Βράδυ με 38 βαθμούς Κελσίου και η συντροφιά επέστρεφε από την παραλιακή Σκάλα στο χωριό, περπατώντας χαλαρά, από την αριστερή πλευρά του δρόμου, για να ελέγχουν τα αυτοκίνητα απέναντι. Μετά τα μεσάνυχτα, δεν έχει και φοβερή κυκλοφορία.
Κι εκεί που περπατούσαν κουβεντιάζοντας, «ωχ», φωνάζει η μία της παρέας «με χτύπησε ο χαμένος», καθώς η μηχανή που πέρασε απομακρυνόταν με πολύ θόρυβο και τα μπουμπουνητά της εξάτμισης. Άλλαξε το θέμα της κουβέντας τους, μίλησαν για τα παλαβά που τρέχουν και κάνουν σούζες και στον παραλιακό και στους άλλους δρόμους, πόσο κινδυνεύουν τα παιδάκια που κάνουν ποδήλατο, τέτοια.
Αλλά, ως να φτάσουν στο χωριό, σε δέκα λεπτά δηλαδή, το χέρι της χτυπημένης πρήστηκε και πονούσε. Οπότε; Οπότε στο Κέντρο Υγείας που δεν έχει ακτινολόγο, οπότε στο νοσοκομείο στην πρωτεύουσα του νησιού. Σπάσιμο, καθέτως, της ωλένης, που τώρα προκαλούσε πια πολύ πόνο. Το έβαλαν όλο το χέρι, το δεξί της δεξιόχειρος, στον γύψο, της έδωσαν παυσίπονα και έφυγε στις 4 η ώρα το πρωί, πονώντας και σιχτιρίζοντας που θα έχανε τα μπάνια, απαραίτητα για άλλον λόγο υγείας.
Το πρωί, άγρυπνη, πονεμένη και θυμωμένη, πήγε, μαζί με όλη τη χτεσινοβραδινή παρέα, στην αστυνομία να κάνει μήνυση κατ’ αγνώστου και να βρει ο αστυνόμος τον άγνωστο. Η εξέταση των μαρτύρων για το γεγονός δεν απέδωσε πολλά. Η τραυματισμένη «είδε» έναν κουρεμένο νεαρό, είκοσι με τριάντα. Ο άλλος μάρτυρας θυμόταν δύο πιτσιρικάδες με μαύρα… Έτσι που έτρεχε σφαίρα η μηχανή, σιγά μην μπόρεσαν να έχουν εικόνα της, αυτό που τους απασχόλησε ήταν το χτύπημα που τους τρόμαξε. Τέλος πάντων, μια ξαδέρφη με ξενοδοχείο στον δρόμο, λίγο πιο δω από το σημείο του ατυχήματος, πρότεινε να εξετάσουν την κάμερα του ξενοδοχείου. Την είδαν οι αστυνόμοι, είδαν τη συγκεκριμένη ώρα να περνούν τρία μηχανάκια και πολύ σύντομα μετά η συντροφιά, οπότε συμπέραναν ότι το τελευταίο μηχανάκι που έτρεχε πολύ θα ήταν, μάλλον, το ένοχο. Η συντροφιά δεν είχε προσέξει τα άλλα δυο, δεν τα θυμόταν, και ποιος προσέχει τις μηχανές που τον προσπερνούν όταν κάνει βόλτα; Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι σαν τους μάρτυρες στον Σέρλοκ Χολμς…
Τα είδαν τα μηχανάκια οι αστυνόμοι, αλλά τόσο θολά μέσα στο σκοτάδι που δεν αναγνωρίζονταν! Είπαν λοιπόν να εξετάσουν και τις άλλες δύο κάμερες που υπάρχουν σε αυτόν τον δρόμο. Αποτέλεσμα: η μία, σε ξενοδοχείο, δεν είχε καν καταγραφικό, αφού την τοποθέτησαν μόνον για να πάρουν την άδεια λειτουργίας, στην άλλη, ενός σπιτιού, το καταγραφικό το είχε πάρει η αστυνομία να ελέγξει μια ληστεία στη γειτονιά τον περασμένο χειμώνα, και δεν το ξαναέβαλαν, λέει η ιδιοκτήτρια του σπιτιού.
Ο γύψος στο χέρι πάντως δεν δούλεψε και μια βδομάδα αργότερα στο νοσοκομείο την εγχείρισαν και της έβαλαν λάμα. Πάει το καλοκαίρι της, με πολύ πόνο κι εκνευρισμό.
Την ίδια μέρα του τραυματισμού, στην εκκλησία του χωριού, που περιβάλλεται και από το κοιμητήριο, ήρθαν τεχνίτες και πέρασαν κάμερα! Διότι, λέει, κάποιοι πάνε στο νεκροταφείο και κλέβουν τις γλάστρες από τα μνήματα! Όχι ότι τώρα δεν μπορούν να τις κλέψουν: η κάμερα βλέπει στην πόρτα της εισόδου κι ο κλέφτης μια χαρά μπορεί να βγάλει τις γλάστρες της αρεσκείας του πάνω από τον χαμηλό μαντρότοιχο, μακριά από το βλέμμα της κάμερας…
Ωστόσο, μπορεί να υπάρξει όφελος! Αν η κάμερα αυτή έχει και καταγραφικό, αν, κανείς δεν ξέρει, μπορεί να γραπώσει και κάναν αδίστακτο αναβάτη. Τι να κάνουν όμως οι Black Angels του χωριού στον δρόμο του νεκροταφείου; Ποιος να τους δει να θαυμάσει την ταχύτητά τους. Κι ακόμα, θα έχει τούτη η κάμερα καταγραφικό;
*
©Ζωή Κατσιαμπούρα
φωτο: Στράτος Φουντούλης

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.