως παλιότερα είχε καταλάβει, εξίσου, ο Κωστής Παλαμάς κατά πως διαφαίνεται από το «Τραγούδι του Ηλίου» και τον «Δωδεκάλογο του γύφτου».

  • Στη δεύτερη συλλογή σου, υπάρχει το αίτημα της αναζήτησης των ριζών και του δεσίματος με έναν τόπο· ενώ, ταυτόχρονα, κυριαρχεί μια έντονη κινητικότητα. Στο μυαλό μου ήρθε αμέσως ο Zygmunt Bauman. Είμαστε, τελικά, τουρίστες [ή flâneurs] χαμένοι μέσα σε μιαν αέναη κίνηση… δίχως κανένα προορισμό;

Πιστεύω ότι το δέσιμο με μια γη και δη η αποκεντροποίηση είναι κάτι πολύ σημαντικό σαν οπτική για το μέλλον, όπως κατάλαβα καλά μετά από το ταξίδι μου, με κάποιους φίλους και γνωστούς, στο οικολογικό χωριό του Νέσσωνα. Από την άλλη όσο και αν απόλαυσα από μικρός την ανόθευτη αγνότητα του επαρχιακού τοπίου και τη γεμάτη ξεγνοιασιά ζωή μου σε αυτό, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι ο παλμός της σύγχρονης ζωής κρύβεται μέσα στις πόλεις, σε αυτά τα παραφουσκωμένα με τσιμέντο και πίσσα καταφύγια, που υποδέχονται όλους εμάς τους σύγχρονους νομάδες, τους «νομάδες των κοσμοπόλεων» – κατά πως έλεγε και ο Σπένγκλερ. Σε αυτή τη διπολιτική τάση κάπου κρύβεται και η δικιά μου flaunerίζουσα κινητικότητα πιστεύω.

  • Πώς έχουν επηρεάσει την συγγραφική σου δουλειά οι σπουδές σου στη φιλοσοφία; Ποια η διαφορά της οπτικής του ποιητή απ’ αυτή του φιλοσόφου;

Από τη στιγμή που άρχισα να σπουδάζω φιλοσοφία στο ΦΠΨ στην Αθήνα, και όχι απλά να διαβάζω μόνος μου αντίστοιχης θεματικής βιβλία, η σκέψη μου δομήθηκε ακόμη περισσότερο πάνω στη ελευθερία της σκέψης που δίνει ο φιλοσοφικός στοχασμός. Οπότε οτιδήποτε γράφω είναι σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένο (και) από τις σπουδές μου. Τώρα όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η οπτική τού φιλοσόφου και του ποιητή, είναι πιστεύω συγγενική, αν όχι συμπληρωματική. Καθώς τόσο η φιλοσοφία όσο και η ποίηση αναζητούν αυτό που η στείρα λογική δεν μπορεί να αντικρίσει. Βέβαια η ποίηση σε αντίθεση με τη φιλοσοφία, που έχει μέσα της, παρά ταύτα, έντονο το αναλυτικό στοιχείο, είναι πρωτίστως η έκφραση μιας μυστικιστικής αγωνίας και ελπίδας, όπως κάθε τι στον κόσμο που μας φέρνει σε άμεση επαφή με το «αόρατο» κομμάτι του, και δεν πρέπει ποτέ να γίνει μια απλή φιλολογική ενασχόληση.

  • Δείχνεις μια ιδιαίτερη συμπάθεια για τους αυτόχειρες ποιητές και ανοίγεις έναν διάλογο μαζί τους. Τί είναι αυτό που σε ελκύει σ’ αυτές τις μορφές;

Οι αυτόχειρες ή καλύτερα για μένα αυτοκτόνοι, με βάση μια δικιά μου λεξιπλασία – που χρησιμοποιώ κατά κόρον, έχουν απόλυτο ενδιαφέρον γιατί κατάφεραν κάτι που άλλοι είτε απλά σκέφτηκαν είτε απλά μείνανε στην προσπάθεια για να το πετύχουν. Εκμηδένισαν τον εαυτό τους και ταυτόχρονα απαρνήθηκαν αυτό που είναι τόσο σημαντικό για τους «σύγχρονους ανθρώπους», το να ζουν δηλαδή, ακόμη και εξευτελιστικά, αρκεί να ζουν – ή καλύτερα να επιβιώνουν. Υπό αυτή την έννοια οι αυτόχειρες-αυτοκτόνοι είναι εξω-πολιτισμικοί, εξω-κοσμικοί και φορείς ενός νέου νοήματος, που υπερβαίνει την καθημερινή σκέψη μας και φτάνει στα πιο βαθιά σκοτάδια του νου και της ψυχής. Μόνο και μόνο για αυτή τη διάσταση της πράξης τους, έχουν κερδίσει μια θέση στη ποιήματά μου.

  • Πώς φαντάζεσαι το μέλλον;

Δεν ξέρω αν μπορώ να φανταστώ το μέλλον, γιατί με πνίγει ήδη το Παρόν. Παρά ταύτα, πιστεύω ότι η δυστοπία -κάποια στιγμή- θα γίνει ο απόλυτος κανόνας.

  • Αλήθεια, τί υπάρχει έξω από το…Babylon;

Υπάρχει σίγουρα πιάτσα – όχι των ταξί, αρκετά Studio και λιγότερος… χορός.

  • Ετοιμάζεις κάτι αυτή την περίοδο;

Αυτή την περίοδο, όπως πάντα βρίσκομαι στη φάση τής κάπως «άναρχης» συγγραφής. Πειραματίζομαι, όμως, με νέα είδη ποιητικής σύνθεσης και άρχισα να ξαναγράφω διηγήματα, όπως παλιά.

·       Τί μήνυμα θα ήθελες να στείλεις στους αναγνώστες μας;

Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω αν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να στείλω κάποιο μήνυμα, αλλά αν έπρεπε να πω κάτι θα ήταν να συνεχίσουν να εκφράζονται με οποιονδήποτε τρόπο θέλουν, με μουσική, ποίηση, λογοτεχνία, θέατρο κ.λπ. και να μην δίνουν χώρο σε όσους τους λένε να σταματήσουν να σκέφτονται και να δρουν – όσο κλισέ και αν ακούγεται αυτό.