Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Στάνλεϊ ή Μετά τον πόθο

[…θεατρικό έργο, χιλιοπαιγμένο
και όμως…] 

ραδινό λεωφορείο στην έρημη πόλη με τα βαριά, πέτρινα σπίτια, κάτι μεγάλους ίσκιους, μια τάξη διαυγής, μια ζωή τόσο φυσική και κατανοητή. Ένας απροσδιόριστος δρόμος και η νύχτα και ίσως μια αίσθηση υγρασίας βραδινή, έτσι που πίσω από το τζάμι του λεωφορείου, να μοιάζουν όλα γυάλινα. Δυο τρεις φιγούρες σκόρπιες στο μεγάλο καμιόνι. Κάθε τόσο ο φωτισμός τρέμει χάνεται, αργότερα ετούτο θα γίνει το μέσο για μια άνευ προηγούμενη μετάπτωση στα πιο βίαια, ανθρώπινα ένστικτα. Μια απαλή μουσική ακούγεται, μια ανεπαίσθητη χροιά νεοελληνικών επιτυχιών φθάνει ως τις πρώτες θέσεις. Εκεί που κάθεται ο Σταν. Είναι νέος, ντυμένος πρόχειρα και πολύ όμορφος. Στέκει όρθιος και κάθε τόσο λικνίζεται καθώς το λεωφορείο επιταχύνει, αλλάζει κατευθύνσεις, κόβει ταχύτητα και ακινητοποιείται, βαρύ και απρόθυμο. Στις πίσω θέσεις βρίσκεται ένα κορίτσι όχι πάνω από είκοσι χρονών, η Λίζα. Αργότερα, άγνωστο με τι αφορμή θα μάθουμε το όνομά της. Και είναι ακόμη κάποιος που παραμένει μυστηριώδης και απρόσιτος, σαν το σκοπό της νύχτας. Ένας ανεξερεύνητος άνθρωπος, με καταγωγή ίσως από έναν άλλο κόσμο, καλύτερο ή χειρότερο από αυτόν εδώ. Μα λίγη σημασία έχει αυτό.

Η Λίζα κοιτάζει επίμονα τον Σταν. Τα βλέμματά τους διασταυρώνονται. Μιλούν.) 

Λίζα: (περιποιείται το μακιγιάζ της, μιλάει δήθεν αδιάφορα) Πάντοτε το ‘χα απορία. 

Σταν: Ποιο πράγμα δεσποινίς; 

Λίζα: Μα το γιατί να στέκει κάποιος όρθιος όταν έχει την ευκαιρία να διαλέξει όποια θέση επιθυμεί. 

Σταν: Το λέτε για μένα; 

Λίζα: Είμαι η Λίζα.  

Σταν: Σταν, με λένε Σταν. Ξέρεις Λίζα, κάνω πολύ κέφι να λικνίζομαι καθώς κινείται το λεωφορείο. Το ‘βρισκα χαριτωμένο απ’όταν ήμουν παιδί. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ.

Λίζα: Το είπα στην Άννα, “κορίτσι μου οι άνδρες είναι παιδιά”. 

Σταν: Όχι όλοι τους. 

Λίζα: Μιλάς για σένα; 

Σταν: Ίσως. 

Λίζα: Ω, δεν διαφέρεις καθόλου, τ’ακούς;

Σταν: Εγώ λέω το αντίθετο. (ο φωτισμός αρχίζει να αναβοσβήνει πολύ νευρικά και συχνότερα από ότι πριν, σαν τάχα τίποτε από εδώ και πέρα να μην είναι σίγουρο) 

Λίζα: Αυτό λες, βέβαια, τι άλλο; 

Σταν: Το λέω επειδή η ζωή μου δεν είναι καθόλου σαν αυτή ενός παιδιού. 

Λίζα: Λυπάμαι. (ντροπιασμένη, μαζεύεται στη θέση της, φτιάχνει μες στην τσάντα τα σύνεργα του μακιγιάζ της) 

Σταν: Δεν υπάρχει λόγος.  

Λίζα: Χαίρομαι που δεν ταξιδεύω μόνη, ξέρεις.  

Σταν: Ναι, δεν είναι άσχημα.

Λίζα: (πιο τρυφερά) Σου έχουν πει πως είσαι πολύ όμορφος; 

Σταν: Μπορεί. 

Λίζα: Μοιάζεις δύσκολος άνθρωπος. Πάω στοίχημα, τα κοριτσόπουλα θα κάνουν ουρά! 

Σταν: Έχει σημασία για σένα;  

Λίζα: Μπορεί να ζηλεύω. (τον κοιτάζει με νόημα) 

Σταν: Δεν έχεις το δικαίωμα.  

(Το λεωφορείο τραντάζεται, τα φώτα ανάβουν και σβήνουν ακαθόριστα, σε κάθε έκλαμψη οι δυο εκείνοι νέοι φιλιούνται παράφορα, η μουσική των σουξέ έχει δυναμώσει, το λεωφορείο επιταχύνει, κανείς δεν νοιάζεται ακόμη και αν έβαζε πλώρη για τ’άστρα. Πού ακούστηκε ένα λεωφορείο με προορισμό τα άστρα.) 

Λίζα: (μετά από λίγο, προσπαθεί να φτιάξει τα ρούχα της) Δεν θα μου πεις τίποτε για σένα; 

Σταν: Όχι, τίποτε. Καλύτερα έτσι.

Λίζα: Είσαι παράξενος. 

Σταν: Ρωτάς πολλά. 

Λίζα: Θα σε ξαναδώ; 

Σταν: Ποιος το ξέρει (και με ένα σάλτο αφήνει πίσω του το λεωφορείο με εκείνη μονάχα εντός του και ένα τραγουδάκι για συντροφιά) 

Στην επόμενη στάση ο άγνωστος από τη γαλαρία στέκει εμπρός από την πόρτα.) 

Άγνωστος: Καλύτερα να μην μπλέκετε έτσι με αγνώστους. 

Λίζα: Δεν έχετε δική σας δουλειά; (ενοχλημένη) 

Άγνωστος: Τον λένε Σταν, Σταν Κοβάλσκι. Θα έχετε ακούσει για αυτόν τον σκληρό άνδρα. Δεν νοιάζεται. Είναι από το πιο ακατέργαστο υλικό.

(Το λεωφορείο σταματάει, ο άγνωστος χάνεται στο σκοτάδι, η Λίζα αγκαλιάζει το σώμα της, σαν να θυμάται κάτι που άλλος δεν θα μάθει ποτέ. Ένα μυστικό, την πράξη κάποιου έρωτα. Να θυμάστε, στο μεταξύ, ο κόσμος εκεί έξω μοιάζει γυάλινος και αν το θελήσει ο Σταν, όπου και αν είναι μπορεί να τον γκρεμίσει. Μ’ακούς Λίζα; Δεν αποκρίνεται, ένας φόβος της παγώνει την καρδιά και μια μοναξιά ίδια με απεραντοσύνη, τίποτε λιγότερο. 

Ο φωτισμός σταθεροποιείται αργά, όλα μένουν απροσδιόριστα. Τέλος)

✳︎

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

photo: Στράτος Φουντούλης